Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Der Spiegel: Οι αγορές ετοιμάζονται για κατάρρευση του ευρώ

«Έτοιμες για όλα» είναι οι αγορές, σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, αφού επενδυτές, τραπεζίτες αλλά και επιχειρήσεις προετοιμάζονται για κατάρρευση του ευρώ.

Der Spiegel: Οι αγορές ετοιμάζονται για κατάρρευση του ευρώ

«Παράλληλα με το χρηματιστήριο της Φραγκφούρτης και στα άλλα οικονομικά κέντρα του κόσμου πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πλέον ανοιχτά ότι η προφητεία του Mίλτον Φρίντμαν περί κατάρρευσης του ευρώ θα εκπληρωθεί σύντομα. Τράπεζες, επενδυτές και επιχειρήσεις θωρακίζονται γι' αυτή την περίπτωση, και αυτό πάλι αυξάνει την πιθανότητα να συμβεί».
Με αυτόν το σενάριο οικονομικής «Αποκάλυψης» ξεκινά το δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού, το οποίο μιλά ανοικτά για κατάρρευση της ευρωζώνης, την οποία αναμένουν τα οικονομικά κέντρα του πλανήτη.
«Η νευρικότητα οφείλεται και στους πολιτικούς, που δεν καταφέρνουν να τιθασεύσουν την κρίση. Παρόλες τους τις προσπάθειες η κατάσταση στην Ελλάδα φαίνεται χωρίς προοπτική. Η Ισπανία σκοντάφτει. Και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θέση θα πάρει το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο το Σεπτέμβριο σχετικά με τη συνταγματικότητα του ευρωπαϊκού ταμείου διάσωσης ΕΜΣ. Στις χώρες που δίνουν βοήθεια όπως και σε εκείνες που την λαμβάνουν αυξάνουν οι δυσθυμίες. Γερμανοί πολιτικοί, όπως ο Βαυαρός υπουργός οικονομικών Μάρκους Σέντερ ζητούν ανοιχτά την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, ενώ στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος ο επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών Σίγκμαρ Γκάμπριελ συνηγορεί υπέρ μιας κοινής ευθύνης των χωρών της ευρωζώνης για τα εθνικά χρέη. Στις χρηματαγορές η πολιτική διαμάχη για το σωστό δρόμο εξόδου από την κρίση προκαλεί ένα πράγμα: Φόβο για την κατάρρευση του ευρώ», αναφέρει το γερμανικό περιοδικό............................. 1«Τράπεζες και επιχειρήσεις ξεπερνούν τη χρηματοδότησή τους σε τοπικό επίπεδο», δήλωσε ο Τόμας Μάγιερ, μέχρι πρότινος επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank, η οποία όπως και άλλα χρηματοπιστωτικά ινστιτούτα εδώ και μήνες μειώνουν τους κινδύνους στις χώρες της ευρωζώνης που βρίσκονται σε κρίση μέσω του «φρεναρίσματος» της διασυνοριακής κυκλοφορίας χρήματος.
To περιοδικό επικαλείται μάλιστα στοιχεία της ΕΚΤ σύμφωνα με τα οποία οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι της ευρωζώνης δανείζονται διασυνοριακά όλο και λιγότερα χρήματα, κυρίως από το καλοκαίρι του 2011. Τον Ιούλιο αυτές οι διατραπεζικές συναλλαγές έφτασαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το ξέσπασμα της δημοσιονομικής κρίσης το 2007.
«Οι τράπεζες δεν μείωσαν μόνο το δανεισμό τους προς εταιρίες και άλλα χρηματοπιστωτικά ινστιτούτα στο ευρωπαϊκό εξωτερικό, αλλά μάλιστα έκοψαν τις διασυνδέσεις τους με τις δικές τους θυγατρικές. Έτσι προετοιμάζονται για την περίπτωση που οι χώρες του Νότου καθιερώσουν ξανά τα εθνικά τους νομίσματα και τα υποτιμήσουν δραστικά».
«Ακόμα και στις εποπτικές αρχές δεν αρέσει, όταν οι τράπεζες εξετάζουν κινδύνους που ξεπερνούν τα σύνορά, παρόλο που αυτό αντικρούει την ιδέα μιας νομισματικής ένωσης κατά παράλογο τρόπο» εξηγεί ο Μάγιερ.
