Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Η δυστυχία του να είσαι Ελληνας ψηφοφόρος!

του Γιώργου Σταμάτη*
Η ανυπαρξία ουσιαστικής πολιτικής πρότασης στη χώρα, τα λάθος διλήμματα και ο κίνδυνος πισωγυρίσματος. Το μνημόνιο, το μόνο σχέδιο που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα! Τέσσερα ερωτήματα για τους ψηφοφόρους. Γράφει ο συγγραφέας Γιώργος Σταμάτης.
Η δυστυχία του να είσαι Ελληνας ψηφοφόρος!
Το 2014, δύο είναι τα κρίσιμα στοιχήματα για την Ελλάδα:
Το πρώτο αφορά την πολιτική σταθερότητα (μια χρονιά με τουλάχιστον δύο, αν όχι περισσότερες, εκλογικές αναμετρήσεις). Το δεύτερο αφορά την απολύτως αναγκαία πλέον ανάπτυξη, που δυστυχώς βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το πρώτο.

Η ανυπαρξία συγκεκριμένης πολιτικής πρότασης

Ποια είναι συνεπώς σήμερα η πολιτική πρόταση και το σχέδιο των ελληνικών κομμάτων για τη χώρα:
• Νέα Δημοκρατία: Δεν έχει.
• ΣΥΡΙΖΑ: Δεν θέλει να έχει.
• ΠΑΣΟΚ: Νομίζει ότι έχει.
• ΔΗΜΑΡ: Αποφεύγει να έχει.
• ΑΝΕΛ: Ανάγεται στη σφαίρα της μεταφυσικής.
• ΚΚΕ: Έχει, αλλά με αναδρομικότητα ενός περίπου αιώνα.
• ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ: Δεν την απασχολεί.
• Κεντροαριστερός (υπό διαμόρφωση) χώρος: Προσπαθεί να έχει.
• Φιλελεύθερος (υπό νέα διαμόρφωση) χώρος: Μάλλον έχει, αλλά οι εκπρόσωποί του δυσκολεύονται να συνεννοηθούν μεταξύ τους.
Δυστυχώς επίσης, οι περισσότεροι πολιτικοί χώροι αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να έχουν έναν στοιχειώδη διάλογο μεταξύ τους, τη στιγμή μάλιστα που η χώρα το χρειάζεται όσο λίγες φορές στο παρελθόν. Ε

Ειρωνεία ή δράμα: μνημόνιο, το μόνο σχέδιο που εμφανίστηκε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια

Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι το μόνο ολοκληρωμένο σχέδιο που εμφανίστηκε εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα (και όχι μόνο τα χρόνια της κρίσης) είναι το μνημόνιο, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματά του και την όποια κριτική μπορεί να του ασκηθεί.
Το μνημόνιο προέβλεπε εισπρακτικά μέτρα, περικοπές δαπανών και μεταρρυθμιστικές πολιτικές. Οι κυβερνώντες αντί να ξεκινήσουν με μεταρρυθμίσεις και περικοπές δαπανών, που θα δημιουργούσαν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις, προτίμησαν να ξεκινήσουν με οριζόντια και άδικα εισπρακτικά μέτρα, με αποτέλεσμα όχι μόνο ένα τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, αλλά και την αυτοκαταστροφή μέρους του ίδιου του πολιτικού συστήματος (βλέπε κυρίως ΠΑΣΟΚ) και την παράλληλη εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών.
Έτσι, καταλήξαμε, ως συνήθως, σε λάθος δίλημμα: μνημόνιο ή αντιμνημόνιο, που αποτελεί και την ουσιαστική πολιτική πρόταση αρκετών κομμάτων, χωρίς δυστυχώς όμως να συνοδεύεται από ένα πειστικό σχέδιο.
Υπάρχει όμως και μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού που θεωρεί ότι το δίλημμα είναι άλλο: «μεταρρυθμίσεις ή διατήρηση του παλαιού αποτυχημένου συστήματος», προκρίνοντας μάλιστα το πρώτο.
Με την κοινή λογική, το παλαιό σύστημα που έχει επιεικώς αποτύχει θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί ώστε να γίνει υγιέστερο. Επ' αυτού, λοιπόν, τα κόμματα και οι πολιτικοί χώροι θα έπρεπε να καταθέσουν τις προτάσεις τους. Εν απουσία όμως αυτών των προτάσεων, ζούμε σήμερα, παραφράζοντας το γνωστό βιβλίο του Νίκου Δήμου, «τη δυστυχία του να είσαι Έλληνας ψηφοφόρος»!

Ψηφοφόροι χωρίς κόμμα

• Το 60% των ψηφοφόρων των τελευταίων εκλογών, σύμφωνα με σχετικές έρευνες, δηλώνει ότι δεν αντιπροσωπεύεται από τα κόμματα που ψήφισε.
• Το 94% των Ελλήνων, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, δεν έχει εμπιστοσύνη στα πολιτικά κόμματα.
• Το 41% θεωρεί καταλληλότερο πρωθυπουργό τον «κανένα» και σε ποσοστό κάτω του 30% θεωρεί κατάλληλους τους πολιτικούς ηγέτες.
• Οι αναποφάσιστοι συγκεντρώνουν πολύ υψηλά ποσοστά.
• Είναι επίσης εξαιρετικά υψηλά τα ποσοστά των ψηφοφόρων διαμαρτυρίας και όχι θετικής ψήφου.
• Σύμφωνα με νέες έρευνες, αρχίζουν να διαμορφώνονται νέες τάσεις στην κοινωνία, ιδιαίτερα σε νέους ανθρώπους, που η εντονότερή τους επιθυμία είναι όχι η εύρεση εργασίας απλώς, αλλά η δημιουργία. Προσέξτε τη διαφορά: η εργασία δεν ταυτίζεται με τη δημιουργία. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι σε αυτήν τη μερίδα του πληθυσμού το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η ανεργία, αλλά η γραφειοκρατία (που εμποδίζει τη δημιουργία).
• Διαμορφώνεται δηλαδή μια δυναμική νέων ιδιαίτερα ανθρώπων που επιθυμούν να προχωρήσουν, να δημιουργήσουν, να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, χωρίς να περιμένουν διορισμούς μέσω Stage ή στο Δημόσιο.
Ποιος πολιτικός χώρος θα έχει την ικανότητα, μέσω των προγραμμάτων του, να προσεγγίσει αυτόν τον κόσμο;

Μια αδήριτη πραγματικότητα

Αναζητείται λοιπόν ο δρόμος για την ανάπτυξη. Ο μόνος τρόπος να ξαναβρούν δουλειά (έστω και σταδιακά) οι 1.500.000 άνεργοι και να επιστρέψουν σε μια στοιχειώδη ομπρέλα κοινωνικής προστασίας τα 3.500.000 περίπου άτομα που δεν έχουν πρόσβαση στο σύστημα υγείας...
Για να υπάρξει λοιπόν υγιής και με προοπτική ανάπτυξη βασική προϋπόθεση είναι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.
• Μεταρρυθμίσεις θεσμικές, προκειμένου να αντιμετωπισθούν εθνικές μας ασθένειες, όπως το πελατειακό κράτος και η διαφθορά.
• Μεταρρυθμίσεις οικονομικές, όπως η υγιής απελευθέρωση της οικονομίας (όχι χωρίς έλεγχο και αυστηρούς κανόνες), καθώς και η παραγωγική στροφή προς διεθνώς εμπορεύσιμες δραστηριότητες.
• Μεταρρυθμίσεις κοινωνικές, με δίχτυ προστασίας για τους αδύναμους, σύστημα υγείας, ασφαλιστικό σύστημα κ.λπ.
• Μεταρρυθμίσεις εθνικής σημασίας, που αφορούν τη δημόσια διοίκηση και την παιδεία.
Δεν είναι τυχαίο ότι σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή έρευνα της McKinsey μόνο το 23% των Ελλήνων εργοδοτών κρίνει ότι οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι επαρκώς καταρτισμένοι και παρά την υψηλότατη ανεργία, το 27% των επιχειρηματιών δεν βρίσκει τις ειδικότητες που θέλει. Με άλλα λόγια, το εκπαιδευτικό μας σύστημα παράγει δημοσίους υπαλλήλους. Αυτό δεν είναι κατ' ανάγκην κακό, φτάνει να περισσεύει ικανός αριθμός κατάλληλων νέων για την παραγωγική ανασυγκρότηση και το μέλλον της οικονομίας μας!

