Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Η παγίδα της Χάγης


Τις τελευταίες μέρες ανάμεσα στα άλλα προβλήματα που λύνει ο Γ.Α.Π. , ακούσαμε να λέει περιχαρής ότι βρήκε επιτέλους τη λύση των Ελληνοτουρκικών διαφορών , και αυτή είναι η προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης ,όπου ως δια μαγείας θα μας λυθούν όλα τα προβλήματα , όπως και το ΔΝΤ θα μας σώσει(;) από τη φτώχεια μας(;).
Διαβάστε το παρακάτω άρθρο που έχει γραφεί σε παρελθόντα χρόνο και δείτε τι συμβαίνει με τέτοιες λύσεις.

του Χρύσανθου Λαζαρίδη 5. Ιουλίου 2006 (κλικ στην εικόνα)

Πριν λίγες μέρες συζητώντας με ένα σοβαρό οπαδό της ιδέας να προσφύγει η Ελλάδα στη Χάγη, άκουσα το εξής «ρεαλιστικό» επιχείρημα: Αν δεν θέλουμε να πάμε σε απευθείας διμερείς διαπραγματεύσεις με την Τουρκία πάνω σε όλα τα ζητήματα που αυτή έχει θέσει σε βάρος μας τα τελευταία χρόνια, κι αν δεν θέλουμε να διακινδυνεύσουμε άμεσα, τους επόμενους μήνες, ένα ή περισσότερα «θερμά επεισόδια» στον εναέριο χώρο του Αιγαίου, τότε δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το να προσφύγουμε άμεσα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης...
Ακούγεται εύλογο;
Ίσως. Είναι ρεαλιστικό. Όχι! Όπως θα δούμε, η προσφυγή στη Χάγη σήμερα, δεν είναι «εναλλακτική λύση» έναντι των απευθείας διμερών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Δεν είναι μέσο αποφυγής του «κινδύνου» θερμών επεισοδίων. Δεν είναι καν «λύση» στο πρόβλημα των μονομερών αιτιάσεων της Τουρκίας. Είναι, αντίθετα, παγίδα πλήρους νομιμοποίησης και αποδοχής των αιτιάσεων που έχουν υπάρξει ως τώρα και εκείνων που κατά πάσα πιθανότητα θα εγερθούν από την Άγκυρα μελλοντικά. Ας τα πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή...

Αντιστροφή λογικής

• Πρώτον, η προσφυγή στη Χάγη δεν είνα αποφυγή διαπραγμάτευσης με την Τουρκία, αντιθέτως προϋποθέτει και επιβάλλει διμερείς διαπραγματεύσεις με την Τουρκία: Για να προσφύγουμε στη Χάγη πρέπει να υπογράψουμε συνυποσχετικό με την Άγκυρα: δηλαδή να συμφωνήσουμε μαζί της ποιά διμερή θέματα θα θέσουμε στην κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου και σε ποιά νομική βάση θα ζητήσουμε να κριθούν τα ζητήματα αυτά. Αυτό, όμως, εξαρτά την προσφυγή στη Χάγη από την υπογραφή της Άγκυρας. Η οποία μπορεί να θέσει όποιο ζήτημα θέλει, αλλιώς δεν θα υπογράψει συνυποσχετικό. Η Άγκυρα μπορεί επίσης να επικαλεστεί όποια νομική βάση επιθυμεί (για παράδειγμα την αρχή της «ευθιδικίας», η εφαρμογή της οποίας οδηγεί στον πλήρη διαμοιρασμό της Αιγαίου) ή να ζητήσει να εφαρμοστούν εξαιρέσεις για οποιαδήποτε αρχή Δικαίου δεν την συμφέρει (όπως το Δίκαιο της Θάλασσας).

