Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Η αυταπάτη τής λιτότητας

Γιατί μια κακή ιδέα επικράτησε στην Δύση
By Mark Blyth
Ο MARK BLYTH είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Brown. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το Austerity: The History of a Dangerous Idea [1] (Oxford University Press, 2013), προσαρμογή του οποίου αποτελεί το παρόν δοκίμιο. Copyright © Oxford University Press.


Μην μπορώντας να προβεί σε οποιαδήποτε εποικοδομητική δράση προς οποιονδήποτε κοινό στόχο, το Κογκρέσο των ΗΠΑ περιορίστηκε πρόσφατα στο να παίζει ένα συνεχές επικίνδυνο παιχνίδι με την αμερικανική οικονομία. Η πανωλεθρία της οροφής του χρέους έδωσε τη θέση της στον «δημοσιονομικό γκρεμό», ο οποίος μετασχηματίστηκε σε οριζόντιες περικοπές στις αμυντικές δαπάνες και σε άλλους δημόσιους λογαριασμούς, κάτι που έγινε γνωστό ως «δέσμευση» (sequestration). Οτιδήποτε κι αν συμβεί στη συνέχεια στο φορολογικό μέτωπο, το πιο πιθανό είναι να υπάρξουν περαιτέρω περικοπές στις δαπάνες. Και έτσι, μια διαφορετική μορφή των μέτρων λιτότητας που έχουν χαρακτηρίσει την χάραξη της πολιτικής στην Ευρώπη από το 2010, έρχεται επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μόνο ερώτημα είναι το πόσο μεγάλο θα καταλήξει να γίνει το χτύπημα και ποιος θα αναλάβει το κύριο βάρος. Αυτό που κάνει όλα τούτα τόσο παράλογα είναι ότι η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει δείξει για άλλη μια φορά γιατί η συμμετοχή στο κλαμπ της λιτότητας είναι ακριβώς το λάθος πράγμα για μια οικονομία που αγωνίζεται να λύσει τα προβλήματά της.
Οι χώρες της ευρωζώνης, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι χώρες της Βαλτικής έχουν προσφερθεί εθελοντικά ως υποκείμενα ενός μεγάλου πειράματος που έχει ως στόχο να ανακαλύψει εάν είναι δυνατό για μια οικονομικά στάσιμη χώρα να χαράξει τον δρόμο της προς την ευημερία. Η λιτότητα - ο σκόπιμος αποπληθωρισμός των εγχώριων μισθών και των τιμών μέσω περικοπών στις δημόσιες δαπάνες - έχει σχεδιαστεί να μειώνει τα χρέη και τα ελλείμματα ενός κράτους, να αυξάνει την οικονομική ανταγωνιστικότητά του και να αποκαθιστά αυτό που αόριστα αναφέρεται ως «επιχειρηματική εμπιστοσύνη». Αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι το κλειδί: οι υπέρμαχοι της λιτότητας πιστεύουν ότι η περικοπή δαπανών προσελκύει τις ιδιωτικές επενδύσεις, δεδομένου ότι σηματοδοτεί πως η κυβέρνηση ούτε θα παραγκωνίσει τον κόσμο των επενδύσεων με τις δικές της προσπάθειες τόνωσης της οικονομίας ούτε θα προσθέτει στο συσσωρευμένο χρέος της. Οι καταναλωτές και οι παραγωγοί, συνεχίζει το ίδιο επιχείρημα, θα αισθανθούν σιγουριά για το μέλλον και θα ξοδέψουν περισσότερα, επιτρέποντας έτσι στην οικονομία να αναπτυχθεί και πάλι. ΕΣε αρμονία με αυτό το σκεπτικό, και μετά το σοκ της πρόσφατης οικονομικής κρίσης η οποία προκάλεσε τεράστια διόγκωση του δημοσίου χρέους, μεγάλο μέρος της Ευρώπης ακολουθεί με συνέπεια πολιτικές λιτότητας τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Τα αποτελέσματα του πειράματος είναι παρόντα, και είναι εξίσου συνεπή: Η λιτότητα δεν λειτουργεί. Οι περισσότερες από τις οικονομίες στην περιφέρεια της ευρωζώνης έχουν μπει σε ελεύθερη πτώση από το 2009, και κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2012 η ευρωζώνη στο σύνολό της συρρικνώθηκε για πρώτη φορά. Η οικονομία της Πορτογαλίας συρρικνώθηκε κατά 1,8%, της Ιταλίας μειώθηκε κατά 0,9%, ακόμα και η υποτιθέμενη ατμομηχανή της περιοχής, η Γερμανία, είδε την οικονομία της να συρρικνώνεται κατά 0,6%. Το Ηνωμένο Βασίλειο, παρόλο που δεν είναι στην ευρωζώνη, μόλις που γλίτωσε από το να παρουσιάσει για πρώτη φορά στον κόσμο μια ύφεση τριπλής πτώσης (triple-dip recession, πρόκειται για την επιστροφή για τρίτη φορά σε υφεσιακούς ρυθμούς μετά από ένα ή δύο τρίμηνα θετικών ρυθμών ανάπτυξης).
Η μόνη έκπληξη είναι ότι τίποτε από αυτά δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Στο κάτω - κάτω, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποίησε τον Ιούνιο του 2012 ότι οι ταυτόχρονες περικοπές κρατικών δαπανών σε αλληλοσυνδεόμενες οικονομίες κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης, όταν τα επιτόκια ήταν χαμηλά, επρόκειτο αναπόφευκτα να βλάψει τις προοπτικές της ανάπτυξης. Και αυτή η προειδοποίηση απλώς προστέθηκε στις άφθονες αποδείξεις ότι κάθε χώρα που είχε ήδη υιοθετήσει την λιτότητα είχε σημαντικά περισσότερο χρέος από όσο όταν ξεκίνησε. Το χρέος προς το ΑΕΠ της Πορτογαλίας αυξήθηκε από 62% το 2006 στο 108% το 2012. Της Ιρλανδίας υπερτετραπλασιάστηκε, από 24,8% το 2007 στο 106,4% το 2012. Το χρέος προς το ΑΕΠ στην Ελλάδα αυξήθηκε από 106% 2007 στο 170% το 2012. Και το χρέος της Λετονίας αυξήθηκε από 10,7% του ΑΕΠ το 2007 στο 42% το 2012. Κανένα από αυτά τα στατιστικά στοιχεία δεν έχει ακόμη αρχίσει να συνυπολογίζεται στο κοινωνικό κόστος της λιτότητας, το οποίο περιλαμβάνει επίπεδα ανεργίας που δεν έχουν ξαναφανεί από τη δεκαετία του 1930 στις χώρες που απαρτίζουν σήμερα τη ευρωζώνη. Γιατί, λοιπόν, οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να πορεύονται σε αυτό το μονοπάτι;
Η λιτότητα έγινε και παραμένει η προεπιλεγμένη πολιτική απάντηση στην οικονομική κρίση στην ευρωζώνη και για υλικούς και για ιδεολογικούς λόγους. Υλικά, επειδή υπήρξαν ελάχιστες άλλες εύκολα διαθέσιμες πολιτικές επιλογές. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες κατόρθωσαν να διασώσουν τις τράπεζες το 2008 διότι διέθεταν ένα κεντρικό Υπουργείο Οικονομικών και μια Κεντρική Τράπεζα, θεσμούς που είχαν την ικανότητα να μπορούν να δεχθούν οποιοδήποτε είδος εξασφαλίσεων ήθελαν, η ΕΕ έπρεπε να στηρίξει το δικό της παραπαίον τραπεζικό σύστημα (το οποίο ήταν τρεις φορές μεγαλύτερο και είχε διπλάσια μόχλευση σε σύγκριση με το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ), με ελάχιστα περισσότερα από κάποια πρόσθετη ρευστότητα, περικοπές δαπανών και ξόρκια για την «ακλόνητη δέσμευση στο ευρώ». Το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ αποτίναξε το χρέος του και ανακεφαλαιοποιήθηκε και είναι τώρα έτοιμο να αναπτυχθεί. Η ΕΕ, λαμβανομένης υπόψη της θεσμικής της δομής, δεν ήταν καν ικανή να ξεκινήσει αυτή τη διαδικασία. Ως αποτέλεσμα, οι οικονομίες της ευρωζώνης συνέχισαν να συρρικνώνονται, παρά την όλο και πιο αμφίβολη υπόσχεση ότι η εμπιστοσύνη επιστρέφει.
Ιδεολογικά, είναι η διαισθητική έφεση στην ιδέα της λιτότητας - να μην ξοδεύεις περισσότερα από όσα έχεις - που πραγματικά δημιουργεί τον χρησμό. Το να κατανοηθεί το πώς η λιτότητα κατέληξε να είναι η βασική πολιτική στην φιλελεύθερη οικονομική σκέψη όταν τα κράτη έχουν μπει σε μπελάδες, μπορεί να αποκαλύψει γιατί είναι τόσο γοητευτική και τόσο επικίνδυνη.
ΔΙΑΤΡΗΤΟΣ ΝΟΜΟΣ
Η λιτότητα είναι μια δελεαστική ιδέα, λόγω της απλότητας του κεντρικού της αξιώματος - ότι το χρέος δεν μπορεί να θεραπευθεί με περισσότερο χρέος. Αυτό είναι αλήθεια σε κάποια έκταση, αλλά αυτή η έκταση δεν πάει και πολύ μακριά. Τρεις λιγότερο προφανείς παράγοντες υπονομεύουν το απλό επιχείρημα ότι οι χώρες που είναι στο κόκκινο πρέπει να σταματήσουν να δαπανούν. Ο πρώτος παράγοντας είναι εκείνος της κατανομής, δεδομένου ότι τις επιπτώσεις της λιτότητας τις αισθάνονται με διαφορετικό τρόπο τα διαφορετικά επίπεδα της κοινωνίας. Όσοι είναι στο χαμηλό μέρος της κατανομής του εισοδήματος χάνουν αναλογικά περισσότερα από όσα εκείνοι που βρίσκονται στην κορυφή, επειδή βασίζονται πολύ περισσότερο στις δημόσιες υπηρεσίες και έχουν λίγο πλούτο με τον οποίο μπορούν να αμβλύνουν τα χτυπήματα. Οι 400 πλουσιότεροι Αμερικανοί κατέχουν περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από όσα οι φτωχότεροι 150 εκατομμύρια Αμερικανοί. Το κατώτερο 15%, περίπου 46 εκατομμύρια άνθρωποι, ζουν σε νοικοκυριά που κερδίζουν λιγότερο από 22.050 δολάρια κατ’ έτος. Το να προσπαθεί κανείς να κάνει το κάτω άκρο της κατανομής του εισοδήματος να πληρώσει το τίμημα της λιτότητας μέσω των περικοπών στις δημόσιες δαπάνες είναι και βάναυσο και μαθηματικά δύσκολο. Εκείνοι που μπορούν να πληρώσουν δεν πρόκειται να το κάνουν, ενώ όσοι δεν μπορούν να πληρώσουν καλούνται να το πράξουν.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι της σύνθεσης: δεν μπορεί ο καθένας να χαράξει τον δρόμο του προς την ανάπτυξη την ίδια στιγμή. Για να το θέσουμε αυτό σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, αν και είναι λογικό για κάθε κράτος να μειώσει το χρέος του, αν όλα τα κράτη της νομισματικής ένωσης, τα οποία είναι σημαντικοί εμπορικοί εταίροι ο ένας για τον άλλο, περικόψουν τις δαπάνες τους ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι μια συστολή της περιφερειακής οικονομίας στο σύνολό της. Οι υποστηρικτές της λιτότητας είναι τυφλοί σε αυτόν τον κίνδυνο, επειδή εκλαμβάνουν τη σχέση μεταξύ της αποταμίευσης και των δαπανών ανάποδα. Νομίζουν ότι η δημόσια λιτότητα θα προωθήσει τελικά τις ιδιωτικές δαπάνες. Αλλά, κάποιος πρέπει να ξοδέψει ώστε κάποιος άλλος να εξοικονομήσει, αλλιώς ο αποταμιευτής δεν θα έχει κανένα εισόδημα για να αποταμιεύσει. Ομοίως, για να επωφεληθεί μια χώρα από τη μείωση των εγχώριων μισθών της, με αποτέλεσμα να γίνει πιο ανταγωνιστική από πλευράς κόστους, πρέπει να υπάρχει μια άλλη χώρα πρόθυμη να δαπανήσει τα χρήματά της σε όσα παράγει η πρώτη χώρα. Εάν όλα τα κράτη προσπαθούν να μειώσουν ή να εξοικονομήσουν ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει στην ευρωζώνη σήμερα, τότε δεν απομένει κανείς να κάνει τις απαραίτητες δαπάνες για να καθοδηγήσει την ανάπτυξη.
Ο τρίτος παράγοντας είναι της λογικής: η αντίληψη ότι η περικοπή των κρατικών δαπανών ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών δεν ευσταθεί. Όπως ο οικονομολόγος Paul Krugman και άλλοι έχουν υποστηρίξει, ο ισχυρισμός αυτός προϋποθέτει ότι οι καταναλωτές προβλέπουν και ενσωματώνουν όλες τις αλλαγές της κυβερνητικής πολιτικής στους λογαριασμούς του προϋπολογισμού στην διάρκεια του βίου τους. Όταν η κυβέρνηση σηματοδοτεί ότι σχεδιάζει να μειώσει τις δαπάνες της δραματικά, συνεχίζει το επιχείρημα αυτό, οι καταναλωτές συνειδητοποιούν ότι οι μελλοντικές φορολογικές επιβαρύνσεις τους θα μειωθούν. Αυτό τους οδηγεί στο να ξοδεύουν περισσότερο σήμερα από όσο θα έκαναν χωρίς τις περικοπές, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της ύφεσης, παρά την κατάρρευση της οικονομίας γύρω τους. Η υπόθεση ότι η συμπεριφορά αυτή όντως θα εφαρμοστεί από οικονομικά αναλφάβητους, πραγματικούς καταναλωτές οι οποίοι είναι τρομοκρατημένοι ότι θα χάσουν τη δουλειά τους στη μέση μιας ύφεσης που προκαλείται από τέτοιες πολιτικές είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ηρωική και στη χειρότερη περίπτωση ανόητη.
Η λιτότητα, λοιπόν, είναι μια επικίνδυνη ιδέα, διότι αγνοεί τις προεκτάσεις που δημιουργεί, τον αντίκτυπο των επιλογών ενός ατόμου σε ένα άλλο, και την μικρή πιθανότητα ότι οι άνθρωποι όντως θα συμπεριφέρονται με τον τρόπο που απαιτεί η θεωρία. Για να καταλάβουμε γιατί μια τέτοια ξεφτισμένη δέσμη ιδεών έγινε η προεπιλεγμένη στάση του δυτικού κόσμου για το πώς να βγούμε από την ύφεση, θα πρέπει να συμβουλευτούμε μερικούς Άγγλους, δύο Σκωτσέζους και τρεις Αυστριακούς.
ΜΙΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΑΣΗ
Οι ρίζες της λιτότητας βρίσκονται σε μια τάση μέσα στην φιλελεύθερη οικονομική σκέψη σχετικά με το κράτος. Στο δεύτερο από τις Δύο Πραγματείες για την Κυβέρνηση (Two Treatises on Government), ο Άγγλος πολιτικός θεωρητικός του δέκατο έβδομου αιώνα Τζον Λοκ (John Locke) αποδέχθηκε το αναπόφευκτο της ανισότητας που απορρέει από την εφεύρεση του χρήματος και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Όμως, έχοντας αποδεχθεί αυτό, αναγκάστηκε επίσης να αναγνωρίσει την ανάγκη για ένα κράτος που να αστυνομεύει την ανισότητα που παράγει η αγορά. Αλλά, κάθε κράτος που θα μπορούσε να το κάνει αυτό αποτελεσματικά, θα έπρεπε επίσης να είναι αρκετά ισχυρό ώστε να απειλήσει τους κατόχους ιδιοκτησίας που έχει ως στόχο να προστατεύσει. Και, έτσι, γεννήθηκε μια τάση στην καρδιά του φιλελευθερισμού: δεν μπορείτε να ζήσετε με το κράτος, δεδομένου ότι μπορεί να σας ληστέψει, αλλά επίσης δεν μπορείτε να ζήσετε και χωρίς αυτό, δεδομένου ότι ο όχλος μπορεί να σας σκοτώσει. Αργότερα, όταν οι Σκωτσέζοι στοχαστές του δέκατου όγδοου αιώνα Ντέιβιντ Χιούμ (David Hume) και Άνταμ Σμιθ (Adam Smith) στράφηκαν προς αυτή την τάση, πήρε άλλη διάσταση: πώς να πληρώνεις για το κράτος που φοβάσαι, αλλά παρ’ όλα αυτά χρειάζεσαι. Η λύση φαίνεται να είναι το δημόσιο χρέος, αλλά ούτε στον Χιούμ ούτε στον Σμιθ άρεσε αυτή η απάντηση.
Όπως ο Χιούμ και ο Σμιθ σημείωσαν, η κυβέρνηση μπορούσε να δανειστεί χρήματα προσφέροντας στους εμπόρους την ευκαιρία να κάνουν λιγότερο ριψοκίνδυνες επενδύσεις με το ίδιο, ή και καλύτερο, επίπεδο ανταπόδοσης μέσω του «εργαλείου» τού δημόσιου χρέους. Και για αυτούς τους επενδυτές, η αγορά αυτού του χρέους θα έχει το πρακτικό θετικό της χρηματοδότησης του κράτους που χρειάζονται, χωρίς αυτοί να χρειάζεται να πληρώνουν φόρους. Πράγματι, το κράτος τούς πληρώνει για να το χρηματοδοτήσουν. Αλλά το πρόβλημα με αυτή την ελεύθερη επιλογή είναι ότι δεν είναι πραγματικά ελεύθερη. Για να βρει αγοραστές για το χρέος του, το κράτος πρέπει να προσφέρει καλύτερες αποδόσεις από εκείνες που προσφέρονται για άλλες επενδύσεις, και με την προσφορά τέτοιων όρων, τα χρήματα εκτρέπονται μακριά από επενδύσεις με γνώμονα την αγορά και κατευθύνονται προς τον εγγενώς σπάταλο δημόσιο τομέα. Αυτή η διαδικασία καταλήγει στην μείωση της ανάπτυξης, την αύξηση των επιτοκίων και αφήνει το κράτος χρεωμένο, πρώτα στους τοπικούς εμπόρους, και στη συνέχεια σε αλλοδαπούς. Αντί να λύσει το πρόβλημα του πώς να πληρώνει για το κράτος, αυτή η διαδικασία οδηγεί σε διαρκώς αυξανόμενους φόρους και, όπως ο Σμιθ προειδοποίησε, την αναπόφευκτη καταστροφή του δανειστή, καθώς «ο αδρανής και ακατάσχετος οφειλέτης [κερδίζει] σε βάρος του εργατικού και λιτού πιστωτή, … μεταφέροντας ένα μεγάλο μέρος του εθνικού κεφαλαίου … σε εκείνους που είναι πιθανό να τον διαλύσουν και να τον καταστρέψουν». Λαμβάνοντας υπόψη αυτό, ο Χιούμ και ο Σμιθ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το δηλητήριο του δημόσιου χρέους έπρεπε να καταπολεμηθεί με κάθε κόστος, ακόμη και αν αυτό φαινόταν ελκυστικό ως μια βραχυπρόθεσμη λύση για τη χρηματοδότηση του κράτους.
Οι Βρετανοί φιλελεύθεροι στοχαστές του 19ου αιώνα προσπάθησαν να διαλύσουν αυτή την τάση με δύο διαφορετικούς τρόπους. Κάποιοι, όπως ο Ντέιβντ Ρικάρντο (David Ricardo), προσπάθησαν να εξορίσουν το κράτος από την οικονομία συνολικά, βλέποντας τις ενέργειές του ως αντιπαραγωγικές παρεμβάσεις σε αυτό που κατά τα άλλα είναι ένα αυτο-εξισορροπούμενο σύστημα. Ωστόσο, άλλοι, όπως ο Τζον Στούαρτ Μιλλ (John Stuart Mill), άρχισαν να βλέπουν έναν ρόλο για το κράτος πέρα από την αστυνόμευση των ανισοτήτων. Ο Μιλλ προχώρησε τόσο πολύ ώστε να υποστηρίζει ότι το δημόσιο χρέος δεν είναι απαραίτητο να οδηγήσει στην χρεοκοπία μια χώρα και θα μπορούσε ακόμη και να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση χρήσιμων κοινωνικών επενδύσεων. Για τον Μιλλ και τους ιδεολογικούς αδελφούς του, ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει σωστά στο σύγχρονο κόσμο χωρίς αυξημένη κρατική παρέμβαση. Θεωρούσαν απίθανη την αυτο-εξισορρόπηση που προέβλεπε ο Ρικάρντο, λόγω της κινητικότητας της εργασίας, του ασταθούς επιχειρηματικού κύκλου, των απαιτήσεων για συμμετοχή σε εκλογές, και της ύπαρξης ενός κόσμου της ανέργων και φτωχών εν μέσω αφθονίας.
Έτσι, στον εικοστό αιώνα, ο φιλελευθερισμός άρχισε να διαιρείται σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μια, ακολουθώντας τον Ρικάρντο, ορισμένοι Αυστριακοί οικονομολόγοι, κυρίως οι Γιόζεφ Σουμπέτερ, Λούντβιχ φον Μίσες και Φρίντριχ Χάγιεκ (Joseph Schumpeter, Ludwig von Mises, Friedrich Hayek), απέρριπταν όλο και πιο σταθερά το κράτος, τις παρεμβάσεις του και το χρέος του. Από την άλλη, ακολουθώντας τον Μιλλ, μια ομάδα Βρετανών οικονομολόγων, συμπεριλαμβανομένων των Τζον Χόμπσον, Γουίλιαμ Μπέβεριτζ (John Hobson, William Beveridge) και, εν τέλει, του Τζον Μάυναρντ Κέυνς (John Maynard Keynes), συμφιλιώθηκαν με ένα πιο ενεργό και, όταν χρειάζεται, χρεωμένο κράτος.
Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ
Παρά το γεγονός ότι ο φόβος του κράτους και του χρέος του ήταν ενσωματωμένος στον φιλελευθερισμό από την γέννησή του, δεν ήταν παρά όταν προέκυψε ότι τα κράτη ήταν αρκετά μεγάλα ώστε να μπορούν να προβούν σε περικοπές, που η αντίθεση στο δημόσιο χρέος έγινε πολιτική μανία. Στη δεκαετία του 1920 και του 1930, κυρίως στην Αυστρία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας αυξανόμενος αριθμός οικονομολόγων προσπάθησε να εξηγήσει γιατί οι πραγματικές οικονομίες, παρά την υποτιθέμενη τάση τους προς την αυτο-εξισορρόπηση, φαίνεται να ανθίζουν και να σκοντάφτουν και να πέφτουν αρκούντως θεαματικά. Η απάντηση που δίνεται από αυτή την σχολή σκέψης ήταν ότι οι τράπεζες δανείζονται πάρα πολλά χρήματα, κάτι που οδηγεί στην κακή κατανομή κεφαλαίων σε αμφίβολες επενδύσεις. Τελικά, και αναπόφευκτα, το φθηνό χρήμα που τροφοδοτεί τις επενδύσεις αυτές θα στεγνώσει, τα επιτόκια θα αυξηθούν και οι πτωχεύσεις θα ακολουθήσουν. Το αποτέλεσμα, όπως το έθεσε ο Άντριου Μέλον (Andrew Mellon), υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ υπό τον πρόεδρο Χέρμπερτ Χούβερ, είναι ότι αυτό θα «εξαγνίσει την σαπίλα από το σύστημα. … Οι άνθρωποι θα … ζήσουν μια πιο ηθική ζωή. … Και οι άνθρωποι που επιχειρούν θα πάρουν τα ναυάγια από τους λιγότερο ικανούς ανθρώπους».
Εν ολίγοις, οι Αυστριακοί υποστήριξαν ότι η άμετρη χρηματοδότηση του χρέους θα μπορούσε να θεραπευτεί μόνο από την κάθαρση της λιτότητας. Ο ρόλος του κράτους ήταν να βγει από τη μέση και να αφήσει τη διαδικασία να εξελιχθεί. Ο «λικβινταρισμός» (Liquidationism) – το να αφήνονται οι επιχειρήσεις που χρεοκοπούν να ρευστοποιηθούν ως λύση στα οικονομικά προβλήματα - ήταν το όνομα του παιχνιδιού, και έτσι η Ουάσιγκτον το δοκίμασε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Και ακριβώς όπως και σήμερα στην ευρωζώνη, απλά δεν λειτούργησε. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μια παρόμοια προσέγγιση υποστήριζε ότι οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες με στόχο να σταματήσουν μια ύφεση θα αυξήσουν απλώς το χρέος και θα παραγκωνίσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις. Η προσέγγιση αυτή έγινε γνωστή ως «η άποψη του Υπουργείου Οικονομικών». Και αυτή εφαρμόστηκε, και επίσης απέτυχε, καθιστώντας τη βρετανική ύφεση ακόμη πιο βαθιά.
Χρειάστηκε η Γενική Θεωρία του Κέυνς, σε συνδυασμό με τις επανειλημμένες αποτυχίες της λιτότητας για να σωθούν οι κατακρημνιζόμενες οικονομίες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, και να διαλυθεί η αντίληψη ότι η λιτότητα είναι μια αξιοσέβαστη ιδέα. Τα ίδια τρία επιχειρήματα που προβλήθηκαν παραπάνω – σχετικά με την κατανομή, την σύνθεση και την λογική - ήταν κρίσιμα. Μαζί με τα πρακτικά αποτελέσματα των πειραμάτων της πολιτικής τής δεκαετίας τού 1930 και του 1940 - συμπεριλαμβανομένης και της εμπειρίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία φαινόταν να δικαιώνει την ανάγκη και την αποτελεσματικότητα της μαζικής κρατικής παρέμβασης στην οικονομία - τα επιχειρήματα αυτά επαναπροσδιόρισαν την υπόθεση της λιτότητας, και η υπόθεση κατέρρευσε. Γιατί, τότε, επανέρχεται με τέτοια ισχύ πάνω από 60 χρόνια αργότερα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, πρέπει να κινηθούμε για άλλη μια φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το αυστριακό μοντέλο ανάπτυξης και πτώσης βρήκε απροσδόκητη απήχηση στην οικονομική κρίση του 2008, και ταξίδεψε από εκεί στη μεταπολεμική Γερμανία, όπου η σκέψη περί λιτότητας κατάφερε να επιβιώσει στον μακρύ κεϋνσιανό χειμώνα και να γεννήσει την αντιμετώπιση των κρίσεων που μπορεί κανείς να δει στην ευρωζώνη σήμερα.
ΠΩΣ ΤΟ ΕΚΑΝΑΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ
Ένα από τα περίεργα πράγματα σχετικά με τα μεταπτυχιακά προγράμματα στα οικονομικά μετά το 1970, όταν ο στασιμοπληθωρισμός πήρε τελικά την λάμψη από τον κεϋνσιανισμό, ήταν ότι κάποιος θα μπορούσε να οδεύσει προς το να πάρει το διδακτορικό του (Ph.D.) στα καλύτερα σχολεία στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς ποτέ να παρακολουθήσει μια τάξη για το χρήμα, τις τράπεζες ή τις πιστώσεις. Αυτό οφείλεται στο νεοκλασικό πλαίσιο που προέκυψε μετά την κεϋνσιανή ακμή: τα χρήματα εκλαμβάνονταν να είναι ουδέτερα ως προς τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους (δεν άλλαζαν ούτε τις προτιμήσεις ούτε τις δυνατότητες), ενώ οι προσδοκίες των ενεργώντων εκλαμβάνονταν ως διορατικές και ορθολογικές. Σε έναν τέτοιο ευτυχή κόσμο αυτο-εξισορρόπησης, η πίστωση είναι απλά το αναβαλλόμενο εισόδημα ενός ατόμου που έχει μεταβιβαστεί σε άλλο πρόσωπο και οι τράπεζες είναι απλά αγωγοί για επενδύσεις. Η οικονομική κρίση του 2008, η οποία αποκάλυψε ένα πραγματικό κόσμο υπερμοχλευμένων υπερβολικών χορηγήσεων, υπερδανεισμού και εθελοτυφλίας έναντι των κινδύνων εκ μέρους των δήθεν ορθολογικών φορέων, ήρθε ως ένα σημαντικό σοκ για αυτή την νοοτροπία. Αλλά δεν αποτέλεσε σοκ για εκείνους που εξακολουθούσαν να μελετούν εκείνους τους αυστηρούς Αυστριακούς.
Η κρίση φάνηκε να εξελίσσεται ακριβώς σύμφωνα με το μοντέλο της ύφεσης του Μίσες και του Χάγιεκ: οι τράπεζες δανείζονται πάρα πολλά χρήματα, τα κράτη στήριξαν τις τράπεζες, οι καταναλωτές δανείστηκαν πάρα πολλά, και το κεφάλαιο ήταν εσφαλμένα τοποθετημένο, τροφοδοτώντας μια επική στεγαστική φούσκα από το 2000 ως το 2007. Το μοντέλο κουβαλούσε μια σαφή πολιτική συνταγή: μην διασώζετε τις τράπεζες. Αλλά αφότου αυτό έγινε και το ιδιωτικό χρέος του τραπεζικού συστήματος πέρασε στους κρατικούς προϋπολογισμούς, το μόνο πράγμα που απέμεινε να κάνουμε - όπως ακριβώς και οι Αυστριακοί είχαν υποστήριξε στη δεκαετία του 1920 και του 1930 - ήταν να περικοπεί ο προϋπολογισμός, να μειωθεί το χρέος, να επιταχυνθούν οι πτωχεύσεις των προβληματικών επιχειρήσεων και των ιδιωτών, και να αφεθούν ελεύθεροι «οι άνθρωποι που επιχειρούν να μαζέψουν τα ναυάγια από τους λιγότερο ικανούς ανθρώπους».
Ο λικβινταρισμός επέστρεψε, αλλά μόνο και μόνο επειδή οι οικονομολόγοι και πολιτικοί είχαν ξεχάσει τα προηγούμενα επιχειρήματα εναντίον του κατά τη διάρκεια του 30κονταετούς νεοφιλελεύθερου διαλείμματος. Σε έναν κόσμο αποτελεσματικών αγορών και ορθολογικών καταναλωτών, το είδος της κρίσης που αντιμετωπίζει σήμερα το κράτος είχε κριθεί θεωρητικά ως αδύνατον να συμβεί. Έτσι, όταν ενέσκηψε, η μόνη προσέγγιση που έστεκε και που έπαιρνε στα σοβαρά τις τράπεζες και την άνθιση και την πτώση, ήταν η αυστριακή – κάτι για το οποίο μπορούμε να ευχαριστήσουμε εν μέρει τους Γερμανούς.
Δεδομένης της ιστορίας της Γερμανίας με τον πληθωρισμό και τον αποπληθωρισμό στη δεκαετία του 1920 και του 1930, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι πάντα η λέξη κλειδί της μεταπολεμικής γερμανικής οικονομίας. Αλλά αυτό που έχει ξεχωρίσει πραγματικά την γερμανική οικονομική σκέψη είναι η απόρριψη του κεϋνσιανισμού - γιατί ποτέ η θεωρία αυτή δεν είχε νόημα για τους Γερμανούς πολιτικούς αν λάβει κανείς υπόψη του τον τρόπο που λειτουργεί όντως η γερμανική οικονομία.
Η γερμανική οικονομική ανάπτυξη είχε πάντα κινητήριο μοχλό τις εξαγωγές. Η προτεραιότητα του Βερολίνου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν, επομένως, να επενδύσει στην ανοικοδόμηση του κεφαλαίου της χώρας (που σήμαινε να κρατήσει ένα όριο στην εγχώρια κατανάλωση) και να ανακτήσει εξαγωγικές αγορές (που σήμαινε τη διατήρηση του κόστους, και άρα των μισθών, χαμηλά). Με την εξωτερική ζήτηση πιο σημαντική από την εσωτερική ζήτηση, η ανάπτυξη καθοριζόταν από την ανταγωνιστικότητα και τη νομισματική σταθερότητα, όχι την εγχώρια κατανάλωση. Τα κυβερνητικά προγράμματα οικονομικής τόνωσης όλο κι όλο που μπορούσαν να κάνουν σε αυτό το σύστημα ήταν να αυξάνουν το κόστος της παραγωγής και να μειώνουν την ζήτηση για εξαγωγές.
Αυτό είναι ένα εξαιρετικό οικονομικό μοντέλο για μια οικονομία με έμφαση στην προσφορά (σ.τ.μ.: ως αντίθετο της ζήτησης), μια εξαγωγική οικονομία με μια ισχυρή νομισματική αρχή και υπερανταγωνιστικά προϊόντα. Το πρόβλημα είναι ότι, όπως και με τον Χαϊλάντερ, δεν μπορεί να υπάρχει μόνο μια οικονομία. Δεν μπορεί κάθε ευρωπαϊκή χώρα να είναι μια Γερμανία και να έχει πλεόνασμα. Κάποιοι πρέπει να εμφανίζουν ελλείμματα, όπως για να εξοικονομεί κάποιος, κάποιος άλλος πρέπει να ξοδεύει. Δυστυχώς, η Γερμανία ήταν σε θέση να σχεδιάσει κατ’ εικόνα της τα βασικά θεσμικά όργανα της ΕΕ και της ευρωζώνης, δημιουργώντας μια ισχυρή Αρχή ανταγωνισμού και μια εξαιρετικά ανεξάρτητη και με αντιπληθωριστική εμμονή Κεντρική Τράπεζα. Έτσι, τη στιγμή της ελληνικής κρίσης, οι ιδιαίτερες αντιρρήσεις της Γερμανίας στον κεϋνσιανισμό μεταφράστηκαν στην επικρατούσα πολιτική στάση για μια ολόκληρη περιφερειακή οικονομία, με καταστροφικά αποτελέσματα.
Η Γερμανία θα μπορούσε να χαράξει τον δρόμο της προς την ανάπτυξη, δεδομένου ότι οι πηγές της ανάπτυξής της βρίσκονται εκτός των συνόρων της: είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής των εξαγωγών. Όμως, το σύνολο της Ευρώπης δεν μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο, ειδικά καθώς οι ασιατικές χώρες έχουν επίσης πλεονάσματα. Όπως ο αρθρογράφος των Financial Times, Μάρτιν Γουλφ, ρώτησε: «Υποτίθεται ότι όλοι πρέπει να έχουν πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών; Αν ναι, με ποιον; - με τους Αρειανούς;». Οι ιδέες που έχτισαν τον θεσμικό σχεδιασμό τής μεταπολεμικής γερμανικής οικονομίας και της ΕΕ μπορεί να λειτουργήσουν καλά για τη Γερμανία, αλλά λειτουργούν τρομερά άσχημα για την ήπειρο στο σύνολό της, η οποία δεν μπορεί να έχει πλεόνασμα ανεξάρτητα από το πόσο σκληρά προσπαθεί. Για άλλη μια φορά, η σύνθεση έχει σημασία.
Για να δούμε τι θα συμβεί στη συνέχεια, μπορούμε να κοιτάξουμε πίσω στην τελευταία φορά που δοκιμάστηκε σε μεγάλη κλίμακα, το 1930, και το χάος που ακολούθησε. Αλλά μια τέτοια ιστορία είναι άνευ σημασίας, θα αντιτάξουν οι επικριτές, αφού πιο πρόσφατες περιπτώσεις, σε μέρη όπως ο Καναδάς και η Ιρλανδία στη δεκαετία του 1980 και η Ανατολική Ευρώπη πιο πρόσφατα, δείχνουν το αντίθετο, ότι η λιτότητα οδηγεί στην ανάπτυξη. Αλλά δεν έγινε έτσι στην πραγματικότητα, γι’ αυτό αξίζει να εξετάσουμε και αυτές τις περιπτώσεις, επίσης.
ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΤΩΡΑ, ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ ΑΡΓΟΤΕΡΑ
Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και του 1930, οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Ιαπωνία, προσπάθησαν ταυτόχρονα να χαράξουν το δρόμο τους προς την ανάπτυξη. Το σχέδιο αυτό δεν απέτυχε απλά. Βοήθησε επίσης να ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η οικονομία των ΗΠΑ της δεκαετίας του 1920 ήταν ένα παράξενο τέρας. Οι γεωργικές τιμές μειώθηκαν, η ανεργία αυξανόταν, και όμως η χρηματιστηριακή αγορά άνθιζε. Στη συνέχεια, το 1929, βούτηξε θεαματικά, οδηγώντας στην κατάρρευση των φορολογικών εσόδων και στην απογείωση του ελλείμματος. Στην τότε συγκυρία, φοβούμενοι ότι οι Αμερικανοί θα ακολουθήσουν τους Βρετανούς και επίσης θα εγκαταλείψουν τον «κανόνα του χρυσού», οι επενδυτές έστειλαν ορμητικά τα χρήματά τους έξω από τη χώρα, με αποτέλεσμα την αύξηση των επιτοκίων και την επιδείνωση της οικονομικής συστολής. Σε ένα κλασικό παράδειγμα ρητορικής της λιτότητας, ο πρόεδρος Χούβερ υποστήριξε ότι η χώρα δεν θα μπορούσε να «διαβιεί εν ευημερία πάνω στα ερείπια των φορολογουμένων της» και, το 1931, προχώρησε σε ταυτόχρονη αύξηση φόρων και περικοπή δαπανών. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο ετών, η ανεργία εκτοξεύτηκε, από 8% στο 23% και η οικονομία κατέρρευσε - όπως και η ικανότητα των ΗΠΑ να αποτελούν προορισμό για τις εξαγωγές άλλων κρατών. Η οικονομία των ΗΠΑ δεν κατόρθωσε να ανακάμψει πλήρως παρά μόνο όταν οι τεράστιες πολεμικές δαπάνες μείωσαν την ανεργία στο 1,2% το 1944.
Η κατάσταση δεν ήταν καθόλου καλύτερη στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο είχε εξέλθει από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο σε πολύ χειρότερη κατάσταση από ό, τι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Για να αναπτυχθεί μετά τον πόλεμο, το Λονδίνο θα έπρεπε να έχει υποτιμήσει τη λίρα, κάτι που θα έκανε τα προϊόντα του πιο ανταγωνιστικά. Αλλά δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στον κόσμο και η βάση του κανόνα του χρυσού, ακόμη και ένα ίχνος υποτίμησης θα δημιουργούσε πανικό στις συναλλαγές, υποτίμηση της λίρας και σημαντική πτώση της αξίας των βρετανικών περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό. Παγιδευμένο σε αυτή την θέση, το Ηνωμένο Βασίλειο, επέβαλλε μια υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία, με την ελπίδα να εμπνεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, αλλά αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των βρετανικών εξαγωγών και την παρεμπόδιση της μεταπολεμικής ανάκαμψης. Έτσι, το Ηνωμένο Βασίλειο περιήλθε σε στασιμότητα, με χρονίως υψηλά ποσοστά ανεργίας, καθ’ όλη τη δεκαετία του 1920.
Τα πράγματα μόνο χειροτέρεψαν για τους Βρετανούς, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν τα επιτόκια το 1929 για να συγκρατήσουν την απογείωση της Wall Street και όταν το Σχέδιο Γιάνγκ (Young Plan) για την αποπληρωμή των γερμανικών αποζημιώσεων τέθηκε σε ισχύ, το 1930, δίνοντας προτεραιότητα στα κρατικά χρέη, έναντι των ιδιωτικών, πράγμα που σήμαινε ότι τα επίσημα χρέη της Γερμανίας θα πληρώνονταν κατά προτεραιότητα σε περίπτωση χρεοκοπίας. Αυτό είχε σημασία, διότι στο παρελθόν, πολλά ιδιωτικά αμερικανικά κεφάλαια είχαν εισρεύσει στη Γερμανία, δεδομένου ότι τα ιδιωτικά χρήματα ήταν εκείνη την εποχή εγγυημένα κατά προτεραιότητα έναντι των επίσημων χρεών. Όταν το Σχέδιο Γιάνγκ αντέστρεψε τις προτεραιότητες τους χρέους, η προκύπτουσα φυγή κεφαλαίων από την Ευρώπη προς τις Ηνωμένες Πολιτείες διασφάλισε ότι τα βρετανικά επιτόκια θα παραμένουν υψηλά και η στασιμότητα θα συνεχιστεί.
Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούσε ούτε να ανατιμήσει ούτε να υποτιμήσει το νόμισμά του, ο αποπληθωρισμός – δηλαδή η λιτότητα - παρέμεινε η επιλεγμένη οικονομική πολιτική, ακόμα κι αν ήταν αυτοκαταστροφική. Παρά τους επανειλημμένους γύρους περικοπών των δαπανών, και παρά το γεγονός της εγκατάλειψης του κανόνα του χρυσού, το βρετανικό χρέος αυξήθηκε από 170% του ΑΕΠ το 1930 στο 190% το 1933. Μέχρι το 1938, σε πραγματικούς όρους, η βρετανική οικονομική παραγωγή ήταν ελαφρώς υψηλότερη από όσο όταν ήταν το 1918. Εν ολίγοις, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο, προσπάθησαν να χαράξουν τον δρόμο τους προς την ευημερία την ίδια στιγμή, και απλώς επιδείνωσαν τις δυσκολίες τους. Στη Γερμανία και την Ιαπωνία, αυτό οδήγησε στην άνοδο του φασισμού.
Τα δεινά της Γερμανίας κατά την περίοδο αυτή πολλές φορές αποδίδονται στον υπερπληθωρισμό του 1923, ο οποίος έγινε ο κύριος εγχώριος οικονομικός μπαμπούλας τής εποχής, ένας εφιάλτης που ποτέ δεν θα επιτρεπόταν να συμβεί ξανά. Αλλά αυτό που παραβλέπει αυτή η άποψη είναι ότι ο υπερπληθωρισμός ήταν πολύ περισσότερο μια συνειδητή πολιτική της κυβέρνησης για να αποφύγει την πληρωμή αποζημιώσεων στη Γαλλία, παρά μια ασύνετη προσπάθεια μιας κεϋνσιανής προσπάθειας οικονομικής τόνωσης που πήγε στραβά. Μετά την κατοχή του Ρουρ από την Γαλλία το 1923, η γερμανική κυβέρνηση άρχισε να πληρώνει τους μισθούς των τοπικών εργατών σαν μια πράξη αντίστασης, με αποτέλεσμα το έλλειμμα να κορυφωθεί. Η γερμανική Κεντρική Τράπεζα, η Reichsbank, τύπωνε χρήμα για να καλύψει το έλλειμμα, γεγονός που προκάλεσε την υποτίμηση της αξίας του γερμανικού μάρκου. Αυτό έκανε την πληρωμή των επανορθώσεων αδύνατη, επιβάλλοντας μια επαναδιαπραγμάτευση του γερμανικού χρέους. Λίγο αργότερα, όμως, ο πληθωρισμός σταθεροποιήθηκε, και η χώρα άρχισε να στέκεται και πάλι στα πόδια της.
Όταν το Σχέδιο Γιάνγκ για την αποπληρωμή τού χρέους προκάλεσε έξοδο των αμερικανικών ιδιωτικών κεφαλαίων από τη Γερμανία, η Reichsbank αποφάσισε να αυξήσει τα επιτόκια για να αντιμετωπίσει τη εκροή, ωθώντας την οικονομία σε ύφεση. Σε εκείνη την συγκυρία, το Κεντρώο Κόμμα κέρδισε την καγκελαρία και προσπάθησε να ισιώσει το δημοσιονομικό πλοίο με δρακόντειες περικοπές δαπανών. Όμως, όσο περισσότερο η κυβέρνηση περιέκοπτε, τόσο περισσότερο οι Ναζί κέρδιζαν σε απήχηση. Στις εκλογές του 1930, οι Ναζί κέρδισαν το 18,3% των ψήφων και έγιναν το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στο Ράιχσταγκ. Ήταν, στο κάτω - κάτω, το μόνο κόμμα που επιχειρηματολογούσε ενάντια στη λιτότητα. Μέχρι το 1933, καθώς οι περικοπές συνεχίζονταν, πήραν το 43,9% των ψήφων. Η λιτότητα, και όχι ο πληθωρισμός, έδωσαν στον κόσμο τον εθνικοσοσιαλισμό.
Η ιαπωνική κυβέρνηση εφάρμοσε την λιτότητα με μεγαλύτερη συνέπεια και με περισσότερο σθένος από ό, τι εφαρμόστηκε οπουδήποτε αλλού. Μετά την πτώση του χρηματιστηρίου το 1920, αρκετοί γύροι περικοπών δαπανών επιδείνωσαν έναν συνεχιζόμενο αποπληθωρισμό. Το μεγαλύτερο κονδύλι στον προϋπολογισμό του Τόκιο ήταν οι στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες σχεδόν υποδιπλασιάστηκαν κατά την επόμενη δεκαετία. Η Ιαπωνία συνέχισε να περικόπτει τις δαπάνες προκειμένου να επιστρέψει στον «χρυσό κανόνα», κάτι που πέτυχε το 1930 - ακριβώς όταν οι οικονομίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης ξεκίνησαν μια ελεύθερη πτώση, πλήττοντας τις εξαγωγές της Ιαπωνίας. Ο ρυθμός ανάπτυξης της Ιαπωνίας κατέγραψε αρνητικά ποσοστά κατά 9,7% το 1930 και κατά 9,5% το 1931, ενώ τα επιτόκια της εκτοξεύτηκαν. Παρά την κατάρρευση, το Τόκιο επιτάχυνε τις περικοπές των δαπανών, με τον στρατό να φέρει το κύριο βάρος. Μέχρι τα τέλη του 1930, ο στρατός είχε απαυδήσει.
Μετά την κύρωση της Ναυτικής Συνθήκης του Λονδίνου τον Οκτώβριο του 1930, η οποία έθετε όρια στην κατασκευή πολεμικών πλοίων, μια υπερεθνικιστική ομάδα στην Ιαπωνία προσπάθησε να σκοτώσει τον πρωθυπουργό Osachi Hamaguchi (που τελικά υπέκυψε στα τραύματά του). Αργότερα, το 1932, ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Ιαπωνίας Junnosuke Inoue, ο οποίος ήταν ο αρχιτέκτονας της πολιτικής της λιτότητας σε όλη τη δεκαετία του 1920, δολοφονήθηκε. Ο υπουργός Οικονομικών της νέας κυβέρνησης, Takahashi Korekiyo, εγκατέλειψε την λιτότητα, και η οικονομία άρχισε γρήγορα να γυρνάει, αναπτυσσόμενη κατά μέσο όρο με ρυθμό 4% ετησίως από το 1932 ως το 1936. Αποδεικνύοντας ότι καμιά καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη, ωστόσο, ο ίδιος ο Korekiyo δολοφονήθηκε το 1936, μαζί με αρκετά άλλα πολιτικά πρόσωπα. Από το 1936, η πολιτική κυβέρνηση είχε καταρρεύσει, παρασύροντας μαζί της τα πειράματα της Ιαπωνίας τόσο με τη δημοκρατία όσο και με την λιτότητα. Η ιμπεριαλιστική επέκταση της Ιαπωνίας ήταν το αποτέλεσμα.
ΤΙ ΔΕΙΧΝΕΙ Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’80
Όταν οι τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου προσπάθησαν ταυτόχρονα να χαράξουν τον δρόμο τους προς την ευημερία στα χρόνια του μεσοπολέμου, το αποτέλεσμα ήταν η συρρίκνωση, ο προστατευτισμός, η βία και ο φασισμός. Εντάξει, μπορεί να λένε κάποιοι - αλλά διαφορετικές περιπτώσεις προτείνουν διαφορετικά μαθήματα. Οι εμπειρίες τής Αυστραλίας, του Καναδά, της Δανίας και της Ιρλανδίας στη δεκαετία του 1980 συχνά χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα για να υποστηριχθεί η ύπαρξη αυτού που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «επεκτατική δημοσιονομική εξυγίανση», όταν οι περικοπές υποτίθεται ότι οδηγούν στην ανάπτυξη. Δυστυχώς, τα γεγονότα δεν συμφωνούν.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, διάφορες μελέτες φαίνεται να δείχνουν ότι οι προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης που έλαβαν χώρα την προηγούμενη δεκαετία στην Αυστραλία, τον Καναδά, την Δανία και την Ιρλανδία είχαν δώσει ώθηση στις τοπικές οικονομίες. Όλες αυτές οι χώρες περιέκοψαν τους προϋπολογισμούς τους, υποτίμησαν τα νομίσματά τους και έλεγξαν τον μισθολογικό πληθωρισμό, και τα παρεπόμενα ποσοστά ανάπτυξής τους ήταν εντυπωσιακά. Ο υποτιθέμενος μηχανισμός πίσω από την αύξηση ήταν οι διορατικές προσδοκίες των καταναλωτών, δηλαδή, η επίδραση της εμπιστοσύνης: προβλέποντας ότι οι περικοπές των δημοσίων δαπανών τώρα σήμαιναν μείωση φόρων αργότερα, τα άτομα ξόδευαν τα χρήματά τους, οδηγώντας αυτές τις οικονομίες σε άνθηση.
Πιο πρόσφατες μελέτες, όμως, έθεσαν υπό αμφισβήτηση τις μεθόδους προηγούμενων μελετών, και την γνώση που είχαν παράξει σχετικά με το τι πραγματικά συνέβη στις εν λόγω χώρες, καθώς και τα βασικά διδάγματα της εποχής. Πρώτον, σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις, ένα μικρό κράτος περιέκοπτε τις δημόσιες δαπάνες του κατά την κορύφωση μιας περιόδου ανάπτυξης και όταν κατά πολύ μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι του επεκτείνονταν. Ήταν, επίσης, διακριτές περιπτώσεις, που συνέβαιναν σε μια χώρα τη φορά, αντί για ταυτόχρονες περικοπές.
