Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Επείγει να υπάρξει μια αντίδραση στο σοκ


Le Monde Diplomatique

Tου Frederic Lordon
Οικονομολόγου, συγγραφέα του «La Crise de trop. Reconstruction d’un monde failli», Fayard, Παρίσι, 2009.


Από την κρίση των subprimes έως τις επιθέσεις των κερδοσκόπων στην Ευρώπη και από τον τραπεζικό πανικό ως την ύφεση, οι απότομες εξελίξεις της παγκόσμιας οικονομίας σηματοδοτούν ιστορίες που είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Την ιστορία ενός αμερικανικού νοικοκυριού που έχει οδηγηθεί στην εκπτώχευση εξαιτίας των χαμηλών μισθών, καθώς και του χρηματομεσίτη που του προτείνει να χρεωθεί για να αγοράσει ένα σπίτι. Την ιστορία ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που καταρρέει κάτω από το βάρος των επισφαλών δανείων που έχει χορηγήσει, αλλά και του κράτους που αναλαμβάνει τη διάσωσή του δαπανώντας χρήματα των.....
φορολογούμενων. Τέλος, την ιστορία ενός ριψοκίνδυνου επενδυτή που ποντάρει στην χρεοκοπία μιας χώρας κι εκείνη της φοβισμένης κυβέρνησής της που παρουσιάζει στον πληθυσμό το λογαριασμό των σχεδίων λιτότητας. Όλες αυτές οι ιστορίες συγκλίνουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Από τη μια πλευρά υπάρχουν οι ντεσπεράντος του χρηματοοικονομικού τομέα που φορτώνουν τα χρέη τους στα κράτη και ξαναπαίρνουν το δρόμο που θα τους επιτρέψει να γεμίσουν και πάλι τα θησαυροφυλάκιά τους. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει το Ντουμπάι που διώχνει τους μετανάστες εργαζόμενους πίσω στην πατρίδα τους• η Ελλάδα που επιβάλλει λιτότητα στους δημόσιους υπαλλήλους της• οι τεράστιες περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες.


Κι όπως εξήγησε ένας οικονομολόγος της Deutsche Bank στους «Financial Times» της 10ης Φεβρουαρίου 2010, «εάν οι “περιφερειακές” ευρωπαϊκές χώρες επέλεγαν μια κεϊνσιανή προσέγγιση, οι αγορές θα τις κατακρεουργούσαν». Σπάνια η αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία έχει πάρει μια τόσο ξεκάθαρη μορφή.
Υπήρχαν ορισμένοι λόγοι για να μην πείθεται κανείς εντελώς από την θεωρία της Ναόμι Κλάιν περί «στρατηγικής του σοκ» (1). Βέβαια, χωρίς αμφιβολία, η θεωρία ισχύει απόλυτα σε πλήθος περιπτώσεων, κυρίως όσον αφορά τις χώρες του Νότου και τις οικονομίες που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο. Ωστόσο, δεν διαθέτει τον χαρακτήρα γενικότητας τον οποίο υποστηρίζει με έμμεσο τρόπο πως έχει, ενώ είναι αρκετά προφανές πως η εγκατάσταση του νεοφιλελευθερισμού στις λεγόμενες «ανεπτυγμένες» οικονομίες δεν ανταποκρίνεται στο περιγραφόμενο μοντέλο του «σοκ». Αντίθετα, πρόκειται μάλλον για τη σταδιακή και «εν ψυχρώ» εφαρμογή ενός προγράμματος που συστηματοποιήθηκε και απέκτησε βάθος στον βαθμό ακριβώς που προχωρούσε η υλοποίησή του. Θα πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσουμε ότι, για πρώτη φορά, η ανάλυσή της θα μπορούσε να επαληθευτεί με θεαματικό τρόπο ακόμα και στην καρδιά του «ανεπτυγμένου» καπιταλισμού.

Αναπόφευκτη εξέλιξη
Με τον αδυσώπητο ντετερμινισμό των κινήσεων του μηχανισμού ενός ρολογιού, η ιδιωτική χρηματοοικονομική κρίση εξελίχθηκε σε κρίση των δημόσιων οικονομικών. Η εξέλιξη αυτή ήταν αναπόφευκτη για δύο τουλάχιστον λόγους. Καταρχάς, ήταν εντελώς αδύνατον να αδιαφορήσουν οι δημόσιες αρχές για τον επικείμενο κίνδυνο της ολοκληρωτικής κατάρρευσης του τραπεζικού τομέα. Το θεμιτό ξεχείλισμα της οργής που προκαλεί η εικόνα του χρηματοοικονομικού τομέα που έχει ξαναβρεί τη χαμένη του λαμπρότητα και πλούτο χάρη στις δαπάνες που επωμίστηκε ο φορολογούμενος δεν αναιρεί το γεγονός ότι η διάσωση του κλάδου αποτελούσε μονόδρομο. Αναμφισβήτητα η σωτηρία των τραπεζών αποτέλεσε ένα συνδυασμό ταξικής αλληλεγγύης, «ξελασπώματος των κολλητών (2)» και ζωτικής σημασίας ενεργειών με εξαιρετικά επείγοντα χαρακτήρα, και είναι εντελώς ανώφελο να αρνούμαστε τα επιμέρους χαρακτηριστικά του παραπάνω μείγματος και κυρίως το τελευταίο.

