Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Μιά Τουρκική αντιμετώπιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων

Συντάκτης: Δημήτριος Νεζερίτης*
Στο αγγλόφωνο τουρκικό έντυπο Perceptions, στην έκδοσή του ανοίξεως-θέρους 2009, δημοσιεύεται άρθρο ενός κ. Mustafa Kutlay, με τίτλο «Μία προσέγγιση πολιτικής οικονομίας στην επέκταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αλληλεξάρτησις ή όχι;». Τό έντυπο που αυτοχαρακτηρίζεται Journal of International Affairs, εκδίδεται από την τουρκική Κυβέρνηση.
Δεν υπάρχει πρόθεση σχολιασμού του όλου άρθρου. Αξίζει όμως να επικεντρωθή κανείς στην πρώτη παράγραφο της Εισαγωγής. Μεταφράζω:
«Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις υπήρξαν πάντοτε ένα από τά δύσκολα και λεπτά θέματα γιά την κυβερνώσα ιθύνουσα τάξη εκατέρωθεν του Αιγαίου. Από την αρχή της ανεξαρτησίας της Ελλάδος τις αρχές του 19ου αιώνος, το λεκτικό των σχέσεων κυριαρχείται από «δυσπιστία» και «ενταση». Αν και οι σχέσεις λειτούργησαν ομαλά χωρίς ουσιαστικά προβλήματα από τα μέσα περίπου του δεκάτου πέμπτου αιώνος μέχρι την ελληνική εξέγερση υπό την pax-Ottomana, η περίοδος μετά την ανεξαρτησία άρχισε να χαρακτηρίζεται από τριβές σε διάφορα θέματα.» Και τα λοιπά, και τα λοιπά.
Στην παράγραφο αυτή, στις λίγες αυτές γραμμές, περιέχεται η βασική φιλοσοφία που διέπει την τουρκική αντίληψη γύρω από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και επειδή πρόκειται γιά αντίληψη που είναι βαθύτατα ριζωμένη στον τουρκικό ψυχισμό, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντικρουσθή, απλούστατα γιατί τα επιχειρήματα εναντίον της δεν είναι αντιληπτά και δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τον οποιονδήποτε τούρκο.
Ευθύς εξ αρχής προβάλλεται η θέση ότι τα ελληνοτουρκικά θέματα είναι υπόθεση που αφορά την........  ιθύνουσα τάξη (την elite, κατα την φρασεολογία του συγγραφέως) και μόνον. Προφανώς οι υπόλοιποι, ο πολύς λαός, δεν ασχολούνται με τέτοια θέματα.Πρόκειται γιά την προσφιλή στους τούρκους θέση ότι οι λαοί είναι καλοί και κατά βαθος αγαπιούνται και ότι γιά όλα τα προβλήματα φταίνε οι κυβερνήσεις. Βεβαίως αν κάνει κανείς το σφάλμα να ρωτήσει τούρκο συνομιλητή του ποιός είναι ο καταμερισμός της ευθύνης μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, σε ποιά σημεία φταίξαμε εμείς και σε ποιά σημεία φταίξατε εσείς, θα αντιληφθή ότι η αντίληψή του τούρκου είναι ότι σε όλα εφταιγαν οι ελληνικές κυβερνήσεις που παρέσυραν τον ελληνικό λαό σε μία άσκοπη αντιπαράθεση που, εν πάσει περιπτώσει, δεν μπορεί να κερδίσει, ενώ, αντιθέτως, οι τουρκικές επέδειξαν πάντοτε υπομονή, μεγαθυμία και εποικοδομητική διάθεση επιλύσεως όλων των σημείων τριβής.

Η θέση αυτή εξυπηρετεί πολύ τις τουρκικές θέσεις. Υποβαθμίζει μέχρις εξαφανίσεως την ουσία των ελληνοτουρκικών διαφορών, τις οποίες περιορίζει στο επίπεδο των επιδιώξεων μιάς πολιτικής κάστας που δεν έχει και πολύ επαφή με την πραγματικότητα, όπως αυτή εκφράζεται από τη, κατά βάσιν αδιαφορούσα γιά τέτοια θέματα, πλειοψηφία του κόσμου.

