Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Παίρνει «διαζύγιο» η Ρωσία με τη Δύση ;

lukianov maler 468

Εκείνες τις ήρεμες ημέρες που κυριαρχούσε το όραμα για μια Ευρώπη χωρίς διαχωριστικές γραμμές, ο πιο σημαντικός στόχος ήταν η διατήρηση των καλών σχέσεων με τη Δύση. Ετσι, ακόμα κι όταν η Ρωσία έκανε στη διεθνή σκηνή βήματα που έρχονταν σε φανερή αντίθεση με τις επιθυμίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ, η διπλωματία της Μόσχας άφηνε κάποιο περιθώριο ελιγμών για την ελαχιστοποίηση των ζημιών στις μεταξύ τους σχέσεις. Η «Δυτικοκεντρική κατεύθυνση» στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας θεωρήθηκε ως η εγγύηση της ασφάλειας, της ανάπτυξης και της ευημερίας της χώρας.
Το 2014, η Μόσχα συμπεριφέρθηκε διαφορετικά. Αγνοώντας όλα τα καλέσματα, τις προειδοποιήσεις και τις απειλές των Δυτικών χωρών, η Μόσχα ενέταξε την Κριμαία και τη Σεβαστούπολη στη Ρωσική Ομοσπονδία. Όλοι είχαν συνηθίσει ότι η Ρωσία ποτέ δεν υποστήριζε μέχρι τέλους τα συμφέροντά της, έτσι όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται και ιεραρχεί. Και, όταν προχώρησε πέρα από την «κόκκινη γραμμή», ΗΠΑ και Ευρώπη ήθελαν να τιμωρηθεί, ανεξάρτητα εάν ήταν δικαιολογημένη και τεκμηριωμένη η πράξη της.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συμπεριφορά των εταίρων της Μόσχας στην ομάδα «G8», την οποία πολλοί θεωρούν ως το πιο ισχυρό πολιτικό φόρουμ στον κόσμο. Τι πρέπει να κάνει μια τέτοια δομή, όταν ξεσπάει μια μεγάλη διεθνής πολιτική κρίση; Φυσικά να συνεδριάσει για να συζητήσει προτάσεις και σενάρια που θα οδηγούσαν στην επίλυση του προβλήματος. Ωστόσο, η πρώτη -το τονίζω, η πρώτη- αντίδραση των επτά χωρών για το θέμα της Κριμαίας, ήταν ότι δεν θα γίνει η προγραμματισμένη για τον Ιούνιο συνάντηση του «κλάμπ», στο Σότσι της Ν.Ρωσίας, σε πλήρη σύνθεση. Δεν θα έρθουμε στο Σότσι, είπαν. Στη συνέχεια, η «Επτάδα» πλέον, κάνει μια σειρά από δηλώσεις, καταδικάζοντας τη Ρωσία, και απευθύνοντας απειλές εναντίον της, προχωράει στην επιβολή κυρώσεων, και στο τέλος –πρακτικά- κηρύσσει τον τερματισμό της δομής των «οκτώ». Η συνήθεια της αντιμετώπισης των κρίσεων μέσω της άσκησης πίεσης, και όχι μέσω διαβουλεύσεων, είναι πολύ βαθιά ριζωμένη στους ισχυρούς του πλανήτη.

