Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Η χρεοκοπημένη θεολογία της οικονομικής απορρύθμισης

Αλήθειες εκ των έσω


Του Χέκτορ Τόρες

The Bankrupt Theology of Financial Deregulation

© Project Syndicate

-Ο κύβος ερίφθη! Πρέπει να προσφύγουμε στο ΔΝΤ!

-Μα είμαστε το ΔΝΤ!

Τώρα που ηρεμεί η παγκόσμια οικονομική κρίση, είναι η ώρα να προχωρήσουμε στον απολογισμό των λαθών μας και να εξασφαλίσουμε πως αυτά δε θα επαναληφθούν. Πέραν της βελτίωσης των ρυθμιστικών μηχανισμών, της προσπάθειας να μην επιβραβεύεται οικονομικά η ανεύθυνη ριψοκινδύνευση και της οικοδόμηση ενός «σινικού τείχους» μεταξύ των παραγώγων οικονομικών ομολόγων και των οίκων αξιολόγησης, χρειάζεται να αντιληφθούμε τη ήταν αυτό που δεν μας επέτρεψε να προβλέψουμε έγκαιρα την κρίση.

Στο «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ) έχει ανατεθεί και ο ρόλος του παγκόσμιου ......φύλακα της οικονομίας και δεν είναι λίγοι όσοι θεωρούν πως ο οργανισμός απέτυχε να προβλέψει την τρέχουσα κρίση διότι κοιτούσε στα λάθος μέρη. Το πρόβλημα είναι πως το ΔΝΤ απέτυχε να ερμηνεύσει σωστά στοιχεία που διέθετε.



Το 2006, όταν το ΔΝΤ συνέτασσε την ετήσια έκθεσή του για τις ΗΠΑ, ήμουν μέλος του διοικητικού του συμβουλίου. Ο οργανισμός «διαπίστωσε» πόσο είχαν χαλαρώσει οι έλεγχοι στην αμερικανική αγορά των ενυπόθηκων δανείων, αλλά κατέληξε πως «τα αληθινά επισφαλή ενυπόθηκα δάνεια εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν μια μικρή μειοψηφία, που ως επί το πλείστον αφορά νοικοκυριά με υψηλό εισόδημα, που έχουν πλήρη επίγνωση της επισφάλειας των δανείων τους».



Λίγους μήνες αργότερα, το Σεπτέμβριο του 2006, δέκα μόλις μήνες πριν «σκάσει» η κρίση των ενυπόθηκων δανείων, το ΔΝΤ έγραφε σε μία από τις εμβληματικές του εκδόσεις, την «παγκόσμια έκθεση οικονομικής σταθερότητας» (GFSR) πως «στις ώριμες αγορές, οι σημαντικότεροι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί είναι υγιείς, εξακολουθούν να είναι κερδοφόροι και εμφανίζουν ικανοποιητική κεφαλαιοποίηση (ενώ) ο χρηματοπιστωτικός τομέας στις περισσότερες χώρες είναι απολύτως ικανός να αντεπεξέρθει στις "κυκλικές" προκλήσεις και τις επερχόμενες περαιτέρω διορθώσεις των αγορών».



Το «ραντάρ» του ΔΝΤ άρχισε να κουδουνίζει μόλις το 2007, όταν πια το πρόβλημα ήταν στην κυριολεξία σχεδόν ορατό δια γυμνού οφθαλμού, αλλά και πάλι ο οργανισμός δίστασε να σημάνει συναγερμό. Είναι σαφές πως η επίβλεψη της αμερικανικής οικονομίας από το ΔΝΤ ήταν ανεπαρκής, ενώ εξίσου κακή ήταν κι εκείνη των ευρύτερων, παγκόσμιων εξελίξεων. Είναι αλήθεια πως το ΔΝΤ δεν ήταν ο μόνος που απέτυχε να διαβλέψει τα προφανή συμπτώματα που επέτειναν την κρίση, αλλά αυτό είναι μικρή παρηγοριά.



