Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

O 'Aικ είχε δίκιο!

του "δε γκλόμπαλιστ"    
Ike was right!
©The Globalist








Οι αυτοκρατορίες ακμάζουν λόγω της οικονομικής τους ισχύος και καταβαραθρώνονται λόγω οικονομικής αδυναμίας. Οι αυτοκρατορίες φτιάχνονται από ελίτ για ελίτ που ρουφούν το αίμα της οικονομίας που τους έχει καταστήσει κυρίαρχους του κόσμου και τους βοηθάει να ζήσουν την μεγάλη τους ιστορική στιγμή.



Είναι μια παλιά ιστορία: οι λίγοι εκμεταλλεύονται τους πολλούς. Διακηρύσσοντας πως κάνουν τον κόσμο καλύτερο ή ασφαλέστερο, οι ελίτ υπεξαιρούν την εξουσία και καταλήγουν να σκοτώσουν την χήνα με τα χρυσά αυγά.



Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούν εξαίρεση. Η Ουάσινγκτον αντήλλαξε το χρυσάφι της βιομηχανικής παραγωγής με τον ντενεκέ της γεωπολιτικής ισχύος..............................................
 ΕΟι ελίτ της Ουάσινγκτον δεν αρκέστηκαν να ασκούν διπλωματία. Θέλησαν να κατοχυρώσουν πολιτική και στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη και την Ασία. Αρέσκονταν να εξαπολύουνπολέμους και να διευθύνουν τον κόσμο.

Για τον σκοπό αυτό, η Ουάσινγκτον επινόησε και αξιοποίησε ένα λεξιλόγιο που απέκρυβε την πραγματικότητα και δικαιολογούσε τις πράξεις της. Αυτό που οι ιδρυτές της Αμερικής αποκαλούσαν «αυτοκρατορία», οι ελίτ της Ουάσινγκτον το αποκάλεσαν «ηγετικότητα» και «προάσπιση του ελευθέρου κόσμου».

Επί εξήντα χρόνια το κράτος εν κράτει της εθνικής άμυνας απομυζούσε την αμερικανική οικονομία. Η ελευθερία της αγοράς θυσιάστηκε στο βωμό των εξοπλισμών και της αδιαφορίας για το έντιμο εμπόριο.

Από τότε που ο Αϊζενχάουερ (Eisenhowerμας προειδοποιούσε με κραυγαλέο τρόπο στην αποχαιρετιστήρια του ομιλία, το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα κατάπιε ως και 40% της αμερικανικής παραγωγικής ικανότητας.

Κατά την διάρκεια του «ψυχρού πολέμου», όταν μια σειρά από βιομηχανικές θέσεις εργασίας χάνονταν επ' ωφελεία των συμμάχων μας του «ελευθέρου κόσμου», η Ουάσινγκτον κοιτούσε αλλού. Η Ουάσινγκτον θα έπρεπε να έχει συνδέσει τις αμυντικές μας δεσμεύσεις στην Ευρώπη και την Ιαπωνία με την απελευθέρωση του εμπορίου και τις δίκαιες συναλλαγές. Η επιτυχία των εμπορικών διαπραγματεύσεων ήταν ζωτικές για την αμερικανική οικονομία, αλλά όχι για τους ιθύνοντες των ελίτ της Ουάσινγκτον.

Η αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη και την Ιαπωνία ήταν υπεραρκετή για να εξασφαλίζει την ηγεμονία των ελίτ της Ουάσινγκτον. Από την στιγμή που οι αμυντικές συμφωνίες καθόριζαν την εξωτερική πολιτική των συμμάχων, κανείς δεν νοιαζόταν να διευθετήσει τα ζητήματα του ελευθέρου εμπορίου.

Αλλά κι όταν έφτασε η νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι προτεραιότητες της Ουάσινγκτον δεν άλλαξαν. Εθισμένη στην γεωπολιτική, η Ουάσινγκτον συνέχισε να υποτιμά την απειλή του οικονομικού ανταγωνισμού.