Οι κυβερνήσεις, αν και δεν θα πρέπει να είναι να είναι και τόσο ικανοποιημένες με το έργο τους –όχι τόσο επειδή αναγκάστηκαν να σώσουν τον χρηματοοικονομικό τομέα, αλλά επειδή αποδείχθηκαν ανίκανες να του επιβάλλουν το παραμικρό σοβαρό αντάλλαγμα σε αντιστάθμισμα της σωτηρίας του, κι αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα που θα πρέπει να συζητηθεί- θριαμβολογούν και προσπαθούν να εξηγήσουν στην κοινή γνώμη τους ότι, σε τελική ανάλυση, όταν ο χρηματοπιστωτικός τομέας θα έχει ανακάμψει και θα έχει εξοφλήσει τα χρέη του, θα αποδειχθεί ότι, όχι μόνο τα σχέδια διάσωσης δεν είχαν κανένα κόστος, αλλά και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις «έφεραν χρήματα στους φορολογούμενους».

Αντικειμενικά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι δεν πρόκειται εντελώς για καυχησιολογία ή για τη συνηθισμένη πλαστογράφηση της πραγματικότητας. Τα ποσά με τα οποία πραγματικά επιβαρύνθηκε η γαλλική κυβέρνηση, για παράδειγμα, αποδείχθηκαν τελικά πολύ μικρά, δεδομένου ότι η γενικευμένη ανάκαμψη του χρηματοοικονομικού τομέα απέτρεψε το ενδεχόμενο να καταπέσουν οι κρατικές εγγυήσεις, ενώ η επείγουσα αναχρηματοδότηση των υποχρεώσεών τους που χορηγήθηκε στις τράπεζες αποπληρώθηκε κανονικά, με αποτέλεσμα να υπάρξει κέρδος για τον κρατικό προϋπολογισμό (3). Φαινομενικά, η εντυπωσιακή αυτή μείωση του κόστους που απαιτήθηκε για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι ακόμα πιο θεαματική στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για παρόμοιους λόγους, το κόστος του Trouble Asset Relief Program (TARP : πρόγραμμα βοήθειας στο προβληματικό ενεργητικό, τι εκπληκτικός ευφημισμός…), το οποίο ξεκίνησε με ένα προϋπολογισμό 700 δισ. δολαρίων, θα περιοριστεί σε λιγότερο από 100 δισ. δολάρια, τα οποία εξάλλου η κυβέρνηση Ομπάμα σκοπεύει να εξασφαλίσει επιβάλλοντας έναν ειδικό φόρο στις τράπεζες επί μια δεκαετία.

Παρακυβερνητικές οργανώσεων
Ωστόσο, η κολακευτική παρουσίαση της αίσιας έκβασης που είχε όλη αυτή η ιστορία αποφεύγει να συμπεριλάβει και ορισμένες άχαρες λεπτομέρειες, κυρίως τον αποφασιστικό ρόλο που έπαιξαν παρακυβερνητικές οντότητες όπως η Fannie Mae, η Freddie Mac και η Federal Housing Agency (FHA), από τις οποίες ζητήθηκε να καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση της κτηματαγοράς και του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας. Απέφυγαν, όμως, να εντάξουν το ιδιαίτερο κόστος της επιχείρησης διάσωσης στον απολογισμό στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, για δύο λόγους. Αφενός, το κόστος ανέρχεται στα 400 δισ. δολάρια και, αφετέρου, είναι ελάχιστα βέβαιο ότι το ποσό αυτό θα ανακτηθεί. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας διασώθηκε και η ύφεση της οικονομίας περιορίστηκε• ωστόσο, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε ήταν η συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους των εντάσεων σε έναν περιορισμένο χώρο, χωρίς όμως και να υπάρχει καμία εγγύηση ότι από αυτόν ακριβώς τον χώρο δεν θα πυροδοτηθεί σύντομα μια νέα ισχυρή έκρηξη (4).