Ο κίνδυνος του πισωγυρίσματος

Δυστυχώς, χαρακτηριστικό της ελληνικής πολιτικής παράδοσης αποτελεί η απόρριψη από την εκάστοτε αντιπολίτευση του «όποιου» προγράμματος της εκάστοτε κυβέρνησης. Όταν κάποτε η αντιπολίτευση γίνεται με τη σειρά της κυβέρνηση, απλώς αλλάζουν οι ρόλοι.
Σήμερα, δεν έχουμε αυτήν την πολυτέλεια. Αν πράγματι έρχεται η ώρα μιας σχετικής οικονομικής σταθεροποίησης, αλλά ταυτόχρονα έρθει και η ώρα της πολιτικής αποσταθεροποίησης, τι μέλλει γενέσθαι; Πάλι πίσω; Πάλι από την αρχή; Καθώς μάλιστα σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας χάθηκε η εσωτερική δικαιολόγηση για την ύπαρξη μιας δημοκρατικής πολιτείας, ο κίνδυνος για έναν ανεπανόρθωτο τραυματισμό της δεν θα μπορεί να αποκλεισθεί.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ, οι πολιτικοί χώροι θα πρέπει να τοποθετηθούν συγκεκριμένα, τόσο στα νούμερα, όσο και στους θεσμούς. Είναι βολικό να μην το κάνουν και να μένουν σε γενικόλογα μεγάλα λόγια, ώστε όλοι (όπως νομίζουν) να είναι ευχαριστημένοι.
Με παλιές συνταγές, όμως, αλλά χωρίς ουσιαστικό πρόγραμμα (καθώς οι παλιές συνταγές δεν χρειάζονται πρόγραμμα) δεν μπορεί να λυθούν τα μεγάλα μας προβλήματα. Κι αν αποτύχει η όποια νέα κυβέρνηση, όπως απέτυχαν και οι προηγούμενες, δυστυχώς δεν θα μπορέσουμε να στηριχθούμε στα «λεφτά των άλλων», όπως στο παρελθόν. Και τότε;

Τα τέσσερα καθοριστικά ερωτήματα

Τέσσερα είναι, συνεπώς, τα καθοριστικά ερωτήματα για το μέλλον, στα οποία θα πρέπει να απαντήσει η ψήφος του ελληνικού λαού:
1.- Είναι ίσοι οι Έλληνες πολίτες (όχι μόνο σε δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά και στην ελευθερία του παράγειν και δημιουργείν);
2.- Το ελληνικό κράτος μεριμνά για την κοινωνική προστασία των πολιτών;
3.- Υπάρχει σχέδιο για την ανάπτυξη; Κι αν ναι, ποιο;
4.- Θα επιτρέψουμε σε ένα άρρωστο πολιτικό σύστημα να κυβερνά, χωρίς να έχει θεραπευτεί προηγουμένως, όποια ρούχα κι αν φοράει;

* Ο κ. Γιώργος Σταμάτης είναι Σύμβουλος Ανάπτυξης Επιχειρήσεων και Συγγραφέας. Διδάσκει στα Πανεπιστήμια N.Y.C. Τιράνων και Πράγας. Εξέδωσε τελευταία το βιβλίο «Ελληνοπάθεια».
".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Wolf: Οι ελίτ στην ευρωζώνη έχουν αποτύχει