Το να συμπαρασύρεται η Κίνα να υποστηρίξει τις πολιτικές της Ουάσινγκτον στο Ιράν, τη Βόρειο Κορέα ή την υπερθέρμανση του πλανήτη θεωρούνταν σημαντικότερο από το να αναπτύσσεται η οικονομία μας και να προστατεύεται η μεσαία τάξη μας.

Στη θέση ενός ρωμαλέου βιομηχανικού κλάδου που να οδηγήσει την αμερικανική οικονομία σε ένα ΑΕΠ της τάξης των 20 τρις δολαρίων, η παρηκμασμένη παραγωγική οικονομία έχει συρρικνώσει την μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου στα 14 τρις δολάρια. Αντί για μια υγιή μεσαία τάξη με αυξανόμενα εισοδήματα, η αμερικανική οικονομία πιέζει τη μεσαία μας τάξη και μειώνει διαρκώς την ευημερία της.

Η βιομηχανική πολιτική της αυτοκρατορίας

Διοχετεύοντας την παραγωγική ικανότητα της Αμερικής στο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, η Ουάσινγκτον εφήρμοσε την δική της εκδοχή του μερκαντιλισμούΑν και καλά καλυμμένη, η αυτοκρατορία είναι και μια οικονομική πολιτική. Πίσω από τα παχιά λόγια περί «ελεύθερης οικονομίας», στήθηκε η μεγαλύτερη διευθυνόμενη οικονομία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.

Από την 11η Σεπτεμβρίου οι δαπάνες για την «άμυνα» σχεδόν διπλασιάστηκαν. Αλλά ένα πολύ μικρό μερίδιο από αυτήν την ετήσια δαπάνη του 1.2 τρις δολαρίων έχει την παραμικρή σχέση με την άμυνα.

Η Ουάσινγκτον διευθύνει ένα «σύστημα πρόνοιας» για την Λόκχιντ, την Μπόινγκ, την Ρέιθον και τους υπόλοιπους εξοπλιστικούς-αμυντικούς μας κολοσσούς. Η εξασφάλιση των πωλήσεων αυτών των εταιρειών απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των Ηνωμένων Πολιτειών και αντιπροσωπεύουν πάνω από τα 3/4 των παγκοσμίων πωλήσεων εξοπλισμών.

Ενώ η αμερικανική εξωτερική πολιτική στρατιωτικοποιούνταν, ο εχέφρων πολιτικός διάλογος αντικαταστάθηκε από την ηχηρή εντυπωσιοθηρία και η αμερικανική πολιτική κουλτούρα υπεξαιρέθηκε από τους επικυρίαρχους. Οι κολοσσιαίες βίλες που φύτρωσαν παντού τριγύρω από την Ουάσινγκτον είναι το πιο οφθαλμοφανές και φανερό σημάδι του κράτους εν κράτει της «εθνικής ασφάλειας».

Καθώς η παγκοσμιοποίηση καθιστούσε τις ξένες κυβερνήσεις πιο επιθετικές οικονομικά, η Ουάσινγκτον -ως πολεμικό κράτος- έγινε πιο επιθετική στρατιωτικά. Μετά την εξαφάνιση των Σοβιέτ ως υπερδύναμης, δεν πέρασε ούτε μια χρονιά που η Ουάσινγκτον να μην είναι αναμεμειγμένη σε κάποιον πόλεμο.

Αντί να αξιοποιήσει την 11η Σεπτεμβρίου για να προασπίσει τις αμερικανικές θέσεις εργασίας, οΤζορτζ Μπους ο νεότερος (George WBush) είδε στις τρομοκρατικές επιθέσεις μια ευκαιρία να διοχετεύσει την προσοχή του κοινού στην διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων στη μια χώρα μετά την άλλη.

