Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Οι ηττημένοι διαπραγματεύονται τα σύνορα της χώρας τους…



του Γιάννη Καψή

Θα μπορούσε να το είχε διατάξει ο Τορκεμάδα, ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής. Θα μπορούσε να έχει επιλεγεί σαν υποκατάστατο της ιεράς πυράς όπου μαρτυρούσαν οι αιρετικοί. Εξαντλητικό, ανεξήγητο το συνεχιζόμενο ψυχολογικό αυτομαστίγωμα του άμοιρου αυτού λαού που κορυφώθηκε με τη διακήρυξη urbi et orbi (μη και δεν το ακούσει κανείς), ότι η αμυντική μας ικανότητα, ακόμη και αυτή η εθνική μας κυριαρχία, έχει περιοριστεί λόγω της οικονομικής κρίσης. (Κι ας επιμένει ο κ. Προβόπουλος ότι το έλλειμμα δεν είναι μεγαλύτερο του 10% κι όχι 12%.)
Μέχρι που και σύζυγος υπουργού (ίσως για να δείξει πόσο… Έλληνες θα γίνουν οι ελληνονοποιούμενοι αλλοδαποί) διεκήρυξε στην εσπερία ότι «(αυτοί) οι Έλληνες έχουν τη φοροδιαφυγή σαν εθνικό σπορ».1
Ξεθάρρεψαν και οι γνωστοί ομοτράπεζοι, ομόκλινοι και παντός είδους τιτουλάριοι και επανέρχονται συνιστώντας «να δώσουμε στην Τουρκία μερικές βραχονησίδες να ησυχάσουμε».
Φληναφήματα, νεοελληνιστί μπουρδολογήματα, θα έπρεπε να σκεφθούμε. Αν πολλοί δεν επέμεναν να έχουν μνήμη.
Ένας από τους βασικούς πυλώνες της εξωτερικής πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν η ήπια και καθόλου προκλητική δήλωση ότι: «Δεν διεκδικούμε ούτε σπιθαμή ξένου εδάφους. Αλλά και δεν παραχωρούμε ούτε σπιθαμή ελληνικού εδάφους, θαλάσσης ή αέρα».
Και μόνον όταν διαπίστωσε ότι οι απέναντί μας –όχι μόνο γεωγραφικά– υποκρίνονταν ότι άλλο ήταν το νόημά του, δεν δίστασε να βροντοφωνήσει: «Μια χώρα διαπραγματεύεται τα σύνορά της, μόνο μετά έναν πόλεμο στον οποίον έχει ηττηθεί…»
Με την ιστορική εκείνη δήλωσή του, ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου δεν έκανε τίποτα περισσότερο παρά να εισαγάγει στο Διεθνές Δίκαιο την έννοια των «extra commercium», των εκτός συναλλαγής πραγμάτων. Στην εξωτερική μας πολιτική, όμως, έθεσε την πιο βαθιά πινελιά στην «κόκκινη γραμμή» των εθνικών μας πραγμάτων. Και την κόκκινη εκείνη πινελιά δεν τόλμησε κανείς μέχρι σήμερα να την παραβιάσει απροκάλυπτα.
Ακόμη και στα Ίμια, τη μοναδική περίπτωση που διαπραγματευτήκαμε «σπιθαμές ελληνικού εδάφους», το κάναμε –το έκαναν– μυστικά, έστω κι αν αυτή η μυστικότητα καθιστά το έγκλημα βαρύτερο. «Θα πούμε ότι τη (σημαία) παρέσυρε ο αέρας», είπε κυνικότατα ο κ. Πάγκαλος στον ανησυχούντα περισσότερο απ’ αυτό για τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης Αμερικανό ναύαρχο. Ούτε κάνει καμιά διαφορά ότι διαπραγματευτήκαμε μόνο «σπιθαμές εδάφους». Το έγκλημα είναι ποιοτικό και όχι ποσοτικό.
Υπάρχουν, βέβαια, και τα χειρότερα. Στην προκειμένη περίπτωση είναι εκείνο το «Ευχαριστούμε τους Αμερικανούς» που σηματοδότησε μια δραματική αλλαγή στην εξωτερική μας πολιτική. Ας μην ξεχνάμε τη Μαδρίτη και το Ελσίνκι…
Στα Ίμια υπήρξε ένας στιγμιαίος πόλεμος (;) επιμελώς προπαρασκευασμένος, μια ηθελημένη ήττα. Έπρεπε ν’ αρχίσει, και άρχισε, η διαπραγμάτευση. Η αρχή έγινε με την τηλεφωνική συνομιλία του Αμερικανού ναυάρχου με τον κ. Πάγκαλο. Η συμφωνία έκλεισε με το περιβόητο μνημόνιο της συνάντησης Σημίτη – Κλίντον, όπου ο κ. Σημίτης πέρασε τη βαθιά κόκκινη πινελιά του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου. Αντιγράφω από το Μνημόνιο:
