Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Είναι η ευρωπαϊκή δημοσιονομική κρίση προάγγελος της μόνιμης οικονομικής παρακμής της "γηραιάς ηπείρου";

του Νταν Στάινμποκ

Europe's Debt Crisis: Long-Term Economic Decline?

© The Globalist

Είναι ασφαλώς αλήθεια πως τις περασμένες εβδομάδες οι αγορές επικεντρώθηκαν στο πιο αδύναμο κράτος-μέλος της ευρωζώνης. Από την άλλη, για να έχετε μια καλύτερη εκτίμηση των γεγονότων, ιδού μια δυσάρεστη σκέψη: όσον αφορά τις δημοσιονομικές ισορροπίες, ακόμη και τα πιο ισχυρά κράτη-μέλη της ευρωζώνης βρίσκονται σε χειρότερη θέση κι είναι πιο εκτεθειμένα σε οικονομικές περιπέτειες από ότι οι περισσότερες ασιατικές χώρες.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις για το 2010, το έλλειμμα επί του ΑΕΠ στις Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία θα κυμανθεί από 7.5% ως πάνω από 12%. Αλλά και στη Γερμανία, την ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης, το έλλειμμα αναμένεται να φτάσει «μόλις» στο 4.7%. Αυτό σημαίνει πως αν βρισκόταν στην Ασία, η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία θα κατατασσόταν μεταξύ της Ταϊλάνδης (-5.2%), που μαστίζεται από βίαιες κοινωνικές συγκρούσεις, και των Φιλιππίνων (-4.2%), που όσον αφορά το ύψος του κατά κεφαλήν τους εισοδήματος υστερούν από τις περισσότερες χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας.

Το γεγονός είναι πως ακόμα και με τα πιο αισιόδοξα σενάρια, το δημόσιο χρέος ακόμα και των πλέον σταθερών ευρωπαϊκών οικονομιών αναμένεται το επόμενο διάστημα να εκτοξευθεί στα ύψη. Αν δεν υπάρξουν σταδιακές (ή και όχι και τόσο σταδιακές) διορθωτικές παρεμβάσεις, έως το 2020 αναμένεται να δούμε χρέος της τάξης του 200% στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία και 150% στη Γερμανία και την Ιταλία. Η ιστορική εμπειρία διδάσκει πως όποτε το......... χρέος ξεπερνά το 90%, επιβραδύνεται η οικονομική ανάπτυξη.

Δυστυχώς, η ευρωζώνη δεν διαθέτει πια ισχυρή θέση στην παγκόσμια οικονομία. Ίσα-ίσα, που η υπέρμετρη χρέωση συμπαρασύρει πλέον και τις θεωρούμενες «ακλόνητες» οικονομίες της Ευρώπης.

Η δομική παρακμή της Ευρώπης

Το χειρότερο είναι πως αυτή η αποδιάρθρωση της Ευρώπης δεν οφείλεται σε κάποιο «κυκλικό» φαινόμενο, αλλά αποτελεί αναπόσπαστη, δομική τάση της εξέλιξής της. Όσον αφορά το ορατό μέλλον, όλοι οι παράγοντες της ανάπτυξης -δημογραφικές τάσεις, κεφαλαιακά αποθέματα, τεχνολογική πρόοδος και παραγωγικότητα- ευνοούν τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Δημογραφία

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, το 2050 ο πληθυσμός θα φτάσει στα 9,200 εκατομμύρια, από τα 6,800 που είναι σήμερα. Η εργατική δύναμη θα αυξηθεί αντίστοιχα κατά 1,300 εκατομμύρια, ως επί το πλείστον στην Ασία και την Αφρική. Αλλά στην Ευρώπη, ο ενεργός πληθυσμός θα μειωθεί, κατά 110 εκατομμύρια.

