Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

FP: Καιρός να πετάξουμε τη Γερμανία έξω από την ευρωζώνη

Η άγκυρα που σέρνει στον πάτο την ευρωπαϊκή οικονομία δεν είναι η Αθήνα, αλλά το Βερολίνο, υποστηρίζει ο Patrick Chovanec σε άρθρο του στο Foreign Policy. Γιατί η Γερμανία πρέπει να αλλάξει την πολιτική της στις αποταμιεύσεις.
FP: Καιρός να πετάξουμε τη Γερμανία έξω από την ευρωζώνη
Πέρυσι, η Γερμανία εμφάνισε εμπορικό πλεόνασμα-ρεκόρ, ύψους 217 δις. ευρώ, ποσό που την φέρνει δεύτερη, μετά την Κίνα, στην παγκόσμια εξαγωγική κυριαρχία. Για ορισμένους, αυτό κάνει την Γερμανία ένα «λαμπρό σημείο» σε μια κατά τα άλλα αναιμική οικονομία της ευρωζώνης –έναν «οδηγό ανάπτυξης» όπως το έθεσε ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Στην πραγματικότητα, τα χρόνια εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας είναι η καρδιά των προβλημάτων της Ευρώπης: όχι μόνο δεν τονώνουν την παγκόσμια οικονομία, αλλά αντιθέτως την σέρνουν στον πάτο. Ο καλύτερος τρόπος για να τερματιστεί αυτή η διεστραμμένη κατάσταση, είναι η Γερμανία να φύγει από την ευρωζώνη.
Οι Γερμανοί συνήθως αντιδρούν σε τέτοιες επικρίσεις με κάποιο πληγωμένο σάστισμα. Έχουμε εμπορικά πλεονάσματα, εξηγούν, διότι απλά είμαστε πολύ πιο ανταγωνιστικοί απ' ότι οι περισσότεροι εμπορικοί μας εταίροι. Μπορείτε να μας κατηγορήσετε, διερωτούνται, αν ο κόσμος προτιμά να αγοράζει ανώτερης ποιότητας γερμανικά προϊόντα (και δεν έχει τίποτα που να θέλουμε εμείς ως αντάλλαγμα); Το επιχείρημά τους είναι το εξής: ο υπόλοιπος κόσμος απλά πρέπει να προσπαθήσει πιο σκληρά, να βάλει σε τάξη τα του οίκου του και να γίνει πιο πολύ σαν τη Γερμανία. Στο μεταξύ, μη μας μισείτε γιατί είμαστε ωραίοι...ΕΣε αντίθεση με τον μύθο, όμως, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος γιατί το να είναι κανείς «ανταγωνιστικός» πρέπει να σημαίνει ότι θα πρέπει να εμφανίζει εμπορικό πλεόνασμα. Το 1817 ο οικονομολόγος Ντέιβιντ Ρικάρντο σημείωσε πως η βέλτιστη βάση για το εμπόριο είναι το συγκριτικό και όχι το απόλυτο πλεονέκτημα. Με άλλα λόγια, ακόμα και αν μια χώρα είναι καλύτερη στα πάντα, θα πρέπει να εξάγει αυτό στο οποίο είναι καλύτερη και να εισάγει αυτό στο οποίο δεν είναι τόσο καλή. Το να έχει ένα συνολικό πλεονέκτημα δεν σημαίνει ότι είναι λογικό από οικονομικής απόψεως να παράγει τα πάντα μόνη της, πόσω δε μάλλον να πουλά περισσότερα από αυτά που θα ήθελε ως αντάλλαγμα. Ή, για να το θέσουμε λίγο διαφορετικά, δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί το να βγάζεις περισσότερα δεν μπορεί να σημαίνει ότι θα ξοδεύεις και περισσότερα, για την κατανάλωση τόσο δημόσιων όσο και ιδιωτικών αγαθών, καθώς και για επένδυση στην μελλοντική παραγωγική δυνατότητα.
