Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Από τη Ρήξη που κυκλοφορεί: Σας ομιλεί η Αυτού Μεγαλειότης το Κεφάλαιο*

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς

Ο Γεώργιος Παπανδρέου μίλησε στη Βουλή, την Τετάρτη 7 Ιουλίου, επί της αρχής του απ-«Ασφαλιστικού Νομοσχεδίου». Όπως ήταν αναμενόμενο, υπήρξε ο ολίγιστος που προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ωστόσο, μέσα από τα λόγια του, ακουγόταν ξεκάθαρα η φωνή των αφεντικών, η φωνή των εντολέων του, η φωνή της Αυτού Μεγαλειότητος του Δ.Ν.Τ., και ταυτόχρονα διαγράφονταν οι νέες κοινωνικο-πολιτικές συμμαχίες προς τις οποίες κατευθύνεται το σύστημα.

Αρχικά, στην ομιλία του, ο Παπανδρέου επιχείρησε να στρέψει την κοινωνία ενάντια στους «προνομιούχους» – σύμφωνα με την ντιρεκτίβα του ΔΝΤ, ότι βασικό στοιχείο για την επιτυχία των μέτρων είναι η διαίρεση της κοινωνίας. Στρέφεται κατ’ εξοχήν ενάντια στους πρώην βασικούς «πελάτες» του ΠΑΣΟΚ, τους «ευνοημένους» των ΔΕΚΟ, του Δημοσίου κ.λπ. Ας τον διαβάσουμε:...... Όσον αφορά το ασφαλιστικό, για δεκαετίες, κάποιοι εξασφάλιζαν προνόμια, το κόστος των οποίων αναγκαζόταν να χρηματοδοτεί συνεχώς το κράτος, ο φορολογούμενος, με αποτέλεσμα μάλιστα να μην μένει τίποτα για τους νέους εργαζόμενους, αλλά και με αποτέλεσμα όσοι κλάδοι εργαζομένων δεν είχαν ως διαπραγματευτικό εργαλείο σχέσεις με την εξουσία να υπόκεινται σε απείρως χαμηλότερες συντάξεις, δουλεύοντας πολύ περισσότερα χρόνια.

Αν αυτά τα έλεγε μια κυβέρνηση που θα προσπαθούσε να άρει τις ανισότητες προς όφελος των χαμηλόμισθων και των χαμηλοσυνταξιούχων, ανεβάζοντας τα εισοδήματά τους, θα μπορούσε να έχει μια βάση. Όμως, την ίδια στιγμή κουτσουρεύει και τις δικές τους συντάξεις και αποδοχές! Κατά συνέπεια, απευθύνεται απλώς στον κοινωνικό κανιβαλισμό. Εν συνεχεία δε, αποκαλύπτει το πραγματικό διακύβευμα:

Και για εμάς, κοινωνική αλληλεγγύη [ ] σημαίνει εναρμονισμός με τις σύγχρονες εργασιακές πρακτικές και την πολυπλοκότητα της σύγχρονης αγοράς εργασίας, όχι τιμωρία της διαδοχικής ασφάλισης.

Ελπίζω πως όλοι έχουμε πάρει το μήνυμα: «πολυπλοκότητα της σύγχρονης αγοράς εργασίας», «διαδοχική ασφάλιση», δηλαδή δημιουργία μιας κοινωνίας «απασχολήσιμων» και αδιάκοπης αναζήτησης νέας εργασίας, μια κοινωνία όπου ο κανόνας θα είναι η ανεργία, ή η απειλή της, και οι εργασιακές μετακινήσεις καθημερινότητα. Και συνεχίζει ανενδοίαστα να εκθέτει το πρόγραμμα του νεο-φιλελευθερισμού:

Σημαίνει μετάβαση από ένα κράτος και μια κοινωνία παθητικής αντίληψης για την πρόνοια, την εργασία και τα δικαιώματα, σε ένα κράτος που [ ] απελευθερώνει τους πολίτες από τα ασφυκτικά πλαίσια, μέσα στα οποία ζουν εδώ και χρόνια, και ιδιαίτερα τη νέα γενιά. Πλέον, αντί να χρηματοδοτεί, το κράτος, αμφιλεγόμενες επικουρικές συντάξεις, αντί να τροφοδοτεί τις παθητικές πολιτικές πρόνοιας, πάμε σε ένα μοντέλο που διευρύνει τη δυνατότητα των εργαζομένων να κινούνται ελεύθερα στην αγορά εργασίας. Πραγματικά, ιδιαίτερα η σημερινή νέα γενιά, με τις ραγδαίες εξελίξεις που υπάρχουν στον χώρο της οικονομίας, θα έχει πολλές φορές πολλά επαγγέλματα, αν όχι και πολλές δουλειές, στη διάρκεια της ζωής της. Είναι βασικό στοιχείο και για την κινητικότητα στην αγορά εργασίας.

Για δεκαετίες ο Φρήντμαν και οι οπαδοί του άκρατου νεο-φιλελευθερισμού διαμαρτύρονταν ότι το σύστημα της κοινωνικής πρόνοιας είναι «παθητικό», δηλαδή προσφέρει ασφάλεια στους εργαζόμενους, ενώ αυτοί θα πρέπει να βρίσκονται σε διαρκή ανασφάλεια, «απελευθερωμένοι» από τα «ασφυκτικά πλαίσια», δηλαδή να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση για αναζήτηση νέας εργασίας.



Ο ΓΑΠ ως ο εκπρόσωπος του μεγάλου κεφαλαίου



Αυτή η ομιλία του Παπανδρέου είναι πολύ σημαντικότερη από την ασημαντότητα του εκφωνητή της. Σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια νέα περίοδο, μια περίοδο κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αναλάβει μονοπωλιακά την εκπροσώπηση του μεγάλου κεφαλαίου και να εγκαταλείψει τα κοινωνικά στρώματα τα οποία εξέφραζε προνομιακά, ιδιαίτερα τις ΔΕΚΟ, τους δημοσίους υπαλλήλους, τους εκπαιδευτικούς, τους μικρομεσαίους· οι οποίοι συνέχισαν να το στηρίζουν και κατά τη σημιτική περίοδο, μια και το οικονομικό αδιέξοδο ανέλαβαν να το «λύσουν» οι μετανάστες. Έτσι, στο παρελθόν, το παραδοσιακό μεγάλο κεφάλαιο στήριζε το ΠΑΣΟΚ εν μέρει υποχρεωτικά, διότι αυτό μόνο μπορούσε να διασφαλίσει την εργασιακή ειρήνη και ταυτόχρονα να του προσφέρει τις κρατικές προμήθειες. Γι’ αυτό και οι διαπλεκόμενοι, οι νταβατζήδες, τα ΜΜΕ στηριζαν ναφανδόν το ΠΑΣΟΚ ήδη από την εποχή Σημίτη. Παράλληλα όμως, εκφραζόταν ιδεολογικά περισσότερο ίσως από τη Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη, ή της Ντόρας, ή από τον Μάνο και τους καλαμοκαβαλάρηδες του νεο-φιλελευθερισμού. Εξ ου και το σύστημα του κεφαλαίου και της εξουσίας ήταν διπολικό. Γεγονός που εκφραζόταν και στο πεδίο των εθνικών θεμάτων και της εξωτερικής πολιτικής. Το παλαιό «εθνο-πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα, υποκαταστάθηκε από τον σημιτικό φιλοπαγκοσμιοποιητικό εκσυγχρονισμό, που διεκδικούσε τα πρωτεία του ατλαντισμού από τον Μητσοτάκη και τη Ν.Δ.

Από τη στιγμή της ανόδου του Γ. Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, άρχισε μια κίνηση, που ολοκληρώνεται στην παρούσα φάση. Ο Γιωργάκης δεν παραμέρισε μόνο ή απλώς τους «παλαιοπασόκους», που βλακωδώς τον στήριξαν για να ανέβει στην ηγεσία του κόμματος, αλλά εγκαταλείπει βιαίως τα κοινωνικά στρώματα που τον ψήφισαν. Επιδιώκει, δηλαδή, να μονοπωλήσει πλέον την εκπροσώπηση του κεφαλαίου και της ξένης προστασίας και να περιθωριοποιήσει τη Νέα Δημοκρατία, ακόμα και από τον ίδιο τον παραδοσιακό αστικό κόσμο και τις πρεσβείες.

