Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Το γερμανικό μοντέλο δεν εξάγεται

του Μάρτιν Γουλφ    

The German model is not for export

©Financial Times








Η Γερμανία θέλει μια ευρωπαϊκή οικονομία κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή της. Αξιοποιεί τη θέση της ως της μεγαλύτερης οικονομίας και του βασικού δανειστή της Ευρώπης για να μετατρέψει τα κράτη-μέλη σε δικές της μικρογραφίες και όλη την ευρωζώνη σε μεγέθυνσή της. Αλλά αυτή η στρατηγική είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.



Η «συναίνεση του Βερολίνου» είναι προσανατολισμένη σε σταθεροποιητικές πολιτικές: η νομισματική πολιτική έχει ως μεσοπρόθεσμο στόχο τη σταθεροποίηση των τιμών· οι δημοσιονομικές πολιτικές οφείλουν να καταλήγουν σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και χαμηλό δημόσιο χρέος. Καμία κεϊνσιανή παρεκτροπή δεν μπορεί να γίνει ανεκτή· οδηγεί ευθέως στην οδό της απωλείας.



Η ίδια η Γερμανία πέτυχε αυτή την πολιτική αξιοποιώντας τις εμπορικές της συναλλαγές: η πολιτική της αύξησης των πλεονασμάτων πετυχαίνει όταν η εσωτερική ζήτηση είναι χαμηλή -και τανάπαλιν. Εκ πρώτης απόψεως, η γερμανική οικονομία μπορεί να μοιάζει πολύ μεγάλη για να στηρίζεται σε παρόμοιους μηχανισμούς, που χαρακτηρίζουν μικρές και ανοικτές οικονομίες. Αλλά η Γερμανία πέτυχε διότι στηρίχτηκε στο θαυμαστό εξαγωγικό της βιομηχανικό τομέα και στην πολιτική της ικανότητα να μειώνει τους μισθούς. Την δεκαετία του 2000 αυτός ήταν ο συνδυασμός που επέτρεψε στην χώρα να φτάσει στα σημερινά της πλεονάσματα, μετά τα ελλείμματα που είχε προκαλέσει το σοκ της επανένωσης της χώρας, τη δεκαετία του 1990. Πράγμα που με την σειρά του οδήγησε σε -μέτριους- ρυθμούς ανάπτυξης, παρά την μειωμένη εσωτερική ζήτηση.
 ΕΑλλά για να δουλέψει αυτή η στρατηγική, πέραν του εκτεταμένου εξαγωγικού τομέα χρειάζονται και ανθηρές εξωτερικές αγορές. Από αυτήν την άποψη, οι οικονομικές «φούσκες» της δεκαετίας του 2000 ήταν πολύτιμες. Μεταξύ 2000 και 2007, το πλεόνασμα του γερμανικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πέρασε από -1.7% του ΑΕΠ στο +7.5%. Πράγμα όμως που δημιούργησε ελλείμματα σε άλλες περιοχές της ευρωζώνης: ως το 2007, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είχε φτάσει στο 15% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, στο 10% στην Πορτογαλία και την Ισπανία, στο 5% στην Ιρλανδία.


Στις χώρες αυτές η εσωτερική ζήτηση στηρίχτηκε εν πολλοίς στη δημιουργία μεγάλων ελλειμμάτων και στο φτηνό δανεισμό. Κι ύστερα ήρθε η παγκόσμια οικονομική κρίση. Η ροή κεφαλαίων σταμάτησε και οι ιδιωτικές δαπάνες κατέρρευσαν, προκαλώντας υπερδιόγκωση των ελλειμμάτων. Οι Κάρμεν Ράινχαρτ (Carmen Reinhart) και Κένεθ Ρόγκοφ (Kenneth Rogoff) του Χάρβαρντ έδειξαν πως αυτή η εξέλιξη ήταν προβλέψιμη. Μεταξύ 2007 και 2009, στην Ισπανία το πλεόνασμα του 1.9% έγινε έλλειμμα 11.2%, στην Ιρλανδία το πλεόνασμα του 0.1% έγινε έλλειμμα 13.9%, στην Πορτογαλία το έλλειμμα πέρασε από 3.2% στο 10.2% και στην Ελλάδα το έλλειμμα από 6.8% έγινε 15.6%.