Wolf: Οι ελίτ στην ευρωζώνη έχουν αποτύχει
Το 2014 για τους Ευρωπαίους είναι η 100ή επέτειος από την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή η καταστροφή οδήγησε σε τρεις δεκαετίες θηριωδιών και ηλιθιότητας, που κατέστρεψαν σχεδόν όλα τα καλά του ευρωπαϊκού πολιτισμού στην αρχή του 20ού αιώνα. Στο τέλος, ο Τσόρτσιλ ήταν εκείνος που προέβλεψε το 1940 τον «Νέο Κόσμο» ο οποίος «με όλη τη δύναμη και την ισχύ του θα πρέπει να σπεύσει για τη σωτηρία και την απελευθέρωση του παλαιού».
Οι αποτυχίες των πολιτικών, οικονομικών και πνευματικών ελίτ στην Ευρώπη δημιούργησαν την καταστροφή των λαών τους την περίοδο 1914 – 1945. Ήτανη άγνοια και η προκατάληψη που επέτρεψε την καταστροφή.Εσφαλμένες ιδέες και αρνητικές αξίες βρίσκονταν σε εξέλιξη, όπως η αταβιστική πεποίθηση ότι οι αυτοκρατορίες ήταν καταπληκτικές και κερδοφόρες, αλλά και πως ο πόλεμος ήταν ένδοξος και ελεγχόμενος. Λες και οι ηγέτες των μεγάλων κρατών είχαν καταληφθεί από μία τάση ομαδικής αυτοκτονίας.
Οι περίπλοκες κοινωνίες εξαρτώνται από τις ελίτ τους για να κάνουν τα πράγματα σωστά - ή τουλάχιστον για να αποφύγουν χονδροειδή λάθη. Όταν οι ελίτ αποτυγχάνουν, τότε είναι πιθανό να καταρρεύσει η πολιτική τάξη, όπως έγινε στις ηττημένες δυνάμεις μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι αυτοκρατορίες της Ρωσίας, της Γερμανίας και της Αυστρίας εξαφανίστηκαν. Τις κληρονόμησαν αδύναμοι διάδοχοι και τελικά ο δεσποτισμός. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος κατέστρεψε επίσης τις βάσεις της οικονομίας του 19ου αιώνα: το ελεύθερο εμπόριο και τον κανόνα του χρυσού. Οι προσπάθειες για ανάκτησή του οδήγησαν σε ακόμη περισσότερες αποτυχίες των ελίτ, αυτήν τη φορά τόσο των Αμερικανών όσο και των Ευρωπαίων. Η Μεγάλη Ύφεση δημιούργησε σε μεγάλο βαθμό τις συνθήκες για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησε ο Ψυχρός Πόλεμος, η σύγκρουση των δημοκρατιών με τις δικτατορίες που εμφανίστηκαν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. ΕΔεν αποτελεί έκπληξη πόσο τρομακτικά είναι τα αποτελέσματα από τις αποτυχίες των ελίτ. Υπάρχει μία σιωπηρή συμφωνία μεταξύ αυτών και του λαού. Οι πρώτοι έχουν τα προνόμια και τα οφέλη ισχύος και περιουσίας και ο λαός παίρνει σε αντάλλαγμα ασφάλεια και -στη σύγχρονη εποχή- κάποιον βαθμό ευημερίας. Εάν οι ελίτ αποτύχουν τότε κινδυνεύουν να αντικατασταθούν. Όμως, η αντικατάσταση των αποτυχημένων οικονομικών, γραφειοκρατικών και πνευματικών ελίτ είναι πάντα δύσκολη. Σε μία δημοκρατία, ωστόσο, η αντικατάστασή τους είναι τουλάχιστον γρήγορη και καθαρή. Σε ένα δεσποτικό καθεστώς, η διαδικασία θα είναι αργή και -σχεδόν πάντα- αιματηρή.
Αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ιστορία. Ισχύει και σήμερα. Εάν κοιτάξει κανείς τα άμεσα διδάγματα από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο για τον κόσμο μας, θα δει ότι αυτά αφορούν όχι μόνο την Ευρώπη, αλλά επίσης τη Μέση Ανατολή, τη συνοριακή διένεξη Ινδίας και Πακιστάν και τις επίμαχες σχέσεις μεταξύ της ολοένα και πιο ισχυρής Κίνας και των γειτονικών της χωρών. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν πιθανότητες μοιραίων λαθών, αν και είναι ευτυχές το ότι οι ιδεολογίες μιλιταρισμού και ιμπεριαλισμού είναι πολύ λιγότερο ισχυρές από ό,τι πριν από έναν αιώνα. Σήμερα, τα ισχυρά κράτη αποδέχονται ότι η ειρήνη είναι πιο ευνοϊκή για την ευημερία από ό,τι τα απατηλά λάφυρα του πολέμου. Αυτό, όμως, δυστυχώς δεν συνεπάγεται πως η Δύση έχει απαλλαγεί από τις αποτυχίες των ελίτ. Αντιθέτως, ζει με αυτές. Πρόκειται, όμως, για αποτυχίες της κακοδιαχείρισης εν καιρώ ειρήνης και όχι πολέμου.
Ακολουθούν τρεις πασιφανείς αποτυχίες:
Πρώτον, οι οικονομικές, οι χρηματοοικονομικές και οι πνευματικές ελίτ εν πολλοίς υποτίμησαν τις επιπτώσεις της ταχείας χρηματοοικονομικής απελευθέρωσης. Εφησυχασμένες από την ουτοπία των αυτορρυθμιζόμενων χρηματαγορών, όχι μόνο επέτρεψαν αλλά κι ενθάρρυναν το τεράστιο στοίχημα της επέκτασης των χρεών.
Η πολιτική ελίτ δεν κατάφερε να εκτιμήσει τις δυνάμεις που βρίσκονταν σε ισχύ ούτε και τους κινδύνους συστημικής κατάρρευσης. Όταν αυτή επήλθε, τότε το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό σε πολλές διαστάσεις. Οι οικονομίες κατέρρευσαν, η ανεργία εκτινάχθηκε και το δημόσιο χρέος εκτοξεύθηκε. Η πολιτική ελίτ απαξιώθηκε επειδή δεν κατάφερε να αποτρέψει την καταστροφή. Η πνευματική ελίτ -οι οικονομολόγοι- απαξιώθηκαν επειδή δεν κατάφερε να προβλέψει την κρίση ή να συμφωνήσει για το τι έπρεπε να γίνει στη συνέχεια. Ήταν απαραίτητο να βρεθεί σωτηρία. Είνα,ι όμως, σωστή η εκτίμηση ότι οι ισχυροί θυσίασαν τους φορολογούμενους πολίτες για τα συμφέροντα των ενόχων.
Δεύτερον, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες είδαμε την ανάδειξη μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομικής και χρηματοοικονομικής ελίτ. Τα μέλη της αποστασιοποιήθηκαν όλο και περισσότερο από τις χώρες καταγωγής τους. Εν μέσω αυτής της διαδικασίας, αποδυναμώθηκε η κόλλα που ενώνει όλες τις δημοκρατίες: η έννοια της υπηκοότητας. Η στενή διανομή των κερδών της οικονομικής ανάπτυξης επηρεάζει σημαντικά αυτήν την εξέλιξη. Αν μη τι άλλο, πρόκειται για ακόμη μεγαλύτερη πλουτοκρατία.
Είναι αναπόφευκτο να υπάρχει κάποιος βαθμός πλουτοκρατίας και στις δημοκρατίες, αλλά θα πρέπει να δημιουργείται σε οικονομίες της αγοράς. Τα πάντα κρίνονται κατά περίπτωση. Εάν ο λαός θεωρήσει ότι η οικονομική ελίτ αμείβεται πλουσιοπάροχα για μέτρια απόδοση, ενώ ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό της, αλλά παράλληλα θεωρεί ότι θα πρέπει να στηριχθεί σε δυσμενείς περιόδους, τότε οι δεσμοί διαρρηγνύονται. Μπορεί να βρισκόμαστε στην αρχή αυτής της μακροχρόνιας αποσύνθεσης.
Τρίτον, κατά τη δημιουργία του ευρώ, οι Ευρωπαίοι έφεραν το οικοδόμημα πέρα από τη σφαίρα του πρακτικού, σε κάτι πολύ πιο σημαντικό για τον λαό: τη μοίρα των χρημάτων τους. Ήταν πάρα πολύ πιθανό να υπάρξουν τριβές μεταξύ των Ευρωπαίων για το πώς γίνεται η διαχείριση ή η κακοδιαχείριση των χρημάτων τους.
Η πιθανώς αναπόφευκτη χρηματοοικονομική κρίση έχει πλέον δημιουργήσει σειρά άλυτων προβλημάτων. Οι οικονομικές δυσκολίες των χωρών που επλήγησαν από αυτήν είναι προφανείς: τεράστια ύφεση, πολύ υψηλή ανεργία, μαζική μετανάστευση και μεγάλο βάρος χρέους. Όλα αυτά είναι γνωστά. Ελάχιστη έμφαση, όμως, έχει δοθεί στη συνταγματική αναταραχή της ευρωζώνης.
Εντός αυτής, η ισχύς επικεντρώνεσαι στα χέρια των κυβερνήσεων των πιστωτριών χωρών, κυρίως της Γερμανίας, και σε μία τριάδα μη αιρετών γραφειοκρατιών - την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι λαοί των χωρών που επηρεάζονται αρνητικά δεν έχουν καμία επιρροή σε αυτές. Οι πολιτικοί που είναι υπόλογοι στον λαό είναι ανίσχυροι.
Αυτό το διαζύγιο μεταξύ της εξουσίας και της ευθύνης ενώπιον του λαού είναι χτύπημα στην καρδιά οποιασδήποτε μορφής δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η κρίση της ευρωζώνης δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι και συνταγματική.
Καμία από τις αποτυχίες αυτές βεβαίως δεν συγκρίνεται με όσα συνέβησαν το 1914. Είναι, όμως, αρκετά μεγάλες για να προκαλέσουν αμφισβήτηση των ελίτ μας. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία τουεξαγριωμένου λαϊκισμού στα αριστερά και του ξενοφοβικού λαϊκισμού στα δεξιά. Εάν οι ελίτ συνεχίσουν στην ίδια πορεία αποτυχίας, τότε θα δούμε μεγαλύτερη άνοδο του εξαγριωμένου λαϊκισμού. Οι ελίτ χρειάζεται να κάνουν καλύτερη δουλειά. Σε αντίθετη περίπτωση, η οργή μπορεί να μας καταλάβει όλους.
ΠΗΓΗ: FT.com".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Οι δυναστείες επιστρέφουν

