Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

H "νέα Ρώμη" δεν έγινε νέα Ελλάδα

-τουλάχιστο προς το παρόν / του Τίμοθι Γκάρτον Ας
The new Rome is not the new Greece yet, but the US must look to its laurels
©The Guardian
Να λοιπόν που ζήσαμε άλλη μια επέτειο της 4ης Ιουλίου, «ημέρας της ανεξαρτησίας». Όπως όλοι γνωρίζουμε, εδώ και δεκαπέντε χρόνια η Γη δέχθηκε μια επίθεση εξωγήινων που κατέφτασαν με πελώριους ιπτάμενους δίσκους, αλλά αποκρούστηκαν χάρη στην εφευρετικότητα, το αδάμαστο θάρρος και τον ηρωισμό του αμερικανικού στρατού, που ηγήθηκε μιας παγκόσμιας «συμμαχίας των προθύμων». Στις 4 Ιουλίου, ο πρόεδρος Τόμας Τζ. Ουίτμορ (Thomas J Whitmore) δήλωσε πως στο εξής η ημέρα αυτή θα εορτάζεται ως «ημέρα της ανεξαρτησίας» όχι πλέον μόνον των ΗΠΑ, αλλά ολόκληρου του κόσμου. Ένας κριτικός χαρακτήρισε την ομιλία του ως «την πλέον εκπληκτικά πομπώδη κενολογία στην ιστορία του Χόλυγουντ», πράγμα που λέει πολλά, αν αναλογιστεί κανείς το επίπεδο του συναγωνισμού.

Ήταν απλά μια ταινία, φυσικά, αλλά η κινηματογραφική επιτυχία του 1996 ήταν επίσης τεκμήριο της εποχής της. Ήταν μια στιγμή όπου η Αμερική φαινόταν να κυριαρχεί και να είναι εξίσου πανίσχυρη και ακαταμάχητη στην αληθινή ζωή όπως και στις ταινίες. Ήταν η Νέα Ρώμη, ο Προμηθέας που είχε σπάσει τα δεσμά του. Διέθετε τον πιο ισχυρό στρατό που είχε ποτέ δει η ανθρωπότητα· ήταν η μόνη υπερδύναμη, που δέσποζε στον πυρήνα του μονοπολικού κόσμου.

Πόσο μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα σε δεκαπέντε χρόνια! Έκτοτε ο ισχυρότερος στρατός του κόσμου διεξήγαγε δύο μείζονες πολέμους, στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Πουθενά δε νίκησε καθαρά. Το Ιράκ, που μονοπώλησε τις αντιπαραθέσεις στις ΗΠΑ για τόσο πολύ καιρό, σήμερα έχει ξεχαστεί από τα μίντια. «Είναι ιστορία», με τον τρόπο που χρησιμοποιούν οι Αμερικανοί την φράση.

Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν δεν τέλειωσε ακόμα. Η πρόσφατη ..................
επίθεση αυτοκτονίας στο «Ιντερκοντινένταλ» της Καμπούλ αποκαλύπτει πόσο πολύ απέχει η χώρα αυτή από το να έχει εξασφαλίσει τις βασικές ελευθερίες, πόσο μάλλον τη λειτουργία μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αλλά παρά τις ενστάσεις των ανώτερων στρατιωτικών, ο Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama) δήλωσε πως η αποχώρηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων θα συνεχιστεί, σύμφωνα με το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα. Η Αμερική, δήλωσε, χρειάζεται να συγκεντρωθεί στην «εθνική οικοδόμηση» των ίδιων των ΗΠΑ. Οι περισσότεροι Αμερικανοί συμφωνούν μαζί του. Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του ινστιτούτου «πιου» το 56% των Αμερικανών πιστεύουν στον επαναπατρισμό των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, όσο το δυνατό ταχύτερα. Πρόσφατα, ένα μπλογκ συνέκρινε τον Ομπάμα με έναν άλλον ηγέτη που προκειμένου να επικεντρωθεί στην οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της πατρίδας του, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το Αφγανιστάν μετά από μια δεκαετία ένοπλης επέμβασης στη χώρα αυτή: ο Αμερικανός πρόεδρος αποκλήθηκε «Μπάρακ Γκορμπατσόφ».

Εντάξει, συγκρατηθείτε. Το να συγκρίνει κανείς τις ΗΠΑ του 2011 με τη Σοβιετική Ένωση του 1988 σημαίνει πως παραβλέπει τις πελώριες διαφορές μεταξύ τους. Ορθότερη μάλλον θα ήταν μια σύγκριση των σημερινών ΗΠΑ με τη Βρετανία του 1911. Όπως και να 'ναι, είναι σαφές πως οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν πλέον τη δική τους εκδοχή των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων που τείνουν να συσσωρεύονται όταν μια χώρα έχει υπάρξει υπερδύναμη για κάμποσο καιρό.

