Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Η κατάσταση της Ευρώπης


 του Ζαν Πικ    
L' Europe dans ses États
©La Croix


Η Ευρώπη βιώνει σήμερα μια ποικιλομορφία καταστάσεων, που όλες συγκλίνουν προς τον ίδιο ορίζοντα: το φόβο της χρεοκοπίας του τραπεζικού συστήματος, την αβεβαιότητα των καταθετών για το μέλλον, την ανησυχητική αναβίωση του εθνικισμού και -πιο απλά- το φόβος του κενού. Η διάχυτη φοβία πυροδοτεί αντανακλαστικά εξεύρεσης «αποδιοπομπαίων τράγων», του «βολικού» «άλλου» που θα θεωρηθεί ένοχος για όλα τα δεινά: μετά την Ελλάδα και τα δημοσιονομικά της ή την Ισπανία και την «φούσκα» ακινήτων της, να κι η Γερμανία κι ο νομισματικός της δογματισμός.

Αν στο τοπίο αυτό προσθέσουμε τη δυσκολία να κατανοηθούν οι μηχανισμοί που διέπουν τη λειτουργία των χρηματαγορών και τις διαδικασίες υστάτης δανειακής καταφυγής, γιατί να μας εκπλήσσει η πλήρης σύγχυση στην οποία βρίσκονται οι λαοί;

Είναι άρα περισσότερο αναγκαίος από ποτέ ένας πολιτικός λόγος που να δίνει προοπτική, και να μην αφήνει κενό χώρο στις εύκολες ενοχοποιήσεις και στους λαϊκιστές που «σερφάρουν» στη λαϊκή ανησυχία προς άγραν ψήφων. Ας επιχειρήσουμε να αποσαφηνίσουμε τα ερωτήματα που καλούμαστε να απαντήσουμε:

Πρώτο και θεμελιώδες ερώτημα είναι αν στον κόσμο μας, όπως αυτός είναι σήμερα, μπορεί κάποιο κράτος της Ευρώπης να διαφύγει μόνο του από την κρίση. Εδώ και εξήντα σχεδόν χρόνια, σταδιακά πειστήκαμε ότι προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα του κόσμου, οφείλουμε να δρούμε από κοινού. Αυτός ο κύκλος της συνεργασίας, που αρχικά απαρτιζόταν από έξι κράτη, διευρύνθηκε σταδιακά στα είκοσι επτά κράτη και πυροδότησε τη φιλοδοξία της ένταξης σε αυτόν ως τα πέρατα της ηπείρου μας. Αυτό είναι κάτι που οφείλει να μας χαροποιεί, πόσο μάλλον που όλα τα μέλη, ακόμα και τα πιο πρόσφατα, έχουν ως επί το πλείστον επιδείξει αλληλεγγύη προς τους εταίρους τους. Είναι ένα κεκτημένο που οφείλουμε να διαφυλάξουμε, καθώς απομακρύνει την αναβίωση των αιματηρών ανταγωνισμών του παρελθόντος.
............................................ 
Δεύτερο ερώτημα, πιο δύσκολο να απαντηθεί, είναι η διάκριση της πολιτικής διάστασης στην τρέχουσα κρίση. Όπως λέει και το όνομά του, το «δημόσιο χρέος» είναι «δημόσιο», είναι κρατικό, αφορά δηλαδή το κάθε κράτος-μέλος χωριστά. Τα κράτη-μέλη είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την υπερχρέωσή τους -και τις επιπτώσεις της. Η κρίση χρέους δεν είναι μια κρίση ευρωπαϊκή, παρά μόνο στο βαθμό που ορισμένα κράτη-μέλη κρύφτηκαν πίσω από το ευρωπαϊκό παραπέτασμα για να μπορούν να παραβιάζουν τις επιταγές της χρηστής διαχείρισης των εθνικών τους λογαριασμών, για την οποία ήταν πλήρως υπεύθυνα. Αν σε μια πολυκατοικία κάποιοι συνιδιοκτήτες ή ένοικοι δε συμπεριφέρονται κόσμια και δεν καταβάλουν τα κοινόχρηστα που τους αναλογούν, βλάπτεται ολόκληρη η κοινότητα. Το ίδιο συμβαίνει και στο επίπεδο της Ευρώπης. Το ευρώ είναι σπουδαίο νόμισμα και αμύνεται αξιοπρεπώς, αλλά εκφράζει μια Ευρώπη που διοικείται από ανεπαρκώς συντονισμένα κράτη-μέλη και υποφέρει από την αδιαφορία ορισμένων και την απουσία πειθαρχίας όλων. Πάντως στο εδώλιο κάθεται το «σύστημα του ευρώ». Όπου «σύστημα» ένας πολυχρησιμοποιημένος όρος για να περιγράψει κάτι πολύπλοκο που εκ των υστέρων διαπιστώνεται πως δεν είναι λειτουργικό λόγω απουσίας κανόνων και λογοδοσίας. Αυτό άρα που χρειάζεται να μεταρρυθμιστεί είναι το «σύστημα». 