Οι δυναστείες επιστρέφουν - Γιατί (ξανα)κυριαρχούν οι... κληρονόμοι
Στο μυθιστόρημα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ «Μπαρμπα-Γκοριό» ο συγγραφέας φέρνει τον φιλόδοξο νεαρό δικηγόρο Ραστινιάκ ενώπιον των επιλογών του με σκληρή απλότητα. Μπορεί να δουλέψει: «Αυτή είναι μία καλή προοπτική για σένα. Δέκα χρόνια μόχθου για τον κύριο, παρακαλώ». Ή μπορεί να επιλέξει τον άλλο δρόμο: «Δεν υπάρχει άλλη λύση, παντρέψου μία πλούσια γυναίκα».
Η επιλογή ανάμεσα στη σκληρή δουλειά ή την κληρονόμο μπορεί να μοιάζει παλιομοδίτικη, αλλά σύμφωνα με το βιβλίο του Γάλλου οικονομολόγου Τομάς Πικετί, Capital in the 21st Centure, το δίλημμα του Ραστινιάκ επανέρχεται.
Επιστρέφει καθώς ο κληρονομημένος πλούτος αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία, σε τέτοια κλίμακα που πλέον για ορισμένους αποτελεί βιώσιμη εναλλακτική στην εργασία. Θέτει, όμως, παράλληλα μία βαθιά οικονομική και κοινωνική πρόκληση για τις πλούσιες χώρες που πιστεύουν ότι προσφέρουν ευκαιρίες ισότητας. Η Βρετανία ήδη παίρνει μία γεύση. Η ενίσχυση των τιμών των κατοικιών σε τόσο υψηλά επίπεδα για πολλούς συνεπάγεται ότι ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν ένα σπίτι είναι να το κληρονομήσουν.
Η επιστροφή σε αυτήν την κατάσταση δεν οφείλεται σε μεγαλύτερη ανισότητα ή στο 1% των μεγαλύτερων πλουτοκρατών. Αντιθέτως, είναι αποτέλεσμα της βραδύτερης ανάπτυξης στις πλουσιότερες οικονομίες. Όσο χαμηλότερος ο ρυθμός ανάπτυξης, τόσο μικρότερο το ποσοστό του συνολικού πλούτου της κοινωνίας που δημιουργείται από εκείνους που ζουν και κατά συνέπεια -εξ ορισμού- τόσο μεγαλύτερο ποσοστό του πλούτου μεταβιβάζεται από τις προηγούμενες γενιές που δεν υπάρχουν πλέον στη ζωή. Οπότε, οι χώρες που επηρεάζονται περισσότερο δεν είναι εκείνες με τη μεγαλύτερη ανισότητα, αλλά αυτές με τη χαμηλότερη ανάπτυξη. ΕΣτη Γαλλία, ο καθηγητής Πικετί εκτιμά ότι η ετήσια ροή πλούτου από κληρονομιά αντιστοιχούσε στο 20% με 25% του εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος κατά τον 19ο αιώνα. Μειώθηκε περίπου στο 5% τον 20ό αιώνα, μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους που κατέστρεψαν σχεδόν συνολικά τα κεφαλαιακά αποθέματα που θα μπορούσαν να κληροδοτηθούν. Ακολούθησε ταχεία ανάπτυξη, υψηλή φορολογία κεφαλαίου, υψηλός πληθωρισμός που διάβρωσε τον υπάρχοντα χρηματοοικονομικό πλούτο και νομοθεσία φιλική προς τον εργαζόμενο. 
Φαίνεται, όμως, πως αυτή η χώρα επιστρέφει στα επίπεδα του 19ου αιώνα. Το ίδιο ισχύει για τις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Ενδεχομένως να είχαμε μία περίοδο αξιοκρατίας τον προηγούμενο αιώνα, αλλά εσφαλμένα υποθέσαμε ότι επρόκειτο για μία πιο μόνιμη κατάσταση.
Ο πλούτος που κληροδοτείται βρίσκεται σε δυσθεώρητα ύψη σε σύγκριση με τα ψίχουλα που μπορεί να συγκεντρώσει κάποιος αποταμιεύοντας. Στη Γαλλία για παράδειγμα, το ποσοστό αποταμίευσης είναι μεγαλύτερο από 10% του διαθέσιμου εισοδήματος. Τις μεγαλύτερες αποταμιεύσεις, ωστόσο, κάνουν εκείνοι που έχουν κληρονομήσει κάποια περιουσία. Είναι πολύ πιο εύκολο να βάλεις κάποια χρήματα στην άκρη εάν έχεις κληρονομήσει ένα σπίτι και δεν έχεις να πληρώνεις ενοίκιο. Έτσι, οι κληρονομιές μπορεί τελικά να αντιστοιχούν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80% του συνολικού πλούτου.
Η ανισότητα μπορεί να μην είναι η βασική αιτία των μεγαλύτερων κληρονομιών, αλλά οι μεγαλύτερες κληρονομιές σίγουρα μπορούν να επιδεινώσουν την ανισότητα. Εάν ο πλούτος δεν κατανέμεται στην κοινωνία, τότε με τις κληρονομιές επαναλαμβάνεται το μοτίβο.
Ο καθηγητής Πικετί επισημαίνει ότι εάν οι αποδόσεις κεφαλαίου μετά φόρων είναι υψηλότερες από τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, τότε το μόνο που χρειάζεται να κάνουν όλοι όσοι έχουν κληρονομήσει μία περιουσία είναι να αποταμιεύσουν μεγάλο μέρος των εσόδων από την κληρονομιά τους. Όσο καιρό συνεχίζεται αυτή η κατάσταση, τόσο θα αυξάνεται το ποσοστό του συνολικού πλούτου που τους αντιστοιχεί ή τουλάχιστον θα διατηρείται.
Ο προβληματισμός για το πώς αντιμετωπίζεται αυτή η κατάσταση δεν είναι νέος. Αντιθέτως, είναι πανάρχαιο πρόβλημα. Εξαρτάται από το πόσο πολύ εκτιμά η κοινωνία την ισότητα των ευκαιριών και πόσο αποστρέφεται τους αναδιανεμητικούς φόρους. Το συμπέρασμα του καθηγητή Πικετί -που τάσσεται σαφώς υπέρ της αναδιανομής του εισοδήματος- είναι πως πρέπει να επιβληθεί φόρος πλούτου σε παγκόσμια κλίμακα.
Αυτή βεβαίως είναι μία ουτοπική συνταγή. Είναι, όμως, πιθανό να εξαχθούν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα. Η απλούστερη απάντηση είναι να επιταχυνθεί ο ρυθμός ανάπτυξης έτσι ώστε να μπορούμε να δημιουργήσουμε μεγαλύτερο πλούτο κατά τη διάρκεια του βίου μας. Αυτό είναι ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της μεγαλύτερης μετανάστευσης στις πλουσιότερες χώρες - κατά συνέπεια και υπέρ του μεταναστευτικού νομοσχεδίου στις ΗΠΑ που έχει κολλήσει στη Βουλή την Αντιπροσώπων. Είναι επίσης ένα επιχείρημα υπέρ των γνωστών μεταρρυθμίσεων από την πλευρά της προσφοράς ώστε να ενισχυθεί η ανάπτυξη.
Για κάθε κοινωνία που είναι διατεθειμένη να ανεχθεί την αναδιανομή του εισοδήματος μέσω δασμών και φόρων κληρονομιάς, η επιβράδυνση της οικονομίας θα έπρεπε να είναι λόγος αύξησης αυτής της φορολογίας. Σε πρόσφατη έκθεση που υπογράφει μαζί με τον Εμανουέλ Σουέζ, ο καθ. Πικετί υποστηρίζει ότι ο ιδανικός φορολογικός συντελεστής κληρονομίας για τις ΗΠΑ και τη Γαλλία είναι περίπου 50% - 60%. Αυτό το ιδανικό ποσοστό αυξάνεται καθώς ο ρυθμός ανάπτυξης μειώνεται σε σχέση με την απόδοση κεφαλαίου.
Αν μη τι άλλο, σε έναν κόσμο όπου όλο και μεγαλύτερο μέρος του πλούτου κληρονομείται, δεν έχει νόημα να μειωθεί η φορολογία στους υπάρχοντες φόρους περιουσίας.
Στη Βρετανία, η κυβέρνηση συνασπισμού σοφά αποφάσισε να μη μειώσει τον φόρο κληρονομιάς όπως είχε υποσχεθεί κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2010. Στις ΗΠΑ, ο «δημοσιονομικός γκρεμός» το 2013 οδήγησε στην επαναφορά του φόρου στο 40%, αλλά δημιουργήθηκε μία μεγάλη εξαίρεση για τις περιουσίες που είναι μικρότερες των 5 εκατ. δολ.
Καθώς η γενιά των baby boomers θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη θνησιμότητά της, οι πολιτικές πιέσεις για μείωση του φόρου κληρονομιάς θα ενταθούν. Είναι μία φυσική συνέπεια της επιθυμίας πολλών ανθρώπων να μεταβιβάσουν τον πλούτο που δημιούργησαν στα παιδιά τους.
Είναι, όμως, κρίσιμο για τις επόμενες δεκαετίες να αντισταθούμε σε αυτές τις πιέσεις. Ειδικότερα στις ΗΠΑ, όπου οι πολιτικές δύσκολα αναθεωρούνται, είναι σημαντικό να μπει στο παιχνίδι τώρα ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων.
Στο μυθιστόρημα του Μπαλζάκ, ο κακός Βολτράν προτρέπει το Ραστινιάκ να ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο. «Βρίσκεσαι στο σταυροδρόμι της ζωής, αγόρι μου, επέλεξε τον δρόμο σου» του λέει. Οι ανεπτυγμένες κοινωνίες καλούνται επίσης να διαλέξουν. Θα πρέπει να επιλέξουν την ελεύθερη ροή της αριστοκρατίας του προηγούμενου αιώνα και όχι την επιστροφή στον πλούτο των δυναστειών που είχε προηγηθεί.
ΠΗΓΗ: FT.com".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Aποκάλυψη: «Το ΔΝΤ καταστρέφει σκόπιμα την Ελλάδα για να…»


