Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Καλά το Άλφα, αλλά προς τα που κατευθύνεται το Ωμέγα της Ελληνικής οικονομικής κρίσης;





Συγγραφέας: Dev Kar

O Dr. Dev Kar πρώην Senior Economist στο ΔΝΤ, είναι Διευθυντής οικονομικής ανάλυσης στο Global Financial Integrity, κέντρο έρευνας και υπεράσπισης στην Ουάσιγκτον.

Ο κ. Dev Kar, εξετάζει τον ρόλο των Παράνομων Χρηματικών Εκροών – στο εξής ΠΧΕ - (Illicit Financial Flows “IFF”) στην κρίση του ελληνικού χρέους. Οι ΠΧΕ εκτιμούνται πως κόστισαν στην Ελλάδα πάνω από 160$ δις την τελευταία δεκαετία.

Η Ελλάδα εμφανίζεται τελευταία συχνά στις ειδήσεις και όπως όλοι γνωρίζουμε τα νέα δεν είναι ευχάριστα. Καθ` οιονδήποτε τρόπο τα μέτρα λιτότητας που επεβλήθησαν στο λαό ως συνθήκη για να βγει με δανεισμό η Ελλάδα από την κρίση, είναι σκληρότατα. Όπως παρατήρησε πρόσφατα ο κ. Walter Mead σε ένα “blog”, οι επενδυτές φοβούνται πως οι Έλληνες δεν θα τα αντέξουν και σωστά παρατηρεί πως οι απλοί Έλληνες πολίτες αισθάνονται ότι για την οικονομική κρίση θα έπρεπε να πληρώσουν οι πλούσιοι και όχι οι ίδιοι. Έχουν δίκιο.

Σύμφωνα με ένα άρθρο της.......Washington Post (Είναι η λιτότητα Ελληνικός μύθος; Από τον κ. David Ignantius, 3 Μαΐου, 2010), ο πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου παραδέχεται ότι η διαφθορά υφαρπάζει από την Ελληνική οικονομία περίπου 20 – 30 δις και η οικονομική κατάχρηση (με την οποία πιθανότατα εννοείται η δωροδοκία και οι ανταποδόσεις) υπολογίζεται περίπου σε 8 – 12% του ΑΕΠ.

Αν όπως υποψιάζομαι ο Πρωθυπουργός μιλάει για την διαφθορά και την οικονομική κατάχρηση ως διακριτούς παράγοντες, τότε το μέγεθος της Ελληνικής παραοικονομίας φτάνει περίπου στο 18 – 21% του ΑΕΠ. Αυτό το νούμερο είναι μικρότερο από το 25 – 30% που υπολογίζουν οι περισσότεροι οικονομολόγοι.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Ελλάδα είναι πιασμένη μεταξύ “γκρεμού και ρέματος”. Για να κατανοήσουμε πως έφτασε εκεί η χώρα, θα προσπαθήσω να ιχνηλατήσω τον χάρτη της διαδρομής αναφερόμενος σε οικονομικά στοιχεία, τα οποία αφορούν στην δεκαετία που έληξε το 2009. Το πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η Ελλάδα διαχειρίστηκε έναν μεγενθυνόμενο λογαριασμό χρέους, ο οποίος αυξήθηκε από το διαχειρίσιμο έλλειμμα 6,6% του ΑΕΠ του 2000 φτάνοντας στο 15,5% του ΑΕΠ με το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης να σημειώνεται το δεύτερο μισό της δεκαετίας. Ένα μέρος του χρέους προέρχεται βασικά από την αύξηση των εισαγωγών έναντι των εξαγωγών. Αποτελεί σύμπτωμα υπερβολικής κατανάλωσης έναντι του εισοδήματος.

Η Ελλάδα χρηματοδότησε αυτήν την έξαρση της κατανάλωσης όχι μειώνοντας τα (δημόσια και ιδιωτικά) οικονομικά αποθέματα ή τα συναλλαγματικά αποθέματα της κεντρικής τράπεζας αλλά διογκώνοντας το χρέος, το οποίο φούσκωσε από το διαχειρίσιμο εξωτερικό χρέος 73% του ΑΕΠ του 2000 στο 160% του ΑΕΠ κατά το τέλος της δεκαετίας.