Συμπέρασμα: Η προσφυγή στη Χάγη προϋποθέτει διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα εφ’ όλης της ύλης. Όχι μόνο διαπραγματεύσεις, αλλά και συμφωνία μαζί της επί της ουσίας. Δεν πάμε στη Χάγη για να αποφύγουμε να διαπραγματευθούμε με την Τουρκία τις μονομερείς αιτιάσεις της. Πάμε στη Χάγη, μόνον εφ’ όσον διαπραγματευθούμε εκ των προτέρων με την Άγκυρα όλες τις μονομερείς αιτιάσεις της. Αλλά, αν είναι να διαπραγματευθούμε και να συμφωνήσουμε επί της ουσίας με την Τουρκία, δεν χρειαζόμαστε την κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου. Κι αν χρειαζόμαστε την κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου, είναι γιατί δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να διαπραγματευθούμε με την Τουρκια απ’ ευθείας όλα όσα κατά καιρούς εγείρει σε βάρος μας. Δεν είναι η Χάγη «εναλλακτική λύση» της απευθείας διαπραγμάτευσης. Είναι η ευθεία διαπραγμάτευση προϋπόθεση προσφυγής στη Χάγη.

• Δεύτερον, εν όψει της υπογραφής συνυποσχετικού, είναι προφανές ότι θα υπάρξουν διαφωνίες και θα προκύψουν αδιέξοδα. Σε τέτοιες συνθήκες είναι πιθανό η Τουρκία να κλιμακώσει τις στρατιωτικές προκλήσεις της, ώστε να μας εξαναγκάσει να αποδεχθούμε όρους συνυποσχετικού, που δεν θα θέλαμε, γιατί δεν μας ευνοούν. Είναι πιθανό, δηλαδή, να κλιμακώσει τις πιέσεις της, ώστε να αναγκαστούμε να δεχθούμε να συμπεριληφθούν οι «γκρίζες ζώνες» στα επίδικα αντικείμενα της Χάγης, κι έτσι να βρεθούμε να διαπραγματευόμαστε και πράγματα που απορρίπταμε εξ αρχής.

Κατά τη διάρκεια κρίσιμων διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα, οι στρατιωτικές πιέσεις της Τουρκίας είναι πιθανό να κλιμακώνονται επικίνδυνα. Αφού έχουμε δείξει να μας φοβίζει ένα θερμό επεισόδιο μαζί της, είναι προφανές ότι θα μας εκβιάζει συνεχώς με την απειλή ενός θερμού επεισοδίου, για να εξασφαλίσει την υποχώρησή μας στη διάρκεια διαπραγματεύσεων. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε τέτοιους εκβιασμούς από την Τουρκία, είναι να της καταργήσουμε το «κίνητρο» των εκβιασμών: Είτε να μην εμπλακούμε σε διαπραγματεύσεις μαζί της, είτε να την πείσουμε ότι δεν φοβόμαστε θερμό επεισόδιο...

Ολα αυτά θα ήταν εξαιρετικά πιθανά να συμβούν ακόμα κι αν η Τουρκία περνούσε σήμερα «ομαλή» εσωτερική περίοδο. Δεδομένου, ότι η Τουρκία διέρχεται σήμερα περίοδο μεγάλων εσωτερικών αναστατώσεων, και κυοφορείται ήδη «μεταπολίτευση» στο εσωτερικό της, η πιθανότητα να κλιμακωθούν οι πιέσεις σε βάρος μας είναι μεγάλη, ακόμα κι αν δεν υπάρχει διαπραγμάτευση συνυποσχετικού...

Έτσι κι αλλιώς στη σημερινή φάση ο κίνδυνος θερμών επεισοδίων είναι μεγάλος. Αν επιβαρύνουμε την κατάσταση και με μια απευθείας διαπραγμάτευση για συνυποσχετικό, η μεγάλη πιθανότητα θερμού επεισοδίου μετατρέπεται σε πλήρη βεβαιότητα σειράς θερμών επεισοδίων πάνω από το Αιγαίο. Ο κίνδυνος που θέλουμε να αποφύγουμε με την προσφυγή στη Χάγη, μεγιστοποιείται με τις διαπραγματεύσεις συνυποσχετικού που προϋποθέτει η προσφυγή στη Χάγη. Κατά πάσα πιθανότητα, κινδυνεύουμε να προκαλέσουμε μόνοι μας εκείνο ακριβώς που φοβόμαστε περισσότερο... Η Χάγη δεν είναι μέσο αποτροπής θερμού επεισοδίου. Εϊναι αντίθετα παράγοντας που μεγιστοποιεί την πιθανότητα κλιμάκωσης των πιέσεων της Άγκυρας, άρα και καθιστά βέβαιο το θερμό επεισόδιο. Πάμε στη Χάγη σήμερα, σημαίνει ότι αναλαμβάνουμε το ρίσκο των θερμών επεισοδίων που η Άγκυρα μετά βεβαιότητος θα προκαλέσει. Και μην πεί κανείς ότι δεν τους προειδοποιήσαμε σχετικώς...