Κόσμος δεν είναι μόνο η Δύση


Το κύριο δίδαγμα για τη Ρωσία σε αυτή την περίπτωση, είναι ότι ο κόσμος δεν περιορίζεται στη Δύση. Επιπλέον, ότι ο σημερινός κόσμος έχει γίνει πραγματικά ετερογενής και διαφοροποιημένος, και ότι η συγκέντρωση της παγκόσμιας κυριαρχίας στα χέρια ενός και μόνο παίκτη είναι απλά, αδύνατη. Και επειδή έχουν εμφανιστεί πολλοί νέοι σημαντικοί παίκτες στη διεθνή σκηνή, ο καθένας από τους οποίους απαιτεί μια ειδική προσέγγιση, δεν είναι σκόπιμο να επιδεικνύεις συμπεριφορές στο παγκόσμιο σύστημα με βάση τις σχέσεις προτεραιότητας με τη Δύση. Έτσι, για τη Ρωσία, αυτή η κίνηση είναι μια πολύ σοβαρή στροφή, επειδή για αιώνες η ματιά της στην εξωτερική πολιτική ήταν «Δυτικοκεντρική».
Σχετικά με τις κινήσεις της Ρωσίας στην Ασία έχουν ειπωθεί αρκετά. Πρόσφατα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν παρουσίασε τις κύριες προτεραιότητες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής στον 21ο αιώνα. Εάν η Δύση αρχίζει να ασκεί οικονομική και πολιτική πίεση στη Ρωσία, προσπαθώντας να επιβάλει περιορισμούς σε «λογικές» Ψυχρού Πολέμου (σε επενδύσεις, στην τεχνολογία, στην πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, πιέζοντας για τη διάρρηξη επαφών και σχέσεων, με το κλείσιμο των εμπορικών αγορών, το μπλοκάρισμα των συστημάτων πληρωμών, κλπ.), τότε, «ο κόσμος χωρίς τη Δύση» θα μπορούσε να γίνει για τη Μόσχα μια αντικειμενική πραγματικότητα.

Στροφή προς τη «μη-Δύση»

Και η στροφή προς την Ασία, σημαίνει στροφή προς τη «μη – Δύση». Δηλαδή, πρόκειται για μια ευρύτερη διαδικασία διεθνών σχέσεων. Ειδικά τώρα, που από οικονομική και τεχνολογική άποψη η Δύση έχει πάψει να αποτελεί μονοπώλιο και οι αγορές του «Τρίτου Κόσμου» μοιάζουν να είναι ατελείωτες. Προφανώς, ο αναπροσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής προς άλλα κέντρα οικονομικής επιρροής, είναι ένα αρκετά δυνατό σοκ.
Κατ' αρχήν, θα πρέπει να παραδεχτούμε με ειλικρίνεια ότι η Ρωσία δεν έχει συνηθίσει σε ισότιμες και αμοιβαία επωφελείς σχέσεις συνεργασίας με χώρες, που μέχρι πρόσφατα είχαμε την τάση να τις βλέπουμε περισσότερο σαν κομμάτι της περιφέρειας και όχι του κέντρου, σαν αντικείμενα, παρά σαν υποκείμενα. Να σημειωθεί πως στη σοβιετική εποχή, λειτουργούσαμε σαν προστάτες, μαχόμαστε με τις Ηνωμένες Πολιτείες για το ποιός θα ασκήσει μεγαλύτερη επιρροή στις χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Στη μετα-σοβιετική εποχή, στην αρχή, πρακτικά τις αγνοήσαμε και μόνο στη συνέχεια, προσπαθήσαμε να αποκαταστήσουμε την επαφή και τις χαμένες σχέσεις.
Κατά δεύτερον, οι θέσεις των Αμερικανών στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι ισχυρές. Έτσι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα κάνουν τις δέουσες «κινήσεις» σχετικά με τη Ρωσία. Ο αποκλεισμός (εμπάργκο) είναι πλέον δύσκολος. Η κατάσταση έχει αλλάξει πολύ σε σύγκριση με αυτή που ήταν πριν από 25-30 χρόνια, αλλά δεν πρέπει να υποτιμάμε τους μοχλούς πίεσης της Δύσης. Το Ιράν, για παράδειγμα, γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνουν οι μονομερείς κυρώσεις, που έχει επιβάλλει η Ουάσιγκτον στις χώρες και στις εταιρείες που συνεργάζονται μαζί του.

