Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Η ζοφερή δημογραφική πραγματικότητα της Ελλάδας

του Νίκου Κωσταντάρα  

©New York Times



Οι Έλληνες δίνουμε αγώνα επιβίωσης -και οι οιωνοί είναι εναντίον μας. Δεν δίνουμε μάχη μόνο στο οικονομικό μέτωπο, όπου προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στις δεσμεύσεις που αναλάβαμε στο πλαίσιο ενός προγράμματος δανεισμού 240 δις ευρώ, που οδήγησε σε έντονα μειωμένα εισοδήματα, αύξηση του κόστους διαβίωσης και των φόρων και αυξανόμενα αισθήματα ανασφάλειας. Απειλούμεθα από ακόμα χειρότερους κινδύνους: οι θάνατοι πλέον υπερβαίνουν τις γεννήσεις και οδηγούν σε μια χώρα που γερνάει με τέτοια ταχύτητα που σε λίγες δεκαετίες δεν θα παράγει πια αρκετό πλούτο ώστε να φροντίσει τον πληθυσμό της, και θα πάψει να είναι βιώσιμο κράτος-έθνος.

«Ο κόσμος τείνει να αδιαφορεί για τη σημασία του δημογραφικού, αν και όλα αρχίζουν από αυτό», λέει ο Μιχάλης Παπαδάκης, ομότιμος καθηγητής στατιστικής και κοινωνικής ασφάλισης στο πανεπιστήμιο Πειραιώς, που πέρασε τη ζωή του μελετώντας αυτό το ζήτημα. «Η μείωση του πληθυσμού υπονομεύει την αμυντική ικανότητα της χώρας, μειώνει την εργατική της δύναμη και παρακωλύει την επιχειρηματικότητα».
. ΕΣημειώνει πως το 2011 ήταν η πρώτη χρονιά όπου ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε (οι θάνατοι υπερέβησαν τις γεννήσεις και τις αφίξεις κατά 4,671 ανθρώπους). Σύμφωνα με την στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) το 2012 οι θάνατοι υπερέβησαν τις γεννήσεις κατά 16,300, ενώ εκείνοι που εγκατέλειψαν τη χώρα ήταν 44,200 περισσότεροι από εκείνους που την επισκέφτηκαν.

Πολλά άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ αντιμετωπίζουν παρόμοια δημογραφικά προβλήματα και η ΕΕ συνολικά γερνάει ταχέως. Αλλά ενώ η ΕΕ και οι εθνικές κυβερνήσεις προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, στην Ελλάδα ο αγώνας για οικονομική επιβίωση έχει επισκιάσει κάθε προσπάθεια να ιδωθεί η ευρύτερη εικόνα. Προσπαθώντας να περικόψουν τις δαπάνες και να σταματήσουν το δανεισμό, οι Έλληνες αμέλησαν να λάβουν μέτρα που πιθανό να είχαν ενθαρρύνει την τεκνοποιία.

Επί παραδείγματι, άλλα κράτη-μέλη, όπως η εύπορη Γερμανία, επικεντρώνονται στις προσπάθειες να τονώσουν την απασχόληση των νέων, να κρατούν τον κόσμο στην αγορά εργασίας πέραν της ηλικίας συνταξιοδότησης και να βρουν τρόπους να συνδυαστούν οι οικογενειακές με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις. Αλλά στην Ελλάδα, έστω κι αν η ηλικία συνταξιοδότησης αυξήθηκε στα 67 χρόνια από τα 65, το μέλημα να μειωθούν οι δαπάνες στον ιδιωτικό και τον κρατικό τομέα οδήγησε σε πρόωρη συνταξιοδότηση σχεδόν 150,000 ανθρώπους (σε σύνολο 2.7 εκατομμυρίων συνταξιούχων). Όσο για την ανεργία, αυτή έχει πια φτάσει στο 27.3% (1.4 εκατομμύριο άνθρωποι) και το... 60% στις ηλικίες κάτω των 24 ετών. Όσοι έχουν δουλειά, πληρώνονται λιγότερο και φορολογούνται περισσότερο και το μέλλον είναι δυσδιάκριτο. Ακόμα και οι μετανάστες από το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές, που έφτασαν εδώ αναζητώντας καλύτερη τύχη, φεύγουν όπως-όπως.

Το 2012, ο αριθμός των απασχολούμενων στην Ελλάδα έφτανε τα 3.8 εκατομμύρια, ενώ οι συνταξιούχοι και οι άνεργοι τα 4.1 εκατομμύρια, σε έναν συνολικό πληθυσμό 11 εκατομμυρίων. Η χώρα προσπαθεί να στηρίζεται σε όλο και λιγότερους ανθρώπους. Η μείωση κατά 25% του ΑΕΠ από το 2008 αντανακλά τη μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων και την προσπάθεια του κράτους και των ιδιωτιών να ξεφορτωθούν όσο περισσότερους υπαλλήλους μπορούν. Λίγοι συνέχισαν να έχουν εισόδημα, και οι περισσότεροι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους για να τα βγάλουν πέρα.

