Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Καταλληλότερος και οι απολιτίκ


Λαμπρινή Χ. Θωμά

Γράφει: Λαμπρινή Χ. Θωμά


Σε μία αναμέτρηση για το μη χείρον, μερικές λέξεις δεν κουβαλούν «τη νοσταλγία μιας υγιούς πολιτικής». Αντιθέτως, κάνουν το χάσμα εφιαλτικότερο. Ειδικά για τους νεώτερους.

Σύντομα οι δημοσκοπικές μετρήσεις θα σωπάσουν. Θα σταματήσει ο βομβαρδισμός μας με στοιχεία για την πρόθεση ψήφου, τα ποσοστά των κομμάτων, την ιεράρχηση των θεμάτων που απασχολούν την κοινή γνώμη, ποσοστά βουλευτών και κατατάξεις δημοφιλέστερων, αριθμούς για νούμερα της πολιτικής και τα συναφή. Μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, στην οποία, πάλι θα κάνουμε λόγο για την «ξύλινη γλώσσα των πολιτικών». Μοιάζει όμως να βαδίζουμε και προς την καταγγελία και της γλώσσας των δημοσκοπήσεων. Πως αλλοιώς να δει κανείς σήμερα, αυτή την κλασσική ερώτηση περί του Καταλληλότερου;

Μια βόλτα στην Αγορά, εκεί που αρθρώνεται ακόμη λόγος που προσπαθεί -και ενίοτε κατορθώνει- να είναι πολιτικός, αρκεί για να γίνει προφανές ότι δεν ψηφίζουμε τον Καταλληλότερο. Ψηφίζουμε αυτόν που κρίνουμε Λιγότερο Ακατάλληλο. Οι αντιδικίες των «πολιτικών αντιπάλων» - είτε μιλούν σοβαρά είτε αστειεύονται, είτε είναι ψύχραιμοι είτε παθιάζονται- από την ημέρα της ανακοίνωσης της πρόθεσης της κυβέρνησης να πάει σε εκλογές, είναι κουβέντες παραιτημένων. Είναι χαρακτηριστικό πως, σε καφενεία, περίπτερα, αίθουσες αναμονής οδοντιάτρων, όσες συζητήσεις είχα την τύχη να παρακολουθήσω, καταλήγουν στην μόνιμη κοινή επωδό: ο δικός σας είναι χειρότερος από το δικό μας. Ο δικός μας είναι λιγότερο ακατάλληλος.

Η αντιπαράθεση μεταξύ των οπαδών των δύο μεγάλων κομμάτων είναι αντιπαράθεση οπαδών ομάδων της τρίτης εθνικής, που κάποτε έπαιζαν στα μεγάλα γήπεδα και τώρα, τι να κάνουν, προσπαθούν να ξεχάσουν τα χάλια τους κοιτώντας τα μεγαλύτερα χάλια του αντιπάλου. Ο οπαδός του ΠΑΣΟΚ δεν αρνείται όσα καταμαρτυρεί στην ηγεσία του κόμματός του ο Νεοδημοκράτης. Ναι, ο «Γιωργάκης» είναι έτσι κι αλλοιώς, ναι, το ΠΑΣΟΚ είναι/ήταν μες στη διαπλοκή, ναι, το Χρηματιστήριο, τα Ιμια, αλλά και εσείς... Και από την άλλη; Ναι, στην οικονομία πατώσανε, ναι, υπάρχει αλαζονεία, ναι, η κυβέρνηση μοιάζει μονίμως αμήχανη και αναποφάσιστη, αλλά και οι προηγούμενοι… Τίποτε θετικό. Μόνη εξαίρεση, τουλάχιστον σε όσες συζητήσεις παρακολούθησε η γράφουσα, 70ντούτης στην αίθουσα αναμονής γιατρού, ο οποίος δήλωνε πως αυτή τη φορά θα ψήφιζε ΠΑΣΟΚ για «τον Ραγκούση και τον Παπακωνσταντίνου και όχι τα άλλα τα λαμόγια». Το γεγονός ότι νωρίτερα είχε παραδεχθεί πως, σε όλες τις προηγούμενες αναμετρήσεις είχε ψηφίσει αυτούς που σήμερα χαρακτήριζε «τα λαμόγια» δεν φαινόταν να τον ενοχλεί καθόλου. Ως συνεπής οπαδός μιας άλλης εποχής, είχε βρει λόγο της επόμενης ψήφου και αυτό του αρκούσε.