Καμιά φορά σκέφτομαι πως το μόνο πρόβλημα με το διάσημο βιβλίο του Πολ Κένεντι (Paul Kennedy) «άνοδος και πτώση των μεγάλων δυνάμεων» είναι πως εκδόθηκε ένα τέταρτο του αιώνα νωρίτερα απ' ότι έπρεπε κι ασχολήθηκε με τη λάθος αναδυόμενη υπερδύναμη. Εμφανίστηκε το 1987, λίγο πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη καταβύθιση της Ιαπωνίας σε μια δεκαετία οικονομικής στασιμότητας, οπότε εύκολα απαξιώθηκε από τους υπεραισιόδοξους Αμερικανούς ως άσκηση καταστροφολογίας. Αλλά φανταστείτε να είχε εκδοθεί φέτος και να επέλεγε ως ανερχόμενη υπερδύναμη την Κίνα.

Οι ΗΠΑ πάσχουν από πολλά από τα προβλήματα «υπερεκτίμησης» των δυνάμεών τους που περιγράφει ο Κένεντι στο βιβλίο του. Το κόστος των πολέμων στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, αλλά και των άλλων στρατιωτικών επιχειρήσεων που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου, εκτιμάται σε σημερινές τιμές ως σχεδόν τετραπλάσιο του κόστους της εμπλοκής των ΗΠΑ στο Β' παγκόσμιο πόλεμο. Λόγω της εκπληκτικής μεγέθυνσης της αμερικανικής οικονομίας που μεσολάβησε, το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει πολύ μικρότερο ποσοστό επί του ΑΕΠ: 1.2% το 2008, έναντι 35.8% το 1945. Αλλά η δεκαετία της στρατιωτικής επέμβασης σε ολόκληρο τον κόσμο, στις οποίες αρχικά οι ΗΠΑ σύρθηκαν από τον Οσάμα Μπιν Λάντεν (Osama bin Laden), αλλά στη συνέχεια επέλεξαν να κλιμακώσουν, εισβάλλοντας στο Ιράκ, καταβρόχθισε πολύ μεγαλύτερο μερίδιο του χρόνου, του ενδιαφέροντος και της ενέργειας των Αμερικανών. Ακόμα και στις περιπτώσεις που η Ουάσινγκτον θα προτιμούσε να μην αναμειχθεί σε κάποια σύγκρουση, όπως στη Λιβύη, σήμερα κατά κάποιο τρόπο σύρεται σε αυτές, παίζοντας το ρόλο, ούτως ειπείν, του στρατιωτικού «δανειστή της υστάτης στιγμής».

Πέραν την στρατηγικής υπερεκτίμησης των δυνάμεών τους, οι ΗΠΑ πάσχουν και από υπερεκτίμηση της ικανότητάς τους να παράσχουν κράτος πρόνοιας. Στον τομέα αυτόν, οι διαφορές μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης είναι πολύ μικρότερες απ' όσο φαντάζονται οι περισσότεροι άνθρωποι εκατέρωθεν του Ατλαντικού. Οι αυτοεικόνες μας διαφέρουν πολύ περισσότερο από τις πραγματικότητές μας. Σύμφωνα με τον Πίτερ Όρζαγκ (Peter Orszag), άλλοτε διευθυντή του «γραφείου διαχείρισης του προϋπολογισμού» στο Λευκό Οίκο, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη («μεντικέιρ», «μεντικέιντ») και η κοινωνική ασφάλιση, θα απαιτούν ως το 2015 το μισό του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού. Το άλλο μισό θα δαπανάται ως επί το πλείστον στην εξυπηρέτηση του πελώριου δημόσιου χρέους της χώρας και σε άλλες τρέχουσες δαπάνες, από τις οποίες οι μισές θα αφορούν την εθνική άμυνα. Ορισμένες πολιτείες σαν της Καλιφόρνια, εμφανίζουν πολύ πιο απελπιστική δημοσιονομική εικόνα.

Αυτό συνεπάγεται δραματικές περικοπές των δαπανών, σε μια στιγμή όμως που οι υποδομές της χώρας έχουν εμφανή τα σημάδια της μακρόχρονης παραμέλησής τους. Κάθε φορά που επισκέπτομαι τις ΗΠΑ, εντυπωσιάζομαι από τα έκδηλα σημάδια της προϊούσας παρακμής τους.