Τα εμπορικά πλεονάσματα εμφανίζονται όταν μια χώρα επιλέγει να δαπανά λιγότερα από αυτά που παράγει –όταν έχει πλεονάζουσες αποταμιεύσεις, που ξεπερνούν τις εγχώριες ανάγκες πίστωσης. Δανείζει αυτές τις υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις στο εξωτερικό, χρηματοδοτώντας την ικανότητα άλλων χωρών να δαπανήσουν περισσότερα από αυτά που παράγουν και, εμφανίζοντας εμπορικό έλλειμμα, να αγοράσουν την υπερβάλλουσα παραγωγή του δανειολήπτη. Πράγματι, μια χώρα με υψηλή παραγωγή μπορεί να έχει τα μέσα για να δημιουργήσει υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις, ενώ μια λιγότερο παραγωγική χώρα μπορεί να τείνει περισσότερο να δανείζεται παρά να δημιουργεί τις αποταμιεύσεις που χρειάζεται. Όμως θεμελιωδώς, οι εμπορικές ανισορροπίες δεν προκύπτουν από το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά από τις επιλογές για το ύψος των αποταμιεύσεων και το πώς αυτές θα αξιοποιηθούν –στο εσωτερικό της χώρας ή στο εξωτερικό.
Υπάρχει λογική στις εμπορικές ανισορροπίες; Ναι. Τον 19ο αιώνα, η Βιομηχανική Επανάσταση της Βρετανίας έδωσε τη δυνατότητα στη χώρα να αποκομίσει τεράστια κέρδη από την επέκταση της παραγωγής, μέρος των οποίων επένδυσε στις ΗΠΑ. Τα χρήματα που δάνεισε στην ταχέως αναπτυσσόμενη αμερικανική οικονομία απέφεραν υψηλότερες αποδόσεις που θα επέστρεφαν στη βάση τους (στη Βρετανία δηλαδή), δημιουργώντας παράλληλα μια αγορά για αγαθά κατασκευασμένα στη Βρετανία. Τα πιθανά κέρδη από την παραγωγικότητα δημιουργούσαν μια κατάσταση όπου όλοι ήταν κερδισμένοι: είχε λογική οι Αμερικάνοι να δανείζονται και οι Βρετανοί να δανείζουν. Όμως η περίπτωση αυτή τονίζει επίσης κάτι που είναι εύκολο να ξεχάσουμε: πως τα εμπορικά πλεονάσματα σημαίνουν χρηματοδότηση των εμπορικών ελλειμμάτων κάποιου άλλου.
Η κρίση της ευρωζώνης συχνά αποκαλείται κρίση χρέους. Στην πραγματικότητα όμως η Ευρώπη στο σύνολό της δεν είχε πρόβλημα εξωτερικού χρέους, αλλά εσωτερικού: Τα γερμανικά πλεονάσματα και τοαυξανόμενο χρέος της ευρωπεριφέρειας ήταν οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.
Οι γερμανοί αποταμίευαν (πολλά), και η νομισματική ένωση τους παρακινούσε –αντί να αποταμιεύουν λιγότερα ή να επενδύουν στο εσωτερικό- να δανείζουν τα χρήματα αυτά στους εμπορικούς εταίρους της ευρωζώνης, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα χρήματα για να αγοράζουν γερμανικά προϊόντα. Έως το 2007, το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας έφτασε τα 195 δις. ευρώ, τα τρία πέμπτα από τα οποία προήλθαν από το εσωτερικό της ευρωζώνης. Το Βερολίνο μπορεί να το ονομάζει αυτό «προσεκτική διαχείριση χρημάτων», όμως είναι δύσκολο να υποστηρίξει πως οι υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις της Γερμανίας, τις οποίες οι γερμανικές τράπεζες συχνά δυσκολεύονταν να χρησιμοποιήσουν, επενδύθηκαν σωστά. Αντιθέτως, έδωσαν στους Γερμανούς την ψευδαίσθηση της ευημερίας, ανταλλάσσοντας την πραγματική εργασία (όπως φαίνεται στο ΑΕΠ) με χάρτινα IOUs που μπορεί ποτέ να μην ξεπληρωθούν.