Η αυτοκρατορία μοιάζε με καυγά σε μπαρ: δεν χτυπάς αυτόν που σε χτύπησε. Μετά το σοκ της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Μπους κατανόησε ενστικτωδώς πως το κοινό διψούσε για μια μείζονα στρατιωτική δράση.

Εξαπολύοντας ολοκληρωτικό πόλεμο κατά του Σαντάμ Χουσεΐν (Saddam Hussein) ο Μπουςεμφανίστηκε σαν πολύ μεγαλύτερος πρόεδρος από ότι αν επιχειρούσε αυτό που ήταν λογικό: ένα χειρουργικό χτύπημα κατά του Μπιν Λάντεν (bin Laden). Η επινόηση ενός «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» ήταν πολιτικά πολύ αποδοτικότερο από να σύρει στο εδώλιο του κατηγορουμένου μερικές ντουζίνες φανατικών εγκληματιών.


Είναι θλιβερό να σκέφτεται κανείς εκ των υστέρων πόσο μεγάλη ήταν η ευκαιρία που χάθηκε στο τέλος του «ψυχρού πολέμου». Αν η Ουάσινγκτον είχε καταργήσει τότε το ΝΑΤΟ και είχε κλείσει τις περισσότερες από τις χιλιάδες στρατιωτικές της βάσεις στο εξωτερικό, η χώρα θα είχε κατορθώσει να ξεκινήσει την διαδικασία ίασης των πληγών που είχε καταφέρει ο «ψυχρός πόλεμος» στην οικονομία της.

Όταν τελικά η αμερικανική οικονομία επλήγη από την παγκοσμιοποίηση, η απουσία του πραγματικού πολέμου (του πολέμου για τις θέσεις εργασίας) από την πολιτική ατζέντα, επιδείνωσε κατά πολύ αύξηση της ανεργίας στον βιομηχανικό τομέα. Αντί να αναστηλώσει την αμερικανική οικονομία, η Ουάσινγκτον απέκρυψε από τον αμερικανικό λαό το πραγματικό περιεχόμενο της παγκοσμιοποίησης, αποπροσανατολίζοντάς τον σκηνοθετώντας μια σειρά στρατιωτικών σόου.

Αλλάζοντας την Ουάσινγκτον

Παραλόγως, οι ελίτ της Ουάσινγκτον συμπεριφέρθηκαν λες και η δουλειά τους εξαρτιόταν από τονα μην κατανοήσουν την μεγάλη σημασία που είχε η αμερικανική οικονομία. Μας λένε πως το τι είναι Αμερικανός καθορίζεται από τα τέρατα που θέλουν να εξολοθρεύσουν στο εξωτερικό. Εγκαθιδρύουν ένα μόνιμο καθεστώς που στηρίζεται αποκλειστικά στον φόβο. Αυξάνοντας το εθνικό μας μέρισμα μας σε πόλεμο και τρομοκρατία, οι ελίτ της Ουάσινγκτον μετατράπηκαν σε εσωτερικό εχθρό, που απειλεί την ίδια την ύπαρξή μας.

Ο πόλεμος του Βιετνάμ ισοδυναμούσε με το ρίξιμο μιας χειροβομβίδας στην αμερικανική οικονομία -κι επίσπευσε την εμφάνιση του «εικονικού» χρήματοςΑπό την στιγμή που η Ουάσινγκτον έκλεισε το παράθυρο του «κανόνα του χρυσού», το 1971, το εμπορικό ισοζύγιο των ΗΠΑ συσσώρευσε ένα έλλειμμα της τάξης των 8.5 τρις δολαρίων.

Εντωμεταξύ στις σχέσεις τους με τις ξένες κυβερνήσεις, οι ελίτ της Ουάσινγκτον επιδεικνύουν ένα περίεργο μείγμα αλαζονείας και δειλίας. Λατρεύουν την αμερικανική στρατιωτική ισχύ και την αξιοποιούν για να επιβάλλουν την βούλησή τους επί συμμάχων και αντιπάλων. Αλλά παραπαίουν και μοιάζουν να χάνουν την αυτοπεποίθησή τους όποτε καλούνται να υπερασπιστούν την αμερικανική παραγωγή και της θέσεις εργασίας της μεσαίας τάξης.