Εδώ φυσικά εγείρεται το ερώτημα: Πώς συνέβη οι Έλληνες πολιτικοί και οι ξένοι επενδυτές να μην προβλέψουν την επερχόμενη κρίση; Ο λόγος είναι πως η αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για την πρόβλεψη μιας επικείμενης κρίσης, καθώς η οικονομική σταθερότητα αποτελεί μια πολύ πιο περίπλοκη διαδικασία από ότι μπορεί να υπολογίσει μια και μοναδική μέτρηση. Το έμαθα αυτό κατά τα πρώτα χρόνια εργασίας μου στο ΔΝΤ. Η πρόβλεψη της αδυναμίας εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη υπόθεση. Ενώ τα εξωτερικό τους χρέος κατόπιν εορτής, παραμένουν ανεπαρκή εργαλεία σχετικά με την πρόγνωση του φαινομένου. Μέρος του προβλήματος της πρόβλεψης αυτού του είδους αποτελεί το ότι χρειάζεται να γνωρίζουμε το τι ακριβώς έπραξε η κυβέρνηση με τα χρήματα που δανείστηκε. Αν χρησιμοποιήθηκαν σε τομείς που προωθούν την ανάπτυξη όπως επενδύσεις στην υγεία, στην εκπαίδευση, στις υποδομές, ή άλλες επενδύσεις οι οποίες έχουν έναν ρυθμό απόδοσης μεγαλύτερο από το κόστος του δανεισμού, τότε μια χρεωμένη χώρα μπορεί κάλλιστα να παραμείνει αξιόχρεη.

Προφανώς, αυτό δεν συνέβη με την Ελλάδα. Η κυβέρνηση απλώς δανείστηκε λεφτά για να συντηρήσει έναν διογκωμένο δημόσιο τομέα και επιπλέον απέτυχε στο να μαζέψει φόρους ώστε να αποπληρώσει τα δάνειά της. Με την πάροδο ετών αδιαφορίας και διαφθοράς, η δυναμική του χρέους αυξήθηκε αδήριτα. Αυτό βρίσκεται μέσα στην φύση της οικονομίας. Καθώς τα επίπεδα του χρέους διογκώθηκαν το ίδιο συνέβη και με τους τόκους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι οι τόκοι θα ροκανίσουν ένα μεγάλο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού, ο οποίος από μόνος του θα επιβάλλει μια μεγάλη περικοπή στα κοινωνικά προγράμματα, στους μισθούς και στις συντάξεις.

Η ζωή του μέσου Έλληνα πρόκειται σύντομα να γίνει πολύ σκληρή κυρίως λόγο της ανεξέλεγκτης διαφθοράς των πλουσίων σε συμπαιγνία με την κυβέρνηση. Δεν είναι άξιον απορίας ότι είναι “τρελοί” από τον θυμό.

Έχοντας πει αυτά, θα προσθέσουμε ότι υπάρχει μια επιπλέον ύπουλη διάσταση στην οικονομική κρίση της Ελλάδας, την οποία λίγοι οικονομολόγοι έχουν αγγίξει. Καθώς το χρέος της χώρας γινόταν ακόμα πιο αβάσταχτο, η παραοικονομία εξήγαγε μαζικά παράνομα κεφάλαια από την Ελλάδα. Βασισμένη σε καλά δοκιμασμένα οικονομικά μοντέλα, η Global Financial Integrity (GFI) εκτιμά πως κατά την διάρκεια της περασμένης δεκαετίας, η οποία έληξε το 2009, η Ελλάδα απώλεσε περίπου 160$ δις από μη εγγεγραμμένες συναλλαγές μέσα από το ισοζύγιο πληρωμών της. Είναι ενδιαφέρον ότι σύμφωνα με μελέτη που εκπόνησε το GFI, υπήρξαν και παράνομες εισροές προς την Ελλάδα, οι οποίες υπολογίζονται περίπου στα 96$ δις και αφορούν σε ψεύτικες τιμολογήσεις1 εμπορικών συναλλαγών, πιθανότατα για την αποφυγή πληρωμής φόρου εισαγωγής και εξαιτίας του λαθρεμπορίου. Οι οικονομολόγοι παραδοσιακά τείνουν να αφαιρούν τις εκροές από τις εισροές αυτού του είδους, υποθέτοντας ότι το αποτέλεσμα καταδεικνύει την “καθαρή” οικονομική κατάσταση σχετικά με αυτές τις συναλλαγές. Σε αντίθεση, το GFI θεωρεί πως αυτή η αφαίρεση παράνομων εισροών – εκροών δεν έχει πολύ νόημα.

Όχι μόνον οι (μη καταγεγραμμένες) παράνομες εισροές βρίσκονται εκτός του κρατικού φορολογικού πλέγματος, αλλά δεν δύναται να χρησιμοποιηθούν για την διατήρηση μιας ποιοτικά υψηλής οικονομικής ανάπτυξης. Η μελέτη της περίπτωσης της Ελλάδας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του λάθους της αφαίρεσης τέτοιων εισροών – εκροών, αν ποτέ υπήρξε τέτοιος υπολογισμός στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμα κι αν η Ελλάδα “απολάμβανε” τέτοιου είδους εισροές κάθε χρονιά από το 2000 ως το 2009 μέσο της ψευδούς τιμολόγησης, η χώρα σπρώχτηκε στο χείλος της χρεοκοπίας! Για αυτό οι οικονομικοί αναλυτές θα πρέπει να δίνουν σημασία σε κάποια τέτοια κακοήθη χαρακτηριστικά της διαφυγής του κεφαλαίου και να μην αρκούνται στην εφαρμογή των καθιερωμένων μοντέλων από συνήθεια, χωρίς να κάνουν ενδελεχή ανάλυση για το αν οι υποβόσκουσες υποθέσεις είναι ρεαλιστικές.

