Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Η εποχή των εξεγέρσεων ή το απόγειο του οικονομικού εγωτισμού της δύσης


της Ιζαμπέλ Μπενίξ    
©Le Monde

Από το 
πρώτο πετρελαϊκό σοκ του 1973, άνοιξε για τη δύση η εποχή της «καταστροφικής (σχεδόν) τεσσαρακονταετίας» με τη μορφή της ύφεσης, της υπανάπτυξης, ακόμα και της αποανάπτυξης. Είτε πρόκειται περί του κλεισίματος ενός οικονομικού κύκλου, είτε περί μιας μόνιμης κρίσης, είναι σαφές πως γινόμαστε μάρτυρες μιας εκτεταμένης αδράνειας και παραίτησης στους πληθυσμούς της δύσης, αλλά και τους πολιτικούς τους ταγούς.

Από οικονομική άποψη, οι κοινωνίες μας προετοιμάζονται για την κρίση εδώ και μια δεκαετία,καταφεύγοντας στις ασφαλέστερες δυνατές επενδύσεις. Από τη δεκαετία του '50, παρευρισκόμαστε παθητικά στην κατανάλωση ενός κόσμου τιμολογημένου, στο απόλυτο καταναλωτικό όραμα. Που ασφαλώς καλύπτει ένα βαθύ κενό. Λείπει πλέον η θεωρητική ή θεολογική πίστη σε έναν καλύτερο κόσμο, ενώ για την πλειοψηφία των συμπολιτών μας ο θάνατος ισοδυναμεί με το οριστικό τέλος. Τα πάντα είναι σε τελική ανάλυση τραγικά την ίδια ώρα που τίποτα δεν είναι πραγματικά σοβαρό. Οπότε το μόνο που μένει είναι να ευχαριστιόμαστε όσο μπορούμε περισσότερο και να πληρώνουμε όσο το δυνατό λιγότερο.

Από εκπαιδευτική άποψη, η επιτυχία των ριάλιτι σόου και η ανάπτυξη των κουτσομπολίστικων περιοδικών δείχνει πως οι πολιτικές της γενίκευσης της εκπαίδευσης απέτυχαν. Το διανοητικό κενό πλέον καθησυχάζει το δυτικό άνθρωπο, περισσότερο από όσο τον ανησυχεί. Η ντροπή της άγνοιας εξέλειπε. Οι μιντιακοί ήρωες αποτυπώνουν το ανθρωπολογικό ιδεώδες του δυτικού ανθρώπου. Η καλλιέργεια θεωρείται πλέον άσχετη με την εξυπνάδα. Το να «ζεις» συνίσταται στο να λησμονείς όσο το δυνατό γρηγορότερα όσα τρομερά αναμεταδίδουν τα μίντια (εξάλλου ο θάνατος και ο πόνος θεωρούνται πια σκάνδαλο) και να απολαμβάνεις τη ζωή, αποδεχόμενός την με όσο το δυνατό μεγαλύτερη αφέλεια, με ευκολία. Το διακύβευμα πλέον δεν είναι ένας άλλος κόσμος, αλλά η συντήρηση τούτου εδώ. Ο δυτικός άνθρωπος αρκείται να επωφελείται της υπάρξεώς του.Οικονομικά αυτό σημαίνει να δουλεύεις «μαύρα» ή να κερδίζεις μεγάλα ποσά και να βρεις έναν τρόπο να πληρώνεις όσο το δυνατό λιγότερο φόρους. Μόνη θρησκεία απέμεινε το ποδόσφαιρο. Η οικογένεια αποσυντίθεται και διευρύνεται ανάλογα με τις σχέσεις. Γιατί; Δίχως άλλο διότι η οικογένεια είναι πηγή περισσότερων μπελάδων, παρά ηδονών και η εργασία δεν αποδίδει, ελλείψει αξιοκρατίας. Τώρα είναι η εποχή που πρέπει να.............................
 είσαι πονηρός, καταφερτζής και να μπορείς να επενδύεις.