Στις σχέσεις μας με την Ασία, στο όνομα πάντα των γεωπολιτικών μας συμφερόντων, συνάπτουμε εμπορικές συμφωνίες που συνεχίζουν να φουσκώνουν το εμπορικό μας έλλειμμα και να αυξάνουν την ανεργία στις ΗΠΑ. Αν δεν στρέψουμε τα νώτα στον μιλιταρισμό και δεν κατεβάσουμε ρολά στην αυτοκρατορία, δεν υπάρχει περίπτωση να κερδίσουμε τον πόλεμο της απασχόλησης του 21ου αιώνα.

Η αυτοκρατορία μάς φτωχαίνειΠληρώνουμε για μια αμυντική ομπρέλα που απαλλάσσει τους ανταγωνιστές μας από το να καταβάλουν το αντίτιμο της δικής τους άμυνας. Αυτό δεν μας επιβαρύνει μόνο με τα λεφτά που πληρώνουμε και με τα λεφτά που δεν πληρώνουν οι άλλοι, αλλά επιπλέον μας αποπροσανατολίζει σαν έθνος.

Οφείλουμε να είμαστε σαφείς ως προς το ποιος είναι ο σκοπός μας. Σκοπός των Ηνωμένων Πολιτειών είναι να ασφαλίζουν την ατομική ελευθερία. Πριν ακολουθήσουμε την κατηφορική οδό της αυτοκρατορίας, απολαμβάναμε την πιο ραγδαία οικονομική ανάπτυξη και τον πιο θαυμαστό ορυμαγδό καινοτομιών που είχε δει ποτέ η ανθρωπότητα.

Χρειάζεται να αποκαταστήσουμε την προνοητική διακυβέρνηση που σεβόταν τα συνταγματικά μας δικαιώματα και υπηρετούσε τα οικονομικά συμφέροντα των πολιτών. Η χρηστή διακυβέρνηση ήταν που μας χάρισε ισχυρή οικονομία.

Και οι 66 αυτοκρατορίες που εμφανίστηκαν τα τελευταία 3,000 χρόνια, κατέρρευσαν λόγω υπερχρέωσης. Θα ακολουθήσουμε κι εμείς την ίδια πορεία;

Η Αμερική μπορεί για μια ακόμα φορά να αποτελέσει τομή στην ιστορία και να ξαναγίνει κράτος των πολιτών της. Αν δεν αποκαταστήσουμε την δημοκρατία, η Αμερική θα ακολουθήσει τη μοίρα των υπολοίπων αυτοκρατοριών. Η ιστορία είναι γεμάτη ωμότηταμε ελάχιστες εξαιρέσεις.

Οι ελίτ της Ουάσινγκτον θέτουν διαρκώς το δικό τους συμφέρον υπεράνω του εθνικού συμφέροντος. Ξεπουλώντας τους Αμερικανούς παραγωγούς στις ξένες κυβερνήσεις, στέρεψαν το χρυσάφι από την οικονομία μας και πρόδωσαν την μεσαία μας τάξη.

Χωρίς ισχυρή μεσαία τάξη, το αμερικανικό σύστημα διακυβέρνησης δεν δουλεύει. Όταν αποσυντονίζονται οι θεσμοί μας, δυσλειτουργεί η οικονομία μας. Όταν η οικονομία μας δυσλειτουργεί, η δημοκρατία μας καθίσταται ανέφικτη.

Ο κόσμος δεν ακούει πια τις ελίτ της Ουάσινγκτον. Ήρθε η ώρα να κάνουμε κι εμείς το ίδιο.

Το «the globalist» είναι ιστότοπος πολιτικού προβληματισμού και ενημέρωσης ".