Η θέση αυτή, της αντιδιαστολής μεταξύ των «κακών» κυβερνήσεων –ανάγνωθι της ελληνικής- και των λαών που άλλο δεν θέλουν από το να αγαπηθούν και να αγκαλιασθούνε, προβάλλεται συστηματικά από την τουρκική πολιτική, όχι τόσο στο εσωτερικό, οπου δεν έχει και τόση σημασία αλλά κυρίως στο εξωτερικό. Και η αντίδραση μας είναι δυσχερής. Διότι οι τρίτοι, που έχουν βαρεθή μέχρι θανάτου να ακούνε γιά τα ελληνοτουρκικά προβλήματα, χαίρονται όταν ακούν ότι όλα αυτά είναι τεχνητά, ότι είναι αποκύημα της ευρηματικότητος των κυβερνήσεων των δύο (έστω) χωρών και ότι οι λαοί ουδόλως ενδιαφέρονται γιά όσα προβάλλονται ως μείζονα προβλήματα. Συνεπώς, η αντιμετώπιση αυτών είναι εφικτή δια κυβερνητικών αποφάσεων (της Ελλάδος κατά προτίμησιν) με την οποίαν θα αίρονται οι θέσεις που έχουν προκαλέσει την τόσο ενοχλητική γιά όλους ένταση και όλα θά είναι πλέον ωραία και καλά.

΄Ισως τα ανωτέρω να είναι κάπως απλουστευμένα. Είναι όμως γεγονός ότι εάν τα προβλήματα εμφανίζονται απλώς ως θέματα κυβερνητικής πολιτικής επιλογής και όχι –όπως είναι ουσιαστικά - θέμα επιβιώσεως, ενός έθνους, τοτε θα εμφανίζεται όλο και πιό θελκτική.η τάση επιβολής επιλύσεώς τους δια της επιδιώξεως εκμαιεύσεως μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων, ερήμην της λαϊκής γνώμης. Υπό τις καλύτερες συνθήκες, η κατασκευή αυτή παρέχει ένα άλλοθι σε τρίτους να μη κάνουν τίποτε και να τηρήσουν άψογον και ουδεδτέραν μεταξύ των δύο στάσιν.

Το πιό ενδιαφέρον, όμως, και το πιό σημαντικό από τα στοιχεία της ανωτέρω παραγράφου είναι ο ισχυρισμός ότι από των μέσων του δεκάτου πέμπτου αιώνος (ανάγνωθι 1453 μ.Χ.) οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διέρρευσαν αδιατάρακτες μέχρι της «ελληνικής εξεγέσεως υπό την Pax Ottomana» - δηλαδή, κατά της Pax Ottomana. Στις λίγες αυτές λέξεις περιέχεται όλη η φιλοσοφία στην οποία εδράζεται η τουρκική αντιμετώπιση της Ελλάδος.

Συνηθίζουμε να λέμε ότι η εχθρότης της Τουρκίας έναντι της Ελλάδος οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην τουρκική αντίληψη ότι η ελληνική επανάστασις και η εν συνεχεία ανεξαρτησία απετέλεσαν γιά την Οθωμανική Αυτοκρατορία την αρχή του τέλους. Αυτό είναι σωστό αλλά μόνο εν μέρει.

Γιά τους σημερινούς Τούρκους, και πάντως γι’ αυτούς που είναι διαμορφωτές της τουρκικής πολιτικής, η περίοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απετέλεσε γιά τους λαούς που την συνιστούσαν εποχή αφάτου ευτυχίας. Υπό την σκέπη και την πατρική επιτήρηση της Υψηλής Πύλης, οι ποικίλλοι λαοί διεβίωσαν επί αιώνες ειρηνικά, χωρίς «να αλληλοτρώγονται». Γι’ αυτό, η απόπειρα αποχωρήσεως από την κοινωνία αυτή, δεν αποτελούσε μόνον αχαριστία, αποτελούσε και έγκλημα κατά του συνόλου των λαών της Αυτοκρατορίας. Ακραίοι εθνικιστές, γαλλοτραφείς ως επί το πλείστον, διά της επιφανειακά θελκτικής προοπτικής της επιτεύξεως της ανεξαρτησίας, παρέσυραν τους λαούς προς την κατεύθυνση αυτή, με αποτέλεσμα, μετά την επίτευξη της ανεξαρτησίας τους, να επακολουθήσουν μεταξύ τους συγκρούσεις και πόλεμοι, δημιουργώντας μία κατάσταση που κατά πολύ απείχε από την ηρεμία που χαρακτήριζε την εποχή της αυτοκρατορικής διακυβερνήσεως.