Πολλές είναι οι ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν την πρόκληση της επιμήκυνσης του προσδόκιμου επιβίωσης, της μειούμενης τεκνοποιίας και της μετανάστευσης. Και δεν μιλάμε μόνο για κράτη-μέλη που υποφέρουν από υπερχρέωση, σαν τις Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία και Ιταλία.

Το πρόβλημα της αύξησης του κόστους της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και των υψηλών προδιαγραφών της κοινωνικής ασφάλισης είναι πράγματα που η Ελλάδα ανακάλυψε μόνο μετά την πλήρη ένταξή της στην ΕΕ. Στην Ιρλανδία, η υψηλή μετανάστευση του 2012 υπερκαλύφθηκε από την υψηλή τεκνοποιία. Αλλού οι λίγες γεννήσεις καλύπτονται από τη μετανάστευσηΑλλά στην Ελλάδα, μια χώρα που χαρακτηριζόταν ήδη από χαμηλή γεννητικότητα και υψηλή μετανάστευση, συμπεριλαμβανομένων επιστημόνων σαν τους ιατρούς και τους μηχανικούς, οδήγησαν σε μείωση του πληθυσμού.

Ο δημογράφος κ. Παπαδάκης λέει πως αν και δεν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται πως ο κόσμος τείνει να παντρεύεται αργότερα και να καθυστερεί κι άλλο να αποκτήσει το πρώτο του παιδί. Τα τελευταία στατιστικά στοιχεία δείχνουν πως ο αριθμός των γάμων έπεσε από 59,212 το 2009 (την πρώτη χρονιά που έγινε αισθητή η κρίση) σε 55,099 το 2011.

Η μαιευτήρας-γυναικολόγος Μαριλένα Καπιδάκη λέει πως οι πελάτες της είναι ως επί το πλείστον παντρεμένα ζευγάρια που θέλουν παιδιά, αλλά φαίνεται να αυτοπεριορίζονται στο ένα παιδί. «Δεν θα με εξέπληττε αν μάθαινα πως ο δείκτης γονιμότητας έπεσε κι άλλο στα χρόνια της κρίσης», λέει. Τα τελευταία στατιστικά στοιχεία του 2011 έδειχναν δείκτη γεννητικότητας της τάξης του 1.4 παιδιού ανά γυναίκα, πολύ πιο κάτω από τα 2.1 παιδιά ανά γυναίκα που απαιτούνται για να αντικατασταθεί κάθε γενιά. «Πολλά άλλαξαν από το 2010», επισημαίνει η κ. Καπιδάκη.

Ακόμα κι ελλείψει στατιστικών στοιχείων, οι δημογραφικές τάσεις είναι σαφείς. Πολλά μαιευτήρια άλλαξαν προσανατολισμό και προσφέρουν πλέον άλλες ιατρικές υπηρεσίες, και πολλά σχολεία στην ύπαιθρο και τα νησιά έχουν ξεμείνει από παιδιά. Στο ένα χωριό μετά το άλλο, ο αριθμός των ηλικιωμένων ξεπερνά εκείνο των γηγενών και των μεταναστών που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία.

Το πιο επίφοβο στοιχείο είναι η πρόβλεψη της «γιούροστατ» πως το 2050 το 32% των Ελλήνων θα είναι άνω των 65 ετών (έναντι 16.6% το 2000). Κι αυτή η πρόβλεψη έγινε το 2007, πριν πληγεί η Ελλάδα από την κρίση. Τότε ζούσαμε ακόμα άνετα, και δεν είχαμε ακόμα εκτεταμένη ανεργία, χιονοστιβάδα εσπευσμένων συνταξιοδοτήσεων και μαζική μετανάστευση των πιο προσοντούχων νέων. Σε τυχόν επικαιροποίηση των στατιστικών, τα στοιχεία κατά πάσα πιθανότητα θα είναι πολύ πιο δυσοίωνα.

Κι όμως, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει δύο ισχυρούς λόγους να ελπίζει. Διαθέτει μια δυναμική και ευημερούσα διασπορά, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία· και η ένταξή της στην ΕΕ των ανοικτών θυρών, της παρέχει σήμερα διεθνή στήριξη, αλλά μπορεί να της παράσχει αύριο και μεταναστευτικά ρεύματα. Αν οι Έλληνες κατορθώσουμε να διατηρήσουμε τη χώρα όρθια στην κρίση και οικοδομήσουμε μια κοινωνία που θα παρέχει αισιοδοξία και ευκαιρίες, τότε θα έρθει κόσμος.

Ο Νίκος Κωνσταντάρας είναι δημοσιογράφος και επιφυλλιδογράφος της «Καθημερινής»".