Κάτι έπρεπε να αλλάξει, αλλά τι; Κανονικά, κάθε χώρα θα επεδίωκε τη δική της νομισματική πολιτική, βασιζόμενη σε προσαρμογές της συναλλαγματικής οικονομίας ώστε να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της ζήτησης από αυτούς που δεν μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά, σε αυτούς που μπορούσαν. Όμως, με το ενιαίο νόμισμα αυτό δεν μπορούσε να συμβεί. Αντιθέτως, οι δανειολήπτες της Ευρώπης αναγκάστηκαν να περιορίσουν τη ζήτηση, μέσω ενός συνδυασμού δημοσιονομικής λιτότητας και απομόχλευσης χρέους. Τα εμπορικά τους ελλείμματα έναντι της Γερμανίας μειώθηκαν δραματικά –με το να αγοράζουν όμως λιγότερα και όχι να πωλούν περισσότερα. Όλα τα επωνομαζόμενα PIIGS (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία) είδαν το συνολικό τους εμπορικό ισοζύγιο με τη Γερμανία να συρρικνώνεται –στην περίπτωση της Ελλάδας και της Ιρλανδίας κατά περισσότερο από ένα τρίτο. Έτσι, στον βαθμό που έγινε rebalancing στην Ευρώπη, έγινε σε βάρος της ανάπτυξης.
Η ευρωζώνη έπεσε σε παγίδα. Οι χώρες της χρειάζονταν να κινηθούν σε δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, όμως με ένα ενιαίο νόμισμα μπορούσαν να κινηθούν μόνο περιοριστικά. Μια Ευρώπη που ζούσε εντός των δυνατοτήτων της σήμαινε μια Γερμανία που συνέχιζε να αποταμιεύει περισσότερα από αυτά που δαπανούσε, αντί να προωθεί την απαραίτητη ζήτηση. Η νομισματική χαλάρωση –και ένα πιο αδύναμο ευρώ- απλώς ανακατευθύνει τις εσωτερικές ανισορροπίες προς το εξωτερικό. Το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας έναντι των ΗΠΑ έφτασε σε εκρηκτικά επίπεδα (+49% από το 2007 έως το 2013), και τα ελλείμματα έναντι της Κίνας και της Ιαπωνίας κατέρρευσαν (-71% και -78% αντίστοιχα). Εν τω μεταξύ, το εμπορικό ισοζύγιο της Γερμανίας με τη Βραζιλία και τη Νότια Κορέα «γύρισε» από έλλειμμα σε πλεόνασμα.
Από το 2012 σχεδόν όλη η ανάπτυξη του καθαρού ΑΕΠ της ευρωζώνης, σε ετήσια βάση, προέρχεται από τις καθαρές εξαγωγές –μια ακόμα απόδειξη της αδυναμίας της εγχώριας ευρωπαϊκής ζήτησης να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη. Είναι αμφίβολο, ωστόσο, το αν το να βασίζεται κανείς στο ότι οι αμερικάνοι θα αυξήσουν το χρέος τους –και θα ρισκάρουν να ακολουθήσουν τον δρόμο της Ελλάδας- είναι μια αξιόπιστη στρατηγική. Επί της αρχής, ο περιορισμός του εμπορικού ελλείμματος της Ευρώπης με την Κίνα είναι πιο λογικό. Πρακτικά όμως αυτό περιελάμβανε λιγότερο την στόχευση στην τεράστια κινεζική καταναλωτική αγορά και περισσότερο την πώληση μηχανολογικού εξοπλισμού και πολυτελών αγαθών στην επενδυτικά ακμάζουσα Κίνα, που με τη σειρά της στηρίζεται στην διατήρηση ενός υπερμεγέθους εμπορικού πλεονάσματος με τις ΗΠΑ. Το θέμα δεν είναι τι είναι δίκαιο, αλλά τι είναι βιώσιμο. Και το να παίζουν οι αμερικάνοι τον καταναλωτή ύστατης καταφυγής του κόσμου, με το να δανείζονται για να ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους, δεν είναι βιώσιμο.