Οι «κίνδυνοι» με την Κίνα

Τρίτον, υπάρχει και η Κίνα, η οποία με τη σημερινή κατάσταση, είναι μια φυσική εναλλακτική επιλογή. Όμως, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και τα μειονεκτήματα αυτής της προοπτικής. Η Ρωσία, υστερεί της Κίνας στην οικονομική ανάπτυξη και συνδέεται ολοένα και περισσότερο μαζί της πολιτικά. Το Πεκίνο είναι πρόθυμο να υποστηρίξει τη Μόσχα -έστω ανεπίσημα- και να παράσχει χρηματοπιστωτική βοήθεια στη Ρωσία, αλλά το κόστος μιας τέτοιας βοήθειας θα είναι η ταχεία ανάπτυξη μιας βαθύτερης εξάρτησης της Ρωσίας από την Κίνα. Τα συμφέροντα των δύο χωρών δεν ταυτίζονται σε όλους τους τομείς, και η Ρωσία θα πρέπει να λαμβάνει ολοένα περισσότερο υπόψη την κινεζική γνώμη στη λήψη των αποφάσεων.
Όπως και να' χει, ιδιαίτερα σημαντική για τη Ρωσία είναι η ενεργοποίηση ενός ευρέως φάσματος επαφών, πέραν της παραδοσιακής Δύσης, για να εξισορροπήσει τη νέα της θέση. Το μεγαλύτερο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού έχει κουραστεί από την έλλειψη εναλλακτικών λύσεων στη Δυτική κυριαρχία. Η Ρωσία δεν πρέπει να περιμένει την επίσημη αναγνώριση των ενεργειών της στην Κριμαία. Αλλωστε, είναι πάρα πολύ ευαίσθητο θέμα για πολλούς η αλλαγή των συνόρων. Ωστόσο, μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό σίγουρη ότι δεν είναι δυνατόν να της επιβληθεί εμπάργκο. Οι αναπτυσσόμενες χώρες πλέον, αρνούνται να υπακούουν όλες μαζί, με «στρατιωτική πειθαρχία», στις επιταγές της Δύσης, και προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τις διαμάχες των γιγάντων για να ενισχύσουν τις δικές τους θέσεις.

Ο βαρύνων ρόλος της Δύσης

Είναι σαφές ότι η Δύση εξακολουθεί να είναι ο πιο ισχυρός και με τη σημαντικότερη επιρροή παγκόσμιος παίκτης. Παράλληλα, διαθέτει ένα ισχυρό δυναμικό, κυρίως στον επιστημονικό, τεχνολογικό και εκπαιδευτικό τομέα, που κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Ακόμα και η πολιτιστική ελκυστικότητα της Ευρώπης για τη Ρωσία, αλλά και για όλο τον κόσμο, δύσκολα μπορεί να υποεκτιμηθεί.
Για τη Ρωσία δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξεκινήσει μια σύγκρουση με τη Δύση, και να απομονωθεί απ' αυτή. Αυτό που ακριβώς πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι ότι η συνεργασία δεν μπορεί να γίνεται με οποιουσδήποτε όρους και με οποιοδήποτε κόστος. Στον κόσμο του 21ου αιώνα είναι μάταιο να ελπίζουμε σε επιτυχία χωρίς ισχυρούς δεσμούς με τη Δύση. Έτσι, αν τελικά η Δύση προχωρήσει στην επιβολή κυρώσεων, θα πρέπει να τους ευχαριστήσουμε. Θα βοηθήσουν στην έναρξη της διαδικασίας αναπροσανατολισμού της εξωτερικής πολιτικής μας, που έχει ήδη ωριμάσει. Επιπλέον, η άρνηση της Ρωσίας να συνεχίσει στα μονοπάτια της «Δυτικοκεντρικής» εξωτερικής πολιτικής, που πλέον είναι «στενός κορσές», θα στείλει σε όλο τον κόσμο το μήνυμα ότι μπορεί να γίνει πράξη ο πολυπολικός κόσμος, και ότι ουδείς μπορεί να τον αγνοήσει.
(Η Ρωσία τώρα)