Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Η Αμερική χάνει τον «ελεύθερο κόσμο»


Financial Times

Από την εποχή του 1945, η Αμερική θεωρεί τον εαυτό της ως «ηγέτη του ελεύθερου κόσμου». Η κυβέρνηση του Ομπάμα όμως, αντιμετωπίζει μια απρόσμενη και καθόλου επιθυμητή εξέλιξη στη παγκόσμια πολιτική. Τέσσερα από τα μεγαλύτερα, και πλέον στρατηγικά σημαντικά κράτη στον αναπτυσσόμενο κόσμο- Βραζιλία, Ινδία, Νότιος Αφρική και Τουρκία- είναι όλο και πιο αντίθετα απέναντι στην εκάστοτε αμερικανική εξωτερική πολιτική. Και αντί να συνταχθούν με τις ΗΠΑ στα μεγάλα διεθνή ζητήματα, είναι πλέον σύνηθες να συμβαδίζουν με απολυταρχικά καθεστώτα, όπως αυτά της Κίνας και του Ιράν.

Οι ΗΠΑ έχουν καθυστερήσει να αντιδράσουν απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, ίσως γιατί είναι τόσο αφύσικη. Οι περισσότεροι Αμερικανοί υποθέτουν πως τα πολιτικά συγγενή τους δημοκρατικά καθεστώτα, μοιράζονται τις ίδιες με αυτούς απόψεις και αξίες στα διεθνή ζητήματα. Στη διάρκεια της τελευταίας προεδρικής εκλογικής εκστρατείας, ο υποψήφιος των ρεπουμπλικανών John McCain, κάλεσε για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας συμμαχίας δημοκρατιών, ώστε να αντιταχθούν στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Μερικοί από τους ανώτατους συμβούλους του προέδρου Ομπάμα, έχουν επίσης εκφραστεί θετικά στο ενδεχόμενο μιας τέτοιας προσπάθειας.

Η υπόθεση όμως ότι οι δημοκρατίες του πλανήτη θα μπορούσαν να αλληλοϋποστηριχτούν, αποδεικνύεται αβάσιμη. Το τελευταίο παράδειγμα εμφανίστηκε στη διάρκεια της Συνόδου για το κλίμα στη Κοπεγχάγη. Την τελευταία ημέρα των συνομιλιών, οι Αμερικανοί προσπάθησαν να οργανώσουν τετ α τετ συναντήσεις μεταξύ του Ομπάμα και των ηγετών της Ν. Αφρικής, της Βραζιλίας και της Ινδίας, αλλά απέτυχαν. Οι Ινδοί μάλιστα δήλωσαν, πως ο πρόεδρός τους είχε ήδη αναχωρήσει για το αεροδρόμιο. Συνεπώς, ο Ομπάμα θα έπρεπε να αισθάνθηκε ως κορόϊδο όταν παρουσιάστηκε σε συνάντηση τελευταίας στιγμής με τον Κινέζο πρωθυπουργό Wen Jiabao, και τον βρήκε να είναι στη μέση σημαντικών διαπραγματεύσεων με τους ηγέτες της Βραζιλίας, της Νοτίου Αφρικής και της …Ινδίας. Σε συμβολικό επίπεδο, οι υπόλοιποι ηγέτες αναγκάστηκαν να στριμωχτούν, ώστε να χωρέσει και ο Αμερικανός πρόεδρος στο τραπέζι που κάθονταν.

Στη Κοπεγχάγη όμως, υπήρχαν πολλά περισσότερα από τους συμβολισμούς. Η Βραζιλία, η Νότιος Αφρική, και η Ινδία αποφάσισαν πως η θέση τους ως αναπτυσσόμενα κράτη ήταν πιο σημαντική από τη θέση τους ως δημοκρατίες. Όπως και οι Κινέζοι, έτσι και αυτές ισχυρίστηκαν πως είναι άδικο να μπουν όρια στις εκπομπές αερίων των φτωχών κρατών, σε χαμηλότερο μάλιστα επίπεδο από αυτό των ΗΠΑ ή της Ε.Ε. Και κυρίως, αφού η βιομηχανική Δύση είναι η κατεξοχήν υπεύθυνη για το μεγαλύτερο μέρος του διοξειδίου του άνθρακα που ήδη βρίσκεται στην ατμόσφαιρα.