Δεύτερον, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα βασικά μέσα της λιτότητας ήταν οι μεγάλες νομισματικές υποτιμήσεις και οι συμφωνίες με τα εργατικά συνδικάτα για τον έλεγχο των τιμών, έτσι ώστε οι επιπτώσεις των υποτιμήσεων δεν αντισταθμίζονταν από τον πληθωρισμό των εισαγωγών. Δηλαδή, αν μια χώρα προσπαθεί να πάρει ώθηση από τις εξαγωγές λόγω του φθηνότερου νομίσματός της, δεν θέλει το πλεονέκτημα κόστους που έχει αποκτήσει από την υποτίμηση να αναιρείται από μισθολογικές αυξήσεις, έτσι προχωρά σε μια συμφωνία με τα συνδικάτα για να μην αφήσει κάτι τέτοιο να συμβεί. Τούτο, βέβαια, είναι δυνατόν μόνο σε χώρες που έχουν συνδικαλισμένα μεγάλα τμήματα του εργατικού δυναμικού τους. Με αυτά ως δεδομένα, οι περιπτώσεις ετούτες δύσκολα παρέχουν απόδειξη ότι η εμπνευσμένη από την λιτότητα εμπιστοσύνη οδηγεί στην ανάπτυξη.
Επιπλέον, στις περιπτώσεις της Αυστραλίας και της Δανίας, αυτές οι λεγόμενες επεκτατικές εξυγιάνσεις παρήγαγαν μόνο μια σύντομη αλλά απατηλή αναζωπύρωση. Και οι δύο οικονομίες έπεσαν σε σοβαρή ύφεση εντός δύο ετών από τις περικοπές (τόσα κατάφερε η «εμπιστοσύνη»). Εν τω μεταξύ, στην περίπτωση της Ιρλανδίας, όπως έδειξε ο οικονομολόγος Stephen Kinsella, οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν κατά στη διάρκεια των τελευταίων ετών της δεκαετίας του 1980, γεγονός που υποδηλώνει ότι ένα αποτέλεσμα συνήθους τόνωσης, και όχι οι αλλαγές στις προσδοκίες των καταναλωτών, προκάλεσε την άνθηση. Ο Καναδάς, από την πλευρά του, ήταν σε θέση να προχωρήσει σε περικοπές και να αναπτυχθεί στη δεκαετία του 1980, για τον απλούστατο λόγο ότι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος του, οι Ηνωμένες Πολιτείες, βρισκόταν σε μια τεράστια οικονομική άνθηση, ενώ το καναδικό δολάριο είχε γίνει σχεδόν 40% φθηνότερο.
Τίποτε από τα παραπάνω δεν έχει να κάνει με τις προσδοκίες και την εμπιστοσύνη. Πράγματι, σωστά ειπωμένη, είναι μια κεϋνσιανή ιστορία για το πώς η νομισματική υποτίμηση και η συγκράτηση των μισθών μπορεί να ενισχύσει μια οικονομία, όταν οι εταίροι της αναπτύσσονται, και ότι η άνθηση, με τη σειρά της, αφήνει περιθώρια για δημοσιονομική εξυγίανση. Όπως το έθεσε ο Κέυνς, «Η άνθηση, όχι η ύφεση, είναι η σωστή περίοδος για λιτότητα». Οι περικοπές από μόνες τους δεν οδηγούν στην ανάπτυξη. Λειτουργούν μόνο σε μικρά κράτη που μπορούν να εξάγουν σε μεγάλες χώρες οι οποίες αναπτύσσονται. Ακριβώς όπως οι χώρες που συναλλάσσονται η μία με την άλλη δεν μπορούν ταυτόχρονα να έχουν πλεονάσματα, έτσι και οι διασυνδεδεμένες οικονομίες δεν μπορούν όλες μαζί να υποτιμηθούν και να περιμένουν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους.
ΓΙΑΤΙ Η ΣΥΜΜΑΧΙΑ REBLL ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΛΥΣΕΙ ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ
Αλλά περιμένετε, υπάρχουν κι άλλα. Πιο πρόσφατα, μια ομάδα χωρών της Ανατολικής Ευρώπης έχουν χρησιμεύσει ως πρότυπα από τους υποστηρικτές της λιτότητας: η Ρουμανία, η Εσθονία, η Βουλγαρία, η Λετονία και η Λιθουανία - τις αποκαλούν Συμμαχία REBLL. Περιέκοψαν δαπάνες περισσότερο από ό, τι οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη το 2009 και το 2010 και αναπτύχθηκαν ταχύτερα από ό, τι οι υπόλοιποι το 2011 και το 2012. Θα μπορούσε αυτό να είναι τελικά η απόδειξη ότι οι περικοπές δαπανών οδηγούν στην ανάπτυξη; Όχι τόσο απλά.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι γιατί υπήρξε τόσο μεγάλη μείωση εξαρχής, και η απάντηση είναι ενδιαφέρουσα. Πίσω στα πρώτα χρόνια αυτού του αιώνα, όταν τα κράτη αυτά ήταν στα πρόθυρα να γίνουν μέλη της ΕΕ, το ενεργητικό των τραπεζών τους φαινόταν εξαιρετικά υποτιμημένο. Οι κυβερνήσεις των κρατών αυτών, αναρρώνοντας από το κομμουνιστικό παρελθόν τους και με ανυπομονησία να αγκαλιάσουν το καπιταλιστικό μέλλον τους, αποφάσισαν να χτίσουν οικονομικούς θεσμούς που ήταν εξαιρετικά ανοικτοί στις ροές κεφαλαίων και φιλικοί προς τις ξένες επενδύσεις. Η συνάντηση των δύο αυτών δυνάμεων οδήγησε στην εξαγορά από ξένους του 80% με 100% των τοπικών τραπεζών. Κατά την κρίση ρευστότητας του 2008-9, οι νέες μητρικές τράπεζες της Αυστρίας, της Γερμανίας και της Σουηδίας αποφάσισαν να πάρουν τα πρόσθετα μετρητά που χρειάζονταν από αυτές τις τοπικές θυγατρικές τους στην Ανατολική Ευρώπη. Αλλά αυτό σήμαινε ότι οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έπρεπε να παρακολουθήσουν ανήμπορες τα χρήματά τους να εκρέουν.
Για να σταματήσει η αιμορραγία, υπεγράφη μια συμφωνία στη Βιέννη το 2009 μεταξύ των τραπεζών, της ΕΕ, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και της Ουγγαρίας, της Λετονίας και της Ρουμανίας. Δέσμευσε τις τράπεζες του πυρήνα της Ευρώπης να διατηρήσουν τα κεφάλαιά τους σε τράπεζες της Ανατολικής Ευρώπης, αν οι κυβερνήσεις των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης δεσμευτούν σε πολιτικές λιτότητας με στόχο τη σταθεροποίηση των ισολογισμών των τοπικών τραπεζών. Η συμφωνία της Βιέννης απέτρεψε την εξάπλωση της κρίσης ρευστότητας στις υπόλοιπες χώρες REBLL, εφ’ όσον η λιτότητα εφαρμοζόταν επίσης και αλλού στην περιοχή. Το αποτέλεσμα αυτής της συμφωνίας ήταν ότι οι Λετονοί εκπαιδευτικοί και οι συνταξιούχοι της Ρουμανίας δέχθηκαν τεράστια πλήγματα στο εισόδημά τους για να εξασφαλιστούν οι βασικοί ομολογιούχοι των τραπεζών των χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα.
Αλλά βάζοντας όλα αυτά στην άκρη, ήταν οι περικοπές - και υπήρξαν πολλές τέτοιες - επιτυχείς; Στη Λετονία, το 2009, η κατανάλωση μειώθηκε κατά σχεδόν 23% και το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 7%. Στην Εσθονία, μειώθηκαν και τα δύο κατά σχεδόν 15%. Περικοπές μισθών σε διψήφια ποσοστά στον δημόσιο τομέα έγιναν ο κανόνας σε όλες τις χώρες REBLL, προκαλώντας τον όλεθρο στην δημόσια υγεία, την εκπαίδευση και τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας. Ωστόσο, η ανάκαμψη σε αυτές τις χώρες ήταν εντυπωσιακή, με ανάκτηση μεταξύ 60% και 80% των ζημιών τους από την συρρίκνωση. Παρ’ όλα αυτά, το παιχνίδι αυτό δεν αξίζει τον κόπο.