Aποκάλυψη: «Το ΔΝΤ καταστρέφει σκόπιμα την Ελλάδα για να…»
Ποιος ειδικός αποκάλυψε ότι το ΔΝΤ καταστρέφει σκόπιμα την Ελλάδα; Για ποιο λόγο το ΔΝΤκαταστρέφει την Ελλάδα σύμφωνα με τον ειδκό σε χρηματιστηριακα θέματα;
Ο Γερμανός ειδικός σε θέματα χρηματιστηρίου Ντιρκ Μιούλερ – γνωστός και ως «Mr. Dax» -, στο νέο βιβλίο του, με τίτλο «Showdown», υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ προκάλεσαν την κρίση στην Ευρώπη, προκειμένου να ανακόψουν την αύξηση της επιρροής του ευρώ έναντι του δολαρίου. Ο ίδιος θεωρεί ότι η Ελλάδα θα ήταν καλύτερα αν είχε το δικό της νόμισμα ή αν αξιοποιούσε τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της, καθώς, όπως λέει, «στο ελληνικό υπεδάφος βρίσκονται τα μεγαλύτερα αποθέματα στην Ευρώπη», ενώ τονίζει ότι σκοπός του ΔΝΤ για την Ελλάδα είναι να καταστρέψει την ελληνική οικονομία ώστε τα ελληνικά κοιτάσματα να πωληθούν φθηνά σε πολυεθνικές.
Σε συνέντευξή του στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Focus», ο κ. Μιούλερ αναλύει την θεωρία ότι «η μεγάλη αναμέτρηση, η οποία εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια, σχετίζεται με την κυριαρχία στο πλανήτη για τις επόμενες δεκαετίες» και σημειώνει ότι «η Ευρώπη δεν λαμβάνεται πλέον υπόψιν» και «το παιχνίδι κινείται μεταξύ Αμερικής και Ασίας, δηλαδή της Κίνας, ενώ οι Ρώσοι θα ήθελαν να αναμιχθούν κι αυτοί λίγο».
Ο συγγραφέας αποδίδει ωστόσο τα προβλήματα της Ευρώπης όχι μόνο σε εξωτερικούς παράγοντες, αλλά και σε εσωτερικές αιτίες. «Το υψηλό χρέος δεν είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η συνολική υπερχρέωση της Ευρώπης είναι μικρότερη από αυτή των ΗΠΑ ή της Ιαπωνίας. Από το 2008 όμως οι επιθέσεις εναντίον της Ευρώπης εξελίσσονται στοχευμένα και συντονισμένα», λέει.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει ο κ. Μιούλερ και την Ελλάδα. «Ακριβώς στην φάση της ισχύος του ευρώ  Εσυμβαίνουν τα γεγονότα γύρω από τον Κ. Καραμανλή, η ανάληψη της εξουσίας από τον Γ. Παπανδρέου και η αιφνιδιαστική ακούσια καταγγελία στις Βρυξέλλες της παραποίησης των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων. Ο Παπανδρέου και οι άνθρωποί του έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να στρέψουν την Ευρώπη και την Γερμανία εναντίον τους. Καμία συμφωνία δεν τηρήθηκε, ο λαός και η οικονομία της χώρας οδηγούνταν στον κατήφορο. Το ένα σκάνδαλο διαδεχόταν το άλλο. Και μια χωρίς προηγούμενο εσωτερική ευρωπαϊκή καμπάνια μίσους εναντίον των «τεμπέληδων Ελλήνων», των «ναζί Γερμανών», των «διεφθαρμένων Ιταλών» και των «υπερχρεωμένων Ισπανών με τα πολλά ακίνητα» ξεκίνησε.
Η Ευρώπη άρχισε να αυτοσπαράσσεται, θέαμα που στο εξωτερικό το παρακολουθούσαν με ικανοποίηση. Εναντίον της Ευρώπης δεν στέλνει κανείς τον έκτο στόλο, αλλά την Γουόλ Στριτ, τις τράπεζές της και τους οίκους αξιολόγησης και τα όπλα της μυστικής διπλωματίας. Τα χτυπήματα εναντίον του ευρώ και των χωρών της Ευρωζώνης ήρθαν με στρατιωτική ακρίβεια και προκαλούνταν πάντα από μελέτες μεγάλων τραπεζών της Γουόλ Στριτ ή των αμερικανικών οίκων αξιολόγησης.
Τα βασικά όμως προβλήματα της Ευρωζώνης ήταν εσωτερικής φύσης. Το να επιβάλλεται σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους κράτη ένα κοινό νόμισμα οδηγεί εξαρχής σε σημαντικά προβλήματα. Αυτή η αχίλλειος πτέρνα οφείλεται σε εμάς τους ίδιους, αλλά τα βέλη εναντίον της ήρθαν στοχευμένα και με τους ψυχρούς υπολογισμούς από την άλλη άκρη του Ατλαντικού», υποστηρίζεται στο βιβλίο.
Στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά στα ελληνικά κοιτάσματα φυσικού αέριου, στο κεφάλαιο με τον τίτλο: «Οι Έλληνες και το αέριο»: «Τι θα λέγατε αν πρότεινα η Ελλάδα να πουλάει πετρέλαιο και φυσικό αέριο; Μην ανησυχείτε, δεν ήπια πολύ ούζο την ώρα της συγγραφής», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Μιούλερ και συνεχίζει: «Η Ελλάδα δεν έχει στο υπέδαφός της μόνο μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και μιας σειράς σημαντικών ορυκτών.
Μπορεί κάνεις δικαιολογημένα να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα σε πρώτες ύλες στην Ευρώπη. Την τελική διαβεβαίωση την έλαβα στο τέλος του καλοκαιριού του 2012 στην διάρκεια μιας έντονης συζήτησης με την Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία με διαβεβαίωσε ότι η Ελλάδα διαθέτει κοιτάσματα αντίστοιχα με αυτά της Λιβύης. Και, τουλάχιστον τώρα, τίθεται αναπόφευκτα το ερώτημα: τι παιχνίδι παίζεται εδώ;
Αφήνουμε την ελληνική οικονομία να εξαντληθεί μέσω δρακόντειων πακέτων λιτότητας και την χρηματοδοτούμε με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ προκειμένου να μην πληγούν οι παλαιοί δανειστές.
Χάνονται δισεκατομμύρια ευρώ σε φορολογικά χρήματα για συμφωνίες χωρίς επιστροφή και στην αναδιάρθρωση του χρέους, όταν η Ελλάδα διαθέτει κοιτάσματα πολλαπλάσια του όγκου του χρέους της».
Ο συγγραφέας υποστηρίζει σε αυτό το σημείο ότι ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου «φαίνεται σαν να ήταν εκτελεστική μαριονέτα των ΗΠΑ» και υποστηρίζει ότι «αποστολή του ήταν να επιφέρει με κάθε τρόπο την ρήξη στις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη», ενώ προσθέτει: «Ο Παπανδρέου το 2009 δήλωνε, «δεν έχουμε πετρέλαιο ή τουλάχιστον δεν έχουμε βρει ακόμη» και ο υφυπουργός Γιάννης Μανιάτης τόνιζε, «δεν είμαστε ούτε Σαουδική Αραβία ούτε Νορβηγία» και τώρα μια έκθεση της Deutsche Bank στο Λονδίνο κάνει λόγο για πιθανά έσοδα από τους υδρογονάνθρακες, τα οποία, μόνο στην περιοχή νοτίως της Κρήτης θα μπορούσαν να ανέλθουν σε λίγα χρόνια σε 427 δισεκατομμύρια ευρώ».
Ερωτώμενος από το Focus γιατί θεωρεί ότι η Ευρώπη δεν ασχολείται με τα κοιτάσματα της Ελλάδας και της Κύπρου, ο κ. Μιούλερ αναφέρει ότι όταν οι Κύπριοι πρότειναν στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να παραχωρήσουν στην Ευρώπη ή να υποθηκεύσουν το 30% των μελλοντικών εσόδων από το φυσικό αέριο, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών δήλωσε ότι αυτό δεν αποτελεί θέμα συζήτησης και διερωτάται για ποιον λόγο.
Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του ΔΝΤ, ο κ. Μιούλερ υποστηρίζει ότι ο κ. Σόιμπλε δεν ήθελε την συμμετοχή του στα ευρωπαϊκά προγράμματα διάσωσης, φοβούμενος ότι έτσι θα αυξανόταν η επιρροή των ΗΠΑ στην Ευρώπη, αλλά επικράτησε η άποψη του οικονομικού συμβούλου της Αγγέλα Μέρκελ, Ότμαρ Ίσινγκ, ο οποίος, επισημαίνει ο συγγραφέας, είναι και σύμβουλος της Goldman Sachs.
«Ο ρόλος του ΔΝΤ είναι να επιφέρει την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, να κατηγορήσει την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν εφάρμοσε ακριβώς το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας και να την εξαναγκάσει να παραδώσει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της σε πολυεθνικές εταιρείες έναντι πενιχρού τιμήματος», επισημαίνει.
Ο Γερμανός ειδικός εκτιμά ακόμη ότι τα προγράμματα εξυγίανσης που εφαρμόζονται στις χώρες που αντιμετωπίζουν κρίση είναι αναποτελεσματικά. «Τα προγράμματα λιτότητας είναι μια παράνοια», υποστηρίζει και συμπληρώνει ότι το αποτέλεσμα είναι μια εξέλιξη της οικονομίας όπως αυτή με τον Καγκελάριο Μπρούνινγκ. «Τα κράτη εξαντλούνται και η ελληνική οικονομία βυθίζεται στο απύθμενο».
".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Stratfor: Ο υπόγειος πόλεμος για εξουσία στην Τουρκία

