Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΤΡΟΝΑΡΙΣΜΑ USA

Οι στενοί δεσμοί του Ρόμνι με την "Γκόλντμαν Σακς"... εμπλουτίζουν τη ζωή του / των Νίκολας Κονφεσόρε, Πίτερ Λάτμαν και Κέβιν Ρουζ    
© The New York Times


Μετάφραση: Νίκος Μίχος





Οι «πολιτικές απόψεις» του Ρόμνι: «αν ακούσετε κάτι που σας αρέσει, σταματήστε με!»

Όταν το 1989 η «μπέιν κάπιταλ» αναζητούσε πόρους για μια ταχέως αναπτυσσόμενη εταιρία παραγωγής ειδών γραφείου, ονόματι «στέιπλς», ο ιδρυτής της «μπέιν» Μιτ Ρόμνι (Mitt Romney) αναζήτησε χείρα βοηθείας από ένα έμπιστο συνεργάτη του: την «Γκόλντμαν Σακς», που οδήγησε την εταιρία ως την ένταξή της στο χρηματιστήριο.

Όταν ο κ. Ρόμνι έγινε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, εμπιστεύθηκε τυφλά την «Γκόλντμαν» να διαχειριστεί ένα μεγάλο τμήμα της περιουσίας του, που σήμερα εκτιμάται στα 250 εκατομμύρια δολάρια.

Σήμερα, καθώς ο κ. Ρόμνι βαδίζει προς την δεύτερη υποψηφιότητά του για την προεδρία, η «Γκόλντμαν» παρεμβαίνει ξανά: συνεισέφερε τουλάχιστο 367,000 δολάρια στην προεκλογική του εκστρατεία, καθιστώντας την τράπεζα το σημαντικότερο χρηματοδότη του κ. Ρόμνι μετά το Σεπτέμβριο.

Εκτός από την ίδια την «μπέιν», καμία άλλη εταιρία δεν είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με την δημόσια αλλά και την ιδιωτική ζωή του Ρόμνι. Τις τελευταίες ημέρες, οι δεσμοί του κ. Ρόμνι με την «Γκόλντμαν Σακς» σφυρηλατήθηκαν κι άλλο, στην υπεράσπιση μιας υποψηφιότητας που γίνεται στόχος εσωκομματικών επιθέσεων που παρουσιάζουν τον Ρόμνι ως ειδήμονα στις «επιθετικές εξαγορές» και υπερασπιστή των προνομίων της «Ουολ Στριτ».

Ο Νιουτ Γκίνκριτς (Newt Gingrich), το επιτελείο του οποίου έχει δαπανήσει εκατομμύρια δολάρια σε διαφημίσεις που παρουσιάζουν τον κ. Ρόμνι ως άκαρδο «καπιταλιστικό όρνιο» και στην εσωκομματική τηλεμαχία των Ρεπουμπλικάνων στη Φλόριντα στοχοποίησε τους δεσμούς τουΡόμνι με την  «Γκόλντμαν Σακς», κατηγορώντας τον πως ο ίδιος πλούτιζε μέσω της «Γκόλντμαν» και επιχειρηματικών κινήσεων που πτώχευαν τους κατοίκους της Φλόριντα. Καθώς δε η αντιπαράθεση για τη νομοθεσία σχετικά με τον έλεγχο των χρηματοπιστωτικών οργανισμών σφραγίζει την προεκλογική αντιπαράθεση, η υποστήριξη του κ. Ρόμνι στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις -ζητάει π.χ. την κατάργηση του νόμου Ντοντ-Φρανκ (Dodd-Frank) περί αυστηρότερου ελέγχου της «Ουολ Στριτ»- μπορεί να τον καταστήσει στόχο κι άλλων πυρών εναντίον του.......................

 1Η κοινωνική καταγωγή και οι θέσεις του κ. Ρόμνι τον κατέστησαν πόλο έλξης των μεγάλων δωρητών του οικονομικού κόσμου. Σύμφωνα με το «κέντρο ουσιώδους πολιτικής» (CRP) τα επενδυτικά και ασφαλιστικά κεφάλαια έχουν χορηγήσει στον κ. Ρόμνι περισσότερα χρήματα από κάθε άλλο τομέα οικονομικής δραστηριότητας, ενώ κάποιες από τις ηγετικές φυσιογνωμίες αυτού του χώρου δώρισαν εκατομμύρια δολάρια στην «υπερομάδα» των υποστηρικτών του «ανοικοδομήστε το μέλλον μας», που εκτινάσσει την εκστρατεία του κ. Ρόμνι. Η «Γκόλντμαν Σακς» είναι επίσης η μεγαλύτερη πηγή δωρεών προς την ομάδα  «ελεύθερη και δυνατή Αμερική», που ίδρυσε μεν ο κ. Ρόμνι, αλλά πλέον δεν την ελέγχει επισήμως.

