Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Μπράβο στην ξαφνική επίδειξη ειλικρίνειας για το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας

του Βόλφγκανγκ Μουνχάου    

© Financial Times



Ήταν μια από τις ειλικρινέστερες και σαφέστερες αναλύσεις της κρίσης της ευρωζώνης που έχει γίνει ως σήμερα από κάποιον επίσημο οργανισμό. Μέσα σε 50 σελίδες, το «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ) παρήγαγε μια πυκνή και λιτή ανάλυση με το τι πήγε στραβά στο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας. Αυτή η έκθεση αποτελεί επίσης μια ευθεία βολή κατά της ευρωπαϊκής συναίνεσης στη διαχείριση αυτής της κρίσης. Πολλοί σχολιαστές, εμού συμπεριλαμβανομένου, κατακρίνουν αυτή τη συναίνεση εδώ και τρία χρόνια. Αλλά είναι η πρώτη φορά που κάποιος επίσημος φορέας έρχεται μαζί μας.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το βασικό λάθος ήταν η υπεραισιοδοξία όσον αφορά τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας. Βασικό υπό την έννοια πως αυτό οδήγησε και σε άλλα λάθη -όσον αφορά τη μείωση του ελλείμματος, την πίεση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ταχύτητα των μεταρρυθμίσεων και τη βιωσιμότητα του χρέους. Επιπλέον δεν ήταν ένα αναπόφευκτο λάθοςΟι σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις του συμπεφωνημένου ελληνικού προγράμματος μόνο απρόβλεπτες δεν ήταν· όπως παραδέχεται ανοικτά το ΔΝΤ, πολλοί επικριτές του προγράμματος τις είχαν προεξοφλήσει.
 ΕΤο άλλο γεγονός για το οποίο η έκθεση του ΔΝΤ εκφράζει την θλίψη της, είναι ο χρόνος που χρειάστηκε για να συμφωνηθεί η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Μέχρι να γίνει αυτό, οι περισσότεροι ιδιώτες επενδυτές είχαν απαλλαγεί από τα ελληνικά χρεόγραφά τους.

Οι επιπτώσεις αυτής της συσσώρευσης λαθών είναι σοβαρές. Η σοβαρότερη είναι πως υπό τα σημερινά δεδομένα η ελληνική κρίση εξακολουθεί να είναι άλυτη. Σε μια ξεχωριστή του ανάλυση,το ΔΝΤ συμπεραίνει πως η δήθεν βιωσιμότητα στην οποία στηριζόταν το πρόγραμμα του 2012 έχει προ πολλού διαψευσθεί. Για να επιτευχθούν τα όρια που υποτίθεται πως εξασφαλίζουν την βιωσιμότητα του χρέους -124% του ΑΕΠ ως το 2020 και 110% ως το 2022- χρειάζεται ακόμα ταχύτερη μείωση του χρέους του προβλεπομένου -της τάξης του 7% του ΑΕΠ. Αναγνωρίζεται πως στη συμφωνία του 2012 έχει ήδη εμφανιστεί μια «τρύπα» του 4% του ΑΕΠ, που κάπως πρέπει να καλυφθεί. Επιπλέον, αν και δεν της πολυφαίνεται, κι αυτή ακόμα η εκδοχή βασίζεται σε υπεραισιόδοξες προβλέψεις. Όπως πάντα, θεωρεί δεδομένους τους καλύτερους δυνατούς αριθμούς.