Μετά από μία δεκαετία «στη σκιά», η παλαιά φρουρά των κληρονόμων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επιστρέφει. Τα επιχειρηματικά συμφέροντα, ο ρόλος των ελίτ και η σύγκρουση κέντρου-περιφέρειας. Η επόμενη μέρα για τον Ερντογάν και τα σκάνδαλα.
Stratfor: Ο υπόγειος πόλεμος για εξουσία στην Τουρκία
Η πολιτική της Τουρκίας είναι περίπλοκη και εξακολουθεί να αποτελεί μυστήριο. Αυτό που βλέπει κανείς επιφανειακά κρύβει την περιπλοκότητα και τις αλληλεπιδράσεις που βρίσκονται από κάτω.
Επιφανειακά, η Τουρκία φαίνεται να είναι ένα σύγχρονο κράτος με πολιτικό σύστημα και κόμματα που μπορούν εύκολα να συγκριθούν με αυτά της Ευρώπης ή της Βόρειας Αμερικής. Από αυτήν την άποψη, το κυβερνών κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), του οποίου ηγείται ο πρωθυπουργόςΡετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είναι ένα κόμμα μεταρρυθμιστών στο οποίο πιστώνεται η «εξουδετέρωση» ενός «ενοχλητικού» στρατού που οργάνωσε τρία πραξικοπήματα από το 1960 μέχρι το 1980, φέρνοντας στη χώρα μια ζωντανή δημοκρατία. Το AKP ήρθε στην εξουσία το 2002 εν μέσω μιας«τριλογίας» υποσχέσεων για προώθηση της ελευθερίας, μείωση της φτώχειας και τερματισμό της διαφθοράς. Μέχρι πρόσφατα, η Τουρκία υπό το AKP θεωρούνταν από πολλούς στη Δύση πρότυπο για τη Μέση Ανατολή και τον ισλαμικό κόσμο.
Από αυτήν την άποψη, το AKP, το οποίο ήρθε στην εξουσία ως συνασπισμός ισλαμιστών και φιλελεύθερων, βρίσκεται σε ασυμφωνία με μια ομάδα γνωστή και ως κίνημα Γκιουλέν, μια πανίσχυρη θρησκευτική αδελφότητα της οποίας το παγκόσμιο δίκτυο ΜΜΕ, σχολείων και εμπορικών επιχειρήσεων την καθιστά σοβαρό παίκτη στην τουρκική πολιτική σκηνή. Του κινήματος ηγείται ένας πρώην ιμάμης ονόματι Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος αυτοεξορίστηκε και ζει στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ.
Δεκάδες άνθρωποι συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν τις τελευταίες ημέρες, και τουλάχιστον τέσσερις υπουργοί του AKP αντιμετωπίζουν κατηγορίες διαφθοράς. Μια επιδρομή αποκάλυψε ότι ο πρόεδρος της μεγαλύτερης κρατικής τράπεζας της Τουρκίας είχε στο σπίτι του 4,5 εκατ. δολάρια.
Σκηνές της σύλληψης του γιου του υπουργού Εσωτερικών, υψηλόβαθμου στελέχους της αστυνομίας της χώρας, καθήλωσαν τους Τούρκους τηλεθεατές. Εν τω μεταξύ, εισαγγελείς που συνδέονται με το κίνημα Γκιουλέν ηγήθηκαν του «δράματος».
Το ότι το κίνημα και οι σύμμαχοί του στην αστυνομία και στο υπουργείο Δικαιοσύνης θεωρούνται κατασκευαστές των περιβόητων δικαστικών υποθέσεων για τις επιχειρήσεις «Εργκένεκον» και «Βαριοπούλα», που έκλεισαν τα στόματα πολλών επικριτών του AKP και έβαλαν πίσω από τα κάγκελα εκατοντάδες αξιωματούχους -συμπεριλαμβανομένου του πρώην επικεφαλής του γενικού επιτελείου στρατού- παγιώνει αυτήν την άποψη για την τουρκική πολιτική.