Επιπλέον, παραγνωρίζεται και το εξής στοιχείο: περιορίζοντας το κόστος που επωμίστηκαν οι κρατικές αρχές μονάχα στην παρέμβασή τους για τη διάσωση των χρηματοοικονομικών θεσμών, οι κολακευτικοί απολογισμοί ξεχνούν το βασικότερο, δηλαδή το τι κοστίζει στους δημόσιους προϋπολογισμούς το γεγονός ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια εξαιρετικά απότομη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και με τις αβυσσαλέες απώλειες φορολογικών εσόδων που αυτή συνεπάγεται. Συνεπώς, η εκτίναξη των ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους οφείλεται λιγότερο στα ίδια τα «σχέδια διάσωσης» και περισσότερο στις ευρύτερες επιπτώσεις της μακροοικονομίας. Και, σε αυτήν την περίπτωση, δεν υπάρχουν υπεκφυγές, ούτε και θαυματουργή ανάκαμψη.

Δεδομένου ότι η επιμήκυνση της αλυσίδας που οδηγεί από τα αίτια ως το τελικό αποτέλεσμα αποτελεί το πλέον σίγουρο μέσο για να χάνουμε από τα μάτια μας την συνολική εικόνα και τις επιμέρους αιτιώδεις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους διάφορους παράγοντες, ο χρηματοοικονομικός τομέας έχει την εντύπωση ότι μπορεί να φέρεται σαν να έχει ξεπληρώσει τη ζημιά που προκάλεσαν οι μικροπαρεκτροπές του και θεωρεί ότι μπορεί να αποδώσει όλα τα υπόλοιπα (ανεργία, ύφεση, ελλείμματα) στα μακρινά και πολύπλοκα φαινόμενα της μακροοικονομίας: πρόκειται για εξαιρετικά λυπηρά φαινόμενα, για τα οποία όμως –υποτίθεται ότι- αυτός δεν φέρει την παραμικρή ευθύνη. Κι όπως η ντροπή είναι μια λέξη που δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό του, να τον που παίρνει και πάλι επάνω του και δεν διστάζει πλέον –όπως και στο παρελθόν- να παριστάνει τον αυστηρό δάσκαλο στα κράτη, κατηγορώντας τα ως εντελώς ανεύθυνα και υπεύθυνα για την έλλειψη χρημάτων που αντιμετωπίζουν. Κι οι διαχειριστές των τμημάτων «fixed income» (5) οι οποίοι σώθηκαν την τελευταία στιγμή χάρη στα χρήματα των φορολογούμενων, επαναλαμβάνουν στραβομουτσουνιάζοντας ότι η εκτίναξη του δημόσιου χρέους αποτελεί πρόβλημα…


Κερδισμένες οι τράπεζες
Είναι προφανές ότι οι τράπεζες –οι οποίες βρίσκονται και πάλι σε ανθηρή κατάσταση λόγω του γεγονότος ότι, χάρη στη μαζική κρατική στήριξη των δημόσιων αρχών στην πραγματική οικονομία, γλυτώνουν για δεύτερη φορά την κατάρρευση, αυτή τη φορά εξαιτίας της έκρηξης των «κακών» χρεών τα οποία κάτω από άλλες περιστάσεις θα τις είχαν οδηγήσει στον αφανισμό- δεν έχουν πλέον τον παραμικρό ενδοιασμό να κερδοσκοπούν εναντίον των κρατών που τις έσωσαν τη στιγμή που βρίσκονταν στο χείλος του γκρεμού. Ανεβάζουν το κόστος του δημόσιου δανεισμού και, συνεπώς, επιδεινώνουν τα ελλείμματα… για τα οποία οι ίδιες είναι οι υπεύθυνοι.

Και τώρα φτάνουμε στο σημείο όπου αρχίζει να δημιουργείται το «σοκ». Οι μισθωτοί υποφέρουν από την ύφεση; Ε, λοιπόν, ως φορολογούμενοι θα πληρώσουν επιπλέον και την αποκατάσταση των δημοσιονομικών ισορροπιών! Θα πρόκειται για μια πραγματική διπλή ποινή. Με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα – κι αυτό θα πρέπει να της το αναγνωρίσουμε- η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία πραγματοποιεί αυτή τη στιγμή προς όφελός της την ριζική αναστροφή ενός γεγονότος το οποίο κανονικά θα έπρεπε να αποτελεί την ληξιαρχική πράξη του θανάτου της. Αντί να αρκεστεί στις μόνιμες επωδούς της για «λιτότητα», εξαγγέλλει ένα πρόγραμμα που ζητάει μια πρωτοφανή διάλυση του κράτους. Ουσιαστικά, η διάλυση θα πρέπει να είναι ανάλογη της εκρηκτικής αύξησης των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους που οφείλονται στα «επιτεύγματα» αυτής ακριβώς της ιδεολογίας. Καλύτερα χτυπήματα δεν θα είχε καταφέρει ούτε ένας αθλητής του τζούντο.