Αλλά και οι προσωπικοί χρηματοδότες του κ. Ρόμνι συνδέονται ιδιαίτερα με την «Γκόλντμαν».

Σύμφωνα με τις φορολογικές τους δηλώσεις ο Ρόμνι, η σύζυγός του, τα κεφάλαιά τους και το οικογενειακό τους ίδρυμα είναι πιστοί πελάτες της «Γκόλντμαν». Το 2011 οι Ρόμνι είχαν καταθέσει τουλάχιστο 36.7 εκατομμύρια δολάρια σε 24 επενδυτικά οχήματα της «Γκόλντμαν», που τους απέφεραν κέρδη περίπου 3 εκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο. Η κ. Ρόμνι έχει καταθέσεις ύψους τουλάχιστον 10.2 εκατομμυρίων δολαρίων στην «Γκόλντμαν» -κατά πάσα πιθανότητα αρκετά περισσότερα- που της έχουν αποφέρει κέρδη της τάξης των 6.2 εκατομμυρίων.

Τα φορολογικά στοιχεία που δημοσιεύθηκαν από το επιτελείο του πριν λίγες ημέρες έδειξαν επίσης ορισμένα από τα προνόμια που απολάμβανε ο κ. Ρόμνι ως πιστός φίλος της «Γκόλντμαν Σακς»: τον Μάιο του 1999, λίγους μήνες αφού εγκατέλειψε την «μπέιν» για να οργανώσει τους ολυμπιακούς αγώνες στο Σολτ Λέικ, η «Γκόλντμαν» επέτρεψε τον κ. Ρόμνι να αποκτήσει τουλάχιστο 7,000 μετοχές της κατά τη διάρκεια μιας προσοδοφόρας αρχικής δημόσιας προσφοράς -μια παροχή που σύμφωνα με ανθρώπους που έχουν γνώση της συμφωνίας, θεωρείται ιδιαιτέρως γενναιόδωρη, ακόμα και για τους καλούς πελάτες της «Γκόλντμαν». Όταν τα επενδυτικά κεφάλαια του κ. Ρόμνιπούλησαν τις μετοχές αυτές τον Δεκέμβριο του 2010, λίγους μήνες πριν οργανώσει την υποψηφιότητά του ενόψει των εκλογών του 2012, το κέρδος του ανήλθε στα 750,000 δολάρια.

Η «Γκόλντμαν Σακς» αρνήθηκε να σχολιάσει το συγκεκριμένο γεγονός. Το ίδιο έπραξε και το επιτελείο του κ. Ρόμνι.

Οι επενδυτικές προτάσεις της «Γκόλντμαν Σακς» δεν ήταν χωρίς ρίσκο: όπως κι άλλοι πελάτες της, οι Ρόμνι επένδυσαν στο επενδυτικό σχήμα «γουάιτ χολ», που «έπαιζε» μεγάλα ποσά στις αποδόσεις κτιρίων με γραφεία, καζίνο και ξενοδοχεία. Η οικονομική κρίση έπληξε τις αποδόσεις αυτές κι οι Ρόμνι -όπως κι άλλοι επενδυτές- έχασαν πολλά χρήματα.

Πολλές από τις επιθέσεις κατά του Ρόμνι δεν ήταν ακριβείς. Ο κ. Γκίνγκριτς έκανε λάθος όταν κατηγορούσε στην τηλεμαχία τον αντίπαλό του ότι είχε επιχειρηματικές συναλλαγές με μια εταιρία που «εξαπατούσε ενσυνείδητα τους κατοίκους της Φλόριντα»: η οικογένεια Ρόμνι ήταν μέτοχος σε ένα επενδυτικό σχήμα της «Γκόλντμαν» που μεταξύ άλλων επένδυε σε ενυπόθηκα δάνεια. Πέρσι όμως, η «Γκόλντμαν» πούλησε το σχετικό της επενδυτικό βραχίονα, ονόματι «λίτον λόουν σέρβισινγκ».