Τι πρέπει να γίνει; Η καλύτερη λύση –και η πιο απίθανη να υιοθετηθεί- είναι η Γερμανία να φύγει από το ευρώ και να αφήσει το γερμανικό μάρκο να ανατιμηθεί. Εδώ, η εμπειρία της Συμφωνίας του Πλάζα το 1985 (*) είναι ενθαρρυντική. Αν και η ισχυροποίηση του γεν περιόρισε ελάχιστα το διαρθρωτικό εμπορικό πλεόνασμα της Ιαπωνίας, ωστόσο η Γερμανία ανταποκρίθηκε περισσότερο στα κίνητρα που ενείχε ένα ισχυρότερο μάρκο.
Τον τελευταίο χρόνο, οι γερμανοί πολιτικοί έχουν αποδειχτεί πολύ πιο πρόθυμοι να προσπαθήσουν να δώσουν ώθηση στη ζήτηση, αυξάνοντας τον κατώτατο μισθό, μειώνοντας το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και αυξάνοντας τις συντάξεις –κινήσεις που μπορεί να είναι αποτελεσματικές, όμως κινδυνεύουν να βλάψουν την παραγωγικότητα, η οποία είναι εν τέλει η πηγή της ικανότητας της Γερμανίας να καταναλώνει. Το παράλογο είναι ότι αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί αρνούνται να μειώσουν τους φόρους ή να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες, που το 2014 είχα ως αποτέλεσμα η Γερμανία να εμφανίσει τον πρώτο ισοσκελισμένο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό από το 1969, έναν χρόνο νωρίτερα από το σχεδιαζόμενο. Για τους περισσότερους Γερμανούς, η όποια πρόταση να χαλαρώσουν αυτή τη δημοσιονομική πειθαρχεία ακούγεται σαν μια ελληνικού τύπου ασωτία, όμως υπάρχει και άλλος τρόπος με τον οποίον μπορούν να δουν το θέμα. Οι υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις υπάρχουν. Το μόνο ερώτημα είναι πού να τις δανείσουν. Ο εσωτερικός δανεισμός προκειμένου να υπάρξει μια πραγματική ευρωπαϊκή ανάκαμψη μπορεί να είναι προτιμότερος από το να τα πετάξουν (για μια ακόμα φορά) σε ξένους ώστε να αγοράσουν πράγματα που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν.
Με έναν πληθυσμό που γερνάει, ίσως είναι κατανοητό γιατί οι Γερμανοί θέλουν να αποταμιεύουν. Όμως δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί θα πρέπει να κατευθύνουν τις αποταμιεύσεις αυτές στο εξωτερικό όταν υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη ανάγκη να τις κατευθύνουν στο εσωτερικό. Η «ανάπτυξη» που παράγει η Γερμανία χρηματοδοτώντας μη βιώσιμες εμπορικές ανισορροπίες –εντός και εκτός ευρωζώνης- είναι μια ψευδαίσθηση. Τόσο για τη Γερμανία όσο και για τον υπόλοιπο κόσμο, αυτό είναι μια κακή εμπορική συναλλαγή.
(*) Στη δεκαετία του 80, η αξία του δολαρίου ενισχύθηκε σημαντικά. Την ίδια περίοδο τα επιτόκια των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν πολύ υψηλά. Το εν λόγω γεγονός οφειλόταν σε μία αντιδικία ανάμεσα στην κυβέρνηση Ρίγκαν και την Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα για το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Το 1986 οι πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες συμφώνησαν να επέμβουν για να μειώσουν την αξία του δολαρίου. Η συμφωνία υπεγράφη στο ξενοδοχείο Πλάζα της Νέας Υόρκης. 

*** Ο Patrick Chovanec είναι chief strategist και διευθυντής της Silvercrest Asset Management, καθώς και καθητηγής του School of International and Public Affairs του Πανεπιστημίου της Κολούμπια.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Ποια είναι η επόμενη θέση ισχύος του πρώην διοικητή της ΜΙΤ Χακάν Φιντάν




Μετά από πέντε χρόνια στην ηγεσία της ΜΙΤ η παραίτηση του αρχηγού της υπηρεσίας Χακάν Φιντάν και έμπιστου συνεργάτη του προέδρου της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν αποτέλεσε την εξέλιξη που οι γνώστες των τουρκικών πολιτικών πραγμάτων περίμεναν με ανυπομονησία να συμβεί.
