Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Πως οι ΗΠΑ «έκτισαν» το δημόσιο χρέος τους.



Μέρες μόνο πριν από την προγραμματισμένη στάση πληρωμών της κυβέρνησης των ΗΠΑ, μαίνεται ο ανοικτός πόλεμος μεταξύ των δύο πολιτικών κομμάτων, με στόχο την προεδρία της Αμερικής στις εκλογές του 2012.




Οι ρεπουπλικάνοι στην σταυροφορία τους εναντίον του Ομπάμα, διακινδυνεύουν, δια της απίστευτης αδιαλλαξίας τους, την ασφάλεια της αμερικανικής και της παγκόσμιας οικονομίας προσπαθώντας να ενοχοποιήσουν τον Ομπάμα με το πρόβλημα του αμερικανικού χρέους, το οποίον, σχεδόν...
καθ΄ολοκληρίαν, οφείλεται στην καταστροφική πολιτική της οχτάχρονης προεδρίας του Μπους, και των αποτελεσμάτων της.

Και δυστυχώς, λόγω της σοβαρής έλλειψης πολιτικής νοημοσύνης, και ενδιαφέροντος, της πλειοψηφίας του αμερικανικού λαού, και την, αντιθέτως, εξόχως αποτελεσματική πολιτική χειραγωγία που ασκείται από το αμερικανικό, αλλά παγκοσμιοποιημένο, κεφάλαιο, ο αμερικανικός λαός άρεται και φέρεται, με παράδειγμα το τελευταίο κίνημα του Πάρτυ του Σταγιού, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο του πολιτικού πανζουρλισμού στο Κογκρέσο, και που οδηγεί την Αμερική σε επιλεκτική χρεοκοπία την επόμενη εβδομάδα.

Κανείς δεν ξέρει πως και που θα καταλείξει αυτή η ιστορία. Αλλά αξίζει να σκιαγραφούν μερικά κρίσιμα σημεία της αμερικανικής πολιτικής την τελευταία δεκαετία, που εξηγούν κάπως, πως και γιατί η πλουσιώτερη και ισχυρότερη χώρα του κόσμου, έφτασε να πλησιάσει την Ελλάδα στην δημοσιονομική και πολιτική ανεπάρκεια..........................

 Το 2000, στο τελευταίο έτος της οκτάχρονης προεδρίας του δημοκρατικού Μπιλ Κλίντον, το αμερικανικό δημόσιο χρέος ήταν μόλις, 5,3 τρισεκατομμύρια δολάρια, εν αντιθέσει με το σημερινό χρέος των 14,3 τρις, που αντιστοιχεί περίπου στα 100% του αμερικανικού ΑΕΠ. Η αμερικανική οικονομία το 2000 ανθούσε, καθοδηγημένη από ένα μείγμα συντηρητικών, σαν τον Άλαν Γκρίνσπαν, και φιλελεύθερων οικονομικών «συμβούλων», σαν τον Τζόζεφ Στίγκλιτζ. Ο αμερικανικός ισολογισμός έβγαζε σοβαρά πλεονάσματα κάθε χρόνο, και διάφοροι οικονομολόγοι συζητούσαν με πολύ ενδιαφέρον την προοπτική, ότι, εάν η αμερικανική οικονομία συνέχιζε με παρόμοιους ρυθμούς και πολιτικές, στα επόμενα δέκα χρόνια, δηλαδή, το 2010, οι ΗΠΑ θα είχαν αποπληρώσει όλο το δημόσιο χρέος των 5.3 τρις δολαρίων.


Αλλά η ιστορία αντιστράφηκε, και ήρθαν τα πάνω κάτω, και, (για τους θαμώνες των παγκοσμίων μυστικών κεφαλαιοκρατικών συνομοσιών), μία σειρά πολιτικών και οικονομικών γεγονότων έπαιξαν καθοριστικό ρόλο ώστε οι ΗΠΑ να βρίσκονται, σήμερα, σε ηγετικό ρόλο ανάμεσα στα κράτη που κινδυνεύουν από τις χρηματοπιστωτικές αγορές.