Ενώ τα «συνήθη» σοκ στα οποία αναφέρεται η Ναόμι Κλάιν έρχονταν συνήθως «απ’ έξω» (πραξικοπήματα, αντεπαναστάσεις, φυσικές καταστροφές), δημιουργώντας μια κατάσταση αταξίας εξ αιτίας της οποίας –και μόνο τότε- άρχιζε να εφαρμόζεται η νεοφιλελεύθερη ατζέντα, το σοκ με το οποίο βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι δημιουργήθηκε εξολοκλήρου στο «εσωτερικό» και το εκμεταλλεύονται οι δυνάμεις οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να είχαν οδηγηθεί στην πλήρη ανυποληψία εξαιτίας του.

Είχαν, ωστόσο, το θράσος να επωφεληθούν και να αποκομίσουν ακόμα περισσότερα πλεονεκτήματα. Βρισκόμαστε μπροστά στο εξής παράδοξο: η έκταση της πανωλεθρίας του νεοφιλελευθερισμού δημιουργεί –λόγω των συνεπειών της- την αιτιολογία και το πρόσχημα για να εφαρμοστούν και πάλι τα δόγματά του, και μάλιστα σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα! Γιατί είναι αυτονόητο ότι, για να επιστρέψουμε από τα σχεδόν διψήφια ή και διψήφια ελλείμματα (ως ποσοστό του ΑΕΠ) στο 3% που προβλέπεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας, θα πρέπει να γίνουν αιματηρές περικοπές με μια άνευ προηγουμένου αγριότητα. Συνεπώς, εγκαταλείπουμε το επίπεδο των σταδιακών «μεταρρυθμίσεων» μικρής κλίμακας που εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, για να περάσουμε σε ένα πρωτοφανές καθεστώς ταχύτατων ανατροπών. Πράγματι εάν, στις «αναδιαρθρώσεις» ξεπεραστούν ορισμένα όρια, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε πλέον για αλλαγή του ρυθμού εφαρμογής τους, αλλά για πραγματική αλλαγή της φύσης του υπάρχοντος μοντέλου .



Η επωδός του «δημοσίου χρέους»
Κι ενώ ο χρηματοοικονομικός τομέας αρκείται σε μια τεχνική ορολογία περί αδυναμίας εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και περί εντάσεων στα επιτόκια μακροχρόνιου δανεισμού, ένας διευρυμένος ιδεολογικός μηχανισμός έχει ήδη αρχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του: «ειδικοί» που ξαναστάθηκαν στα πόδια τους μετά το στραπάτσο που υπέστησαν, μέσα ενημέρωσης αφοσιωμένα στο σύστημα εδώ και πολύ καιρό … Είναι αδύνατον να περάσει έστω και μια ημέρα χωρίς να ακουστεί μια προφητική φωνή η οποία προειδοποιεί για την επερχόμενη καταστροφή και καλεί σε περεταίρω προσπάθειες. Το σφυροκόπημα για το «δημόσιο χρέος» έχει μετατραπεί σε μόνιμη μουσική υπόκρουση• πολύ δύσκολα θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε στο πρόσφατο παρελθόν παρόμοια περίπτωση «χειραγώγησης» της κοινής γνώμης με τόσο έντονο και συνεχή τρόπο. Εξάλλου, σε αυτό ακριβώς το γεγονός μπορεί κανείς να διακρίνει και μια ένδειξη για το εύρος των αλλαγών που επιχειρούνται.

Ο «Economist», ο οποίος παρουσιάζει πλέον εξαιρετικό δυναμισμό μετά από μια χρονιά ατονίας και κατάθλιψης, όταν ακόμα κι αυτός είχε πιστέψει ότι ο αγαπημένος του καπιταλισμός είχε φτάσει στα πρόθυρα της κατάρρευσης, δεν εννοεί να αφήσει σε κανέναν την πρωτοκαθεδρία της «reconquista» (6). Νάτος λοιπόν, εδώ κι ένα τρίμηνο, να πολλαπλασιάζει με μεθοδικότητα τα λεπτομερέστατα ειδικά αφιερώματα για τα «δημόσια οικονομικά» : του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών, και φυσικά, των πλέον γαργαλιστικών περιπτώσεων, της Ιρλανδίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας. Μάλιστα, τις τρεις τελευταίες περιπτώσεις ούτε που θα μπορούσε καν να τις φανταστεί στο παρελθόν, τόσο ιδανικές του φαίνονται για τους σκοπούς που επιδιώκει. Δεν χάνει την παραμικρή ευκαιρία να επαναλάβει την προσταγή που τον ενθουσιάζει: «μείωση». Για να πειστεί κανείς ότι οι σημαντικότερες μορφές του νεοφιλελευθερισμού έχουν ξεπεράσει πλέον την περίοδο όπου κρύβονταν από την ντροπή τους και έχουν περάσει ξανά στην επίθεση, αρκεί να προσέξει το επιτακτικό ύφος με το οποίο το έντυπο που «αποτελεί σημείο αναφοράς των αγορών» παρουσιάζει τις συμβουλές του: «Στον κόσμο των επιχειρήσεων, η μείωση του προσωπικού κατά 10% αποτελεί ένα εξαιρετικά συνηθισμένο φαινόμενο. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να μην υιοθετήσουν αυτό το μέτρο και οι κυβερνήσεις. […] Οι μισθοί του δημόσιου τομέα μπορούν να μειωθούν δεδομένης της εργασιακής ασφάλειας που αυτός εξασφαλίζει. […] Οι συντάξεις του δημόσιου τομέα είναι υπερβολικά γενναιόδωρες […] (7)». Κι όλα αυτά, σε ένα κεντρικό άρθρο της εφημερίδας με τίτλο «Στοπ», το οποίο καταλήγει σε μια προειδοποίηση που δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας: «Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών, ο Economist θα επανέλθει σε όλα αυτά τα ζητήματα». Όσο γι’ αυτό, μπορούμε να είμαστε σίγουροι.



Αντίσταση στις συνέπειες του «σοκ»
Βέβαια, μπορούμε να αρνηθούμε να υποκύψουμε μοιρολατρικά στην πορεία που μας προδιαγράφουν και να μην αφεθούμε να κατακρεουργηθούμε από τα μαζικά ιδεολογικά πυρά και, πόσω μάλλον, από τις υλικές συνέπειες του «σοκ». Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι χρήσιμο να συγκεντρώσουμε σε έναν πίνακα που θα διαθέτει συνοχή όλα τα –σκόρπια για την ώρα- προειδοποιητικά σημάδια, έτσι ώστε να έχουμε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα του προγράμματος που καταστρώνεται σήμερα. Οι μισθωτοί του ιρλανδικού δημόσιου τομέα στους οποίους «προτάθηκαν» μειώσεις του μισθού τους της τάξης του 10% γνωρίζουν καλά περί τίνος πρόκειται. Για τους ίδιους λόγους έχουν τάξει στους Έλληνες ομόλογούς τους την ίδια ακριβώς τιμωρία (και μάλιστα με την ένθερμη στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής). Όσο για τους Γάλλους, θα αποκτήσουν μια καλύτερη εικόνα της καταστροφής του κοινωνικού κράτους που τους περιμένει όταν πολύ σύντομα θα βρεθούν ταυτόχρονα αντιμέτωποι με τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, με το πρόγραμμα απόλυσης δημοσίων υπαλλήλων και με την (παράλογη) ιδέα της αναγωγής της δημοσιονομικής ισορροπίας σε συνταγματικό κανόνα. Ενδεχομένως, αυτή τη φορά, η συμπυκνωμένη βιαιότητα που είναι συνυφασμένη με το «σοκ» και η οποία σηματοδοτεί μια ρήξη με τη συνετή σταδιακή εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων», θα πυροδοτήσει την αντίδραση του κοινωνικού σώματος στις παραπάνω χώρες.

Γι’ αυτό το λόγο, απέναντι στο συγκεκριμένο ενδεχόμενο, όσο κι αν είναι δύσκολο να αρνηθούμε την πραγματικότητα του δημοσιονομικού προβλήματος, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να θεωρούμε τις άγριες περικοπές ως μόνη λύση, τη στιγμή που θα άξιζε να υπενθυμιστούν ορισμένες ενδιαφέρουσες δυνατότητες οι οποίες συστηματικά αποσιωπούνται από το δημόσιο διάλογο.

Εάν έπρεπε να αρκεστούμε στην εξέταση μονάχα μιας από αυτές, θα εστιάζαμε φυσικά την προσοχή μας στην αύξηση της φορολογίας, υπό τον όρο βέβαια ότι θα υπάρχει η σωστή στόχευση, έτσι ώστε οι φόροι να μην πνίξουν την ανάπτυξη, αλλά και να μην φορτώσουν το κόστος της κρίσης σε εκείνους που δεν έχουν καμία ευθύνη για το ξέσπασμά της. Ορισμένοι θα ισχυριστούν ότι αυτή η προϋπόθεση περιορίζει δραστικά τον αριθμό των φορολογούμενων στους οποίους θα επιβληθεί η φορολογία. Αυτό είναι αλήθεια όσον αφορά τον αριθμό τους, όμως –ευτυχώς- κάτι τέτοιο δεν ισχύει διόλου όσον αφορά την φορολογητέα ύλη. Στην πραγματικότητα, η φορολόγηση μπορεί να στραφεί σε μια αρκετά μεγάλη ποικιλία κατηγοριών υπόχρεων για καταβολή φόρου, με τους ανάλογους για κάθε μια από αυτές τρόπους φορολόγησης που υπόσχονται σημαντικά φορολογικά έσοδα.