Αυτό, ιδιαίτερα στο Βερολίνο, εκλήφθηκε λανθασμένα ως «δημοσιονομική κρίση». Αλλά αν εξαιρέσει κανείς την Ελλάδα, αυτή η διάγνωση προέκυπτε από σύγχυση μεταξύ συμπτωμάτων και αιτιών. Ο αποκλεισμός αυτών των χωρών από τις αγορές τις καταδίκαζε σε λιτότητα, παρά τη βαθιά ύφεση στην οποία είχαν ήδη εισέρθει. Κι αυτό ακριβώς έκανανΣύμφωνα με το «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ), μεταξύ 2009 και 2012 το διαρθρωτικό δημοσιονομικό έλλειμμαμειώθηκε κατά 15.4% του εν δυνάμει ΑΕΠ στην Ελλάδα, κατά 5.1% στην Πορτογαλία, κατά 4.4% στην Ιρλανδία, κατά 3.8% στην Ισπανία και κατά 2.2% στην Ιταλία. Ο συνδυασμός οικονομικής κρίσης-περιοριστικών πολιτικών προκάλεσε βαθιά ύφεση της οικονομίας: μεταξύ του πρώτου τρίμηνου του 2008 και του τέταρτου του 2012, το ΑΕΠ είχε συρρικνωθεί κατά 8.2% στην Πορτογαλία, κατά 8.1% στην Ιταλία, κατά 6.5% στην Ισπανία και κατά 6.2% στην Ισπανία.Ως εδώ, κακά.

Ατυχώς όμως, στο σταθεροποιητικό δόγμα παρέμειναν προσκολλημένα ακόμα και τα υγιέστερα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Ακολούθησαν κι εκείνα σφιχτές δημοσιονομικές πολιτικές. Το ΔΝΤ προβλέπει πως μεταξύ 2009 και 2013 το διορθωμένο δημοσιονομικό έλλειμμα της ευρωζώνης θα μειωθεί κατά 3.2% του εν δυνάμει ΑΕΠ, για να φθάσει στο 1.1%. Όσο για την «ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ) εξακολουθεί να αδιαφορεί παγερά για την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης. Φυσιολογικά, η οικονομία της ευρωζώνης βαλτώνει: στα τέλη του 2012, το ΑΕΠ της παρέμενε στα επίπεδα των μέσων του 2010.

Εντωμεταξύ, ο δείκτης τιμών καταναλωτή κινείται κάτω από 2% -το όριο της ΕΚΤ. Η περικοπή της τελευταίας εβδομάδας στο βασικό επιτόκιο δανεισμού της ΕΚΤ κατά 1/4 της μονάδας δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Αντιθέτως, θα μπορούσε να δημιουργήσει αρνητικές παρενέργειες, μετατρέποντας τον πληθωρισμό σε αποπληθωρισμό. Πράγμα που θα αύξαινε τις πιέσεις στα κράτη που συναντούν δυσκολίες. Αλλά και χωρίς αποπληθωρισμό, είναι εντελώς εξωπραγματικό να προσδοκούμε πως αυτά τα κράτη μπορούν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους χάρη στην ζήτηση στην ευρωζώνη και την εσωτερική τους σταθεροποίηση.

Πράγμα που μας οδηγεί αναγκαστικά στην σταθεροποίηση χάρη στην εξωτερική ζήτηση. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η Γαλλία θα είναι φέτος το μόνο σημαντικό κράτος-μέλος της ευρωζώνης που θα συνεχίσει να εμφανίζει έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Σύμφωνα με τις ίδιες προβλέψεις, ως το 2018 όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, πλην της Φιλανδίας, θα είναιεξαγωγείς κεφαλαίου. Η ευρωζώνη συνολικά θα εμφανίσει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της τάξης του 2.5% του ΑΕΠ. Αυτού του είδους  η εξάρτηση από την εξωτερική ζήτηση είναι ακριβώς ό,τι θα περίμενε κανείς από μια γερμανική ευρωζώνη.

