Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Στη σημερινή κρίση χρέους, η Γερμανία είναι σαν τις ΗΠΑ του 1931







Ουρά ανέργων στο Ανόβερο, το 1931. Στον τοίχο στο βάθος διακρίνεται η επιγραφή «ψηφίστε Χίτλερ






















 / του Φάμπιαν Λίντνερ
H χώρα βρίσκεται στο χείλος της πολιτικής αβύσσου: το κράτος αντιμετωπίζει το φάσμα της χρεοκοπίας και επιβάλει δρακόντεια μέτρα λιτότητας· οι δημόσιοι υπάλληλοι υφίστανται πελώριες περικοπές μισθών και οι φόροι εκτοξεύονται στα ύψη· στους δρόμους, οι άνθρωποι χτυπιούνται μεταξύ τους, ενώ οι τράπεζες καταρρέουν και το διεθνές κεφάλαιο εγκαταλείπει από τη χώρα...

Ελλάδα 2011; Όχι, Γερμανία 1931!

Ο πρωθυπουργός δεν ονομάζεται Λουκάς Παπαδήμος, αλλά Χάινριχ Μπρούνινγκ (HeinrichBrüning). Ο «καγκελάριος της πείνας» περικόπτει κρατικές δαπάνες μέσω διαταγμάτων, αγνοώντας το κοινοβούλιο, ενώ το ΑΕΠ διαρκώς συρρικνώνεται. Δύο χρόνια αργότερα, ο Χίτλερ (Hitler) θα πάρει την εξουσία και οκτώ χρόνια μετά θα ξεκινήσει ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος...

Σήμερα, η πολιτική κατάσταση παραμένει διαφορετική, αλλά οι οικονομικοί παραλληλισμοί είναι εντυπωσιακοί.

Όπως και στις σημερινές χώρες σε κρίση, το βασικό πρόβλημα της Γερμανίας το 1931 ήταν το εξωτερικό της χρέος. Οι ΗΠΑ ήταν ο μεγαλύτερος πιστωτής της Γερμανίας και το γερμανικό χρέος εκφραζόταν σε δολάρια. Από τα μέσα της δεκαετίας του '20, η κυβέρνηση είχε δανειστεί τεράστια ποσά από το εξωτερικό για να καταβάλλει τις πολεμικές της αποζημιώσεις στη Γαλλία και τη Βρετανία. Τη δεκαετία του '20, οι ξένοι δανειστές είχαν επίσης χρηματοδοτήσει την ραγδαία ανάπτυξη της Γερμανίας -την οικονομική άνθηση που ακολούθησε τον υπερπληθωρισμό του 1923. Σαν τις σημερινές κρίσεις στην Ισπανία, την Ιρλανδία και την Ελλάδα, εκείνη της Γερμανίας τη δεκαετία του 1920 είχε προκληθεί από πιστωτική «φούσκα».

 .............................Η «φούσκα» έσκασε όταν οι αμερικανικές χρηματοπιστωτικές αγορές κατέρρευσαν, το 1929. Οι Αμερικανοί επενδυτές και οι τράπεζες των ΗΠΑ επλήγησαν καίρια, έχασαν την αυτοπεποίθησή τους και άρχισαν να αποφεύγουν τις ριψοκίνδυνες επιλογές, ειδικά όσον αφορούσε τις επενδύσεις στην Ευρώπη. Στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ουγγαρία, η ροή κεφαλαίων έξαφνα σταμάτησε. Οι επενδυτές δεν ήθελαν πια «ράιχμαρκ» (το εθνικό νόμισμα της Γερμανίας) αλλά δολάρια, που βέβαια η γερμανική κεντρική τράπεζα (ράιχμπανκ) δεν μπορούσε να τυπώσει. Η Γερμανία υποχρεώθηκε σε μαζική ανάληψη δολαρίων, ειδικά από τα αποθεματικά των γερμανικών τραπεζών, πράγμα που οδήγησε σύντομα σε εξάντληση των νομισματικών αποθεματικών της γερμανικής κεντρικής τράπεζας.