Πίσω στις αρχές του 2000!
Η επιτυχημένη προεδρία του Κλίντον έδινε το προεκλογικό προβάδισμα στον αντιπρόεδρό του, Άλαν Γκορ, έναν σοβαρό, αλλά μη χαρισματικό προεδρικό υποψήφιο. Ανάμεσα στους ρεπουμπλικάνους, υπήρχαν διάφοροι σοβαροί υποψήφιοι, ανάμεσα στους οποίους έλαμπε η Ελίζαμπεθ Ντόουλ, γυναίκα γερουσιαστή και πρώην προεδρικού υποψηφίου, ενώ, ο Τζόρτζ Μπούς, σαν υποψήφιος, δεν έχαιρε μεγάλης εκτίμησης η δημοτικότητας. Αλλά, στην αρχή της κρίσιμης τελικής προεδρικής εκστρατείας, βρέθηκε ο Μπούς να έχει πολλαπλάσια λεφτά για τις προεκλογικές δαπάνες, από τους άλλους ρεπουμπλικάνους υποψηφίους, στο ύψος περίπου των 100 εκατομμυρίων δολαρίων, και εύκολα επικράτησε των άλλων ρεπουμπλικάνων υποψηφίων, για να αναμετρηθεί με τον Γκόρ για την προεδρία. Η προεδρικές εκλογές του 2010 έμειναν αρνητικά ιστορικές, γιατί το αποτέλεσμα κρίθηκε από εκατοντάδες ψήφους της πολιτείας της Φλόριδας, και ελέω της απόφασης της συντηρητικής πλειοψηφίας του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αμερικής, το οποίο απαγόρευσε την επαναμέτρηση των ψήφων και ουσιαστικά «ανακύρηξε» τον Μπους σαν πρόεδρο της Αμερικής, ενώ η μετέπειτα ανεπίσημη επαναμέτρηση των ψήφων, έδωσε την τελική, αλλά μάταια, νίκη στον δημοκρατικό υποψήφιο, Γκόρ.


Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Μπούς, σαν πρόεδρος, ήταν να μειώσει τους φόρους, σε χτωχούς και πλουσίους, υποστηρίζοντας, λαικιστικά, ότι τα λεφτά, που κρατούσε η κυβέρνηση σε μορφή πλεονασμάτων του ισολογισμού, ανήκαν στον λαό. Το κόστος στο δημόσιο ισολογισμό της φορολογικής μείωσης που επέβαλε ο Μπους για την επόμενη δεκαετία ήταν 2 τρις δολάρια, με το ένα τρις να πηγαίνει στις τσέπες του 1% των πλουσιοτέων αμερικανών, και το άλλο 1 τρις στο υπόλοιπο πληθυσμό. Έτσι βλέπουμε ότι η προεκλογική επένδυση των 100 εκατομμυρίων δολαρίων στην προεκλογική εκστρατεία του Τζόρτζ Μπούς, είχε αποφέρει άμεσα κέρδη ενός τρισεκατομμυρίου στην κεφαλαιοκρατική ηγεσία. Μιλάμε δηλαδή, ότι η επένδυση ενός προεκλογικού δολαρίου στην εκστρατεία του Μπους, επέφερε κέρδος 10,000 δολαρίων στα επόμενα δέκα χρόνια στον κάθε επενδυτή, η 1,000 δολάρια κάθε χρόνο για την επόμενη δεκαετία. Έτσι βλέπει κανείς, γιατί το αμερικανικό κεφάλαιο αγαπάει την πολιτική τόσο πολύ, και γιατί φροντίζει να διατηρεί τόσες στενές σχέσεις με όλους τους πολιτικούς, μεταξύ των οποίων, ο Μπους ο νεώτερος ήταν ένα πραγματικό αστέρι. (Αμερικανικό δημόσιο χρέος 1 τρις επιπλέον)