Για να κατανοήσει κανείς πόσο μακριά πάει αυτή η παραφροσύνη, αρκεί να μελετήσει τη μελέτη της «ευρωπαϊκής επιτροπής» (Κομισιόν) για τις μακροοικονομικές ανισορροπίες. Η προσέγγισή της είναι αποκαλυπτική: θεωρεί π.χ ως δείγμα ανισορροπίας το έλλειμμα άνω του 4%. Αλλά όταν αναφέρεται στο πλεόνασμα, το όριο ανεβαίνει στο 6%. Πόσο τυχαίο είναι πως η Γερμανία βρίσκεται ακριβώς κάτω από το όριο αυτό; Αλλά το σημαντικότερο είναι πως στον υπολογισμό της συμβολής του κάθε κράτους-μέλους στην ευρωπαϊκή οικονομία αγνοείται παντελώς το μέγεθος της οικονομίας του! Έτσι η Γερμανία μπαίνει στο απυρόβλητο. Κι όμως, είναι τα δικά της πλεονάσματα που προκαλούν σοβαρά προβλήματα στους εταίρους της, ιδίως με επιτόκια κολλημένα στο 0. Αυτή η ταχυδακτυλουργική «εξαφάνιση» της Γερμανίας καθιστά σχεδόν αδύνατη κάθε ανάλυση των περίφημων «ανισορροπιών» της Ευρώπης.

Η προσπάθεια να εξαναγκασθεί ολόκληρη η ευρωζώνη να ακολουθήσει το δρόμο που χάραξε η Γερμανία τη δεκαετία του 2000, έχει σημαντικές επιπτώσεις. Για τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, ιδίως τα προβληματικότερα, ισοδυναμεί με παράταση της ύφεσης. Αλλά ακόμα κι αν αρχίσει να φέρνει αποτελέσματα, κινδυνεύει να οδηγήσει σε ανατίμηση του ευρώ, οδηγώντας σε αποπληθωρισμό. Κι ας μην ξεχνούμε πως η στροφή προς μια πλεονασματική Ευρώπη θα προκαλέσει υφεσιακό σοκ στην παγκόσμια οικονομία. Και τότε ποιος θα θέλει -ή θα μπορεί- να το αντιμετωπίσει;

Η ευρωζώνη δεν είναι μια μικρή ανοικτή οικονομία· είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Είναι υπερβολικά μεγάλη -και η εξωτερική ανταγωνιστικότητα των πιο αδύναμων κρατὠν-μελών της είναι πολύ ασθενής- ώστε να πιστεύει κανείς πως η απότομη ανατροπή στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα μπορούσε να συνιστά μια βιώσιμη και πραγματιστική στρατηγική ανάκαμψης και ανάπτυξης για τη μετά την κρίση περίοδο. Η ευρωζώνη δεν μπορεί να ελπίζει σε μια σταθερή ανάκαμψη, ταυτόσημη με εκείνη που πραγματοποίησε η Γερμανία στην ανθηρή δεκαετία του 2000. Μόλις γίνει αυτό κατανοητό, δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις για αλλαγή θα γίνουν σαρωτικές.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να γίνει μια εκτεταμένη Γερμανία. Είναι τρέλα και μόνο το να πιστεύει κανείς πως θα το μπορούσε. Είτε η ευρωζώνη θα κατορθώσει να διευθετήσει καλύτερα τις εσωτερικές της αντιθέσεις, είτε θα διαλυθεί. Τι θα συμβείΙδού η απορία!


Ο Martin Wolf είναι Βρετανός δημοσιογράφος, πρώην στέλεχος της «παγκόσμιας τράπεζας»  
 .