Προσωπικά προβλέπω πως η Ελλάδα θα παραμείνει κολλημένη στο φαύλο κύκλο της ύφεσης ως ότου είτε χρεοκοπήσει μονομερώς και αποχωρήσει από το ευρώ, είτε υπάρξει μια μείζων ανατροπή στις ακολουθούμενες πολιτικές. Για το δεύτερο, θα χρειαστούν δύο αλλαγές στο τρέχον πρόγραμμα.
  • Η πρώτη είναι ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της βιωσιμότητας. Ο στόχος του 124% είναι ταυτόχρονα αυθαίρετος και παραπλανητικός. Αυθαίρετος διότι δεν βασίζεται σε καμία οικονομική λογική. Παραπλανητικός διότι οι επενδυτές δεν θεωρούν πια «εθνικό» το ελληνικό χρέος, αλλά περιφερειακό. Το χρέος των περιφερειακών οντοτήτων σαν τις αμερικανικές πολιτείες ή τα γερμανικά länder δεν μπορεί να κρίνεται με τα ίδια κριτήρια με το κρατικό χρέος, διότι οι οντότητες αυτές δεν μπορούν να τυπώσουν χρήμα. Ένα ύψος χρέους της τάξης του 60%-80% του ΑΕΠ θα ήταν πολύ πιο ρεαλιστικό.
  • Η δεύτερη είναι πως κάθε εκτίμηση για τη βιωσιμότητα του χρέους θα πρέπει να βασιστεί σε πιο ρεαλιστικές προβλέψεις όσον αφορά την μελλοντική ανάπτυξη ή την ταχύτητα των μεταρρυθμίσεων. Αλλά αυτός ο συνδυασμός πιο ρεαλιστικών στόχων για το χρέος και την ταχύτητα των μεταρρυθμίσεων, λογικά είναι ασύμβατος με τη βιωσιμότητα του χρέους. Ελλείψει αρκετών ιδιωτών επενδυτών, μόνη διέξοδος απομένει το «κούρεμα» των χρεογράφων που κατέχουν οι επίσημοι φορείς (OSI). Κάτι τέτοιο όμως εξακολουθεί να είναι ταμπού, διότι θα σημαίνει την παραδοχή πως τελικά η κρίση θα κοστίσει πολλά λεφτά στις βορειοευρωπαϊκές χώρες.
Τρεις μήνες πριν τις γενικές εκλογές, η γερμανική κυβέρνηση δεν έχει καμία όρεξη να κληθεί να «πουλήσει» αυτό το μήνυμα. Κι υποπτεύομαι πως μετά τις εκλογές δεν θα μπορεί πια να το κάνει. Έτσι μόνος -περιορισμένος- τρόπος OSI απομένει η ελάφρυνση των όρων εξυπηρέτησης του χρέους: να συμφωνήσουν δηλαδή οι δανειστές να επιμηκύνουν το χρόνο ωρίμανσης των χρεογράφων, μειώνοντας παράλληλα τα επιτόκια δανεισμού. Αυτός είναι ένας τρόπος καλυμμένου «κουρέματος», αλλά δύσκολα μπορώ να δω πώς μπορεί να γίνει σε τόσο ευρεία κλίμακα. Από την άλλη, χωρίς κάποια ορατή προοπτική ελάφρυνσης του χρέους της, μόλις αποκτήσει πρωτογενή πλεονάσματα και ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας που θα της επιτρέπουν να επωφεληθεί από την υποτίμηση του νομίσματός της και την χρεοκοπία, η Ελλάδα θα έχει πολύ ορθολογικά κίνητρα να εγκαταλείψει την ευρωζώνη. Αυτή η στιγμή δεν έχει φτάσει ακόμα, αλλά πλησιάζει.

Η επικριτική έκθεση του ΔΝΤ είναι επίσης διαυγής όσον αφορά τα πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το Ταμείο ως μέλος της τρόικα -στην οποία συμμετέχουν επίσης η «ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ) και η «ευρωπαϊκή επιτροπή» (Κομισιόν). Είναι σαφές πως το ΔΝΤ δεν νιώθει άνετα με την υποβάθμισή του στο ρόλο του ελάσσονα εταίρου και θεωρεί πως είναι το μόνο μέλος της τρόικα που διαθέτει την απαιτούμενη τεχνογνωσία που απαιτεί η διαχείριση της κρίσης.

Ποιες μπορεί να είναι οι πολιτικές επιπτώσεις της ανάλυσης του ΔΝΤ; Είναι προφανές πως το ΔΝΤ δεν πρόκρινε αυτόν το νέο τρόπο σκέψης όταν συζητιόταν το πρόγραμμα διάσωσης της Κύπρου. Μόλις πριν ένα μήνα, το ΔΝΤ προέβλεπε δημοσίως πως το νησί θα επανέρθει σε αναπτυξιακούς ρυθμούς... το 2015 -πράγμα γελοίο, ιδίως μετά από όσα συνέβησαν στην Ελλάδα. Δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει την σκέψη πως το ΔΝΤ δεν μιλάει ακριβώς με ενιαία φωνή σε αυτό το ζήτημα. Όταν ο σταθμάρχης του στην Ελλάδα Πολ Τόμσεν (Poul Thomsen) λέει πως με τις ίδιες διαθέσιμες πληροφορίες το ΔΝΤ θα επαναλάμβανε ακριβώς την ίδια πολιτική, δε θα 'λεγε κανείς πως στηρίζει ακριβώς το μήνυμα της έκθεσης. Η Ουάσινγκτον διαλαλεί mea culpa, αλλά ο κ. Τόμσεν απαντά «je ne regrette rien».

Αν κρίνουμε τέλος από τις οργίλες αντιδράσεις του Ευρωπαίου επιτρόπου για την οικονομική πολιτική Όλι Ρεν (Olli Rehn), θεωρώ μάλλον ασφαλή την πρόβλεψη πως οι πολιτικοί ιθύνοντες της ευρωζώνης θα αγνοήσουν τις προειδοποιήσεις της έκθεσης του ΔΝΤ. Μπορεί να θεωρείται δεδομένο πως το ίδιο θα κάνει και η γερμανική κυβέρνηση. Αν το ΔΝΤ εννοεί όσα λέει στην έκθεσή του (μάλλον έτσι πρέπει να συμβαίνει) θα πρέπει είτε να προσπαθήσει να εκβιάσει μια αλλαγή πολιτικής, είτε να εγκαταλείψει την τρόικα.

Ο Wolfgang Munchau είναι συντάκτης των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς».