Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Ήταν, πράγματι, φιάσκο; Ευκαιρία αναθεώρησης της ελληνικής πολιτικής.




ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.
Η τουρκική πρόκληση, με την ασφαλή βόλτα στα Ίμια της στρατιωτικής ηγεσίας της, έτυχε τριών προσεγγίσεων:
Η μια ήταν η ελληνική κατά την οποία, ό,τι και να συμβεί, χρειάζεται ψύχραιμη αντίδραση. Αν αντιπαρέλθουμε την αίσθηση ότι η Αθήνα έχει μπερδέψει την ψυχραιμία με τη διαρκή χειμερία νάρκη, εδώ που οδήγησαν τα πράγματα οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας από το 1974 ως σήμερα, δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια για κάτι διαφορετικό. Εκτός, βεβαίως, και αν η πρόκληση είναι τόσο ιταμή, που η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να κλείσει τα μάτια.
Η τουρκική, πρόκληση, όμως δεν είχε τα ακραία χαρακτηριστικά ενός θερμού επεισοδίου. Διότι όταν επιδιώκεις θερμό επεισόδιο, δεν στέλνεις τους στρατηγούς σου στην πρώτη γραμμή. Οι στρατηγοί είναι για άλλες δουλειές.Ε
Τι ήθελαν, λοιπόν, οι Τούρκοι στρατηγοί στα Ίμια; Και εδώ, ερχόμαστε στη δεύτερη προσέγγιση του θέματος από την τουρκική κεμαλική αντιπολίτευση. Ο αντιπρόεδρος του CHP, του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, δηλαδή, κατηγόρησε την τουρκική κυβερνητική ηγεσία ότι έστειλε τους στρατιωτικούς στα Ίμια προς άγραν εθνικιστικών ψήφων. Φροντίζοντας, βεβαίως, να υπενθυμίσει πως οι ίδιοι είχαν στείλει όταν κυβερνούσαν, στρατιώτες που κατέλαβαν τα νησιά, αντί του show της ηγεσίας. Συναγωνισμός εθνικιστικού παροξυσμού στη γείτονα, για όσους λησμονούν τη φύση της τουρκικής αντιπολίτευσης.
Ο τουρκικός στρατός υφίσταται δεινή στρατιωτική ήττα στη Συρία και τα μηνύματα από τις εξελίξεις στην περιοχή δεν είναι καθόλου καλά.
Ρωσία και ΗΠΑ αποφάσισαν διαδικασία διαλόγου για να συμφωνήσουν στη μοιρασιά ενώ η Τουρκία είναι έξω από όλα. Και, εκτός αυτού, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν πηγαίνουν καθόλου καλά. Καλόν είναι η στρατιωτική καθήλωση της Τουρκίας στην alBab να αποτελέσει αναλυτικό μάθημα στις στρατιωτικές σχολές των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Επι πλέον, η κυβέρνηση Τράμπ αποφάσισε να παραχωρήσει τεθωρακισμένα οχήματα στις αραβοκουρδικές δυνάμεις της Συρίας για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, κάτι που είναι ένα επι πλέον χτύπημα στην Τουρκία.
Δεν αποκλείεται ο Ερντογάν να αναζητά τρόπους τακτικής υποχώρησης από το συριακό βάλτο, κρατώντας, όμως, υψηλό το φρόνημα της τουρκικής κοινής γνώμης, ενόψει του δημοψηφίσματος για την καθιέρωση προεδρικού συστήματος.
Η προσπάθειά του αυτή σε συνδυασμό με άλλα ανοικτά ζητήματα με την Ελλάδα («οκτώ», αμφισβήτηση, ανά τακτά διαστήματα ελληνικής κυριαρχίας, κλπ) τον οδήγησαν στο να εκμεταλλευτεί με αγοραίο τρόπο την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και να τη στείλει στα Ίμια, εν είδη τουριστικής ατραξιόν. Και, ω της δυστυχίας, για τον τουρκικό στρατό, που μέχρι προσφάτως υπαγόρευε τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού, υπήκουσε στην εξευτελιστική πρόταση του τούρκου προέδρου.
Αυτήν τη συμπεριφορά της τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας κατήγγειλε η τουρκική αντιπολίτευση χρεώνοντας στον αρχηγό ΓΕΕΘΑ της Τουρκίας πολιτικά παιχνίδια ενόψει του δημοψηφίσματος.
Η τελευταία κίνηση της Τουρκίας άγγιζε, πράγματι, το όριο του γελοίου αλλά, ο αναθεωρητισμός που χαρακτηρίζει την πολιτική της και η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, αποτελούν πραγματική απειλή.
Η μέχρι τώρα αντιμετώπισή της από ελληνικής πλευράς, μπορεί να αποσόβησε μια στρατιωτική ρήξη, δεν είναι, καθόλου σίγουρο, όμως, κατά πόσο δεν δημιουργεί καταστάσεις που η ελληνική διπλωματία θα συναντήσει μπροστά της καθώς κλιμακώνονται οι εξελίξεις.