«Τρίτη 9 Απριλίου, 11:00 ανατολική ώρα.
»(παρ. 6) Ο πρωθυπουργός (Κ. Σημίτης) ανέπτυξε την υφισταμένη ένταση στο Αιγαίο και εξήγησε ότι η κατάσταση είναι πολύ κρίσιμη και ένας πόλεμος μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος θα μπορούσε να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Την ένταση αυτή απέδωσε στις πολιτικές που ακολούθησαν οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις (της 8ετίας του Α.Γ.Π.). Ετόνισε ότι κατά τη γνώμη του δεν πρέπει να επιτευχθούν εδαφικά κέρδη διά της βίας η επιθέσεως.
»(παρ. 7) Εν σχέση με τα Σκόπια, ο κ. Σημίτης εξέφρασε την υποστήριξή του σε μια ειρηνική λύση και ανέφερε ότι είναι έτοιμος να παράσχει οικονομικά και πιστωτική βοήθεια στα Σκόπια μόλις επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών. Ο κ. Σημίτης διαβεβαίωσε τον πρόεδρο Κλίντον ότι θα συνεργαστεί με τις ΗΠΑ για την επίτευξη της πολιτικής τους εις την περιοχή και υποστηρίζει την επιβολή κυρώσεων στη Λιβύη, Ιράκ κ.α. Υπεγράμμισε ότι αντίθετα με τη φιλοαραβική πολιτική του Παπανδρέου, η δική του θέση είναι υποστήριξη της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή».
Συνεχίζουμε: Η πρόσκληση του πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον είναι σημάδι ότι η τιμωρία μας για το θέμα των αγωγών έχει λήξει. Αλλά οι όροι της περαιτέρω συνεργασίας μας δικαιολογούν –για τους έχοντας μνήμη πάντοτε– τουλάχιστον σοβαρές αμφιβολίες. Τρία σημεία των θεμάτων που θέλει να συζητηθούν ο πρόεδρος Ομπάμα –κατά τη δήλωση του εκπροσώπου Τύπου– είναι χαρακτηριστικά.
Σκόπια: Η υιοθέτηση εκ μέρους των ΗΠΑ της ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό θα μπορούσε να είναι μια δραματικά ευνοϊκή εξέλιξη. Αν όμως δεν συνοδεύεται και με τον όρο ότι θα είναι αποκλειστική για κάθε χρήση, erga omnes, και χωρίς λυτρωτική προπαγάνδα – μετά το αυτομαστίγωμα θα έχουμε και το δημόσιο αυτοεξευτελισμό.
(Πληροφορία που διέρρευσε αναφέρει ότι η στιγμή είναι κατάλληλη για μια τέτοια συμφωνία, διότι λόγω της κρίσης δεν θα δοθεί προσοχή. Άρα;)
Συνομιλίες με την Άγκυρα για τα θέματα του Αιγαίου και το θέμα της υφαλοκρηπίδας: Η διατύπωση είναι ταυτόσημη με εκείνη της κρίσης του Μαρτίου του 1987, που εννοούσε συνομιλίες εφ’ όλων των θεμάτων και συμφωνία-«πακέτο». Αυτό θα σήμαινε ότι διαπραγματευόμαστε και πάλι τα σύνορά μας, ακόμη και χωρίς το μίνι πόλεμο και την ηθελημένη ήττα στα Ίμια.
Κυπριακό: Ερωτήματα έχουν τεθεί στην παραπλεύρως στήλη προς τον κ. Δρούτσα.
Κι εδώ είναι που ανακύπτει το ερώτημα: γιατί το αυτομαστίγωμα; Μήπως για ν’ αποδεχτούμε ότι έχει ανατραπεί η αμυντική μας ικανότητα; Ότι έχει περιοριστεί η εθνική μας κυριαρχία; Να αυτοηττηθούμε χωρίς να έχει γίνει πόλεμος;
Δεν θα ήταν σοβαρή μια προσπάθεια κατάταξης των διαγραφομένων κινδύνων κατά σοβαρότητα. Ασφαλώς όμως δεν είναι άνευ σημασίας και οι παροτρύνσεις προς τον πρωθυπουργό να γίνει πατροκτόνος!