Πώς απέτυχε η στρατηγική διεθνούς διαιτησίας

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το ζήτημα, αξίζει να επιχειρήσουμε μια σύντομη αναδρομή των προσπαθειών της Ελλάδας να λύσει τις Ελληνοτουρκικές διαφορές της στο Διεθνώς Δικαστήριο της Χάγης:

• Τον Αύγουστο του 1976, η Ελληνική Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή προσέφυγε μονομερώς στη Χάγη, υποστηρίζοντας ότι το Διεθνές Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να αποφανθεί για την ελληνοτουρκική διαφορά που αφορούσε την υφαλοκρηπίδα και μόνο. Δύο χρόνια αργότερα το Διεθνές Δικαστήριο απέρριψε την Ελληνική προσφυγή και αποφάνθηκε ότι επίλυση του ζητήματος απαιτεί συνυποσχετικό Ελλάδας – Τουρκίας.

• Μετά την αποφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 1978, προσφυγή στη Χάγη για τα ελληνοτουρκικά σημαίνει, διμερείς διαπραγματεύσεις για την υπογραφή συνυποσχετικού.

• Μετά το Νοέμβριο του 1994, το Δίκαιο της Θάλασσας έγινε Εθιμικό, κι αποτελει πιο σταθερή βάση για ενδεχόμενη κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου σε θέματα υφαλοκρηπίδας, υπέρ της Ελλάδας. Τότε, θεωρητικά τουλάχιστον, η Ελλάδα θα μπορούσε μονομερώς να εφαρμόσει το Εθιμικό πλέον Διεθνές Δίκαιο και να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο. Κι έχοντας επιβάλει αυτο το «τετελεσμένο» νομίμως, θα μπορούσε μετά να προσφύγει μονομερώς στη Χάγη για την υφαλοκρηπίδα. Ή να εκβιάσει την υπογραφή συνυποσχετικού από την Άγκυρα, με ευνοϊκούς για την Ελλάδα όρους...

• Αλλά μετά την διακήρυξη του casus belli από την πλευρά της Τουρκίας (Ιούνιος 1995), είναι δύσκολο να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στο Αιγαίο, χωρίς να θεωρηθεί οτι διακινδυνεύουμε Πόλεμο με την Τουρκία.

• Μετά το κοινό ανακοινωθέν της Μαδρίτης, (Ιούλιος 1997), με το οποίο η Ελλάδα αναλαμβάνει να σεβαστεί μη κατονομαζόμενα ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο, αποδυναμώθηκαν οι προβλέψεις του Δικαίου της Θάλασσας υπέρ της Ελλάδας. Να σημειωθεί ότι η Τουρκία αρνείται να αποδεχθεί το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, επικαλούμενη τα ζωτικά της συμφέροντα. Τα «ζωτικά συμφέροντα» δεν έχουν αντικειμενικό προσδιορισμό και δεν υποχρεούται μια χώρα να σέβεται ό,τιδήποτε μια άλλη επικαλείται ως «ζωτικά της συμφέροντα». Από τη στιγμή, όμως, που η Ελλάδα δεσμεύθηκε να σεβαστεί μη κατονομαζόμενα ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο νοθεύθηκαν οι ευνοϊκές για την ίδια προβλέψεις του Εθιμικού Δικαίου.