Πρώτον, εάν ο στόχος της λιτότητας είναι η μείωση του χρέους, τότε όλες αυτές οι χώρες, εκτός από την Εσθονία, έχουν αποτύχει: έχουν περισσότερο χρέος σήμερα από όσο όταν άρχισαν τις περικοπές. Πράγματι, η Λετονία, η Λιθουανία και η Ρουμανία είχαν πολύ υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα στην κορύφωση των προγραμμάτων λιτότητας, το 2009-10, από ό, τι είχε η Ελλάδα ή η Ισπανία στην κορύφωση των δικών τους. Δεύτερον, θα χρειαστούν χρόνο τουλάχιστον μέχρι το 2015, σύμφωνα με τις πιο αισιόδοξες των προβλέψεων, για οποιαδήποτε από αυτές τις χώρες ώστε να ανακτηηθεί το χαμένο έδαφος από το 2009, με αποτέλεσμα η ανεργία στις χώρες αυτές να παραμείνει σε διψήφιο ποσοστό στο εγγύς μέλλον. Και τρίτον, οι χώρες αυτές δεν αντιλήφθηκαν καμία από τις θετικές προσδοκίες και την εμπιστοσύνη που η λιτότητα υποτίθεται ότι δημιουργεί. Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση του Ευρωβαρόμετρου, το 79% των Λετονών που ερωτήθηκαν το 2009, θεωρούν ότι η οικονομική κατάσταση στη χώρα τους ήταν κακή. Μέχρι το 2011, όταν ο ρυθμός ανάπτυξης της Λετονίας ήταν ο υψηλότερος στην ΕΕ, ένα «στρογγυλό» 91% των Λετονών που ρωτήθηκαν εξελάμβανε την οικονομική κατάσταση ως κακή, και 58% είπαν ότι τα χειρότερα είναι μπροστά. Με λίγα λόγια, όπως συμβαίνει με την επεκτατική δημοσιονομική εξυγίανση της δεκαετίας του 1980, η πρόσφατη εμπειρία της Ανατολικής Ευρώπης δεν μπορεί να περιγραφεί ως μια νίκη της λιτότητας. Η Συμμαχία REBLL έχει αποτύχει να διαλύσει το Αστέρι του Χρέους. Στην πραγματικότητα, το έκανε μεγαλύτερο, και με τεράστιο κόστος.
ΑΥΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ
Αν η λιτότητα δεν λειτουργεί, ποια είναι η εναλλακτική λύση; Τα ξεφαντώματα δαπανών από ήδη υπερχρεωμένες κυβερνήσεις ή μια σειρά χρεοκοπιών στον αναπτυγμένο κόσμο είναι ελάχιστα ελκυστικές επιλογές. Αλλά κανείς δεν πρέπει να είναι τόσο φιλόδοξος. Ένας απλός κανόνας θα μπορούσε να είναι σαν εκείνον του Ιπποκράτη: πρώτον, να μην κάνουμε ζημιά. Η ευρωζώνη εφαρμόζει συνεχώς λιτότητα, και τώρα συρρικνώνεται στο σύνολό της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντιθέτως, δεν ακολούθησαν την λιτότητα, και ως εκ τούτου έχουν καθαρίσει τους ισολογισμούς τους και είναι πλέον σε θέση να αναπτυχθούν. Ναι, το χρέος των ΗΠΑ έχει αυξηθεί, επίσης, αλλά η ανάπτυξη τελικά θεραπεύει το χρέος. Οι περικοπές των δαπανών, αν είναι ταυτόχρονες και μεγάλης κλίμακας, απλώς θα μεγαλώσουν το πρόβλημα.
Η σχέση μεταξύ των περικοπών των δαπανών και του χρέους συλλαμβάνεται καλύτερα από την ιδέα του οικονομολόγου Richard Koo για τις υφέσεις των ισολογισμών. Οι χώρες δεν μπορούν να εξαλείψουν ταυτόχρονα τα δημόσια και τα ιδιωτικά χρέη τους, πράγμα το οποίο προσπαθεί η Ευρώπη. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να κάνουν τον ιδιωτικό τομέα να πληρώσει τα χρέη του, διατηρώντας παράλληλα τις δημόσιες δαπάνες. Στο κάτω – κάτω, οι αποταμιεύσεις του ιδιωτικού τομέα πρέπει να προέρχονται από κάπου. Μόλις γίνει αυτό, καθώς ο ιδιωτικός τομέας θα ανακάμπτει, τα φορολογικά έσοδα θα αυξηθούν, και τα συσσωρευμένα χρέη και τα ελλείμματα θα μπορούν να πληρωθούν. Όπως αναφέρθηκε πριν, το να γίνει αυτό σωστά είναι θέμα σύνθεσης και χρονικού συντονισμού.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, εν τω μεταξύ, θα πρέπει να επωφεληθούν από το γεγονός ότι δεν είναι επιβαρυμένες από το είδος των θεσμικών ελαττωμάτων που υπάρχουν στην ευρωζώνη και ότι μπορούν να δανειστούν με σχεδόν μηδενικό κόστος. Τώρα είναι μια καλή στιγμή για την Ουάσιγκτον να κάνει χρήσιμες επενδύσεις. Για να δώσω ένα μόνο παράδειγμα, περίπου το ένα τρίτο από τις γέφυρες στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τεράστια ανάγκη επισκευής. Η επισκευή τους θα ενισχύσει την παραγωγικότητα των ΗΠΑ και δεν δημιουργεί κανένα μειονέκτημα. Με αυτή την έννοια, η λιτότητα δεν είναι απλά λάθος λόγω των προβλημάτων κατανομής, σύνθεσης και λογικής, όπως περιγράφηκε παραπάνω. Περιέχει επίσης ένα επικίνδυνο κόστος ευκαιρίας. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν να προχωρήσουν στην οδό της λιτότητας, οι δρόμοι θα έμεναν ανεπισκεύαστοι, οι μαθητές θα έχαναν την απόκτηση της γνώσης και οι δεξιότητες των ανέργων θα ατροφούσαν. Η θέση τής χώρας σε σχέση με οποιαδήποτε χώρα που δεν θα το έκανε αυτό θα επιδεινωνόταν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κατέληγαν φτωχότερες και πιο υπερχρεωμένες και ό, τι πριν, και ακόμα χειρότερα, θα τους έλλειπαν οι απαραίτητες ικανότητες για τη δημιουργία μελλοντικής ανάπτυξης.
Κάποιοι που πείθονται από τον Σουμπέτερ μπορεί να αντιτάξουν ότι ακόμη και αν οι δαπάνες της κυβέρνησης ήταν άνευ κόστους, η πραγματική πηγή της ανάπτυξης θα εξακολουθεί να είναι ιδιωτική καινοτομία. Αλλά, όπως εξηγεί ο επενδυτής κεφαλαίων (venture capitalist) William Janeway στο πρόσφατο βιβλίο του, Doing Capitalism in the Innovation Economy, αυτό που κάνει δυνατό εκείνο που ο Σουμπέτερ ονομάζει «δημιουργική καταστροφή» είναι αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «κεϋνσιανή σπατάλη» (Keynesian waste). Η αεροδιαστημική βιομηχανία των ΗΠΑ δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει γεννηθεί χωρίς μαζικές αμυντικές δαπάνες. Οι πρόσφατες καινοτομίες στον τομέα τής βιοτεχνολογίας οφείλουν την ύπαρξή τους στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας. Ακόμη και το Διαδίκτυο ήταν ένα υποπροϊόν της κυβερνητικής έρευνας. Η πρώτη ύλη για την καινοτομία και την ανάπτυξη έρχεται συχνά από την κρατική δαπάνη, όχι από την ιδιωτική.
Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθετούσαν την λιτότητα, η αδυναμία της κυβέρνησης να δημιουργήσει κεϋνσιανή σπατάλη θα μπορούσε να υπονομεύσει την ικανότητα της χώρας να αναπτύσσεται. Περικόψτε το κράτος, ειδικά σε μια στιγμή που οι άλλες χώρες σε όλο τον κόσμο είναι απασχολημένες ψάχνοντας το δρόμο τους προς την ευημερία, και οι Αμερικανοί θα καταλήξουν σε πολύ χειρότερη μοίρα από ό, τι θα μπορούσε κανείς ποτέ να φανταστεί. Αλλά μην το πάρετε ως δόγμα. Απλά ρωτήστε τούς Ευρωπαίους πώς έχει δουλέψει η λιτότητα για αυτούς.
Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Συνδέσεις:
[1] http://www.amazon.com/Austerity-The-History-Dangerous-Idea/dp/019982830X.