Διορισμένος από τον Ταγίπ Ερντογάν στην θέση του αρχηγού της ΜΙΤ ο Χακάν Φιντάν, για πέντε περίπου χρόνια ήταν το δεξί χέρι του Τούρκου προέδρου και έφερε σε πέρας πολλές και “βρώμικες” αποστολές, κυρίως στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και πιο ειδικά στη Συρία, στο βόρειο Ιράκ και το Ιράν.
Με προπτυχιακές σπουδές στις πολιτικές επιστήμες στις ΗΠΑ και πιο συγκεκριμένα στο University of Maryland University College, με μεταπτυχιακό και διδακτορικό από το τουρκικό πανεπιστήμιο Bilkent UniversityTurkish και πενταετή θητεία στον τουρκικό Στρατό ώς υπαξιωματικός ο Χακάν Φιντάν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να αναλάβει την διοίκηση της International Cooperation and Development Agency (TIKA) μιας υπηρεσίας που υλοποιεί την τουρκική εξωτερική πολιτική σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες.
 Ε
Πρόκειται για μια υπηρεσία που αποτελεί την “μαλακή” δύναμη της Τουρκίας, το όργανο για την προβολή της ισχύος και την γενναιοδωρίας της Τουρκίας σε υποανάπτυκτες χώρες κατασκευάζοντας σε αυτές σχολεία, νοσοκομεία, γέφυρες, βιβλιοθήκες κλπ.
Αυτή την υπηρεσία διοικούσε για τέσσερα χρόνια ο Χακάν Φιντάν, πριν μεταπηδήσει στην γραμματεία του τότε πρωθυπουργού της χώρας Ταγίπ Ερντογάν αναλαμβάνοντας για αυτόν δύσκολες αποστολές, ο οποίος τον αντάμειψε για τις υπηρεσίες του και την αφοσίωση του, διορίζοντας τον Χακάν Φιντάν στην ηγεσία της ΜΙΤ, στην υπηρεσία προβολής της ισχύος της Τουρκίας στο εξωτερικό.
Ο Χακάν Φιντάν είναι ένας άνθρωπος που δεν διστάζει να τολμήσει πράγματα που μπορεί να έχουν ακόμη και μεγάλο κόστος, πως απέδειξε με την επικίνδυνη και παράτολμη πολιτική που ακολούθησε κυρίως στην περίπτωση της Συρίας, όπου οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες κατηγορήθηκαν πολλές φορές για συνεργασία με ισλαμιστικές εξτρεμιστικές ομάδες που πολεμούν τον Assad, για συνεργασία ακόμη και με την ISIS κάνοντας τα στραβά μάτια στους χιλιάδες Τούρκους και Ευρωπαίους εθελοντές που διέσχιζαν την Τουρκία για να ενταχτούν στις δυνάμεις της ISIS.
Την ίδια στιγμή Τούρκοι βουλευτές της αντιπολίτευσης κατήγγειλαν ότι η τρομοκρατική οργάνωση, πωλεί λαθραία στην Τουρκία 1.500 τόνους πετρελαίου την ημέρα δηλ το 3% της ημερήσιας κατανάλωσης της Τουρκίας, με την ανοχή της ΜΙΤ….
Την παράτολμη πολιτική της τουρκικής υπηρεσίας την πλήρωσαν αρκετά στελέχη της ΜΙΤ, τα οποία σκοτώθηκαν σε επιχειρήσεις στην Συρία και στο βόρειο Ιράκ από τις δυνάμεις του Άσαντ και των Κούρδων Peshmerga αντίστοιχα.