Ενδεικτικά, τόσο ο Βραζιλιάνος όσο και ο Κινέζος ηγέτης, χρησιμοποίησαν το ίδιο ανέκδοτο, λέγοντας πως οι ΗΠΑ είναι σαν τον πλούσιο κύριο, που αφού έσκασε στο φαγητό, κάλεσε τους γείτονές του για καφέ, ζητώντας τους να πληρώσουν το λογαριασμό. Αν το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής ήταν ένα μεμονωμένο παράδειγμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα σημαντικό αλλά «ανώμαλο» θέμα, για το οποίο είναι φυσιολογικό να διαχωρίζονται τα κράτη στη βάση του «πλούσια και φτωχά». Αλλά η αλήθεια είναι πως αν κοιτάξει κανείς τη Βραζιλία, τη Νότιο Αφρική, την Ινδία και τη Τουρκία, τις τέσσερις δηλαδή σημαντικότερες δημοκρατίες στη Λατινική Αμερική, Αφρική, Ασία και Μέση Ανατολή, είναι ξεκάθαρο πως καμία από αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόπιστος σύμμαχος της Αμερικής, ή ως μια ευρύτερη «κοινότητα δημοκρατιών».

Το περασμένο χρόνο, ο πρόεδρος Luiz Inácio Lula da Silva της Βραζιλίας, έκλεισε μια επικερδή πετρελαϊκή συμφωνία με τη Κίνα, αναφέρθηκε με θέρμη στον Hugo Chávez της Βενεζουέλας, και συνεχάρη τον Ιρανό πρόεδρο Mahmoud Ahmadi-Nejad για την εκλογική του νίκη, φιλοξενώντας τον σε επίσημη επίσκεψή του στη Βραζιλία. Στη διάρκεια διετούς θητείας τους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, οι Νοτιοαφρικανοί συντάσσονταν συστηματικά με τη Ρωσία και τη Κίνα στο μπλοκάρισμα αποφάσεων επί ζητημάτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ προστάτευαν απολυταρχικά καθεστώτα όπως αυτά της Ζιμπάμπουε, του Ουζμπεκιστάν και του Ιράν.

Η Τουρκία θεωρούνταν μέχρι πρότινος ως κύρια σύμμαχος της Αμερικής στο ψυχρό πόλεμο, ενώ πιο πρόσφατα διαφημίστηκε ως το μοναδικό παράδειγμα μιας φιλοδυτικής κοσμικής, μουσουλμανικής δημοκρατίας. Σήμερα δεν αποτελεί πλέον αξιόπιστο συνεργάτη για τη Δύση. Από την εποχή της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, οι δημοσκοπήσεις στη Τουρκία έχουν αναδείξει μεγάλα ποσοστά αντιαμερικανισμού μεταξύ των κατοίκων της. Η ελαφρώς ισλαμική κυβέρνηση της Τουρκίας έχει συνεργαστεί με τους εχθρούς των ΗΠΑ στη περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των Hamas, Hizbollah και του Ιράν, και έχει προκαλέσει την ανησυχία των Αμερικανών, έχοντας υιοθετήσει μια όλο και περισσότερο εχθρική στάση απέναντι στο Ισραήλ.

Η ινδική ηγεσία μοιάζει να απολαμβάνει την ιδέα πως υπάρχει «ιδιαίτερη σχέση» της χώρας με την Αμερική. Αλλά ακόμη και οι Ινδοί, συνηθίζουν να βρίσκονται «απέναντι» στις αμερικανικές θέσεις, σε μια σειρά από διεθνή ζητήματα, όπως αυτά που σχετίζονται με τις κλιματικές αλλαγές ή με τα μέτρα και τις κυρώσεις εναντίον της Τεχεράνης.

Τι συμβαίνει τελικά; Η απάντηση είναι ότι η Βραζιλία, η Νότιος Αφρική, η Τουρκία και η Ινδία, αποτελούν κράτη που ισορροπούν τις ταυτότητές τους ως δημοκρατίες με αυτές ως αναπτυσσόμενα κράτη, που όμως δεν αποτελούν μέρος του πλούσιου, λευκού, Δυτικού κόσμου. Και τα τέσσερα αυτά κράτη διαθέτουν κυβερνητικά κόμματα που βλέπουν τον εαυτό τους ως υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης στο εσωτερικό, και μιας πιο δίκαιης παγκόσμιας τάξης στο εξωτερικό. Και τα τέσσερα αυτά κόμματα έχουν προσαρμοστεί στη παγκοσμιοποίηση, αλλά παραμένουν καχύποπτα απέναντι στο παγκόσμιο καπιταλισμό και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ομπάμα θεωρείται ως μια μεγάλη βελτίωση, σε σχέση με τον προκάτοχό του, αλλά παραμένει πάντα ένας Αμερικανός πρόεδρος. Ως αναδυόμενες παγκόσμιες δυνάμεις και αναπτυσσόμενα κράτη, η Βραζιλία, η Ινδία, η Νότιος Αφρική και η Τουρκία, είναι πολύ πιθανό να αισθάνονται πως έχουν πιο πολλά κοινά στοιχεία με την αναδυόμενη Κίνα, παρά με τις δημοκρατικές ΗΠΑ.