Φορολογική αναδιάρθρωση
Οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα «χρηματοοικονομικά νομικά και φυσικά πρόσωπα» θα είναι οι υποψήφιοι φορολογούμενοι που θα κληθούν να επανορθώσουν τις ζημίες που προκάλεσαν, καθώς –όπως εύκολα κατανοεί κανείς- η μοναδική αποδεκτή γενική αρχή της προτεινόμενης φορολογικής αναδιάρθρωσης μπορεί να συνοψιστεί στο ότι ο χρηματοοικονομικός τομέας είναι ο μοναδικός υπεύθυνος ο οποίος και οφείλει να πληρώσει ολόκληρο το κόστος της παρούσας κρίσης.

Όσο κι αν αμφιβάλλουμε για τις δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει ο φόρος Τόμπιν ως εργαλείο για τη ριζική αλλαγή της κατάστασης που επικρατεί στην διεθνή χρηματοοικονομική κερδοσκοπία δεδομένου ότι δεν μπορεί να επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές στη δομή της, δεν θα πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι –ακριβώς επειδή πρόκειται για φόρο- εξακολουθεί να διατηρεί το σημαντικότερο φορολογικό του πλεονέκτημα: αποφέρει έσοδα (8)! Μπορεί μάλιστα να αποφέρει σημαντικά φορολογικά έσοδα δεδομένου ότι –όπως έχει ήδη επισημανθεί πολλές φορές- ο αστρονομικός όγκος των συναλλαγών αποτελεί έναν καταπληκτικό μοχλό που καθιστά εξαιρετικά προσοδοφόρα ακόμα και την πλέον χαμηλή, σχεδόν ασήμαντη, κλίμακα φόρου.

Όσο κι αν ο φόρος επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών θα καταβληθεί κατά κύριο λόγο από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία καταλαμβάνουν επίσης την αμέσως επόμενη θέση των υποψήφιων φορολογούμενων, αυτή τη φορά με περισσότερο άμεσο τρόπο. Από τη στιγμή που ακόμα και η κυβέρνηση του προέδρου Ομπάμα στρέφεται προς αυτήν την κατεύθυνση, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι ένας φόρος στις τράπεζες (και στα κερδοσκοπικά κεφάλαια) αποτελεί οικονομικό παραλογισμό στον οποίο θα κατέφευγαν μονάχα οι ανεύθυνοι επαναστάτες. Συνεπώς, ανοίγει ένα ευρύτατο πεδίο για την φορολογική φαντασία, έτσι ώστε να καθοριστούν οι λεπτομέρειες του τρόπου εφαρμογής της φορολογίας: φόρος στα κέρδη, στο σύνολο του ενεργητικού, στα πιο επικίνδυνα στοιχεία του ενεργητικού (έτσι ώστε να αποθαρρύνεται η αύξησή τους), στο σύνολο της μισθοδοσίας του υψηλότερα αμειβόμενου προσωπικού τους… Επίσης, τα έσοδα που θα προκύψουν από την φορολογία μπορούν να διατεθούν, είτε για την κάλυψη της παρούσας «τρύπας» στα δημόσια ταμεία, είτε και για τη δημιουργία ενός μελλοντικού εγγυητικού ταμείου. Κι ύστερα, –δεδομένου ότι οι μέτοχοι είναι ιδιοκτήτες και, συνεπώς, ευθύνονται κι αυτοί- δεν βλέπουμε γιατί θα έπρεπε να απαλλαγούν από την προσπάθεια να συμμαζευτεί η κατάσταση που προκάλεσαν οι τράπεζές τους: συνεπώς, κατά τη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, θα ήταν απόλυτα λογικό να απαγορευτεί στις τράπεζες να τους διανέμουν ακόμα και το παραμικρό μέρισμα.



