Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Μερικές σκέψεις για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα στον 21ο αιώνα


Γράφει ο Γεώργιος Ε. Σέκερης(πρεσβης ε.τ.)

Καθ’ όλον τον 19ον αιώνα και το μεγαλύτερο μέρος του 20ου, πατριωτισμός σήμαινε πρωτίστως επιδίωξη της εδαφικής επέκτασης της ελληνικής επικράτειας. Ορθώς δε, καθώς προείχε η εξασφάλιση των αναγκαίων οικονομικών και γεωπολιτικών συνθηκών, αρχικά για την επιβίωση και εν συνεχεία για την εδραίωσή του νεότευκτου κράτους μας, και παράλληλα η συγκέντρωση στους κόλπους του τού μεγαλύτερου δυνατόν μέρους των ελληνικών πληθυσμών της περιοχής μας.
Σήμερα, μετά δύο σχεδόν αιώνες ανεξάρτητου εθνικού μας βίου, μόνες εκτός ελληνικών συνόρων συμπαγείς ομάδες ομοεθνών μας είναι: οι 780,000 Έλληνες Κύπριοι – συγκροτημένοι, όμως, σε δική τους, ανεξάρτητη πολιτεία. Και οι Βορειοηπειρώτες. Πολλοί από τους οποίους είναι πλέον εγκατεστημένοι στην ίδια την Ελλάδα, όπου, κατά πάσαν βεβαιότητα, οι περισσότεροι και θα παραμείνουν. Με την ελληνική εξωτερική πολιτική – ορθότατα, κατά τα λοιπά, τεταγμένη, για γενικότερους εθνικούς λόγους, υπέρ της διατήρησης του βαλκανικού εδαφικού καθεστώτος – ως κεντρικό πλέον στρατηγικό στόχο εν σχέσει με τη Βόρειο Ήπειρο, να έχει τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας εκ μέρους των αλβανικών αρχών.

Η ενσωμάτωση αλύτρωτων ελληνικών πληθυσμών έχει, συνεπώς, παύσει να αποτελεί ρεαλιστικό κίνητρο για την περαιτέρω εδαφική μας εξάπλωση. Υπέρ της οποίας, όμως, ούτε οικονομικές σκοπιμότητες συνηγορούν πλέον. Τηρουμένων των αναλογιών, οι φυσικοί πόροι της χώρας μας είναι σημαντικότεροι από εκείνους που διαθέτουν κράτη ανήκοντα στην παγκόσμια οικονομική πρωτοπορία, όπως η Ελβετία, η Αυστρία, η Φινλανδία – ή το Ισραήλ. Το πρόβλημά μας, συνεπώς, δεν είναι η ανεπάρκεια των φυσικών μας πόρων, αλλά η ανεπαρκής αξιοποίησή τους. Ενώ, ενδεχόμενη εδαφική μας επέκταση, χωρίς ποσώς να συμβάλει στην οικονομική μας ανάπτυξη – πιθανότατα θα την επιβράδυνε – θα μας επισώρευε βασανιστικά μειονοτικά προβλήματα. Αυτά όλα σε καθαρά θεωρητικό, βέβαια, επίπεδο, αφού είναι προφανές ότι,..... ασχέτως κινήτρων μας, τυχόν απόπειρα προσάρτησης εδάφους ανήκοντος σε γειτονικό μας κράτος θα προσέκρουε σε καθοριστικά στρατιωτικά και διεθνοπολιτικά εμπόδια.

Εφικτή, όμως – και από γεωπολιτική σκοπιά επιθυμητή – είναι η στενότερη πρόσδεση στην μητέρα πατρίδα του Κυπριακού Ελληνισμού. Προκειμένου να κατοχυρωθεί η μελλοντική ασφάλεια των αδελφών Κυπρίων. Αλλά και να επιτευχθεί η ισχυρή παρουσία της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο – και συνακόλουθα και η ενίσχυση του ειδικού βάρους της χώρας μας διεθνώς και ειδικότερα εντός του ευρωατλαντικού και κοινοτικού κόσμου. Υπό το πρίσμα δε αυτό, η σύζευξη σε κοινό με τους Έλληνες πολιτειακό σχήμα των Τούρκων της Μεγαλονήσου – είτε των αρχικών 90.000, είτε, πολύ περισσότερο, των σημερινών 265,000, που είναι και το πιθανότερο ενδεχόμενο – όχι μόνο δεν θα μας προσπόριζε ουσιαστικά οφέλη, αλλά και θα μας δημιουργούσε τεράστια, διαχρονικά προβλήματα.