Από την κορύφωση της δημοσιονομικής κρίσης το 2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά από τις τράπεζες να μειώσουν τις συναλλαγές τους κυρίως στο εξωτερικό για να ενισχύσουν το κεφάλαιό τους. Και οι εποπτικές αρχές εξέδωσαν αυστηρούς όρους για τη ροή χρήματος εντός των ομίλων. Έτσι οι εποπτικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ζήτησαν, οι τράπεζες να χρηματοδοτούνται ανεξάρτητα από κάθε χώρα.
Έτσι οι τραπεζίτες χαράσσουν τις θέσεις όπου αναμένεται κατάρρευση στον χάρτη της Ευρώπης. «Επειδή δεν εισρέει πια ιδιωτικό κεφάλαιο, εμπλέκονται οι κεντρικές τράπεζες», εξηγεί ο Μάγιερ, ώστε ο φορολογούμενος να αναλάβει το ρίσκο μιας ενδεχόμενης κατάρρευσης. «Αλλά δεν μπορεί κανείς να λειτουργεί μονίμως την ευρωζώνη χωρίς ιδιώτες επενδυτές, γιατί τότε οι τράπέζες θα διατηρούνται μόνο τεχνητά» πρόσθεσε.
Ο φόβος για την κατάρρευση δεν περιορίζεται μόνο στις τράπεζες, καθώς ο πετρελαϊκός όμιλος Shell τοποθέτησε χρήματα για επενδύσεις σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα ή πραγματοποίησε εμβάσματα σε αμερικανικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, αφού θέλει να αποφύγει τη ροή κεφαλαίων προς την Ευρώπη. Αλλά και η ανώνυμη μάζα των επενδυτών, από τους γερμανούς μικροεπενδυτές μέχρι τους ασφαλιστικούς ομίλους και τα αμερικάνικα hedge funds αναζητούν διεξόδους για να προστατευτούν ή και να κερδοσκοπήσουν από μια ενδεχόμενη κατάρρευση του νομίσματος.
Ο Φίλιπ Φόρντραν, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής της εταιρίας συμβούλων ακινήτων Flossbach, δήλωσε ότι «το πείραμα του ευρώ φαίνεται συνεχώς ως αποτυχημένο στις χρηματαγορές».
Μάλιστα σύμφωνα με αναλυτές, τα χαμηλά επιτόκια των γερμανικών κρατικών ομολόγων αντικατοπτρίζουν το φόβο για μια ενδεχόμενη κατάρρευση του κοινού νομίσματος. «Οι επενδυτές αναζητούν σιγουριά. Ταυτόχρονα κερδοσκοπούν ότι εκείνα τα ομόλογα θα ανατιμούνταν, αν το ευρώ κατέρρεε στην πραγματικότητα» προσθέτουν.
Στη συνέχεια επισημαίνεται ότι «η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ αντανακλά τις ανησυχίες των επενδυτών για το νόμισμα και εν μέρει, οι απώλειές της θεωρούνται μέχρι τώρα οριακές. Αυτό έχει επίσης μια λίγο παρήγορη αιτία: το σημαντικότερο εναλλακτικό νόμισμα, το αμερικανικό δολάριο, φαίνεται λιγότερο ελκυστικό στους μεγαλοεπενδυτές από την Ασία και άλλες περιοχές. Πρόκειται για ένα είδος ισορροπίας του τρόμου. Ωστόσο, η επιφυλακτικότητα έναντι του ευρώ αυξάνεται επίσης επειδή η Ευρώπη, διαφορετικά από την Αμερική και την Ασία, βρίσκεται καθ' οδόν προς μια ύφεση».
«Για το λόγο αυτό οι επενδυτές κερδοσκοπούν συνεχώς ακόμα και άμεσα κατά του ευρώ. Τα ανοιχτά χρηματοπιστωτικά στοιχήματα κατά του κοινού νομίσματος – τα επονομαζόμενα 'short positions' – αυξήθηκαν κατά πολύ τους τελευταίους δώδεκα μήνες. Όταν ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε πριν από τρεις εβδομάδες ότι είναι μάταιο να στοιχηματίζει κανείς κατά τους ευρώ οι πολέμιοι κατά του ευρώ κάπως φοβήθηκαν. Ο πόλεμος των επενδυτών κατά του ευρώ είναι ιδιαίτερα δύσκολος, επειδή τροφοδοτείται από μεγάλους πιστωτές από την ευρωζώνη: Γερμανοί ασφαλιστές και στελέχη μεγάλων ομίλων ακινήτων φέρονται να έχουν επενδύσει χρήματα σε hedge funds.
«Πριονίζουν το κλαδί που κάθονται» δήλωσε χαρακτηριστικά ειδικός», καταλήγει το δημοσίευμα.2