Εκδικητική φορολογία
Στη συνέχεια, σειρά έχουν τα φυσικά πρόσωπα: διευθυντικά στελέχη των τραπεζών, μέλη των διοικητικών συμβουλίων τους (έχουμε συχνά την τάση να την ξεχνάμε αυτή την κατηγορία) και οι «trader», στους οποίους θα έπρεπε εξάλλου να προσθέσουμε και τους ομόλογούς τους που περιλαμβάνονται στο πρώτο εκατοστημόριο (9). Χωρίς αμφιβολία, θα ακουστούν φωνές διαμαρτυρίας, οι οποίες θα υποστηρίζουν ότι η επιβολή φορολογίας σε ένα τόσο μικρό αριθμό ατόμων είναι καταδικασμένη να αποφέρει ελάχιστα έσοδα και, συνεπώς, θα έχει τελικά καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και θα αποτελεί απλά μια εκδικητική πράξη. Θα ξεχνούν όμως ότι αυτή η –ολιγάριθμη είναι αλήθεια- ομάδα φορολογούμενων συγκέντρωσε στα χέρια της την τελευταία δεκαπενταετία ένα διαρκώς αυξανόμενο μερίδιο του συνολικού μισθολογικού κόστους που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις, καθώς και ότι τα εισοδήματά τους αποτελούν από μόνα τους μια φορολογική ύλη η οποία αντιστοιχεί σε αρκετές ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Επίσης, είναι χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι –όσο κι αν το ζήτημα των μπόνους και των υπέρογκων αμοιβών στον τραπεζικό τομέα παραμένει δευτερεύον μέσα στην ευρύτερη συγκυρία της οικονομικής κρίσης- δεν παύει να αποτελεί ζήτημα εξαιρετικής σημασίας από την άποψη της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ επιπλέον αποτελεί πρώτης τάξης πολιτικό ζήτημα και εξελίσσεται τώρα σε μια ευκαιρία για να αποκομίσουμε φορολογικά έσοδα. Δεδομένου δε ότι τα επιχειρήματα του χρηματοοικονομικού τομέα και των συνεργατών του είναι εξαιρετικά προβλέψιμος (θ’ αρχίσουν αναπόφευκτα να μας επισείουν τον κίνδυνο της «φυγής των εγκεφάλων»), καλό θα είναι να προειδοποιήσουμε ευθύς εξαρχής τον κλάδο ότι στο εξής εισέρχεται σε μια περίοδο φθίνουσας απόδοσης, ότι δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να τρομοκρατεί κανέναν, ενώ έχει αρχίσει να προκαλεί εκνευρισμό στην κοινωνία. Επιπλέον, τα επιχειρήματά του αποδεικνύονται σαθρά μόλις βρεθούν αντιμέτωπα με ορισμένες σοβαρές ενστάσεις (10).

Κι ύστερα, μια που αρχίσαμε τις προειδοποιήσεις, ας πούμε τα πράγματα με πιο ευθύ και σκληρό τρόπο. Η διαδικασία που οδήγησε στην μετάλλαξη της κρίσης του ιδιωτικού χρηματοοικονομικού τομέα σε κρίση των δημόσιων οικονομικών δεν θα σταματήσει τόσο εύκολα καταμεσής του δρόμου : το επόμενο στάδιό της θα είναι το πέρασμα από την κρίση των δημόσιων οικονομικών στην πολιτική κρίση. Μέσα στο «σύστημα», ορισμένοι έχουν αρχίσει να καταλαμβάνονται από μεγάλο τρόμο. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι πασίγνωστοι εχθροί του χρηματοοικονομικού τομέα όπως ο Ντομινίκ Στρος-Καν και ο Ζαν Κλοντ Τρισέ εξέφρασαν δημόσια την ανησυχία τους ότι το κοινωνικό σώμα θα αντιδράσει κατά πάσα πιθανότητα πολύ άσχημα εάν του ζητηθεί να πληρώσει και πάλι τα σπασμένα μιας νέας χρηματοοικονομικής κρίσης. Το πιο αστείο –αν είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση- δεν είναι μόνο ότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται διόλου το σύντομο ξέσπασμα μιας νέας κρίσης, αλλά και το ότι είναι πολύ πιθανόν ότι θα πυροδοτηθεί στον τομέα των δημόσιων χρεών, ως άμεση συνέπεια του τρόπου με τον οποίο έγινε η διαχείριση της προηγούμενης κρίσης.


Το αντισόκ
Μπορούμε να στοιχηματίσουμε ότι, για να καλμάρουν λιγάκι τον δυσαρεστημένο λαουτζίκο, τα θεσμικά συνδικάτα –τα οποία στο εξής συμμετέχουν στο πλευρό της δεξιάς και της «αριστερής» σοσιαλδημοκρατίας σε ένα ενιαίο μπλοκ εξουσίας, παρά τις επιμέρους διαφορές και διαιρέσεις τους- θα οργανώσουν μερικές αθώες πορείες (κατά προτίμηση μια ημέρα με ωραία λιακάδα), από την πλατεία της Ρεπουμπλίκ προς τη Νατιόν, μαζί ίσως μ’ ένα πικ νικ.(11) Ωστόσο, είναι πιθανόν ότι η επιλογή «βόλτα στους δρόμους της πόλης» δεν θα θεωρείται πλέον αρκετή και ότι ο εν λόγω λαουτζίκος θα καταλήξει να εξαγριωθεί, τόσο επειδή βαρέθηκε αυτές τις άσκοπες βόλτες, όσο κι επειδή βαρέθηκε να τον κοροϊδεύουν.