 Τρίτο ερώτημα: πώς; Η Ευρώπη βρίσκεται κατ' αρχήν στα κράτη της. Εξ αυτών δημιουργήθηκε και δεν μπορεί να βγει από την κρίση χωρίς αυτά. Αλλά αυτή η διαπίστωση απαιτεί προσοχή σε ορισμένα σημεία. Η μεταρρύθμιση του «συστήματος» είναι υπόθεση όλων των κρατών-μελών της ευρωζώνης και όχι μόνο δύο εξ αυτών, όσο αποφασιστικός κι αν είναι ο ρόλος τους στο εγχείρημα. Ο καθορισμός κοινών κανόνων (ενός κώδικα καλής δημοσιονομικής συμπεριφοράς), η επιλογή ενός «πιλότου» (ενός Ευρωπαίου υπουργού οικονομικών που θα συνεργάζεται με τους δεκαεπτά εθνικούς του ομολόγους), ο προσδιορισμός διαδικασιών δημοκρατικού ελέγχου (η θέσπιση μιας ad hoc κοινοβουλευτικής επιτροπής, που θα αποτελείται από τους προέδρους των οικονομικών επιτροπών των δεκαεπτά εθνικών κοινοβουλίων), όλα αυτά απαιτούν τη συναίνεση των «δεκαεπτά», που βραχυπρόθεσμα είναι πιθανή χωρίς αναμόρφωση των συνθηκών, που είναι πάντοτε μια άσκηση χρονοβόρα και τρομερά αβέβαιη. Μόλις επιτευχθεί η συμφωνία των «δεκαεπτά» σε ένα νέο, πραγματιστικό θεσμικό πλαίσιο της ευρωζώνης, θα χρειαστεί να συζητηθεί και στο επίπεδο των «είκοσι επτά», μεταξύ δηλαδή όσων επέλεξαν να έχουν το ίδιο νόμισμα και όλων των υπόλοιπων που διαμένουν στο «κοινό σπίτι». Η δυσπιστία των αγορών αφορά λιγότερο το ευρώ και περισσότερο τη συμπεριφορά των πολιτικών υπευθύνων της Ευρώπης, που αξιολογείται ως διστακτική και κατώτερη των περιστάσεων. Αυτό που αναμένουν οι αγορές, όπως κι οι πολίτες, είναι ως εκ τούτου μια απάντηση πολιτική. Κανείς ας μην αμφιβάλει πως οι κυβερνήσεις το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό, πλήρως. Αλλά ο χρόνος πιέζει. Θα ήταν οδυνηρό αν οι νομιναλιστικές αντιπαραθέσεις στις οποίες τόσο συχνά εγκλωβιζόμαστε (π.χ. διακυβερνητική ή ομοσπονδιακή προσέγγιση) μας εμποδίσουν να αποφασίσουμε. Χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε πως αν η ευρωζώνη καταρρεύσει θα πρόκειται για φοβερή οπισθοδρόμηση, ανάλογη με την επιστροφή στις... καραβέλες, την εποχή της Αirbus! Χωρίς την Airbus η Ευρώπη θα βρισκόταν χωρίς «φτερά» και οι λίγοι εθνικοί κατασκευαστές που θα επιβίωναν θα λειτουργούσαν το πολύ ως υπεργολάβοι της Boeing. Το δίδαγμα της, συχνά χαοτικής, αλλά επιτυχημένης ιστορίας της Airbus, είναι πως για να υπάρξει επιτυχημένη δράση χρειάζεται από κοινού επαναπροσδιορισμός του τρόπου λειτουργίας όποτε αυτό είναι απαραίτητο, και ταχεία επίτευξη συμβιβασμών. Αυτές είναι οι προϋποθέσεις της επιβίωσης. Στο κεντρικό ερώτημα «μπορεί κάποιο κράτος από μόνο του να αντεπεξέρθει στην κρίση;» η απάντηση είναι αρνητική. Όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται.
 Ο Jean Picq είναι καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Παρίσι
 ppol