Πέραν από τις λακκούβες στους δρόμους, υπάρχουν πολύ σημαντικότερα προβλήματα, όπως η ανεπάρκεια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι ΗΠΑ πολύ απέχουν από το να πρωταγωνιστούν όσον αφορά τους δείκτες σχολικής επίδοσης που δημοσιεύει ο ΟΟΣΑ, καθώς στις σχετικές κατατάξεις βρίσκονται κάπου στη μέση. Μόνο τα πανεπιστήμιά τους εξακολουθούν να είναι απαράμιλλα.

Αν θέλει να αντιμετωπίσει αυτά τα βαθιά διαρθρωτικά της προβλήματα, η Αμερική θα χρειαστεί έντονη και διακομματική πολιτική παρέμβαση. Ως προς αυτό, συμφωνούν σχεδόν οι πάντες. Αυτό εξάλλου ακριβώς υποσχέθηκε ο ίδιος ο Ομπάμα στη σύντομη, αλλά αλησμόνητη, «άνοιξη» του 2008-2009. Και αυτό έχει προς το παρόν αποτύχει να υλοποιήσει, εν μέρει λόγω δικών του ανεπαρκειών, αλλά κυρίως διότι θα χρειαζόταν ένας ντοπαρισμένος Αμερικανός Γκορμπατσόφ για να μπορέσει να σπάσει την ακραία πολιτική πόλωση της χώρας και το ακινητοποιημένο πολιτικό της σύστημα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν παύει να εκφράζει τη θλίψη του για το τελευταίο σύμπτωμα της πολιτικής παθογένειας των ΗΠΑ: την κομματική σύγκρουση για την αύξηση του ορίου δανεισμού της χώρας. Τα εμπόδια για την επίτευξη συμφωνίας βρίσκονται τόσο στην Ουάσινγκτον, ιδίως στην πλειοψηφία της γερουσίας, αλλά και σε πολυάριθμες πολιτείες. Ο θαυμαστός, συνταγματικά κατοχυρωμένος, μηχανισμός «λογοδοσιών και αντισταθμισμάτων», που στόχευε να αποτρέψει την επιστροφή της τυραννίας, κατάντησε ένα σύστημα που καθιστά τη μεταρρύθμιση σχεδόν εξίσου δύσκολη με την επανάσταση.

Αλλά κι αυτό μας είναι ήδη γνωστό από την ιστορία. Συν τω χρόνω οι υπερδυνάμεις αποκτούν δυσλειτουργίες, με τις οποίες μπορούν για κάμποσο καιρό να συμβιώνουν, λόγω της υπεροχής τους σε πλούτο και ισχύ, πάνω-κάτω όπως ένας πανίσχυρος αθλητής έχει την πολυτέλεια να αγνοεί κάποιες τεχνικές του ατέλειες. Αλλά όταν οι δυνάμεις σου μειώνονται, βρίσκεσαι έξαφνα στην ανάγκη να καταφύγεις στην τεχνική, και τότε ίσως να ανακαλύψεις πως δεν μπορείς πια να διορθωθείς. Πέραν δε της τεχνικής, πολύ σημαντική είναι κι η αυτοπεποίθηση. Αλλά σήμερα, η πατροπαράδοτη αμερικανική αισιοδοξία του «μπορεί να γίνει!» τρεκλίζει. Ακόμα και οι πιο διαπρύσιοι κήρυκες της «αμερικανικής μοναδικότητας» πλήττονται από τη περιρρέουσα απαισιοδοξία. «Μου ραγίζει την καρδιά να βλέπω αυτό το έθνος βασικά να χάνεται στην άβυσσο» θρηνεί ο Γκλεν Μπεκ (Glenn Beck).

Φυσικά άλλοι τα πάνε ακόμα χειρότερα. Η Νέα Ρώμη δεν έχει ακόμα καταντήσει νέα Ελλάδα. Αλλά ίσως μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) να αναπτύσσεται σταδιακά ένα είδος ανταγωνιστικής παρακμής. Η Αμερική ίσως να έχει ακόμα τα περιθώρια να αντιδράσει. Πάντως άκουσα από ένα Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή, και όχι ένα Δημοκρατικό, να μου λέει πέρσι πως «αυτή η χώρα θα γίνει σαν την Ελλάδα -με τη διαφορά πως εμείς δε θα έχουμε καμιά ΕΕ να μας σώσει». Το ότι οι Αμερικάνοι σταδιακά συνειδητοποιούν σε ποια τρύπα έχουν πέσει, είναι προφανώς θετικό. Λιγότερο ενθαρρυντικό είναι πως δε βρίσκουν τρόπο να συμφωνήσουν πώς να βγουν από εκεί.
Ο Timothy Garton Ash είναι καθηγητής ευρωπαϊκής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και αρθρογραφεί τακτικά στην «γκάρντιαν»
ppol