Το πιο όμως επιβαρυντικό περιστατικό για τον Χακάν Φιντάν και την ΜΙΤ, ήταν η διαρροή της υποκλαπείσας συνομιλίας που είχε με τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου, τον υφυπουργό Εξωτερικών Feridun Sinirlioğlu και τον υπαρχηγό του ΓΕΕΘΑ Yasar Güler τον Μάρτιο του 2014, αντικείμενο της οποίας ήταν η διοργάνωσης προβοκάτσιας σε βάρος της Συρίας, (μια τεχνική που γνωρίζουν πολύ καλά οι Τούρκοι από την Κύπρο 1964, και την Κωνσταντινούπολη 1955) όπου ο Χακάν Φιντάν δηλώνει έτοιμος να στείλει μέσα στην Συρία ομάδα πρακτόρων της υπηρεσίας, οι οποίοι θα εξαπέλυαν από το συριακό έδαφος κοντά στα τουρκο-συριακά σύνορα ρουκέτες κατά της Τουρκίας.
Εναλλακτική οι Τούρκοι πράκτορες θα πραγματοποιούσαν επίθεση στο τουρκικό θύλακα μέσα στη Συρία, όπου βρίσκεται ο τάφος του Sulaiman Shah, του παππού του Σουλτάνου Osman, του ιδρυτή του Οθωμανικού κράτους, παρέχοντας στην τουρκική κυβέρνηση το νόμιμο δικαίωμα της αντίδρασης σε αυτή την πράξη.
Έχοντας αυτές τις “περγαμηνές” στο βιογραφικό του ο Χακάν Φιντάν ανακοίνωσε στις 6 Φεβρουαρίου 2015, την παραίτηση του από την ΜΙΤ, διότι όπως ισχυρίστηκε θα διεκδικήσει τη θέση του Βουλευτή στις επόμενες εθνικές εκλογές οι οποίες θα διεξαχθούν τον Ιούνιο του 2015.
Ποια νέα θέση εξουσίας διεκδικεί ο Χακάν Φιντάν
Σύμφωνα με Τούρκους αναλυτές ο Χακάν Φιντάν προορίζεται να αναλάβει το νέο υπερ-υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, το οποίο θα αντικαταστήσει το υπάρχων υπουργείο Εσωτερικών.
Η παραπάνω εκτίμηση ταιριάζει με το προφίλ του πρώην Αρχηγού της ΜΙΤ και με το νέο μοντέλο διοίκησης της χώρας που προωθεί ο Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος μετά την θανάσιμη αντιπαράθεση του με τον πρώην στενό του συνεργάτη Φετουλάχ Γκιουλέν, έχει πλέον περιορίσει τον κύκλο των ανθρώπων που εμπιστεύεται.
Η μεγάλη εμπειρία του Χακάν Φιντάν στην θέση του Αρχηγού της ΜΙΤ, η αφοσίωση του στον Πρόεδρο της τουρκικής Δημοκρατίας Ταγίπ Ερντογάν και η βούληση του να αναλάβει την υλοποίηση επικίνδυνων αποστολών με οποιοδήποτε κόστος, καθιστούν το πρώην διοικητή της ΜΙΤ ως το πλέον πολύτιμο πρόσωπο της εμπιστοσύνης του Τούρκου προέδρου για την οικοδόμηση της νέας Τουρκίας που ονειρεύεται.
Για πολλά χρόνια ο πρώην διοικητής της ΜΙΤ θεωρείτο ως ο δεύτερος πιο ισχυρός άνδρας της Τουρκίας μετά τον Ταγίπ Ερντογάν, υπό τις ευλογίες φυσικά του τελευταίου.
Όπως αναφέρουν Τούρκοι δημοσιογράφοι, ο Χακάν Φιντάν απολάμβανε μεγαλύτερη ισχύ ακόμη και από τον πρώην πρόεδρο της τουρκικής Δημοκρατίας Αμπντουλάχ Γκιούλ, ο οποίος όπως φάνηκε δεν διέθετε σημαντική επιρροή στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος AKP.
Από την άλλη πλευρά ο πρώην διοικητής της ΜΙΤ είχε αναλάβει να αντιμετωπίσει όλους του αντιπάλους του AKP και της Τουρκίας, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό, κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα την “βρώμικη” δουλειά που κανένας άλλος δεν μπορούσε.
