Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Γιατί παραλύουν οι κυβερνήσεις

των Μάικλ Σπενς και Ντέιβιντ Μπρέιντι    
Why Are Governments Paralyzed?
©Project Syndicate








Οι πάντες γνωρίζουμε πως η παγκόσμια οικονομία καρκινοβατεί. Η Ευρώπη βρίσκεται καταμεσής σε μια κρίση που βασική της αιτία είναι η δομικά ελαττωματική οικονομική και νομισματική της ένωση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεπερνούν αργά μια χρηματοπιστωτική κρίση και την βαριά υποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων, αλλά βιώνουν την επιβράδυνση της ανάκαμψης, την επιμονή της ανεργίας και την διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, χωρίς να παρατηρείται κάποια αποφασιστική αντίδραση εκ μέρους της πολιτικής. Εντωμεταξύ στις σημαίνουσες αναδυόμενες οικονομίες, η Κίνα βρίσκεται σε στασιμότητα, εν αναμονή της μεταβίβασης της εξουσίας του φθινοπώρου που θα ξεκαθαρίσει τους συσχετισμούς δύναμης και τις στοχεύσεις διαφόρων κέντρων εξουσίας και συμφερόντων στο εσωτερικό της. Η Ινδία απώλεσε την ευνοϊκή μεταρρυθμιστική συγκυρία και βιώνει κι εκείνη επιβράδυνση των αναπτυξιακών της ρυθμών και πιθανή απώλεια της εμπιστοσύνης των επενδυτών.



Οι αρνητικές όψεις αυτών των προβλημάτων πλέον αλληλοτροφοδοτούνται και επεκτείνονται σε ολόκληρο τον πλανήτη. Κι όμως, παρά την απτή αίσθηση πως κάτι πάει πολύ στραβά στην παγκόσμια οικονομία, η πρόγνωση πως επίκεινται σημαντικές αλλαγές εξασθενεί ολοένα και περισσότερο..............................
 1Αλλά τι φταίει για το προφανές έλλειμμα πολιτικής αποτελεσματικότητας σε μια σειρά από περιοχές και χώρες;
  • Μια σχολή σκέψης -πολύ δημοφιλής στην Ευρώπη- αρέσκεται να μιλάει για «κενό ηγεσίας». Αλλού, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, θεωρείται πως η θαρραλέα πολιτική παρέμβαση αποθαρρύνεται από την πολιτική πόλωση και την άθλια κομματική αντίληψη της πολιτικής ως παιγνίου μηδενικού αθροίσματος. Αλλά αν δεν αναλυθεί περισσότερο, η έννοια «κενό εξουσίας» είναι ταυτολογία. Το ερώτημα είναι γιατί νεοεκλεγμένες πολιτικές ηγεσίες σε δημοκρατίες σαν την Γαλλία, την Βρετανία, την Ιαπωνία και τις Ηνωμένες Πολιτείες παρήγαγαν τόσο λίγες αλλαγές.
  • Μια δεύτερη ερμηνεία απαντά ακριβώς σε αυτό το ερώτημα: αν και είναι απαραίτητη η έντονη πολιτική παρέμβαση, στην πολυπλοκότητα των οικονομικών συνθηκών και τις διαφωνίες για τις αρμόζουσες πολιτικές απαντήσεις εμφιλοχωρεί η πιθανότητα να διαπραχθούν ολέθρια σφάλματα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, για τους πολιτικούς και τους εμπειρογνώμονες, μπορεί να ισχύει το «όσο το λιγότερο, τόσο το καλύτερο». Από την άποψη αυτή η αποφυγή του κινδύνου αντανακλά και ενισχύει την διάσταση μεταξύ ατομικών κινήτρων (της επιθυμίας για επανεκλογή, ανανέωση του συμβολαίου, προαγωγή) και συλλογικών αναγκών (της επίλυσης των προβλημάτων).
  • Μια τρίτη απάντηση είναι πως υπό τις σημερινές συνθήκες τα διαθέσιμα πολιτικά μέσα είναι αναποτελεσματικά. Υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτό. Η εσωτερική υποτίμηση είναιχρονοβόραΗ αποκατάσταση των συνθηκών που επιτρέπουν βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί χρόνια, όχι μήνες. Οι προσδοκίες δεν συμβαδίζουν με τις πραγματικότητεςΑπό την άλλη η απουσία γρήγορων λύσεων δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να γίνει τίποτα ώστε να βελτιωθεί η ταχύτητα και η ποιότητα της ανάκαμψης. Σημαντικός μπορεί να είναι και ο ρόλος των εμπεδωμένων συμφερόντων. Η τεχνολογική καινοτομία και οι παγκόσμιες δυνάμεις της αγοράς έχουν παραγάγει μια αποφασιστική αναδιανομή εισοδημάτων προς το κεφάλαιο και προς το 20% των πλουσιότερων εισοδημάτων, συχνά εις βάρος της μεσαίας τάξης, των ανέργων και των νέων. Όσοι επωφελήθηκαν από αυτές τις τάσεις, έχουν συσσωρεύσει αρκετή πολιτική ισχύ ώστε να διατηρούν το status quoκαι να κρατούν στην σκιά ζητήματα κατανομής εισοδημάτων που συγκεντρώνουν σχετικά μικρή προσοχή όταν ερμηνεύονται οι πολιτικές απαντήσεις -ή η απουσία τους.


Αλλά η πολιτική αδράνεια έχει και δομικές απαντήσεις. Τα συστήματα διακυβέρνησης και οι συνταγματικές δομές διαφοροποιούνται ως προς το αν απαιτείται εκτενής συναίνεση πριν υπάρξει πολιτική παρέμβαση ή αν η πολιτική οφείλει να είναι ευέλικτη, ώστε να μπορεί να απαντά στις ταχέως εναλλασσόμενες συνθήκες.