• Μετά την απόφαση του Ελσίνκι (Δεκέμβριος του 1999), η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να λύσει «συνοριακές και άλλες συναφείς» διαφορές της με την Τουρκία, συνεπώς είναι δύσκολο να αρνηθεί τη διαπραγμάτευση των «γκρίζων ζωνών». Αν κάποτε φθάσουμε να διαπραγματευθούμε συνυποσχετικό με την Τουρκία, για προσφυγή στη Χάγη, έχουμε ήδη αναλάβει την υποχρέωση να περιλάβουμε και τις γκρίζες ζώνες ως «επίδικο αντικείμενο»... Η όλη προσπάθεια να «δεσμεύσουμε» την Τουρκία σε μια προοπτική ρύθμισης από το Διεθνές Δικαστήριο, μέσα σε νομικό πλαίσιο που ευνοεί την Ελλάδα απέτυχε. Κι απέτυχε από χειρισμούς που είτε νόθευσαν το νομικό πλαίσιο (απόφαση Μαδρίτης), είτε αναγνώρισαν εκ μέρους της Ελλάδας «συνοριακές διαφορές» - άρα και «γκρίζες ζώνες» - που αποτέλεσαν μονομερείς αιτιάσεις της Άγκυρας σε βάρος μας (Ελσίνκι).

Από τις τέσσερις μείζονες εξελιξεις της τελευταίας τριακονταετίας, η πρώτη (απόρριψη της Ελληνικής προσφυγής στη Χάγη) έγινε το 1978 επί κυβερνήσεως της Νέας Δημοκρατίας και επι Πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, αλλά όχι με ευθύνη της.

Η δεύτερη, η διακήρυξη casus belli έγινε τον Ιούνιο του 1995, επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ και επί Πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά επίσης όχι με ευθύνη της.

Η τρίτη, η Συμφωνία της Μαδρίτης, έγινε τον Ιούλιο του 1997, επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ και επί Πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη, με ευθύνη του. Και η τέταρτη, η Συμφωνία του Ελσίνκι, έγινε το 1999, επίσης επί Κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ και Πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη, επίσης με ευθύνη του. Η προσφυγή στη Χάγη σημαίνει σήμερα ότι θα αποδεχθούμε απευθείας διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα (για συνυποσχετικό) εφ’ όλης της ύλης, αυτό δηλαδή που θέλαμε να αποφύγουμε όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Σημαίνει ακόμα ότι στην τελική λύση η Τουρκία είναι σε θέση να κερδίσει τουλάχιστον το ένα τρίτο του Αιγαίου και μάλιστα σε σημεία που αποκόπτουν τα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Σημαίνει, επίσης, ότι στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης η Τουρκία θα κλιμακώσει τις προκλήσεις της και θα διακινδυνεύσει θερμά επεισόδια.

Σημαίνει τέλος, ότι μετά το τέλος της υπόθεσης αυτής, ανεξαρτήτως τι θα συμφωνήσουμε εμείς στο συνυποσχετικό και τι θα αποφασίσει το Διεθνές Δικαστήριο, η Τουρκία είναι πιθανό να θέσει, στη συνέχεια, νέα ζητήματα σε βάρος μας: για παράδειγμα τον αφοπλισμό των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου ή την αλλαγή του καθεστώτος στη Δυτική Θράκη.

Θα έχει εξασφαλίσει ευνοϊκή λύση, για την ίδια, σε κάποια θέματα πρίν θέσει καινούργια. Η πιθανότητα αυτή γίνεται μεγαλύτερη, σε περίπτωση που η Τουρκία δεν έχει στο μεταξύ ενταχθεί ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή έχει λάβει «ειδική σχέση» με την Ένωση...

Η προσφυγή στη Χάγη δεν αποτρέπει τις διαπραγματεύσεις, τις προϋποθέτει. Ουσιαστικά είτε θα αμφισβητήσουμε τα τετελεσμένα που προσπαθεί να δημιουργήσει η Άγκυρα είτε θα τα αποδεχθούμε. Τρίτη «λύση», να τα αποκρούσουμε μέσα από διαιτησία δεν υπάρχει πλέον. Ουδέποτε υπήρξε, εδώ που τα λέμε. Αλλά ειδικά μετά τις αποφάσεις της Μαδρίτης και του Ελσίνκι έπαψε να υπάρχει οριστικά και με ευθύνη των δικών μας κυβερνήσεων. Που έτυχε να είναι του Κώστα Σημίτη. Ο οποίος τώρα ζητάει «και τα ρέστα»...