Γι αυτό και, υποχρεωτικά, η Νέα Δημοκρατία αναγκάζεται να έρθει σε όλο και μεγαλύτερη αντιπαράθεση με τη λογική ΠΑΣΟΚ, έστω και πρόσκαιρα, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει. Είναι όμως δυνατόν να επιχειρήσει η Νέα Δημοκρατία μια πλήρη ανατροπή των πολιτικών στρατοπέδων, να έλθει «αριστερότερα» από το ΠΑΣΟΚ και να επιχειρήσει να εκφράσει εν μέρει αυτό που εξέφραζε κάποτε το ΠΑΣΟΚ; Δηλαδή, μια πολιτική περισσότερο πατριωτική και κοινωνική από το ΠΑΣΟΚ;

Για την ώρα, σπρώχνεται από τη φορά των πραγμάτων προς τα εκεί. Εκπαραθύρωσε τη Ντόρα, εξέλεξε τον Σαμαρά, καταψήφισε το Μνημόνιο και το Ασφαλιστικό, αναβάθμισε τον Μανώλη και τους συνδικαλιστές του κόμματος. Μπορεί όμως να ανατρέψει ολοκληρωτικά το βάρος της ιστορίας, των ανθρώπων, των πολιτισμικών επικαθορισμών και να θελήσει να αναλάβει έναν βενιζελικό ρόλο, παρότι έρχεται από τα δεξιά; Πρόκειται για έργο υπεράνθρωπο, και οι αναφορές του Σαμαρά «στη δεξιά ιδεολογία» –σε μια χώρα με «αριστερόστροφη» ή βενιζελογενή πλειοψηφία– δείχνουν πως η ηγεσία της Ν.Δ. δεν έχει κατανοήσει το ζήτημα, πόσο μάλλον και να επιχειρήσει μια βενιζελικού τύπου «έξοδο».

Ακόμα και η Ντόρα, που προσπαθεί αυτή να εκπροσωπήσει πιο αυθεντικά το κεφάλαιο και τις πρεσβείες, ανησυχεί ιδιαίτερα από αυτή τη στροφή του ΠΑΣΟΚ, διότι την αφήνει χωρίς ρόλο. Πράγματι, τι βρήκε να πει στη συζήτηση για το Ασφαλιστικό;

Η κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ, στο θέμα του ασφαλιστικού, όπως και σε όλα τα μεγάλα θέματα των αναγκαίων αλλαγών, είναι παγιδευμένη σε μια θεμελιώδη αντίφαση: Δηλώνει ότι οι πολιτικές που υλοποιεί είναι οι μόνες που μας βγάζουν από την κρίση, αλλά ταυτόχρονα ότι αυτές είναι αντίθετες με την ιδεολογία του.

Όμως αυτά ίσχυαν την εποχή Σημίτη, όταν το ΠΑΣΟΚ στηριζόταν υποχρεωτικά (παράδειγμα, η απόσυρση του νομοσχεδίου Γιαννίτση) στη μεταλλαγμένη, έστω, αλλά υπαρκτή κοινωνική του βάση. Σήμερα, η Ντόρα μόνο ως «τσόντα» μπορεί να λειτουργήσει, κάτι σαν θηλυκός Μάνος, παρά τη σκανδαλώδη στήριξη που απολαμβάνει.

Διότι, πλέον, το κεφάλαιο, το ΔΝΤ, οι πρεσβείες, μέχρι τουλάχιστον να ολοκληρωθούν οι μεσαιωνικές «μεταρρυθμίσεις» που προωθούν, και μέχρι να περάσει η Ελλάδα σε μια νέα κατώτερη κοινωνική και γεωπολιτική «κατηγορία», στηρίζονται σε μία βασική φωνή, εκείνη του δόλιου ολίγιστου.