Πριν την κρίση, η βασική και γνωστότερη αποστολή του ΔΝΤ -να δανείζει χώρες με δανειακό πρόβλημα- είχε καταστεί ασήμαντη. Πολλές αναδυόμενες αγορές προτιμούσαν να ασφαλίσουν εαυτόν σωρεύοντας πλεονάσματα, και απέφευγαν να προσφύγουν στο δανεισμό από το ΔΝΤ. Είναι ειρωνικό, αλλά αυτό είχε οδηγήσει το ΔΝΤ στο να επικεντρωθεί στον ελεγκτικό του ρόλο. Όποιος άρα αναζητεί τις αιτίες του πλημμελούς ελέγχου εκ μέρους του ΔΝΤ, ξέρει πως ο οργανισμός στα σίγουρα δεν είχε απορροφηθεί από άλλα πιο επείγοντα ζητήματα.



Το ΔΝΤ ανέμενε πως τα προβλήματα θα εμφανίζονταν ως συνήθως στους συνήθεις υπόπτους -τις ασταθείς οικονομίες των αναπτυσσομένων κρατών: αλλά τούτη τη φορά η κρίση επωαζόταν λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από τα κεντρικά του γραφεία. Μάλιστα, αυτή ακριβώς η εγγύτητα ίσως να εξηγεί την αδυναμία του ΔΝΤ να ερμηνεύσει σωρεία δεδομένων που βρίσκονταν ακριβώς κάτω από τη μύτη του.



Αν πράγματι έτσι συνέβησαν τα πράγματα, εγείρονται δύο κρίσιμα ερωτήματα.

* Πρώτον, είναι οι δομές λειτουργίας του ΔΝΤ κατάλληλες να ελέγχουν αποτελεσματικά τους βασικούς του εταίρους;
* Δεύτερον, μήπως το ΔΝΤ πάσχει από ιδεολογική μονομέρεια που δεν του επέτρεψε να αναγνωρίσει τα ολέθρια αποτελέσματα της απορύθμισης, στην οποία εξάλλου τόσο πολύ είχε συμβάλει και το ίδιο;

Αν η κρίση των ενυπόθηκων δανείων αφορούσε μια αναπτυσσόμενη χώρα και όχι τις ΗΠΑ, είναι αδιανόητο να πιστεύει κανείς πως το ΔΝΤ, με το τόσο καταρτισμένο και αφοσιωμένο προσωπικό του, θα είχε αποτύχει τόσο παταγωδώς να την εντοπίσει -και στη συνέχεια να της δώσει τη δέουσα προσοχή. Αλλά στο σημερινό ΔΝΤ, το μοντέλο διακυβέρνησής του έχει σχεδιαστεί στη βάση του πιστωτικού του ρόλου: όποιος βάζει τα περισσότερα λεφτά στα ταμεία του, έχει τη μεγαλύτερη επιρροή.

Όσον με αφορά, είμαι απολύτως ικανοποιημένος με τον τρόπο που υπολογίζονται τα «ποσοστά» του ΔΝΤ και οφείλω να παραδεχτώ πως για έναν πιστωτικό οργανισμό είναι απολύτως λογικό τις αποφάσεις να τις παίρνουν όποιοι βάζουν πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη. Αλλά δεν είναι δυνατό να λειτουργεί έτσι ένας οργανισμός που καλείται να ελέγξει τα μέλη του, και μάλιστα εκείνα με τη μεγαλύτερη επιρροή -που είναι εξάλλου εκείνα που οι «εσωτερικές» πολιτικές τους αποφάσεις έχουν παγκόσμιες επιπτώσεις.