Η αντίληψη ότι η επικυριαρχία επί τρίτων λαών είναι για το δικό τους το καλό δεν αποτελεί βέβαις τουρκική ιδιαιτερότητα. ΄Ολες οι αποικιακές δυνάμεις συνεμερίζοντο ή τουλάχιστον προέβαλαν την θέση αυτή κατά καιρούς – παράδειγμα η Γαλλία που προέβαλλε την mission civilisatrice της αποικιακής της επεκτάσεως ή η Μεγάλη Βρετανία που θεωρούσε ότι η αποικιακή εξάπλωση και εν συνεχεία διακυβέρνηση ήταν the white man’s burden. Η διαφορά όμως μεταξύ των χωρών αυτών και της Τουρκίας είναι ότι οι άλλες χώρες, μετά την λήξη των αποικιακών τους περιόδων, δεν καλλιέργησαν μεταξύ του πληθυσμού τους την αντίληψη ότι θα ήταν πολύ καλύτερα γιά τις –αφρικανικές, ασιατικές κλπ.- τέως αποικίες τους άν είχαν παραμείνει υπό την δική τους διακυβέρνηση. Το κατ’ εξοχήν υπόδειγμα πολυεθνικής Αυτοκρατορίας, η Αυστρο-Ουγγαρία, ουδέποτε διενοήθη μετά την διάλυσή της να προβάλει στους γείτονές της τα αγαθά της άλλοτε υποτέλειάς τους.

Η Τουρκία όμως συστηματικά καλλιεργεί μεταξύ των υπηκόων της –και όχι μόνον- την αντίληψη αυτή. Τούτο είναι, μέχρις ενός σημείου, φυσικό. Μετά την ανατροπή του Σουλτάνου και του Χαλιφάτου και την δημιουργία της Τουρκικής Δημοκρατίας, προβλήθηκε η θεωρία ότι το νέο κράτος αποτελούσε κάτι το τελείως διαφορετικό απο την προηγηθείσα διεφθαρμένη και θλιβερή Αυτοκρατορία. Η κατασκευή όμως αυτή δεν μπορούσε να ισχύσει επι μακρόν, κυρίως προκειμένου περι ενός άκρως εθνικιστικού λαού όπως οι Τούρκοι, γιατί το μόνο που του προσέφερε ως ιστορικό υπόβαθρο ήταν η νίκη επί της Ελλάδος το 1922. Συνεπώς, γρήγορα η Τουρκία ανεζήτησε τις ρίζες και, φυσιολογικά, ανέτρεξε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σαν προκάτοχό της στην κρατική υπόσταση.

Η ίδια όμως άκραία εθνικιστική τοποθέτηση της Τουρκίας που τήν ξανασυνέδεσε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχα σαν αποτέλεσμα να υπερ-ωραιοποιήσει την ιστορία της και να δημιουργήσει στη φαντασία της το κατασκεύασμα μιάς παναγάθου και καταδεκτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η βαθμιαία παρακμή και διαφθορά της αναγνωρίζονται, αλλά σε μεγάλο βαθμό αποδίδονται στις ζηλόφθονες άλλες μεγάλες δυνάμεις.

Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι η επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η διαδοχική κατάκτηση πλειάδος ξένων λαών, θεωρείται από τους Τούρκους ως μία φυσιολογική εξέλιξη γιά την οποία δεν έχουν τοπν παραμικρό λόγο να απολογηθούν. Μένουν μάλιστα ειλικρινώς κατάπληκτοι όταν βλέπουν ότι οι τρίτοι δεν συμμερίζονται την αντίληψη τους αυτή των πραγμάτων. Δείξτε σε ένα τούρκο το άγαλμα στη Γέφυρα του Καρόλου στην Πράγα που αναπαριστά έναν ιππότη που καρφώνει με τη λόγχη του τον Τούρκο και δεν θα καταλάβει το γιατί.