Υπάρχουν όμως άλλα στοιχεία της προσωπικής και επιχειρηματικής σχέσης του κ. Ρόμνι με την «Γκόλντμαν» που μπορεί να αποδειχθούν πολύ πιο αμφιλεγόμενα. Η απόκτηση στα μέσα της δεκαετίας του '90 από την «μπέιν» της «Ντέιντ Μπέρινγκ», μιας κατασκευάστριας ιατρικών εργαλείων με εργοστάσια στη Φλόριντα, μπορεί να θεωρηθεί υποδειγματική για την καταστροφική οικονομική λογική που μπορεί να συνδέεται με την παρουσία επιθετικών επενδυτικών κεφαλαίων. Η επένδυση της «Γκόλντμαν» σε αυτή την αγορά απέφερε μεν στην τράπεζα κέρδη ύψους 120 εκατομμυρίων δολαρίων (κι άλλα 242 εκατομμύρια στην «μπέιν») αλλά οδήγησε σε εκατοντάδες απολύσεις στο Μαϊάμι. Την εβδομάδα που πέρασε, οι Δημοκρατικοί σφυροκόπησαν τον Ρόμνι για αυτή τη συναλλαγή του.

Ενώ ο κ. Ρόμνι μετέτρεπε την «μπέιν» σε μια από τις κορυφαίες στον κόσμο εταιρίες ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων, οι τραπεζίτες της «Γκόλντμαν» κάλυπταν τη δραστηριότητά της ως σύμβουλοι και χρηματοδότες μιας σωρείας από συναλλαγές της, συμπεριλαμβανομένης της ύψους 800 εκατομμυρίων δολαρίων εξαγορά της «σίλι», της μεγαλύτερης εταιρίας στρωμάτων της χώρας, από την «μπέιν» το 1997. Αργότερα, η «σίλι» μεταπωλήθηκε.

Καθώς ο κ. Ρόμνι συσσώρευε την περιουσία του, η «Γκόλντμαν» του διέθεσε, με έδρα τη Βοστόνη,  μια επίλεκτη ομάδα διαχειριστών της περιουσίας του. Η σχέση αυτή έδωσε στον Ρόμνιπρόσβαση στα αποκλειστικά επενδυτικά κεφάλαια της «Γκόλντμαν», συμπεριλαμβανομένων και των ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων που είναι γνωστά ως «κεφαλαιακοί συνεργάτες της Γκόλντμαν Σακς».

Ο κ. Ρόμνι πολύ απέχει από το να είναι ο μεγαλύτερος πελάτης της «Γκόλντμαν Σακς» -στον όμιλο υπάρχουν επενδυτές δισεκατομμυρίων δολαρίων- αλλά οι πολιτικές του διασυνδέσεις και ο ιδρυτικός του ρόλος στην «μπέιν» έχουν αυξήσει την σημασία του για την τράπεζα. Οι επενδύσεις του στην «Γκόλντμαν» διαχειρίζονται από τον Τζιμ Ντόνοβαν (Jim Donovan), έναν από τους πλέον αποδοτικούς διαχειριστές ιδιωτικών κεφαλαίων της «Γκόλντμαν», που επενδύει πολλά εκατομμύρια δολάρια εξ ονόματος μεμονωμένων πελατών της τράπεζας.

Η «Γκόλντμαν Σακς» είναι ο φορέας που έδωσε στα κεφάλαια του κ. Ρόμνι πρόσβαση στα προνομιακά  επενδυτικά κεφάλαια της τράπεζας, και το 2002 τον βοήθησε να επιτελέσει μια επιθετική και περίπλοκη στρατηγική φορολογικής ελάφρυνσης, γνωστής και ως «ανταλλαγή κεφαλαίων». Από το 2003, τα περισσότερα από τα χρήματα του κ. Ρόμνι βρίσκονται σε «ανώνυμα χαρτοφυλάκια», πράγμα που σημαίνει ότι ο ίδιος δεν μπορεί πλέον να κάνει πολλές προσωπικές επενδυτικές επιλογές. Σύμφωνα με την φορολογική του δήλωση που δημοσιεύθηκε αυτή τη βδομάδα, οι τρεις σημαντικότερες αποταμιεύσεις της οικογενείας σε διάφορα επενδυτικά σχήματα της «Γκόλντμαν Σακς» απέδωσαν το 2010 κέρδη άνω των 9 εκατομμυρίων δολαρίων.



Ο Nicholas Confessore είναι πολιτικός συντάκτηςο Peter Lattman δικαστικός ρεπόρτερ και ο Kevin Rooseοικονομικός συντάκτης των «Νιου Γιορκ τάιμς»
 2