Αναζητώντας απελπισμένα δολάρια, η Γερμανία αναγκάστηκε να μετατρέψει το τεράστιο έλλειμμά της σε πλεόνασμα. Αλλά όπως και στη σημερινή κρίση, η Γερμανία ήταν παγιδευμένη σε ένα σύστημα παγιωμένων συναλλαγματικών ισοτιμιών, τον «κανόνα του χρυσού», και δεν μπορούσε να υποτιμήσει το νόμισμά της. Όσο για την επιλογή της εγκατάλειψης του «κανόνα του χρυσού», ο καγκελάριος Μπρούνινγκ και οι οικονομικοί του σύμβουλοι φοβούνταν πως κάτι τέτοιο θα πυροδοτούσε τον πληθωρισμό και θα αναπαρήγαγε τον υπερπληθωρισμό του 1923.

Ελλείψει κεφαλαιακών εισροών σε δολάρια, μόνη επιλογή για την κυβέρνηση ήταν ο αποπληθωρισμός μισθών και τιμών. Μέσα σε δύο χρόνια, ο Μπρούνινγκ περίκοψε τις δημόσιες δαπάνες κατά 30%, αύξησε τους φόρους, μείωσε τους μισθούς και τις κοινωνικές δαπάνες. Το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 8% το 1931 και κατά 13%το 1932, η ανεργία αυξήθηκε κατά 30% και το κεφάλαιο συνέχισε να εγκαταλείπει τη χώρα. Ο προϋπολογισμός μεταβλήθηκε από έντονα ελλειμματικός σε οριακά πλεονασματικός.

Εντωμεταξύ, στις αγορές δεν υπήρχαν πια αρκετά δολάρια. Το 1930, το αμερικανικό κογκρέσο ψήφισε την επιβολή δασμών Σμουτ-Χόλεϊ, με σκοπό να αποτρέπει τις εισαγωγές. Η αμερικανική αγορά έγινε απαγορευτική για τα κράτη που είχαν οφειλές σε δολάρια, με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν αρκετά δολάρια για να αποπληρώνουν τα χρέη τους. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε όταν ο πρόεδρος Χούβερ (Hoover) πρότεινε «μορατόριουμ» ενός έτους στις αποπληρωμές του χρέους της Γερμανίας. Στο χρεοστάσιο αντιτάχτηκε η Γαλλία, που επέμενε να λαμβάνει κανονικά τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις της, αλλά και το αμερικανικό κογκρέσο. Όταν τελικά το κογκρέσο κάμφθηκε και υπερψήφισε το σχετικό νόμο, τον Δεκέμβριο του 1931, ήταν πια πολύ αργά.

Το καλοκαίρι του 1931, οι γερμανικές τράπεζες άρχισαν να πτωχεύουν, πράγμα που προκάλεσε όχι μόνο κρίση ρευστότητας, αλλά και άντληση τεράστιων ποσών, για τη διάσωση των μεγαλύτερων τραπεζών. Αλλά τελικά οι τράπεζες έκλεισαν -και η κυβέρνηση κήρυξε πτώχευση. Το χρεοστάσιο του Χούβερ και η πολιτική δημοσιονομικής επέκτασης -που ακολούθησε ο διάδοχος του Μπρούνινγκ, Φον Πάπεν (von Papen)- έφτασε πολύ αργά: τα λουκέτα και η ανεργία συνέχισαν να πολλαπλασιάζονται, ενώ οι εθνικοσοσιαλιστές κέρδιζαν έδαφος...

Οι παραλληλισμοί με την σημερινή οικονομική κατάσταση είναι τρομακτικοί: υπό την πίεση πιστωτών κι αγορών, η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία καλούνται να εφαρμόσουν πολιτικές λιτότητας και να μετατρέψουν τα ελλείμματά τους σε πλεόνασμα· στην Ελλάδα η ανεργία βρίσκεται στο 18%, στην Ιρλανδία το 14%, στην Πορτογαλία το 12% και στην Ισπανία το 22%. Όσο για εκείνους που θα μπορούσαν να βοηθήσουν, δεν το κάνουν αρκετά: η Γερμανία και οι κεντρικοί τραπεζίτες της απαιτούν δραστικά μέτρα λιτότητας, δίνοντας σε αντάλλαγμα ψίχουλα και ανεπαρκή βοήθεια· πολύ λίγα-πολύ αργά, όπως τότε.

Πολλά, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης, θα είχαν αποφευχθεί στη Γερμανία, αν το 1931 οι ΗΠΑ και η Γαλλία είχαν παράσχει την απαιτούμενη ρευστότητα στις γερμανικές τράπεζες και το κράτος. Αλλά οι ΗΠΑ είχαν επιλέξει τον απομονωτισμό και απέφευγαν κάθε ανάμειξη στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.