Απομεινάρι μιας αυτοκρατορίας

Το γεγονός ότι η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν να απομακρύνει τον επικεφαλής εισαγγελέα, που προηγουμένως ήταν «ήρωας» του AKP, δείχνει πόσο αμφιλεγόμενη είναι η κατάσταση.
Όμως, από την περίπλοκη πολιτική της Τουρκίας προκύπτει κάτι πολύ βαθύτερο. Διότι η Τουρκία δεν είναι ένα σύγχρονο κράτος, αλλά το αστέρι μιας αυτοκρατορίας που κατέρρευσε. Είναι ο κληρονόμος των δυναστειών και υποδυναστειών που δημιούργησαν μια Οθωμανική Αυτοκρατορία μεταβαλλόμενων συμμαχιών μεταξύ των φέουδων που ήταν γνωστά ως «μιλέτια». Με τη σειρά της, η ίδια η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέκτησε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1453, αλλά δεν την αντικατέστησε πλήρως και τημιμήθηκε.
Δεν θα ήταν υπερβολικά απλοϊκό να ισχυριστούμε πως η θεμελιώδης δυναμική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν μια ατέρμονη διαμάχη μεταξύ του κέντρου, στην Κωνσταντινούπολη, και της περιφέρειας που εκτείνονταν στην ακμή της αυτοκρατορίας από τη Βουδαπέστη στα δυτικά μέχρι την Αραβική Θάλασσα στα ανατολικά και περικύκλωνε τη Μαύρη Θάλασσα, εκεί που σήμερα είναι η Ρωσία και ο Καύκασος. Αυτές οι φυγόκεντρες δυνάμεις τελικά διέλυσαν την αυτοκρατορία, οδηγώντας στην ίδρυση της σημερινής Δημοκρατίας της Τουρκίας το 1923.
Ο «κοσμικός ρεπουμπλικανισμός» αντικατέστησε θεωρητικά τον θεοκρατικό μοναρχισμό, όμως οι παλιές συνήθειες και τα αντανακλαστικά διατηρήθηκαν.
Μια παράδοση που παρέμεινε ήταν ένα σύστημα αύξησης του πλουτισμού που ερχόταν σε αντίθεση με την αντίληψη του Βέμπερ περί καπιταλισμού. Η καινοτομία και η επιχειρηματικότητα ήταν -και εξακολουθεί να είναι- μια σχεδόν εξωγήινη έννοια. Στη θέση της υπήρχε μια οικειότητα μεταξύ των επιχειρήσεων και της κυβέρνησης, που συχνά καθιστούσε δυσδιάκριτο τον διαχωρισμό τους.
Οι κρατικές επιχειρήσεις κυριαρχούσαν σε όλον τον 20ό αιώνα καθώς οι τεράστιες ιδιωτικές περιουσίες εξαρτιόνταν τόσο από τη γενναιοδωρία της κυβέρνησης και τις διασυνδέσεις, όσο και από τους υψηλούς δασμούς. Το κέντρο της εξουσίας, το οποίο μετακινήθηκε στη νέα πρωτεύουσα στην ενδοχώρα, στην Άγκυρα, ήταν ανώτατο και ο σφιχτός κεντρικός έλεγχος υπό την εποπτεία του στρατού αποτελούσε τον κανόνα.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940, πέραν του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, δεν επιτρεπόταν να υπάρχουν άλλα πολιτικά κόμματα. Όταν επετράπη τη δημιουργία άλλων πολιτικών κομμάτων, ο χαρακτήρας τους τους ήταν παρόμοιος -και εξακολουθεί να είναι- με αυτόν στα φέουδα ή ακόμα και στα μιλέτια του παρελθόντος.
Λειτουργούν ως συστήματα πατρωνίας. Κάνουν τον διαιτητή σε φραξιονιστικές διαμάχες και διαχειρίζονται τις συμμαχίες πανίσχυρων οικογενειών με το κράτος.
Οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές διενεργήθηκαν το 1950. Αυτές οι εκλογές, που είχαν ως αποτέλεσμα να αναλάβει την εξουσία ένα κόμμα της περιφέρειας και της ενδοχώρας, το Δημοκρατικό Κόμμα,σηματοδότησαν επίσης την επιστροφή των θεμελιωδών εντάσεων. Ο ηγέτης του κόμματος, Αντνάν Μεντερές -τον οποίον ο Ερντογάν θεωρεί μέντορα- αμφισβήτησε την εξουσία του κέντρου και τις πελατειακές σχέσεις που και στηρίζονταν αλλά και τρέφονταν από αυτό το κέντρο. Το αποτέλεσμα ήταν το πραξικόπημα του 1960. Ο Μεντερές απαγχονίστηκε. Η αγχόνη του, η οποία στήθηκε δίπλα σε ένα πρόχειρο στρατιωτικό δικαστήριο, λέει πολλά για το τεκμήριο της αθωότητας στην Τουρκία και αποτελεί νύξη για την ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος ακόμα και σήμερα.
Επετράπη η δημιουργία μεγάλων οικογενειακών περιουσιών, με τους Εζατζίμπασι, τους Κοτς, τουςΣάμπαντζι και τους Ντογάν να αποτελούν συνώνυμα των σημερινών μεγαλύτερων επιχειρηματικών κολοσσών της Τουρκίας, που αντικατέστησαν -και σε ορισμένες περιπτώσεις άρπαξαν ξεκάθαρα- τα περιουσιακά στοιχεία των πρώην εμπορικών και άλλων οθωμανικών τάξεων, των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων που πλέον έχουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους εκδιωχθεί.
Η ιδεολογική βία, ο Ψυχρός Πόλεμος και οι αποσχιστικές τάσεις των Κούρδων της Τουρκίας αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των μεγάλων πολιτικών δραμάτων της χώρας τις δεκαετίες του '60, του '70 και του '80. Όμως όποτε η κυβέρνηση παρέκκλινε από τη γραμμή του συγκεντρωτισμού, ανέλαβε ο στρατός. Το 1971 και το 1980 έγιναν πραξικοπήματα, και κάθε φορά έπρεπε να περάσει αρκετός καιρός προτού επιτραπεί η επιστροφή των πολιτικών τάξεων.
Η άνοδος αυτών των δύο πόλων δημιούργησε άλλες και λιγότερο πολιτικές δυναστείες, καθώς κάθε κόμμα, όταν αναλάμβανε την εξουσία, αναζητούσε στήριγμα από μια νέα τάξη εύπορων υποστηρικτών που δημιουργούνταν μέσω της πρόσβασης σε πιστώσεις από τις κρατικές τράπεζες, την ανάθεση δημοσίων έργων και άλλες πελατειακές σχέσεις.
Με την ανάδυση του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου και τη μείωση των δασμών τη δεκαετία του '80, ένα άλλο νέο κόμμα και μια νέα κυβέρνηση, υπό την ηγεσία του Τουργκούτ Οζάλ, ανέλαβε την εξουσία. ΤοΚόμμα της Μητέρας Πατρίδας προκάλεσε έναν ακόμα γύρο θετικών εξελίξεων και οικονομικής ανόδου στην ενδοχώρα. Αυτό ενδυνάμωσε τους επονομαζόμενους Τίγρεις της Ανατολίας, μια γενιά συντηρητικών μεγαλοαστών, ο πλούτος των οποίων προερχόταν από τον ενστερνισμό από την Τουρκία της τάσης για παγκοσμιοποίηση της κλωστοϋφαντουργίας, της τσιμεντοβιομηχανίας, της κατασκευής επίπλων και των κατασκευών.