Εαν το AKP κερδίσει τις εκλογές του ερχόμενου Ιουνίου, η θέση του Χακάν Φιντάν μέσα στο πολιτικό σύστημα της Τουρκίας θα ενισχυθεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά και πολλοί εκτιμούν ότι η επιρροή του ίσως ξεπεράσει ακόμη και αυτή του πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος αρκετές φορές ευρέθη να μην γνωρίζει τα νομοσχέδια που κατατέθηκαν στην Βουλή.
Σύμφωνα με Τούρκους αναλυτές η τοποθέτηση του Χακάν Φιντάν στο επόμενο υπουργικό Συμβούλιο, εφόσον το AKP κερδίσει τις εκλογές, θα αποτελέσει την κίνηση «ματ» του Τούρκου Προέδρου έναντι του Αχμέτ Νταβούτογλου, με τον οποίο ο Ταγίπ Ερντογάν εκτιμάται ότι στο μέλλον θα αντιμετωπίσει προβλήματα.
H «τριάδα» Ερντογάν – Νταβούτογλου – Φιντάν
Είναι κοινό μυστικό στην Τουρκία ότι ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν δεν εμπιστεύεται πλήρως τον συνεργάτη του και φίλο του πρωθυπουργό της χώρας Αχμέτ Νταβούτογλου, οι θέσεις του οποίου για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής έχουν διαφοροποιηθεί στο παρελθόν αρκετές φορές από τις θέσεις του Ταγίπ Ερντογάν.
Όπως αναφέρουν αρκετά δημοσιεύματα στην Τουρκία ο πρωθυπουργός της χώρας, προσπαθεί με μεγάλη δυσκολία να μάθει τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο προεδρικό Μέγαρο από τον Ταγίπ Ερντογάν και τους συνεργάτες του πριν αυτές δημοσιοποιηθούν.
Αυτό όμως που προβληματίζει έντονα τους αναλυτές στην γειτονική χώρα είναι οι επιπτώσεις της παρουσίας του Χακάν Φιντάν σε μια κρίσιμη κυβερνητική θέση την επομένη των εκλογών, αναφορικά με την διεθνή θέση της Τουρκίας, διότι ο πρώην διοικητής της ΜΙΤ είχε χαρακτηριστεί ως αναξιόπιστος από τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες και υπέρμετρα φιλόδοξος, δημιουργώντας πολλές αντιπάθειες και στις μυστικές υπηρεσίες της Δύσης αλλά και σε κυβερνήσεις.
Ειδικότερα οι ΗΠΑ δεν θα έβλεπαν θετικά την υπουργοποίηση του Χακάν Φιντάν και την σταδιακή του άνοδο στην πολιτική ιεραρχία του κόμματος AKP, με την προοπτική κάποια ημέρα να γίνει πρόεδρος του κόμματος, αφού στο παρελθόν ήταν αυτός που έδωσε στους Ιρανούς διαβαθμισμένες πληροφορίες, που προήλθαν από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τους Αμερικανούς, ο Χακάν Φιντάν προχώρησε σε αυτή την πράξη θέλοντας να αποκτήσει στενή σχέση με τους Ιρανούς και τις μυστικές τους υπηρεσίες, κάτι όμως που αργότερα μετά την κορύφωση της Αραβικής Άνοιξης, άλλαξε αφού επέλεξε να αποστασιοποιηθεί.
Σε γενικές γραμμές Τούρκοι αναλυτές εκτιμούν ότι η ανάδειξη του πρώην διοικητή της ΜΙΤ σε κρίσιμη κυβερνητική θέση θα οδηγήσει την Τουρκία σε διεθνή απομόνωση, αφού το δίδυμο Χακάν Φιντάν-Ταγίπ Ερντογάν θεωρείται από τη Δύση αναξιόπιστο και απρόβλεπτο.  Από την άλλη πλευρά η εσωτερική αντιπαράθεση μέσα στο AKP ουσιαστικά τώρα ξεκινάει με τον Τούρκο πρόεδρο να φέρνει εντός της κυβέρνησης τον πιο στενό και έμπιστο άνθρωπο που έχει στη διάθεσή του.
".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........