Οι Τούρκοι πιστεύουν ότι είχαν άνωθεν το δικαίωμα να επεκταθούν και να κατακτήσουν. ΄Οταν έλλην φοιτητής στη Βιέννη έδειξε σε Τούρκο συμφοιτητή του αναθηματική στήλη σρην πλατεία ενός χωριού όπου ανεγράφετο « Το σωτήριον έτος .... άπας ο άρρην πληθυσμός του χωρίου εσφαγιασθη στο σημείο αυτό υπό του βαρβάρου Τούρκου εισβολέως», ο Τούρκος ειλικρινώς έμεινε αποσβολωμένος. «Γιατί γράφουν τέτοια πράγματα», παραπονέθηκε. Στην παρατήρηση του Ελληνα «καλά, κ’εσείς τι θέλατε εδω», η αφοπλιστική απάντηση ήταν «Τι ήθελες, να μείνουμε γιά πάντα στις στέππες της Κεντρικής Ασίας».

Η αντίληψη, λοιπόν, περί της ευεργετικής παρουσίας και επιρροής της Pax Ottomana στους λαούς της Αυτπκρατορίας είναι βαθύτατα ριζωμένη στην αντίληψη των Τούρκων. Ο ίδιος ο όρος Pax Ottomana, κατ΄απομίμηση του όρου Pax Romana, δεν μπορεί να θεωρηθή δόκιμος και χρησιμοποιείται αποκλειστικά από ίστορικούς –τούρκους ως επί το πλείστον- που αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερα θετικό βλέμμα την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτό όμως δεν έχει τόσο σημασία γιά τους τούρκους γράφοντες.

Αυτή είναι λοιπόν η κατάσταση. Η Τουρκία, βαθύτατα ποτισμένη από τις αυταπάτες της περί της ευεργετικής επιρροής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στους υποδούλους λαούς, δεν είναι σε θέση να αντιληφθή ότι οι αμέσως ενδιαφερόμενοι μπορεί να έχουν διαφορετική αντίληψη. Θυμάμαι πάντα μία εκδρομή σε ένα χωριό στην Ουγγαρία, με τον Τούρκο και τον Ούγγρο συνάδελφο. Είπα ότι η όλη περιοχή ήταν πανέμορφή και έδειχνε πολύ ανεπτυγμένη και ο Ούγγρος σχολίασε ξερά ότι ήταν η μόνη από τις περιοχές της χώρας του που ουδέποτε είχαν διατελέσει υπό Οθωμανικό ζυγό. Ο Τούρκος συνάδελφος δεν ήξερε τι να πεί.

Είναι δύσκολο να συνεννοηθεί κανείς με μία χώρα που θεωρεί ότι η επικυριαρχία της αποτελούσε γιά τους υποτελείς μείζον αγαθό. Και που πιστεύει ότι οι διμερείς σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών ήσαν αδιατάρακτες μόνον όσο υφίστατο –και επειδή υφίστατο- μεταξύ των δύο σχέσις αυθέντου προς υπόδουλον. Καλόν είναι μόνον να μή διατηρούμε αυταπάτες ως προς τις προθέσεις και τις σκέψεις της ετέρας πλευράς. Αν εθελοτυφλούμε, διακυβεύουμε όσα έχουμε αποκτήσει. 


*Ο Δημ. Νεζερίτης γεννήθηκε το 1940. Στο Υπουργείο Εξωτερικών μπήκε το 1966 και υπηρέτησε μεταξύ άλλων σε Λευκωσία, Βόννη και Μ.Α. ΟΗΕ. Ως Πρέσβυς διετέλεσε Διευθυντής Γραφείου Υπουργού, Μον. Αντιπρόσωπος στον ΟΑΣΕ και Πρέσβυς σε Αγκυρα και Βερολίνο. Αφού αφυπηρέτησε διετέλεσε γιά δύο χρόνια Αν. Γεν. Διευθυντής στο ΕΠΥΕΘΑ του Υπουργείου Εθν. Αμύνης.
ΠΗΓΗ diplomatikoperiskopio.com