Επιπλέον, ο δείκτης εξάρτησης (ήτοι ο αριθμός όσων ανήκουν στον ενεργό πληθυσμό αλλά δεν εργάζονται προς τον αριθμό των εργαζομένων) θα αυξηθεί δραματικά στον αναπτυγμένο κόσμο, ιδίως στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, ως το 2050 στην Ασία θα είναι 54%, έναντι 74% στην Ευρώπη.

Κεφαλαιακά αποθέματα

Τι συμβαίνει όμως σε έναν άλλο βασικό δείκτη των δυνατοτήτων για μελλοντική οικονομική ευημερία, τα κεφαλαιακά αποθέματα ενός έθνους; Ιστορικά γνωρίζουμε πως οι αναπτυγμένες οικονομίες επένδυαν ετησίως περί το 20% του ΑΕΠ τους για τη διαμόρφωση κεφαλαίων. Αλλά στις αναπτυσσόμενες χώρες επενδύονταν πολύ περισσότερα, περί το 35%-40%.

Τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες, οι επενδύσεις αυτού του τύπου στην Κίνα και την Ινδία θα εξακολουθήσουν να είναι εξαιρετικά υψηλές, της τάξης του 33%-34% ετησίως, ήτοι διπλάσιες από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, τη Γερμανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο.

Τεχνολογική πρόοδος

Είναι αλήθεια πως οι αναπτυγμένες οικονομίες θα συνεχίσουν να ηγούνται σε κρίσιμους τομείς σαν την τεχνολογική καινοτομία, όπου όμως αναμένεται να δούμε κι άλλες, αναπτυσσόμενες, χώρες, που διαθέτουν πλούσιες δεξαμενές υψηλά καταρτισμένου ανθρωπίνου δυναμικού, να κάνουν δυναμική εμφάνιση, όπως π.χ. την Κίνα στον τομέα των «πράσινων τεχνολογιών».

Παραγωγικότητα

Επιπλέον, στο βαθμό που η παραγωγικότητα ή το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένουν χαμηλά σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, αυτές εξ ορισμού διαθέτουν πολύ πιο βιώσιμες αναπτυξιακές δυναμικές και μεγαλύτερα περιθώρια μείωσης του τεχνολογικού χάσματος που τις χωρίζει σήμερα από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου.

Σύμφωνα με τις πιο μακροπρόθεσμες προβλέψεις, έως το 2050 οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου θα είναι οι ΗΠΑ, η Ινδία και η Κίνα. Αυτό που σπανίως λέγεται είναι πως το ποσοστό συμμετοχής της Ευρώπης στο παγκόσμιο ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί κατά πάνω από το μισό, πέφτοντας από το 25% του 2009 σε κάτω του 10% το 2050. Μια τόσο δραματική μείωση της οικονομικής ισχύος δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε αντίστοιχη μείωση της πολιτικής της επιρροής.
Τούτων λεχθέντων, η Ευρώπη συνολικά θα κατορθώσει να συνεχίσει να συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου αν κατορθώσει να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 1.5% ετησίως. Στο βαθμό όμως που θέλει να συντηρήσει τον ηγετικό της πολιτικό ρόλο, καθώς οι αναπτυξιακοί της ρυθμοί θα επιβραδύνονται, η Ευρώπη δεν έχει άλλη λύση παρά να ενισχύσει τη συνοχή της.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της «ευρωπαϊκής επιτροπής» Χοσέ Μανουέλ Μπαρόσο (José Manuel Barroso), το βασικό δίδαγμα της ελληνικής κρίσης είναι πως η νομισματική ένωση (ΟΝΕ) δεν είναι βιώσιμη χωρίς την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) θα καθοριστεί τους επόμενους μήνες, και όχι το 2050.

Αν οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποδειχθούν ικανοί να εφαρμόσουν τις σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές που δεν μπορεί να αναβάλλονται άλλο, αν ενισχύσουν το «σύμφωνο σταθερότητας», αν καταστήσουν πιο «σφιχτές» τις δημοσιονομικές πολιτικές και κατορθώσουν να κάμψουν την αισχροκέρδεια, η κρίση μπορεί να αποδειχθεί γενέτειρα μιας νέας, πιο ισχυρής οικονομικά και πολιτικά συνεκτικής Ευρώπης.