Σε ένα τέτοιο σύστημα, η καλλιέργεια δεν προσφέρει κανένα πλεονέκτημα. Είναι αναχρονιστική και αντικαθίσταται ευλόγως από το κεφάλαιο. Μόνο οι τοποθετήσεις κεφαλαίου οδηγούν πια στον πλουτισμό. Ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας που ξεκίνησε από το μηδέν σπανίζει όλο και περισσότερο, ενώ κυριαρχεί η αναπαραγωγή των ελίτ διαμέσου του κεφαλαίου. Παράλληλα ο πολλαπλασιασμός των φορολογικών «παραθύρων» και η φορολογική πολιτική προωθούν την ιδέα πως είναι φυσικό οι πιο πλούσιοι να είναι και οι πιο ευνοημένοι και πως αυτό είναι δίκαιο. Κανείς πια δε θεωρεί την καταβολή των φόρων «ζήτημα τιμής», η «πηγή περηφάνιας». Κανείς δε νοιάζεται να είναι πολίτης. Η φορολογία είναι αντικείμενο περιφρόνησης. Το κράτος γίνεται αντιληπτό σαν ένα άπληστο κτήνος, μη διαχειρίσιμο ή κακοδιαχειρισμένο, από το οποίο επωφελούνται κάποιοι απατεώνες, που οι πάντες θέλουν να το αρμέξουν –ταΐζοντάς το όμως όσο το δυνατό λιγότερο.

Όσο για τις πολιτικές ελίτ, αυτές είναι πλέον εξίσου θύματα (και όχι πια μόνο θύτες) της υπαρξιακής οπτικής που αναπτύσσεται στο δυτικό κόσμο. Οι πολιτικοί ήταν πάντοτε διψασμένοι για εξουσία και για χρήματα -και σαν όλους τους ανθρώπους ήταν επιρρεπείς στις καταχρήσεις. Οι πολιτικοί ουδέποτε ήταν άγιοι, αλλά κανείς τους πια δεν τολμάει να αναφερθεί στο «κοινό καλό» ή να υποσχεθεί, σαν τον Τσόρτσιλ (Churchill), «αίμα, ιδρώτα και δάκρυα». Χωρίς δημοκράτες δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία, αλλά πού πήγαν οι δημοκράτες; Όπως έλεγε και ο Λίνκολν (Lincoln), η δημοκρατία είναι η διακυβέρνηση του λαού, από το λαό, για το λαό. Και κάθε λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν. Ηγέτες που πλέον δεν τολμούν να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα, που προτιμούν να σκορπίζουν υποσχέσεις και όταν βρεθούν στην εξουσία δεν τολμούν να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις. Στο όνομα του λαού κυβερνά η δημαγωγία.

Ο κ. Μορίς Λεβί (Maurice Lévy) υποστηρίζει μια έκτακτη συνεισφορά των πλουσιοτέρων. Δεν είναι ο μόνος. Πρόσφατα ο Ουόρεν Μπάφετ (Warren Buffet) παραπονιόταν πως δεν πληρώνει αρκετούς φόρους... Μεγάλα τμήματα των δυτικών πληθυσμών περνούν στο περιθώριο. Έχουν κατανοήσει σιωπηρά πως προορίζονται να θυσιαστούν στο βωμό του ανταγωνισμού εκ μέρους των αναδυόμενων οικονομιών του νότου. Αλλά θέλουν κι αυτά ένα κομμάτι ευτυχίας, που έτσι που φτιάξαμε τον κόσμο δεν μπορεί παρά να σημαίνει αύξηση της αγοραστικής δύναμης και επίπεδο ζωής τουλάχιστο ίσο με εκείνο της προηγούμενης γενιάς. Τελικά θα ζητήσουν το λογαριασμό, στη συνέχεια να πέσουν κεφάλια και στο τέλος, όταν δε θα τους συγκρατεί πια ούτε η πικρία, ούτε ο φόβος, ούτε η παραίτηση, θα προχωρήσουν σε μια εκλογική επανάσταση στρεφόμενες στα άκρα ή θα συρρεύσουν -και θα ξεσπάσουν βίαια- στους δρόμους.

Ας σπεύσουμε να μεταρρυθμίσουμε, γιατί η αντίστροφη μέτρηση για τη δύση έχει ξεκινήσει.
Η Isabelle Beyneix είναι νομικός
ppol.gr