Ασφαλώς πρέπει, επιβάλλεται και έχει γίνει πατροκτόνος σ’ ένα βαθμό ο σημερινός πρωθυπουργός. Όλα τα παιδιά έχουν μια πατροκτονική τάση στην προσπάθειά τους να δείξουν ότι ξεπερνούν τον πατέρα τους. Είναι υγιές και διασφαλίζει την πρόοδο. Υπάρχει όμως και η διεστραμμένη πατροκτονική τάση των αδικημένων από τη φύση, που μην μπορώντας να ξεπεράσουν το γεννήτορα προσπαθούν να τον λασπώσουν, τον μισούν.
Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά σημάδια που πείθουν ότι θα κερδίσει τη δική του θέση στην πολιτική ιστορία του τόπου, αντίστοιχη της ιστορίας του και των προσόντων του. Μόνον να προσέξει την πρώτη σωστή κουβέντα του μπιζιμπόντι υπουργού του, την προειδοποίηση του Πατριάρχου Φωτίου για τη φθορά των αρχόντων από τους φαύλους συμβούλους τους.
Κύριε Δρούτσα, σπεύδω να ζητήσω προκαταβολικά συγνώμη διότι δημοσιεύω αυτή την επιστολή από τα «Επίκαιρα», αλλά, ενώ έχετε ιστοσελίδα που μας πληροφορείτε για τα πεπραγμένα σας, δεν ανακάλυψα καμία σελίδα που θα σας βοηθούσε να πληροφορηθείτε και την άλλη γνώμη. Ούτε θεωρώ τον εαυτό μου σοφότερο επειδή επί μία 8ετία χειρίστηκα, μεταξύ πολλών άλλων, κατ’ αποκλειστικότητα τα Ελληνοτουρκικά. Θέλω απλώς να σας πω σε ποιες περιπτώσεις ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου θα με απέλυε αστραπιαία και θα με παρέπεμπε σε Εξεταστική Επιτροπή για τα περαιτέρω. Και θα υπήρχαν περαιτέρω.
Ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου θα με απέλυε, εάν τολμούσα:
Ν’ αρχίσω οποιουδήποτε είδους συνομιλίες υπό τη δαμόκλειο σπάθη του casus belli –και χωρίς ν’ αρθεί προηγουμένως–, ευτελίζοντας τη χώρα μου και υποβιβάζοντάς τη στην τάξη του Χατζηαβάτη.
Να τείνω οποιαδήποτε χείρα βοήθειας (π.χ. υποστήριξη στην ΕΕ) πριν δοθούν πληροφορίες, εξηγήσεις, έστω μία συγνώμη για την εν ψυχρώ εκτέλεση των 1.450 Ελλήνων αιχμαλώτων στην Κύπρο – ένα έγκλημα για παρόμοιο του οποίου ούτε οι Ταλιμπάν του Αφγανιστάν δεν έχουν κατηγορηθεί.
Να αρχίσω συνομιλίες για εμπορικές ή άλλες συμφωνίες «καλής θέλησης» πριν η άλλη πλευρά δεχτεί την άρση των συνεπειών της μυστικής πράξης 66 και την αποζημίωση των θυμάτων, όπως είχαμε συμφωνήσει με το μακαρίτη τον Οζάλ – ενέργεια που θα ισοδυναμούσε με αποδοχή της πράξης που από μόνη της, κατά τη σύμβαση του ΟΗΕ, συνιστά το έγκλημα της γενοκτονίας.
Υπάρχει και ένα ερώτημα που για λόγους λεπτότητας απέναντί σας διστάζω να το θέσω. Θα το επιχειρήσω κάπως περιφραστικά. Είναι γνωστό ότι έχετε συμβάλει αποφασιστικά στην κατάρτιση του Σχεδίου Ανάν, το οποίο αποδοκίμασαν οι λαοί της Κύπρου και της Ελλάδας. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι για να υποστηρίξει κανείς ένα τέτοιο σχέδιο θα πρέπει να εμπίπτει σε μια από τις εξής κατηγορίες:

α) Να μην το έχει διαβάσει.

β) Να το διάβασε, αλλά να μην το κατάλαβε.

γ) Να το υπεστήριξε εν διατεταγμένη υπηρεσία.

Αλλά η δική μου γνώμη δεν έχει σήμερα καμιά σημασία. Εκείνο που θα ενδιέφερε όλους μας είναι αν και κατά πόσον είστε αποφασισμένος να επιδείξετε το ίδιο πολιτικό θάρρος –πειράζει που εγώ το αποκαλώ θράσος;– που σας έφερε σε πλήρη ρήξη με τον αείμνηστο πρόεδρο Παπαδόπουλο –αρνήθηκε μέχρι τέλους να σας δεχτεί στην Κύπρο– και να δραστηριοποιηθείτε για τη νεκρανάστασή του.

ΕΠΙΚΑΙΡΑ