Μερικοί επιχειρηματολογούν πως τα πιο συναινετικά πολιτικά συστήματα μπορεί να είναι αποτελεσματικότερα σε ομαλές συνθήκες, αλλά αποδίδουν λίγο όταν επικρατεί ρευστότητα, όπως σήμερα. 'Αλλοι τα υποστηρίζουν με το επιχείρημα πως προστατεύουν τους πάντες από αλόγιστες σπατάλες, αποδίδουν δικαιοσύνη, επιτρέπουν την ελευθερία της επιλογής και πως, όταν αυτό απαιτείται, μπορούν να αναδείξουν ηγεσίες που εμπνέουν την συναίνεση που απαιτείται προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι ταχέως μεταβαλλόμενες συνθήκες. Όταν απαιτούνται ραγδαίες αλλαγές πολιτικής κατεύθυνσης, οι ηγέτες οφείλουν να τις εξηγούν με πειστικότητα.

Αυτό όμως είναι εξαιρετικά δυσχερές όταν η παγκόσμια οικονομία αλλάζει απότομα και πολλοί αναρωτιούνται ακόμα τι συμβαίνει και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις των αλλαγών στην ανάπτυξη, την σταθερότητα, την κατανομή των εισοδημάτων και την απασχόληση. Απέναντι σε τόση πολυπλοκότητα, δεν είναι παράξενο οι αυθεντικές πολιτικές διαφωνίες να οδηγούν σε έντονες αντιπαραθέσεις και λίγη δράση.

Επιπροσθέτως, είναι λογικό τα τεχνοκρατικά στοιχεία των κυβερνήσεων να αντισταθμίζονται από την δημοκρατική λογοδοσία. Σε κάθε κοινωνία τα άτομα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις και εμπειρογνωμοσύνη αξιοποιούνται για την εκτέλεση τεχνικά πολύπλοκων έργων. Αλλά η ελευθερία δράσης τους περιορίζεται από χρονικούς προσδιορισμούς και διαδικασίες ανανέωσης της αποστολής τους που καθορίζουν την φύση και το βαθμό της λογοδοσίας τους στους δημοκρατικά εκλεγμένους άρχοντες και τον λαό. Μπορεί να υπάρχουν υπερβολικά στενά περιθώρια κίνησής τους (λαϊκισμός) ή υπερβολικά λίγη λογοδοσία (αυταρχισμός).

Η ιδεώδης ισορροπία μπορεί να εξαρτάται και από τοπικούς παράγοντες. Στην Κίνα επί παραδείγματι πολλοί παρατηρητές συμφωνούν πως στην παρούσα φάση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης της χώρας απαιτείται περισσότερη λογοδοσία. 'Αλλοι επιχειρηματολογούν πως οι δυτικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν το αντίστροφο πρόβλημα: το πλεόνασμα στενόμυαλων και πολιτικά ισχυρών συμφερόντων οδηγεί σε υποεπενδύσεις και κακή εξισορρόπηση μεταξύ των ευκαιριών και των αποδόσεων του παρόντος και του μέλλοντος.

Πράγμα που μας οδηγεί στο κρίσιμο πρόβλημα: υπάρχει έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τις πολιτικές, επιχειρηματικές, οικονομικές και επιστημονικές ελίτ. Η δυσπιστία προς τις ελίτ μπορεί να είναι υγιής σε κάποιο βαθμό, αλλά πολυάριθμες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως αναπτύσσεται ραγδαία, πράγμα που ασφαλώς αυξάνει την απροθυμία των πολιτών να εκχωρούν εν λευκώ εντολές πλοήγησης σε ένα παγκοσμίως αβέβαιο οικονομικό περιβάλλον.

Η μείωση της εμπιστοσύνης οφείλεται πιθανότατα σε πολλούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων των λαθεμένων προβλέψεων των ελίτ: τα χρόνια που προηγήθηκαν της τρέχουσας κρίσεως, κεντρικές τράπεζες, ρυθμιστικές αρχές, αγορές, οίκοι αξιολόγησης και οικονομολόγοι απέτυχαν όλοι να διαβλέψουν τους αυξανόμενους συστημικούς κινδύνους, πόσο μάλλον να προχωρήσουν σε διορθωτικές κινήσεις. Σημαντικότερος όμως λόγος είναι η υφέρπουσα αίσθηση πως οι ελίτ θέτουν τα δικά τους συμφέροντα υπεράνω των κοινά αποδεκτών κοινωνικών αξιών.

Οι ισχυρισμοί πως οι ηγεσίες, οι θεσμοί, οι αναλύσεις ή τα διαθέσιμα εργαλεία πολιτικής μας δεν επαρκούν στις σημερινές συνθήκες μπορεί εν μέρει να ισχύουν. Αλλά το βαθύτερο πρόβλημα έγκειται ακριβώς στην κατάρρευση αυτών των κοινών αξιών και των στόχων, αλλιώς στην εξασθένιση της κοινωνικής συνοχής. Η αποκατάστασή της θα απαιτήσει οι αναλυτές, οι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες και οι ομάδες της κοινωνίας των πολιτών να αποσαφηνίσουν τις αιτίες της κρίσης, να αναλάβουν τις ευθύνες των διαπραχθέντων λαθών, να επιδιώξουν ευέλικτες λύσεις με δίκαια κατανεμημένο κόστος και -το βασικότερο- να εξηγήσουν πως τα δύσκολα προβλήματα δεν λύνονται σε μια νύχτα.

Ο Michael Spence είναι οικονομολόγος, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ· ο David Brady είναι πολιτικός επιστήμονας, αντιπρόεδρος του ινστιτούτου Χούβερ
 πηγη ppol2