Αν εντούτοις η Ευρώπη αποτύχει να εφαρμόσει αυτές τις αλλαγές ή τις αναβάλει ξανά, η κρίση θα κατατεμαχίσει την πολιτική συνοχή της Ευρώπης και θα εξασθενήσει περαιτέρω την οικονομική της ισχύ.

Ενόψει δύσκολων επιλογών

Παρά το οικονομικό μέγεθος της Ελλάδας και τις ασθενικές της σχέσεις με την ευρωζώνη, αυτό που έχει σημασία είναι οι εντυπώσεις. Αν η Αθήνα αναγορευθεί σε «κρας τεστ» των «μηχανισμών στήριξης» εντός της ευρωζώνης και της εφαρμογής διαρθρωτικών αλλαγών, οι επενδυτές μπορεί να θεωρήσουν την αποφασιστικότητα των Ελλήνων ως ένδειξη και για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ευρωζώνης.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, ούτε καν η Ουάσινγκτον δεν είναι ασφαλής. Πάνω από το 50% των υπερπόντιων αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων βρίσκονται στην Ευρώπη. Η ΕΕ δέχεται το 20% των αμερικανικών εξαγωγών, που αναμένεται να πληγούν σε περίπτωση αναιμικής ανάκαμψης της Ευρώπης. Παρομοίως, η βασιζόμενη στις εξαγωγές οικονομία της Ιαπωνίας, εξαρτάται άμεσα από την πορεία της ανάκαμψης στις ΗΠΑ και την ευρωζώνη.

Η πορεία αλλαγής της Ευρώπης θα δοκιμαστεί κατ' αρχήν στην Αθήνα, από την ικανότητα και την πολιτική βούληση των Ελλήνων να εφαρμόσουν το σκληρό πρόγραμμα λιτότητάς τους. «Αυτό το πακέτο μας έδωσε χρόνο να πραγματοποιήσουμε τις μεγάλες αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες» λέει σχετικά ο Έλληνας πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου.

Κι όμως, δεν τον υποστηρίζει παρά μια ισχνή πλειοψηφία των Ελλήνων. Καθώς η ελληνική κυβέρνηση ανακοινώνει νέες και αντιδημοφιλείς περικοπές μισθών και συντάξεων, στην Αθήνα και τις άλλες ελληνικές πόλεις οι δρόμοι γεμίζουν από χιλιάδες διαδηλωτές, οι γενικές απεργίες διαδέχονται η μία την άλλη και ήδη τρία άτομα σκοτώθηκαν μετά από μια επίθεση με εμπρηστικές βόμβες κατά μιας τράπεζας.

Ούτε η Ελλάδα, ούτε καμιά άλλη από τις πλέον ευάλωτες οικονομίες της ευρωζώνης (για να μη μιλήσουμε για το ευρώ) δεν μπορούν να σωθούν με επεμβάσεις τύπου «σοκ και δέος», στο βαθμό που οι πραγματικά δύσκολες αναγκαίες πολιτικές αποφάσεις εξακολουθούν να αναβάλλονται. Η αποκατάσταση της ρευστότητας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη δομική αδυναμία αποπληρωμής των δημοσίων χρεών.

Αυτό που αναζητούν οι επενδυτές είναι αποφασιστικές και ταχείες παρεμβάσεις για τη μεταρρύθμιση της ίδιας της ευρωζώνης. Το τελευταίο που θέλουν να δουν είναι πολιτικούς δισταγμούς και βίαιες συγκρούσεις που θα επεκτείνονται από τους δρόμους της Αθήνας σε εκείνους της Λισσαβόνας, της Μαδρίτης, τελικά της Ρώμης, του Λονδίνου, της Φρανκφούρτης και ναι, ακόμα και τους δρόμους των αμερικανικών και ιαπωνικών μητροπόλεων.

Ο Dan Steinbock είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο του «Στάνφορντ»