Το δεύτερο πολιτικό επίτευγμα του Μπους στην οκταετή προεδρία του ήταν η επέκταση της κάλυψης της φαρμακολογικής ασφάλειας για τους συνταξιούχους, φροντίζοντας όμως να συμπεριλάβει στον σχετικό νόμο, την πλήρη απαγόρευση για το αμερικανικό δημόσιο να διαπραγματεύεται τις τιμές αυτών των φαρμάκων με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις φαρμάκων. Ο νομπελίστας οικονομολόγος Στίγκλιτς υπολογίζει το κόστος στο δημόσιο, αυτής και μόνο της παραγράφου, σε 1 τρις για μία δεκαετία. (Αμερικανικό δημόσιο χρέος 1 τρις επιπλέον)


Μετά την καταστροφή των Πύργων από την Αλ Κάιντα, ο Μπούς ξεκίνησε ένα αναιμικό, αλλά δαπανηρό, πόλεμο εναντίον του Αφγανιστάν, ο οποίος διακρίθηκε δια της αποτυχίας να συλληφθεί ο Οσάμα Μπίν Λάντεν, και ένα πολύ δαπανηρότερο, και εξ ίσου αναποτελεσματικό πόλεμο εναντίον του Ιράκ. Οι δύο πόλεμοι, σύμφωνα με τελευταίους υπολογισμούς, έχουν κοστίσει στο αμερικανικό δημόσιο, πάνω απο 3,5 τρις δολάρια, χωρίς να περιλαμβάνεται ένα τρις παραπάνω για το κόστος των επιτοκίων για τα επόμενα δέκα χρόνια. (Αμερικανικό δημόσιο χρέος 3.5 τρις επιπλέον).


Παρόλο που η κυβέρνηση του Μπους υποσχότανε ότι ο πόλεμος στο Ιράκ δεν θα κόστιζε τίποτα στον αμερικανό πολίτη, ο αρχηγός της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, ο Άλαν Γκρίνσπαν, που γνώριζε την πραγματικότητα, κράτησε τα αμερικανικά επιτόκια εξαιρετικά χαμηλά, για ένα υπερβολικό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα ότι μέσα στα πρώτα έξι χρόνια, η αμερικανική κτηματογορά σχεδόν διπλασιάστηκε σε συνολική αξία. Με την ευκολία δανεισμού για την απόκτηση, η την αναδιαπραγμάτευση, στεγαστικών δανείων, δισεκατομμύρια δολάρια δημιουργήθηκαν, από το τίποτα, από τις αυξημένες αξίες σπιτιών. Αυτά τα δολάρια μπαίναν στην αμερικανική αγορά, υπό μορφήν ιδιωτικών δανείων, και συντηρούσαν την αμερικανική κατανάλωση, και την αμερικανική οικονομία, σε συνεχή μεγάλα ύψη. Έτσι και μόνο, για τα πρώτα έξι χρόνια της προεδρίας του Μπους, μπόρεσε η αμερικανική οικονομία να συντηρεί μία δραστική μείωση της φορολογίας ταυτόχρονα με τα τεράστια έξοδα δύο μεγάλων πολέμων, χωρίς ο μέσος αμερικανός πολίτης να υποφέρει σχεδόν καθόλου.


Αλλά μετά έσκασε η φούσκα των αμερικανικών στεγαστικών δανέιων, και άρχισε η καταστροφή της αμερικανικής οικονομίας το 2007-2008. Σκάζοντας, η στεγαστική φούσκα στην Αμερική, αφαίρεσε, δια της άγριας πτώσης των τιμών ακινήτων, όλα τα «εικονικά» λεφτά που είχαν εισβάλει στην καταναλωτική και τραπεζική αγορά. Οι καταναλωτές δεν είχαν πλέον το ρευστό να καταναλώσουν, και οι τράπεζες, μείνανε φορτωμένες με τα τοξικά δάνεια των ακινήτων. Το σκάσιμο αυτής της φούσκας είχε σαν αποτέλεσμα ότι έως και 3 τρις δολάρια εξαφανιστηκαν από την αμερικανική οικονομίαμ προκαλώντας φυσικά μία ανάλογη μείωση στις φορολογικές εισπράξεις του κράτους, και στην συνεχιζόμενη ύφεση της αμερικανικής οικονομίας, με αποτέλεσμα τη ποσοστιαία γιγάντωση του δημοσίου χρέους.