Σήμερα, το ρόλο των ΗΠΑ τον παίζει η Γερμανία: τόσο το κοινοβούλιο όσο και η κυβέρνηση διστάζουν να παράσχουν την απαραίτητη βοήθεια στις χώρες που βρίσκονται υπό πίεση. Η Γερμανία είναι διατεθειμένη να εγγυηθεί μέχρι 211 δις ευρώ για τα δάνεια του «ευρωπαϊκού ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (EFSF). Δεν αρκούν. Το 2008, το γερμανικό κράτος εγγυήθηκε 480 δις, μόνο για το γερμανικό τραπεζικό σύστημα!

Η Γερμανία ακόμη επιμένει να έχει πλεονάσματα. Αυτά, εξ ορισμού, είναι τα ελλείμματα των χωρών που μαστίζονται από την κρίση. Οπότε, η Γερμανία στερεί από τις υπερχρεωμένες χώρες τα κεφάλαια που χρειάζονται για να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Η Γερμανία επίσης αντιτάσσεται σθεναρά στη διάθεση ρευστότητας από την «ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ). Οι Γερμανοί οικονομολόγοι και ο κεντρικός τραπεζίτης δικαιολογούν την αδράνεια της ΕΚΤ, επισείοντας το φάσμα του πληθωρισμού. Όσον αφορούν τα διδάγματα της ιστορίας, μπερδεύουν τον υπερπληθωρισμό του 1923 με τον αποπληθωρισμό και την ανεργία του 1931.

Αυτές οι παρεξηγήσεις, εύκολα μπορεί να οδηγήσουν σε εκτροχιασμό: το γόητρο της Γερμανίας έχει πάρει την κατιούσα, οι πολιτικές εντάσεις στις χώρες που βιώνουν κρίση κι ανεργία αυξάνονται δραματικά και η διάλυση της ευρωζώνης, που γίνεται ολοένα πιθανότερη, θα έπληττε καίρια τη γερμανική οικονομία, κυρίως τις τράπεζες και τις εξαγωγές της.

Οι ΗΠΑ χρειάστηκε να μάθουν «με το κακό» να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους όσον αφορά τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Ο Β' παγκόσμιος πόλεμος ήταν μία από τις συνέπειες της κρίσης του 1930 που θα μπορούσε να είχε προληφθεί. Αφού απέτυχαν να σταθεροποιήσουν το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα από τις αρχές του 1930 ως το 1945, οι ΗΠΑ διδάχτηκαν πως μονάχα η οικονομική συνεργασία οδηγούσε τον κόσμο στην ειρήνη και την ευημερία. Μέσω του «σχεδίου Μάρσαλ» και του ανοίγματός τους στις ευρωπαϊκές εξαγωγές επέτρεψαν στην Ευρώπη να ανοικοδομήσει την κατεστραμμένη οικονομία της. Εντωμεταξύ, οι Αμερικανοί εξαγωγείς επωφελήθηκαν από τη δίψα της Ευρώπης για επενδύσεις και καταναλωτικά αγαθά. Ως τις αρχές του 1970, οι ΗΠΑ ηγούντο του διεθνούς εμπορίου και του συστήματος συναλλαγματικών ισοτιμιών (του συστήματος «Μπρέτον Γουντς») εγγυώμενες έτσι την οικονομική ευημερία και το συνδυασμό ελεύθερης αγοράς-κοινωνικής ισότητας, που έθεσε τις οικονομικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας.

Οι Γερμανοί -πολίτες και πολιτικοί- οφείλουν να διδαχθούν από την ιστορία. Η αλληλεγγύη τους με τις χώρες που βρίσκονται σε κρίση, υπηρετεί τα μακροπρόθεσμα γερμανικά συμφέροντα. Η γερμανική κυβέρνηση θα πρέπει να πάψει να κάνει κατάχρηση της ισχύος της και να επιβάλλει την ύφεση σε ξένα έθνη. Η ετυμηγορία εξακολουθεί να ισχύει: όσοι δεν είναι διατεθειμένοι να διδαχθούν από την ιστορία, είναι καταδικασμένοι να την επαναλάβουν.
Ο Fabian Lindner είναι Γερμανός οικονομολόγος και αρθρογράφος