Χωρίς να προδικάζουμε τι θα μπορούσε να συμβεί σε αυτήν περίπτωση (κι ίσως οι Έλληνες μας δώσουν σύντομα μια πρόγευση αυτών των εξελίξεων), οφείλουμε να θυμόμαστε ότι μια ομάδα η οποία –από τη φύση της- δεν χαρακτηρίζεται από κακία κι επιθετικότητα μπορεί να οδηγηθεί σε πρωτοφανή επίπεδα εξαγρίωσης όταν υφίσταται διαρκή κακομεταχείριση και κυρίως όταν βρίσκεται σε μια κατάσταση στην οποία της επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι δεν υπάρχει καμία άλλη διέξοδος πέρα από την κακομεταχείριση που υφίσταται. Ωστόσο, εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν (12). Κι αν παρουσιαστούν με κάπως δυναμικό τρόπο, θα μπορούσαν ακόμα και να λάβουν την μορφή ενός «αντισόκ».


Υποσημειώσεις

(1) Στο Δόγμα του σοκ, Η ανάδυση του καπιταλισμού της καταστροφής», η Ναόμι Κλάιν υποστηρίζει ότι το σοκ που προκαλείται από τις καταστροφές επιτρέπει την επιβολή άκρατων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Βλ. http://www.naomiklein.org/shock-doctrine.

(2) Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η διάσωση της American International Group (AIG), η οποία ουσιαστικά μετατράπηκε σε διάσωση όλων όσων είχαν συναλλαγές με την AIG (και κυρίως της Goldman Sachs, αλλά όχι μόνο) θα άξιζε να τύχουν μιας λεπτομερέστατης συζήτησης.

(3) Δεδομένου ότι η Εταιρία Χρηματοδότησης της Γαλλικής Οικονομίας (SFEP) δάνεισε στις τράπεζες με επιτόκιο μεγαλύτερο κατά τετρακόσιες μονάδες βάσης από εκείνο με το οποίο εξασφάλισε τη δική της χρηματοδότηση.

(4) Όπως επιβεβαιώνεται και από την κατάργηση του ανώτατου ορίου για την παροχή κρατικών ενισχύσεων (δύο φορές 200 δισ. δολάρια για τις Fannie-Freddie), αλλά και από την παράταση μέχρι το 2012 της κρατικής εγγύησης για τις ζημίες τους.

(5) Τμήματα που δραστηριοποιούνται στα χρηματοοικονομικά προϊόντα που στηρίζονται στα επιτόκια. Μεγάλο μέρος των τελευταίων αποτελείται από συναλλαγές σε τίτλους δημοσίου χρέους.

(6) (ΣτΜ) Μεγάλης εμβέλειας εκστρατεία για την ανακατάληψη πολύτιμου εδάφους. Με αυτόν τον όρο οι ιστορικοί αναφέρονται στην ανακατάληψη της Ιβηρικής χερσονήσου από τους Ισπανούς και στην εκδίωξη των Αράβων από το έδαφος της Ευρώπης που ολοκληρώθηκαν με την κατάληψη της Γρενάδας το 1492.


(7) «The Economist», Λονδίνο, 23 Ιανουαρίου 2010.

(8) André Orléan, «Beaucoup mieux qu’une taxe Tobin», Challenges, Παρίσι, 29 Οκτωβρίου 2009.


(9) Δηλαδή το 1% του πληθυσμού με τα υψηλότερα εισοδήματα.

(10) Βλέπε, για παράδειγμα, «Bonus et primes: le (résistible) chantage des “compétents”» και «Bonus: les faux-semblants de la régulation Potemkine», La pompe à phynances, blog.mondediplo.net, 26 Μαρτίου και 21 Αυγούστου 2009.


(11) (ΣτΕ) Κλασσική διαδρομή μιας πορείας στο Παρίσι. Από την πλας Ρεπουμπλίκ καταλήγει στην πλας Νατιόν, περνώντας από την Βαστίλη.

(12) Βλέπε «Si le G20 voulait…» και «Au-delà de la Grèce: déficit, dettes et monnaie», La pompe à phynances, blog.mondediplo.net, 18 Σεπτεμβρίου 2009 και 17 Φεβρουαρίου 2010.
ΠΗΓΗ Geopolitics-Gr