Αυτή η κυβερνητική δομή όπου «τα λεφτά ανταλλάσσονται με επιρροή», υπονομεύει εμμέσως την ευθυκρισία του ΔΝΤ όσον αφορά τις οικονομίες των πλέον σημαντικών του κρατών-μελών (κι ας αφήσουμε καλύτερα κατά μέρος την «ελαστική» αντιμετώπιση των υποχρεώσεών τους). Όπως διαπίστωσα προσωπικά πολλές φορές, αν κάποιο ισχυρό κράτος-μέλος γίνει αντικείμενο υπερβολικά ειλικρινούς κριτικής, η κυβέρνηση που επικρίνεται αυξάνει την πίεση ώστε να «πνίξει» τα σχετικά δημόσια ανακοινωθέντα του οργανισμού.

Ας εξετάσουμε τώρα το δεύτερο ερώτημα, αν το ΔΝΤ υποφέρει από ιδεολογική μονομέρεια που το εμπόδισε να αντιληφθεί τι συνέβαινε. Ήδη από τον Αύγουστο του 2005, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Ράγκουραμ Ράτζαν (Raghuram Rajan) είχε αντιληφθεί σημαντικές αδυναμίες στις αμερικανικές χρηματαγορές. Ο Ράτζαν διέβλεπε πως συνέβαινε κάτι εν δυνάμει πολύ επικίνδυνο και προειδοποιούσε πως ο ανταγωνισμός ωθούσε της χρηματαγορές στο «να κινούνται συνειδητά στα όρια της ρευστότητάς τους» αποκρύβοντας παράλληλα από τους επενδυτές τους τούς κινδύνους που συνεπαγόταν αυτή τους η τακτική.



Ίσως όμως να είναι ακόμα αποκαλυπτικότερο πως παρά τη διαύγειά του, ο Ράτζαν συμπέραινε υπεραισιόδοξα πως «η απορύθμιση ήρε τα τεχνητά εμπόδια που εμπόδιζαν την είσοδο νέων επιχειρήσεων στην αγορά κι ενθάρρυνε τον ανταγωνισμό μεταξύ προϊόντων, θεσμών, αγορών και δικαιοδοσιών». Με άλλα λόγια εκτιμούσε σαφώς πως η ρύθμιση δημιουργούσε «τεχνητά εμπόδια» και πως ο «ανταγωνισμός μεταξύ δικαιοδοσιών» (διάβαζε: μεταξύ των ελεγκτικών μηχανισμών) ήταν καλοδεχούμενος.

Παρόμοιες αντιλήψεις διατυπώνονται με τόσο αυτόματο τρόπο μόνο από όσους θεωρούν αυτονόητο πως οι ανεξέλεγκτες αγορές λειτουργούν καλύτερα, και από την άποψη αυτή η δήλωση του Ράτζαν είναι ένα καλό δείγμα του τρόπου σκέψης του ΔΝΤ εκείνη την εποχή. Ήταν δε αυτή η απεριόριστη πίστη του ΔΝΤ στη δυνατότητα των αγορών να αυτορυθμίζονται, που τελικά φαίνεται πως βρίσκεται στη ρίζα της αποτυχίας του να εντοπίσει αυτό που θεωρητικά αναζητούσε.

Σήμερα υπάρχουν ενθαρρυντικά σημάδια αλλαγής στο ΔΝΤ, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας εφησυχάζει. Όπως τόνισε ο κοινωνιολόγος Φρεντ Μπλοκ (Fred Block) «οι κοινωνίες συνολικά εμμένουν στον καθολικό τους πειραματισμό με την "αυτορρύθμιση" των αγορών». Αυτό δυστυχώς σημαίνει πως η αυτορρύθμιση έχει μεταβληθεί σε θρησκευτική πεποίθηση που είναι πολύ δύσκολο να απορριφθεί, αφού το ιερατείο της είναι πάντα έτοιμο να ισχυριστεί πως οι αποτυχίες της δεν οφείλονται στην θεωρητική της χρεοκοπία, αλλά στην πλημμελώς «ορθόδοξη» εφαρμογή της.

Ο Hector R. Torres είναι πρώην εκτελεστικός διευθυντής του ΔΝΤ