Γενικότερα: Ένα γνήσιο εθνικό όραμα για τον 21ο αιώνα, ικανό να εμπνεύσει και ενεργοποιήσει και τις νέες ελληνικές γενιές, θα έχει ως κορμό μια Ελλάδα συγκαταλεγόμενη ισοτίμως στα προηγμένα κράτη του δυτικού κόσμου – και άρα της υφηλίου – και διαδραματίζουσα ανάλογο ρόλο, τόσο στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ατλαντικής Συμμαχίας, όσο και στο εγγύς γεωπολιτικό μας περιβάλλον, βαλκανικό και μεσογειακό. Και άρα θα επιτάσσει: Να αναμορφώσουμε τον υπερτροφικό, αναποτελεσματικό, και εν πολλοίς διεφθαρμένο κρατικό μας οργανισμό. Να αναπτύξουμε σε υγιείς βάσεις τη χωλαίνουσα, τριτοκοσμικής υφής οικονομία μας. Και να αναβαθμίσουμε την απαράδεκτα υποβαθμισμένη αυτή τη στιγμή εθνική μας παιδεία. Αλλά και να αναδείξουμε και καλλιεργήσουμε την οικουμενική διάσταση του Ελληνισμού. Αφενός, αξιοποιώντας την, επί μακρόν αγνοημένη ή αντικείμενο-θύμα κομματικού φατριασμού, ελληνική διασπορά. Και, αφετέρου, προβάλλοντας τη διαχρονική πνευματική κληρονομιά μας, με τη δημιουργία στη χώρα μας παγκόσμιας ακτινοβολίας κέντρων μελέτης του κλασικού και του βυζαντινού πολιτισμού – σε αντιδιαστολή με μια παραδοσιακή μουσειακή προσέγγιση του πολιτιστικού μας παρελθόντος, η οποία μας καθηλώνει στον γραφικό ρόλο του φύλακα αρχαιοτήτων. (Που ούτε σε αυτόν, άλλωστε, κατορθώνουμε να ανταποκριθούμε ικανοποιητικά.)

Καίριο μέρος μιας τέτοιας εθνικής στρατηγικής θα αποτελέσει, βέβαια, και η στρατιωτική της συνιστώσα. Με τις ένοπλες δυνάμεις μας να επωμίζονται διττή αποστολή. Ήτοι, να λειτουργούν ως αξιόπιστη δύναμη αποτροπής – εν απουσία πλέον σοβαρής στρατιωτικής απειλής εκ Βορρά, κυρίως έναντι της Τουρκίας, και για όσο διάστημα οι διαφορές μας με την Άγκυρα θα παραμένουν άλυτες και οξείες. Και, συγχρόνως, να συμμετέχουν αποτελεσματικά στις κοινές στρατιωτικές δραστηριότητες του δυτικού κόσμου. Μολονότι δε περιορισμένου, κατ’ ανάγκην, μεγέθους – τυχόν επιδίωξη ισοδυναμίας με μια στρατοκρατούμενη χώρα, όπως η Τουρκία, διαθέτουσα επταπλάσιο πληθυσμό και τετραπλάσιο ΑΕΠ σε σύγκριση με τη δική μας, θα ήταν χιμαιρική – στρατός ξηράς, ναυτικό, και αεροπορία μας θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από υψηλότατο βαθμό επαγγελματισμού και να διαθέτουν τον πλέον σύγχρονο και προσαρμοσμένο στη διττή αυτή αποστολή τους εξοπλισμό. Κάτι που συνεπάγεται οικονομικό κόστος δυσβάστακτο, υπό τις παρούσες ιδίως συνθήκες – πλην όμως αναπόφευκτο, αν θέλουμε να παραμείνουμε μάχιμο έθνος-κράτος.

Το κυρίως ζητούμενο, ωστόσο, είναι η διατήρηση και τόνωση του αισθήματος εθνικής κοινότητας των Ελλήνων. Πέραν από τις διαφορές εκτιμήσεων για συγκεκριμένες οικονομικές ή άλλες επιλογές – όπως, επί παραδείγματι, ο βαθμός και οι μορφές παρέμβασης του κράτους στην οικονομία, οι σχέσεις του κράτους με την Εκκλησία, η αντιμετώπιση του μεταναστευτικού, ή ακόμη και οι διεθνοπολιτικοί μας χειρισμοί – που είναι καθόλα θεμιτές, και μάλιστα αναπόφευκτες σε μια δυναμικά εξελισσόμενη κοινωνία, τα όσα έχουμε κοινά ως λαός και έθνος είναι απείρως σημαντικότερα. Το επώδυνο ρήγμα που για ένα διάστημα είχε προκαλέσει στο εθνικό μας σώμα ο σοβιετοκίνητος κομμουνισμός, εν ονόματι μιας ξένης προς την ελληνική πραγματικότητα πάλης των τάξεων και ενός ψευδεπίγραφου διεθνισμού στην υπηρεσία μιας εχθρικώς διακείμενης έναντι των εθνικών μας συμφερόντων μεγάλης δύναμης, έχει πλέον εκλείψει. Πρέπει δε να μεριμνήσουμε ώστε να μην παραχωρήσει τη θέση του σε νέες, διχαστικές διαχωριστικές γραμμές – ή, ακόμη χειρότερο, σε έναν γενικευμένο εθνικό ωχαδερφισμό, που δυστυχώς συνεχώς κερδίζει έδαφος.
πηγή diplomatikoperiskopio