Το έτερο ιδιαίτερα διαδεδομένο φαινόμενο. Όλοι όσοι συζητούν πολιτικά και αναλώνονται σε συζητήσεις για τους μεν και τους δε, είναι μιας κάποιας ηλικίας. Μπορεί στην βουλή να μπαίνουν τα υποτιθέμενα «νέα πρόσωπα» ―από την Εύα Καϊλή έως τον Γρηγόρη Ψαριανό―, αλλά αυτά δεν μοιάζει να ενδιαφέρουν τους ίδιους τους νέους. Η «γενιά των 700 ευρώ», που κυριάρχησε πρόσκαιρα στις προεκλογικές δηλώσεις επί ευρωεκλογών και κατά τη διάρκεια της «εξέγερσης του Δεκέμβρη», ούτε συζητά, ούτε παθιάζεται για τα πολιτικά. Αντίθετα, μοιάζει κυνικότερη και περισσότερο ιδιωτεύουσα από τους γονείς της. Ούτε τα νέα «Δεκεμβριανά», προφανώς, αποτελούσαν πολιτική πρόταση. Υπήρξαν περισσότερο ένα ξέσπασμα, ένα ομαδικό «άει σιχτίρ», χωρίς πρόγραμμα και, αναπόφευκτα, χωρίς συνέχεια.

Τι υπάρχει για να προσελκύσει τους νέους στην πολιτική; αυτό που συνήθως θεωρείται φυσικός τους χώρος, τα ιστορικά «μικρά» κόμματα, έχουν προ πολλού απεμπολίσει κάθε δικαίωμα στο αύριο, ανίκανα να αρθρώσουν λόγο θεμελιακό μιας άλλης πρότασης - ανίκανα, δηλαδή, να υπάρξουν ως όντως αριστερά και «μαγνήτες» για τη νιότη. Αναλώνονται σε ομφαλοσκοπήσεις και συνθηματολογία, ζητούν την ψήφο διαμαρτυρίας και τελεία και τέλος. Στο έτερο μικρό κόμμα: ο λαϊκισμός του ΛΑ.Ο.Σ. και ο Ψινάκης ως πρόταση πολιτικής ανανέωσης, προφανώς δεν χρειάζονται σχολιασμό.

Τι υπάρχει για να προσελκύσει τους νέους στην πολιτική, έστω με ποδοσφαιρικούς όρους - εκεί που η νίκη προσελκύει οπαδούς; Ίσως μόνον η μεγαλύτερη ή μικρότερη δεξιότητα στην άσκηση μιας λίγο πολύ ίδιας πολιτικής. Χάρη σε αυτήν ακριβώς την ομοιότητα, άλλωστε, επιβιώνει η έννοια του «καταλληλότερου». Γιατί, βέβαια, ο περίφημος «καταλληλότερος» είναι ένα άτομο ―ο Καραμανλής ή ο Παπανδρέου π.χ.― και όχι ένα πολιτικό πρόγραμμα ή ιδεολογία. Όταν ψηφίζαμε ακόμα με πολιτικά κριτήρια, βάση της αριστερής, δεξιάς ή σοσσιαλιστικής μας ιδεολογίας, δεν ψήφιζε κανείς τον «καταλληλότερο», αλλά το κόμμα που εξέφραζε την πολιτική του ταυτότητα. Τότε, προφανώς, δεν είχαμε δημοσκοπήσεις στις οποίες να προηγείται το ένα κόμμα αλλά ο «καταλληλότερος» για την πρωθυπουργία να προέρχεται από το άλλο. Αυτή η σχιζοφρένεια είναι προϊον των τελευταίων ετών, και της σύγκλισης των αντιθέτων. Εκεί που μετράει, και οι δύο «μεγάλοι» είναι δεξιοί - όπως στην οικονομία και την παιδεία- ή και οι δυο είναι βαθιά διχασμένοι, όπως στα εθνικά θέματα. Και τα δύο μεγάλα κόμματα θυμούνται να είναι «κεντρώα» ή «κεντροαριστερά» εκεί που αυτό ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτα.

πηγη