Αλλά όπως και να το εξετάσουμε οι περισσότεροι οικονομολόγοι θα συμφωνούσαν επί του προκειμένου, στο ότι το διαφυγόν κεφάλαιο κατέστησε τα πράγματα ακόμα χειρότερα για την Ελλάδα. Σύμφωνα με την δικιά μας εμπειρία, όταν ένα κεφάλαιο διαφεύγει από μια χώρα, ο επαναπατρισμός του αποτελεί Ηράκλειο άθλο για την κυβέρνηση. Η ανάγκη επί της παρούσης επιβάλλει στους Έλληνες πολιτικούς, όχι μόνον να σιγουρέψουν ότι η οικονομία βαδίζει σε ένα σταθερό μονοπάτι προς την αποπληρωμή του χρέους και την ανάπτυξη, αλλά και στην βελτίωση της διακυβέρνησης προς την κατεύθυνση εφαρμογής οικονομικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα επιτρέψουν στους Έλληνες να απολαύσουν νόμιμες και ντόπιες αντί παράνομες και ξένες επενδύσεις.

Οι εκτιμήσεις των παράνομων συναλλαγών βασίστηκαν σε επίσημα στοιχεία που δημοσιεύει η Τράπεζα της Ελλάδος στην ιστοσελίδα της και τα στοιχεία που δόθηκαν στο ΔΝΤ. Ο πλαστός χαρακτήρας των Ελληνικών στοιχείων για το ισοζύγιο πληρωμών, το εξωτερικό χρέος και τους εθνικούς λογαριασμούς, καθιστά πιθανή την υποεκτίμηση των παράνομων συναλλαγών. Στην πραγματικότητα, μια εκτίμηση του ΔΝΤ σχετικά με τα Ελληνικό στατιστικό σύστημα για τα έτη 2002/3 απέδωσε εύσχημα για τον επαγγελματισμό, την ακρίβεια και την αξιοπιστία τους, όταν η Ελλάδα παραποιούσε τα βιβλία της για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Μόνον πρόσφατα, κατόπιν εορτής, η Eurostat, ο στατιστικός βραχίονας της Ε.Ε. αναγνώρισε ότι η παραποίηση των οικονομικών στοιχείων αποτελεί ένα οργανικό στοιχείο της Ελληνικής πρακτικής, το οποίο πιθανότατα συνέβαλλε (θετικά) στην είσοδο της χώρας στην Ε.Ε. Ακόμα και τόσο αργοπορημένα, φέτος η Ελλάδα ανέβασε το χρέος της σε 13,6% του ΑΕΠ από το αρχικά δηλωθέν 12,9%. Κατά την γνώμη μου, όπως έχει η κατάσταση οι στατιστικές εκτιμήσεις του ΔΝΤ έχουν μεγάλη ανάγκη από αναδιοργάνωση, μακριά από τις επίσημες σιωπηλές παραδοχές, προς την κατεύθυνση πιο “θαρραλέων” και ανεξάρτητων εκτιμήσεων, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων συνέπειας των μακροοικονομικών στοιχείων και της αναπληροφόρησης από διεθνείς κι όχι μόνον από ντόπιους παράγοντες. Στο τέλος, το ΔΝΤ πρέπει να είναι ο πρώτος αγγελιοφόρος των κακών ειδήσεων.

Κρίνοντας από τις βίαιες, πρόσφατες διαδηλώσεις στην Ελλάδα, πιθανόν να μην είναι εφικτή η επάνοδος της Ελληνικής οικονομίας στην σταθερότητα με την λήψη μόνον οικονομικών μέτρων. Μια κάποιου είδους επαναδιαπραγμάτευση του χρέους – μια ευγενέστερη, πιο απαλή μορφή άμεσης χρεοκοπίας – ίσως είναι απαραίτητη ώστε οι Έλληνες να επιμείνουν στις προσπάθειές τους.

Αυτό καλεί τους ηγέτες της Ε.Ε. και του ΔΝΤ στο να δράσουν επειγόντως όσο πιο έξυπνα μπορούν ώστε να συγκρατήσουν την κρίση μέσα από μια στρατηγική διαμόρφωσης πολιτικών, οι οποίες θα είναι μεν επώδυνες αλλά βιώσιμες για τους Έλληνες. Η εναλλακτική είναι το χάος και η μετάδοση της “μόλυνσης”, πράγμα που πιθανά θα οδηγήσει στην διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1 Βλ. www.eea-esem.com/EEA-ESEM/2009/prog/getpdf.asp?pid=1065&pdf=/files/papers/EEAESEM/2009/1065/Buehn-Eichler-EEA.pdf
ΠΗΓΗ