Οι συγκρούσεις μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας ήταν λιγότερες, συμπεριλαμβανομένου του «μεταμοντέρνου πραξικοπήματος» του 1996, όπου ο στρατός απομάκρυνε σιωπηρά την πρώτη ισλαμική κυβέρνηση της Τουρκίας από την εξουσία. Έτσι, για μία ακόμα φορά, η «παλαιά φρουρά» επαναβεβαίωσε τη θέση της.
Τελικά, όμως, αυτή η νεότερη τάξη άνοιξε τον δρόμο για την επιτυχία του Ερντογάν το 2002. Πυροδότησε επίσης την άνοδο του κινήματος των Γκιουλενιστών, το οποίο άντλησε και αντλεί τη δύναμή του από μια παρόμοια, αν και μικρότερη, βάση.
Η πρώτη κυβέρνηση του AKP ήταν ένα είδος συνασπισμού μεταξύ των ισλαμιστών, των κοσμικών συντηρητικών που ανησυχούσαν για την ασταθή οικονομική διαχείριση του κράτους, των φιλελεύθερων που έβλεπαν με καλό μάτι το μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, βεβαίως, των Γκιουλενιστών.
Η οικονομία βελτιώνονταν και, το 2004, η Τουρκία υπό την ηγεσία του AKP άρχισε τις διαπραγματεύσεις για ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτός ο ενστερνισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρυψε πολλές από τις διαφορές κέντρου-περιφέρειας, και ένα κύμα ξένων επενδύσεων λάδωσε τα παραδοσιακά γρανάζια των πελατειακών σχέσεων. Παράλληλα όμως άνοιξαν νέα ρήγματα μεταξύ των παλαιών και των νέων κυβερνωσών ελίτ, με τις άμεσες ξένες επενδύσεις μέσα σε λίγα χρόνια να ξεπερνούν ολόκληρο τον όγκο των ξένων επενδύσεων που έγιναν στην Τουρκία από τότε που εδραιώθηκε η δημοκρατία στη χώρα μέχρι το 2000.
Η ξεκάθαρη δυναμική του ενστερνισμού της Ε.Ε. και η οικονομική ανάπτυξη βοήθησαν σημαντικά στην «επίθεση» που εξαπολύθηκε κατά της στρατιωτικής εξουσίας, και με τη βοήθεια πολλών τμημάτων, το AKP περιέστειλε τις δυνατότητες των στρατηγών και οδήγησε στη φυλακή αυτούς που αντιστάθηκαν. Σίγουρα, στις δίκες που ακολούθησαν δικάστηκαν πραγματικά εγκλήματα, όμως τα κίνητρα είχαν να κάνουν, για μία ακόμα φορά, με τα υπόγεια ρεύματα.
Πάντως, η επίθεση του AKP στην «παλαιά φρουρά» δεν περιορίστηκε στον στρατό. Παλαιά οχυρά εμπορικής δύναμης, ξεκινώντας με την αυτοκρατορία των media και των τηλεπικοινωνιών της οικογένειαςΟυζάν, στην ουσία καταλήφθηκαν και αναδιανεμήθηκαν σε συμμάχους του AKP. Η αυτοκρατορία των media και της ενέργειας της οικογένειας Ντογάν ήταν η επόμενη η οποία χτυπήθηκε με φορολογικά πρόστιμα ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων, όταν ο όμιλος παρεξέκλινε της γραμμής στα ρεπορτάζ του. Ακόμα πιο πρόσφατα, η πανίσχυρη βιομηχανική και λιανεμπορική δυναστεία των Κοτς περιορίστηκε μετά από μια σειρά ερευνών που άρχισαν να διενεργούνται όταν ο όμιλος στήριξε τις διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί κατά του Ερντογάν και της κυβέρνησης του AKP.
Η σύγκρουση με το κίνημα Γκιουλέν
Από την πλευρά του, το κίνημα Γκιουλέν βρίσκεται σε σύγκρουση με το AKP για πολλούς λόγους. Ιδιαίτερα στο οικονομικό μέτωπο, οι συγκρούσεις αυτές αφορούν τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στην παιδεία που θα οδηγούσαν σε κατάργηση φροντιστηριακών μαθημάτων για εισαγωγή σε ιδιωτικά πανεπιστήμια, κάτι που έφερνε πολλά λεφτά στο κίνημα σε έναν τομέα που ξεπερνά κατά πολύ το μέγεθος του επίσημου προϋπολογισμού για την εθνική παιδεία. Και πράγματι το κίνημα φαίνεται να λειτουργεί σαν μεσίτης στον νέο συνασπισμό που σχηματίζεται από τις φράξιες κατά του AKP. Αυτό όμως είναι μόνο το εμφανές πολιτικό ρεύμα.
Οι γκιουλενιστές, βέβαια, δεν είναι μόνοι τους. Η αρχηγία του Ερντογάν έχει προκαλέσει μεγάλες εχθρότητες μεταξύ των πάλαι ποτέ πιστών φιλελεύθερων, των συντηρητικών και -ακόμα σημαντικότερο- της παλαιάς ελίτ που κάποτε θεωρούσε ότι μπορεί να συνεργαστεί με το AKP. Διαθέτοντας assets στην αστυνομία, στα μέσα ενημέρωσης και στο υπουργείο Δικαιοσύνης, το κίνημα του Γκιουλέν είναι ένας μικρός αντίπαλος, αλλά χρήσιμος και δημόσιος για τις ετερόκλητες ομάδες που πλέον συνασπίζονται για να περιορίσουν τη δύναμη του Ερντογάν.
Η πρόθεση πιθανότατα θα είναι να χαλιναγωγηθεί το AKP και όχι να εξοντωθεί. Η εκλογική γροθιά του συνασπισμού κατά του AKP στις προεδρικές εκλογές που θα γίνουν το ερχόμενο καλοκαίρι δεν είναι πιθανό να εκτροχιάσει τη φοβερή μηχανή του AKP. Ούτε είναι πιθανό να αρνηθεί την κίνηση του Ερντογάν για ανάληψη της προεδρίας της χώρας.
Όμως οι τοπικές εκλογές τον Μάρτιο είναι άλλο θέμα. Η δημαρχίας της Κωνσταντινούπολης, θέση από την οποία ο Ερντογάν ξεκίνησε την καριέρα του πριν από δύο δεκαετίες, είναι ένα έπαθλο που θα μπορούσε να «αρπάξει» ο αντιερντογανικός συνασπισμός με τη βοήθεια των γκιουλενιστών. Αυτό δεν θα καταστρέψει το AKP, όμως θα αποτελεί τεράστιο ψυχολογικό πλήγμα και θα επιβραδύνει την κίνηση του κόμματος.
Παράλληλα, θα σηματοδοτήσει την επιστροφή της κανονικότητας στο... Βυζάντιο. Μετά από μία δεκαετία στη σκιά και στην άμυνα, οι «μεσίτες της εξουσίας» του κέντρου που προέρχονται από την Οθωμανική Αυτοκρατορία επιστρέφουν για να αμφισβητήσουν τους νεόπλουτους της περιφέρειας της τουρκικής πολιτικής..
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........