Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Ευρωεκλογές 2014: το χειρότερο δεν πρόκειται να συμβεί

του Αρνό Λεπαρμεντιέ   

© Le Monde/ Presseurop



«Επιμένοντας να γράφεις και να ξαναγράφεις για καταστροφές, κινδυνεύεις να τις προκαλέσεις».Στους ταραγμένους μας καιρούς, αυτά τα λόγια του ηθοποιού Μισέλ Σιμόν (Michel Simon) στην ταινία «Drôle de drame», όπου υποδύεται έναν συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών που φοβάται μη δολοφονηθεί, ίσως να κολλάνε «γάντι» στην Ευρώπη. «Αν έχουμε μια Ευρώπη που ντρέπεται για τον εαυτό της, τότε θα κυριαρχήσουν τα άκρα», προειδοποιεί ο Ευρωπαίος επίτροπος Μισέλ Μπαρνιέ (Michel Barnier). «Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από μιαν Ευρώπη που να σιωπά και να κρύβεται».

Έξι μόλις μήνες πριν τις ευρωεκλογέςας μην σκιαζόμαστε από την Μαρίν Λε Πεν (Marine Le Pen), που θριαμβολογεί κραυγάζοντας πως θα τις κερδίσει. Ίσως αυτό να συμβεί πράγματι, αλλά μόνο στη Γαλλία. Σύμφωνα τουλάχιστο με τον πρόεδρο του «ευρωπαϊκού κοινοβουλίου» (ΕΚ) Μάρτιν Σουλτς (Martin Schulz), που έχει κιόλας κάνει τους υπολογισμούς του, στην Ευρώπη δεν πρόκειται να κυριαρχήσει η ακροδεξιά.
. ΕΤο πολύ που μπορούν τελικά να λάβουν είναι ως 90 έδρες. Επιπλέον, παραμένουν διχασμένοι: οι 'Αγγλοι ευρω-φοβικοί του «κόμματος ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου» (UKIP), που συνεργάζονται με τους αγροτιστές του «κόμματος του πολωνικού λαού» (PSL) (30 έδρες συνολικά) δεν έχουν καμία όρεξη να συμπλεύσουν με τους φίλους της Μαρίν Λε Πεν (40 έδρες), που με τη σειρά τους δεν θέλουν καμία σχέση με τους Έλληνες νεοναζί της «χρυσής αυγής» (ΧΑ)ή τους Ούγγρους νεοναζί του κόμματος «γιόμπικ» (20 έδρες). Οι πάντες σιχαίνονται τους πάντες. Στην αριστερά, οι εξτρεμιστές θα είναι οι ανεξάρτητοι (15 ως 20 έδρες) και οι φίλοι του Ζαν-Λικ Μελενσόν (Jean-Luc Mélenchon) και του «Die Linke» (50 έδρες). Συνολικά, οι αντίπαλοι της Ευρώπης θα καταλάβουν από 100 ως το πολύ 160 έδρανα.

Γερμανοί, Ισπανοί και Πορτογάλοι δεν έλκονται από τα άκρα

Αυτό το αποτέλεσμα, σε μια συνέλευση 764 αιρετών, σηματοδοτεί μια σχετική ανθεκτικότητα των Ευρωπαίων στα άκρα, που εξηγείται με την αυτοσυγκράτηση των κρατών που έχουν εμπειρία φασιστικών δικτατοριών: Γερμανοί, Ισπανοί και Πορτογάλοι δεν υπερψηφίζουν τα άκρα. Η δεξιά στις χώρες αυτές μπορεί να είναι κατά περίπτωση μυώδης, σαν τη βαυαρική «χριστιανική κοινωνική ένωση» (CSU)··υπερπατριωτική ή αποσχιστική, σαν την ισπανική, αλλά σε κάθε περίπτωση παραμένει εντός των ορίων του πολιτικά αποδεκτού. Αλλά ας μην συνεχίζουμε άλλο αυτή την ανθυγιεινή γκρίνια: το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στο Στρασβούργο είναι πως οι ευρωπαϊστές -σοσιαλδημοκράτες, «πράσινοι», φιλελεύθεροι και χριστιανοδημοκράτες- θα καταλάβουν τουλάχιστο 539 έδρες -το 70% του συνόλου, αν και αρκετά λιγότερες από τις 610 που κατέχουν σήμερα.

Τίποτα δεν είναι δεδομένο

Αυτά τα προγνωστικά, βασισμένα σε δημοσκοπήσεις ή σε πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα, μπορεί να έχουν παρενέργειες όσον αφορά την πόλωση στο κοινοβούλιο του Στρασβούργου: θεωρείται βέβαιο πως το «ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα» (ΕΣΚ) θα ανακάμψει, και με 220 έδρες θα ισοβαθμήσει με το «ευρωπαϊκό λαϊκό κόμμα» (EΛΚ). Στους ηττημένους θα συγκαταλεχθούν οι «πράσινοι» (40 από 58 έδρες) και η «συμμαχία φιλελεύθερων και δημοκρατών για την Ευρώπη» (ALDE) (μεταξύ 60 και 70 εδρών από 85). Το πρόβλημα είναι πως ένα τέτοιο αποτέλεσμα οδηγεί το Στρασβούργο να ακολουθήσει την πορεία της Γερμανίας, προς ένα «ευρύ συνασπισμό». Αυτή η εξαναγκαστική συνεργασία όμως διακινδυνεύει να εμπεδώσει την αίσθηση πως το εκλογικό αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο, κάτι που κινδυνεύει με τη σειρά του να οδηγήσει σε μαζική αποχή. Η αύξηση της οποίας πάντως ως σήμερα έμοιαζε αναπόφευκτη: από συμμετοχή 62% στις πρώτες άμεσες ευρωεκλογές το 1979, φτάσαμε στο 50% το 1999 και στο 42% το 2009.

Προκαλεί από την άποψη αυτή αμηχανία η συμπεριφορά των εκλογέων, που ενδιαφέρονται όλο και λιγότερο να εκλέξουν ευρωβουλευτές που έχουν όλο και περισσότερες αρμοδιότητες. Μια φορά κι έναν καιρό το μόνο που μπορούσαν να εγκρίνουν οι αιρετοί του Στρασβούργου ήταν ο προϋπολογισμός της Ευρώπης -πλην εκείνου της «κοινής αγροτικής πολιτικής» (CAP)- πάει να πει σχεδόν τίποτα, ή να εκπονεί ψηφίσματα για τις Νήσους Γρεναδίνες, για να θυμηθούμε τον σχετικό αστεϊσμό του Ζακ Ντελόρ (Jacques Delors). Αλλά σήμερα, συναποφασίζουν ολόκληρη την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Η αδιαφορία των πολιτών μπορεί να οφείλεται σε τρεις αιτίες:

Ÿ Πρώτον, το ΕΚ αρκείται στο να εγκρίνει ή να τροποποιεί ελαφρώς τους συμβιβασμούς στους οποίους έχουν καταλήξει προηγουμένως τα κράτη-μέλη με την «ευρωπαϊκή επιτροπή» (Κομισιόν).
Ÿ Δεύτερον, η πραγματική πολιτική αντιπαράθεση γίνεται στο εθνικό επίπεδο.
Ÿ Τέλος, το κοινοβούλιο του Στρασβούργου ουδέποτε θα γίνει αυθεντικό νομοθετικό σώμα, διότι δεν εκπροσωπεί τους λαούς της Ευρώπης. Αυτό τουλάχιστο πιστεύει το συνταγματικό δικαστήριο της Καρλσρούης, που εξηγεί πως οι Μαλτέζοι υπερεκπροσωπούνται σε σχέση με τους Γερμανούς. Λίγη περισσότερη αυτογνωσία θα ήταν καλοδεχούμενη εδώ, με δεδομένο πως το ΕΚ κυριαρχείται από τις -σε μεγάλο βαθμό γερμανόφωνες- ομάδες του EΛΚ και του ΕΣΚ.

Απουσία ευρωπαϊκού δήμου

Αλλά το βασικό πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχει ευρωπαϊκός «δήμος»· τουλάχιστο όχι ακόμα. Οι πολίτες της γηραιάς ηπείρου δεν αναγνωρίζουν τη νομιμότητα μιας συνέλευσης με τόσο πολύπλοκους διαχωρισμούς (μεταξύ αριστεράς-δεξιάς, βορρά-νότου, παλιών-νέων μελών κ.ο.κ). Εν γένει οι ψήφοι των ευρωβουλευτών συγκεντρώνονται γύρω από τον πυλώνα της μετριοπαθούς ευρωπαϊκής συναίνεσης, πράγμα όμως που δεν επιτρέπει μια παραδοσιακή δημοκρατική αντιπαράθεση κι αποπροσανατολίζει τους πληθυσμούς. Κορωνίδα στο διάχυτο σχιζοφρενικό κλίμα είναι πως τα κόμματα, που στις Βρυξέλλες παριστάνουν τα πανευρωπαϊκά, τείνουν να παραγεμίζουν τα ψηφοδέλτιά τους με υποψηφίους που δεν έχουν καμία όρεξη να αναφέρονται στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στις πατρίδες τους.

Ο πρώην Γάλλος πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ Ντ' Εστέν (Valéry Giscard d'Estaing) θεωρεί σήμερα πως δεν έπραξε σωστά τη δεκαετία του 1970, όταν επέμενε στην άμεση εκλογή του ΕΚ, αρχής γενομένης από το 1979. Έχει ένα δίκιο: το ΕΚ δεν έχει ρίζες στους πληθυσμούς των κρατών-μελών, λειτουργεί ανεξάρτητα από την εθνική εκπροσώπηση, και το έργο του δεν βοηθά να διασωθεί. Θα χρειαστεί να αναβαπτισθεί στις ευρωπαϊκές πραγματικότητες. Αλλά στην Ευρώπη κανείς δεν ξέρει πώς να αναδιοργανώσει έναν θεσμό. Αντιθέτως, οι πάντες προτιμούν τις αλληλοκατηγορίες για το ότι τα πράγματα δε λειτουργούν όπως προβλεπόταν.

Προκειμένου να διαχειριστούμε την οικονομική και νομισματική κρίση της ευρωζώνης, ίσως θα ήταν καλό να συγκληθεί μια συνέλευση στην οποία θα συνεδρίαζαν ευρωβουλευτές με βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων. Ίσως οι πολίτες να αναγνωρίζονταν σε ένα παρόμοιο κοινοβούλιο.

Ο Arnaud Leparmentier είναι αρχισυντάκτης της «μοντ».