Ενώ όλοι στην αμερικανική κεφαλαιοκρατική και πολιτική ηγεσία υποστήριξαν ότι ξαφνιάστηκαν από το σκάσιμο της φούσκας, δεν πιστεύω ότι ήταν τυχαίο, ότι το 2006, το έτος, που τα πρώτα απειλητικά νέφη φάνηκαν στην αμερικανική οικονομία, η κυβέρνηση Μπους έκανε δύο ηγετικές αλλαγές, που επρόκειτο να αποτελέσουν το κρίσιμο δίδυμο ηγεσίας στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης τον Φθινόπωρο του 2008. Η μία αλλαγή ήταν η επιλογή του Μπέν Μπερνάνκη, στην αρχηγεία της Fed, γιατί ήταν η παγκόσμια αυθεντία στην σπουδή της Μεγάλης Ύφεσης, στην Αμερική, του 1929. Η δεύτερη αλλαγή ήταν η επιλογή του αρχηγού της Goldman Sachs, του Χένρη Πόλσον, σαν υπουργό οικονομικών της αμερικανικής κυβέρνησης. Αυτές οι δύο επιλογές, στο μεταίχμιο της κρίσης το 2010, φρόντισαν δύο κύρια προβλήματα της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας. Ο Μπερνάνκη φρόντισε να μη καταστραφεί το καπιταλιστικό σύστημα, ο δε Πόλσον, φρόντισε η Wall Street και τα άλλα διεθνή κεφάλαια, βλέπε Deutsche Bank, κ.α., να βγούν από την κρίση χωρίς καμμία απώλεια.


Έτσι βλέπουμε απίστευτες πολιτικές καταστάσεις, εκείνο το Φθινόπωρο του 2008, όπως ο Πόλσον, επί κυβερνήσεως Μπους, να παρουσιάζεται στο Κογκρέσο, για να ζητήσει 700 δις δολλάρια για το αμερικανικό και διεθνές τραπεζικό σύστημα, με ένα μνημόνιο τεσσάρων (!) σελίδων, το οποίο απαιτούσε από την αμερικανική κυβέρνηση να δώσει αυτό το ποσό στις τράπεζες χωρίς κανένα συμβόλαιο, χωρίς καμμία απαίτηση για τις τράπεζες και χωρίς κανένα έλεγχο για το που θα πάνε αυτά τα λεφτά και πως θα χρησιμοποιηθούν.


Μετά από αυτό, έρχεται ο Ομπάμα, και συνεχίζει την παροχή μεγάλων ποσών για την διάσωση της οικονομίας. 700 δις για την αναιμική αναστήλωση της εργασίας, εκατοντάδες δις για την πολυεθνική ασφαλιστική εταιρεία, AIG, η οποία είναι «τόσο μεγάλη που δεν επιτρέπεται να αποτύχει». Το ίδιο και για την General Motors και την Chrysler. Και ο δημοκρατικός πρόεδρος Ομπάμα, στην προσπάθεια του να διασώσει τον καπιταλισμό, και την αμερικανική οικονομία, μεγαλώνει το αμερικανικό δημόσιο χρέος κατά τρία παραπάνω δίς.


Και έρχεται τώρα το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, ξεδιάντροπα, και ξεκινάει εκστρατεία εναντίον του Δημοκρατικού κόμματος, κατηρογώντας το ότι μεγαλώνει το δημόσιο χρέος. Αλλά, όπως ξέρουμε, όποιος πληρώνει, ελέγχει τον πολιτικό διάλογο...
Nτ.Kouτσoλιoύτσoς

greece-salonika.blogspot