Το διεθνές πεδίο είναι ρευστό και κανείς δεν γνωρίζει τι και πως θα υποστηρίξουν για τον επαναπροσδιορισμό της ισορροπίας δυνάμεων στις διάφορες περιοχές οι ισχυρές δυνάμεις.
Γι αυτό, η ορθότερη πολιτική, προς το παρόν, είναι η προσκόλληση σε συμμαχίες. Η Ελλάδα μόνη της δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της περιοχής της. Με αυτήν την έννοια η συμμετοχή στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης δεν έχει μόνο τη σημασία της οικονομικής βοήθειας αλλά, και του κύρους της συμμετοχής σε μια Ένωση χωρών που διαδραματίζει, ακόμη, ρόλο στην περιοχή.
Αν προσέξετε, άλλωστε, τις δηλώσεις του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, μονίμως αναφέρονται στην καταπάτηση ευρωπαϊκού εδάφους από την τουρκική στρατιωτική ηγεσία.
Υπάρχουν, όμως, και δύο άλλα ζητήματα:
Το πρώτο είναι αυτό που δήλωσε, δημοσίως, στρατιωτικός που διετέλεσε σε υψηλότατη θέση της ηγεσίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ότι τα επόμενα 10 χρόνια, ίσως, χρειαστεί να πολεμήσουμε με την Τουρκία.
Κανείς δεν θέλει να μιλά, ούτε και να ακούει, για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Δεν αποκλείεται, όμως, να συμβεί.
Και το ερώτημα είναι: δεν θα πρέπει να εθιστεί η ελληνική κοινή γνώμη στο ενδεχόμενο αυτό και, κυρίως, δεν θα πρέπει να αναθεωρηθεί το δόγμα αντιμετώπισης της Τουρκίας;
Και, ερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα: Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων και σε υψηλό στρατιωτικό επίπεδο, διατυπώνονται και διαφορετικές, από τη σημερινή, απόψεις, για τον τρόπο αντιμετώπισης της Τουρκίας. Δυστυχώς, όχι μόνο δεν εισακούονται αλλά, παρόλο που οι φορείς τους έχουν υπηρετήσει με επιτυχία σε υψηλές και κρίσιμες θέσεις με την πρώτη ευκαιρία αποστρατεύονται. Παρά τις αναγνωρισμένες ικανότητές τους. Γνωρίζουμε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Τα στελέχη αυτά αποφεύγουν να διατυπώσουν, δημοσίως, τις απόψεις τους για προφανείς λόγους. Υποστηρίζουν, όμως, πως ένας διάλογος στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων στη βάση των δικών τους προτάσεων θα πρέπει να γίνει.
Το ερώτημα είναι, γιατί δεν γίνεται αφού η σημερινή επιλογή είναι αναποτελεσματική;
Τέλος, δύο ακόμη ζητήματα:
Αν προσέξατε τη δήλωση της ηγεσίας των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ η ενέργειά τους είχε στρατιωτικά, επιθετικά χαρακτηριστικά, (αφού στρατιωτικοί είναι οι δρώντες και όχι πολιτικά πρόσωπα), μιλούσαν για ειρήνη και υπεράσπιση των τουρκικών συμφερόντων. Ας εστιάσουμε στην αντίφαση, ειρήνης και στρατιωτικής κίνησης. Τι σημαίνει αυτό; Πως η Τουρκία έχει επεξεργασμένο σχέδιο διάδοσης των θέσεών της διεθνώς. Δηλαδή, ενώ επιτίθεται με στρατιωτικές κινήσεις, μιλά για ειρήνη. Απαραίτητη προϋπόθεση να επιτύχεις το σκοπό σου και να γίνει, διεθνώς, αποδεκτός. Κάτι, που λείπει από την Ελλάδα.
Το απόλυτο δίκαιο να έχεις, αν αποφασίσεις να το διεκδικήσεις αντιδρώντας αμυντικά σε δυναμική επίθεση του αντιπάλου, πρέπει να υπάρχει πρόσφορο έδαφος στη διεθνή κοινή γνώμη για να σου αναγνωριστεί. Και τέτοιο έδαφος η Ελλάδα δεν μπόρεσε να καλλιεργήσει διεθνώς. Είναι μια αδυναμία που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Τέλος, η εποχή του «δεν διεκδικούμε τίποτε, δεν παραχωρούμε τίποτε» έχει παρέλθει. Τα συμφέροντα και οι δυναμικές στην περιοχή άλλαξαν και, τόσο η τακτική όσο και η ατζέντα των αιτημάτων της ελληνικής διπλωματίας, ίσως, θα πρέπει να αναθεωρηθούν.
Εν ολίγοις, θέλει δουλειά, όχι το γνωστό πολιτικό χαβαλέ στον οποίο έχει συνηθίσει το ελληνικό πολιτικό απαράτ. Και, κυρίως, χρειάζεται να προωθούνται ικανοί, και όχι ημέτεροι, στις κρίσιμες θέσεις.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........