Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Γιατί η σταμάτησε η παγκοσμιοποίηση;

Και πώς να επανεκκινηθεί

Περίληψη: 

Σήμερα, κάθε πτυχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας βρίσκεται υπό επίθεση. Μια λαϊκή αντίδραση κατά του ελεύθερου εμπορίου και των απεριόριστων διασυνοριακών κινήσεων κεφαλαίων έχει κερδίσει δυναμική. Το ιδεώδες της ελεύθερης ροής πληροφοριών έρχεται σε σύγκρουση με τις αυξανόμενες εκκλήσεις για τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής, την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και την αυξημένη ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, τα αισθήματα έχουν στραφεί έντονα κατά της μετανάστευσης, ειδικά καθώς κύματα προσφύγων από την Μέση Ανατολή έχουν πλημμυρίσει την Ευρώπη.
Ο FRED HU είναι ιδρυτής και πρόεδρος της Primavera Capital Group.
Ο MICHAEL SPENCE είναι καθηγητής Οικονομικών και Επιχειρήσεων στην έδρα William R. Berkley της Σχολής Επιχειρήσεων Leonard N. Stern του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Έλαβε το βραβείο Νόμπελ στα Οικονομικά το 2001.
ΕΓια πολλές δεκαετίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα ευρύ φάσμα χωρών μοιράστηκε ένα θεμελιώδες οικονομικό όραμα. Επιδοκίμαζαν ένα ολοένα και πιο ανοικτό σύστημα για το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών [1], το οποίο υποστηρίζεται από διεθνείς οργανισμούς˙ επέτρεψαν στο κεφάλαιο, στις εταιρείες και, σε μικρότερο βαθμό, στους ανθρώπους να διακινούνται ελεύθερα πέραν των συνόρων˙ και ενθάρρυναν την ταχεία διάδοση δεδομένων και τεχνολογίας. Καθώς το εμπόριο διευρύνθηκε, το παγκόσμιο βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε δραματικά και εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι διέφυγαν από την φτώχεια [2].
Σήμερα, κάθε πτυχή αυτής της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας βρίσκεται υπό επίθεση. Μια λαϊκή αντίδραση κατά του ελεύθερου εμπορίου και των απεριόριστων διασυνοριακών κινήσεων κεφαλαίων έχει κερδίσει δυναμική. Το ιδεώδες της ελεύθερης ροής πληροφοριών έρχεται σε σύγκρουση με τις αυξανόμενες εκκλήσεις για τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής, την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και την αυξημένη ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, τα αισθήματα έχουν στραφεί έντονα κατά της μετανάστευσης, ειδικά καθώς κύματα προσφύγων από την Μέση Ανατολή έχουν πλημμυρίσει την Ευρώπη. Και μετά από αρκετούς επιτυχείς γύρους πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων στα μεταπολεμικά χρόνια, οι νέες συμφωνίες έχουν γίνει πολύ πιο σπάνιες: Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου [3] (ΠΟΕ) δεν ολοκλήρωσε ούτε έναν ενιαίο πλήρη γύρο επιτυχημένων διαπραγματεύσεων από την δημιουργία του το 1995.
18022018-1.jpg
Επικεφαλής του προστατευτισμού: Ο Τραμπ σε ένα εργοστάσιο στην Ινδιανάπολη, στην Ιντιάνα, τον Δεκέμβριο του 2016. MIKE SEGAR / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------------------------------
Τον περασμένο Ιούνιο, το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε υπέρ της αποχώρησής του από την ΕΕ [4], προκαλώντας την χειρότερη πολιτική κρίση στην ιστορία της Ένωσης. Εν τω μεταξύ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Donald Trump έχει δεσμευθεί να βάλει την «Αμερική πρώτα». Την πρώτη εβδομάδα της προεδρίας του, ο Trump αποσύρθηκε από την Trans-Pacific Partnership (TPP), την συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών των 12 εθνών που ενορχηστρώθηκε από τον προκάτοχο του Trump, και έχει δεσμευτεί να επαναδιαπραγματευτεί την Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών της Βόρειας Αμερικής (North American Free Trade Agreement, NAFTA), την οποία χαρακτήρισε ως «ίσως την χειρότερη εμπορική συμφωνία μπορεί που υπογράφηκε οπουδήποτε, αλλά σίγουρα που έχει υπογραφεί σε αυτή την χώρα». Η Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (Transatlantic Trade and Investment Partnership, ΤΤΙΡ), μια συμφωνία που τώρα διαπραγματεύεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΕ, αντιμετωπίζει επίσης ένα αβέβαιο μέλλον, έχοντας πέσει σε τέλμα αντιμετωπίζοντας ισχυρή αντίθεση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν το ενδιαφέρον τους στο να καλλιεργήσουν την διεθνή τάξη στης οποίας την οικοδόμηση διαδραμάτισαν ηγετικό ρόλο, το μέλλον της παγκοσμιοποίησης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα. Μέχρι στιγμής, το Πεκίνο φαίνεται να δεσμεύεται να διατηρήσει ένα ανοιχτό παγκόσμιο σύστημα. Αλλά προς το παρόν, η Κίνα θα αγωνιστεί για να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ο υποστηρικτής μιας ανοικτής, πολυμερούς τάξης. Σε μια εποχή ταχείας και αποδιοργανωτικής τεχνολογικής αλλαγής, οι πολιτικοί και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε όλο τον κόσμο θα χρειαστεί να πιέσουν για μεταρρυθμίσεις που μπορούν να διατηρήσουν τα επιτεύγματα της παγκοσμιοποίησης -και να διορθώσουν τα ελαττώματά της- προτού είναι πολύ αργά.
ΛΑΪΚΙΣΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ
Τις τελευταίες επτά δεκαετίες και ιδιαίτερα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η παγκοσμιοποίηση επιταχύνθηκε σταθερά. Για μεγάλο μέρος αυτής της περιόδου, οι περισσότερες χώρες αποδέχτηκαν το ανοιχτό παγκόσμιο σύστημα συναλλαγών. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις συχνά ύψωσαν εμπόδια για να διαχειριστούν τον ρυθμό των αλλαγών. Οι αναπτυσσόμενες χώρες, για παράδειγμα, καθυστέρησαν συχνά το άνοιγμα ορισμένων τομέων των οικονομιών τους στο εξωτερικό εμπόριο για να προστατέψουν τις λεγόμενες νηπιακές βιομηχανίες και επέβαλαν κεφαλαιακούς ελέγχους για να αποφύγουν την αποσταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών τους συστημάτων. Αν και οι ανεπτυγμένες χώρες αποδέχτηκαν γενικά το κόστος του ανοικτού οικονομικού συστήματος, μερικές φορές παρενέβησαν για να μειώσουν τις διαταραχές που προκαλεί το εμπόριο. Για παράδειγμα, σε μια σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχή προσπάθεια να βοηθήσει την εγχώρια αυτοκινητοβιομηχανία, η διοίκηση Reagan επέβαλε περιορισμούς στις εισαγωγές αυτοκινήτων και ώθησε τις αυτοκινητοβιομηχανίες της Ιαπωνίας να κατασκευάσουν εργοστάσια στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ωστόσο, οι ανεπτυγμένες χώρες δεν κατάφεραν να μετριάσουν τις αρνητικές παρενέργειες του διεθνούς εμπορίου και των ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών. Τα Δυτικά ακροατήρια κατηγόρησαν το ελεύθερο εμπόριο για την μείωση των θέσεων εργασίας στον τομέα της μεταποίησης και για την διεύρυνση της ανισότητας των εισοδημάτων [5], ενώ τα αντι-εμπορικά αισθήματα στην μεσαία Αμερική συνέβαλαν στην εκτόξευση του Trump στον Λευκό Οίκο. Μεταξύ των παραδοσιακών υπέρμαχων της παγκοσμιοποίησης -στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και την ηπειρωτική Ευρώπη- η στήριξη υπέρ της οικονομικής ανοικτότητας έχει μειωθεί δραματικά. Τον Νοέμβριο του 2016, μια δημοσκόπηση των YouGov/Economist διαπίστωσε ότι λιγότεροι από τους μισούς Αμερικανούς, Βρετανούς και Γάλλους πίστευαν ότι η παγκοσμιοποίηση ήταν μια «δύναμη για το καλό».
Τέτοιες αντιλήψεις δεν περιορίζονται στα λαϊκά στρώματα˙ οι κατά της παγκοσμιοποίησης έχουν έρθει στην εξουσία ή έχουν πλησιάσει περισσότερο να την καταλάβουν. Και βρίσκουν κοινό λόγο: Την επόμενη μέρα που το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε υπέρ του Brexit, ο Steve Bannon, [πλέον, πρώην] επικεφαλής σύμβουλος στρατηγικής του Trump, κάλεσε τον Nigel Farage, τότε αρχηγό του Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου, στο ραδιοφωνικό του show. «Το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέτυχε», ανακοίνωσε ο Farage. «Είναι καταδικασμένη, είμαι στην ευχάριστη θέση να πω». «Είναι ένα μεγάλο επίτευγμα», είπε ο Bannon. «Συγχαρητήρια». Πριν από τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, ο Trump εξέφρασε την υποστήριξή του στην επικεφαλής του Εθνικού Μετώπου, Marine Le Pen, και στην υπέρ του προστατευτισμού ατζέντα της.
18022018-2.jpg
Διαμαρτυρία γα την συμφωνία Trans-Pacific Partnership στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών στην Φιλαδέλφεια, τον Ιούλιο του 2016. CHARLES MOSTOLLER / REUTERS
-------------------------------------------------------------------------------
Αν και η ανορθόδοξη θητεία του Trump στην Ουάσινγκτον κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα, η παγκοσμιοποιημένη οικονομία αντιμετωπίζει έντονες προκλήσεις και στην Ευρώπη. Το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο φιλοξενεί την πιο σημαντική κεφαλαιαγορά της Ευρώπης, πρόκειται να εξέλθει από την ΕΕ˙ οι όροι παραμένουν ασαφείς, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Brexit αντιπροσωπεύει μια νίκη για την αντι-παγκοσμιοποίηση, τον εθνικισμό και τον πατριωτισμό. Εν τω μεταξύ, μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης μαστίζεται από χαμηλή ανάπτυξη και υψηλή ανεργία, παράγοντες που, παράλληλα με την κρίση των προσφύγων, τροφοδότησαν την υποστήριξη λαϊκιστικών κομμάτων σε όλη την ήπειρο. Η Ευρώπη είναι παγιδευμένη σε ένα αποτυχημένο οικονομικό σύστημα που έχει πολύ λίγους μηχανισμούς προσαρμογής. Η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός παραμένουν πολύ χαμηλά για να μειώσουν τα υψηλά επίπεδα ανεργίας και χρέους, και μια αναδιάρθρωση του χρέους θα ήταν σχεδόν αδύνατη χωρίς να διαλυθεί η ευρωζώνη. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες του ευρώ έναντι άλλων σημαντικών νομισμάτων είναι πολύ χαμηλές για την Γερμανία και ορισμένες άλλες χώρες του Βορρά, προκαλώντας άνοδο στα εμπορικά πλεονάσματά τους, αλλά υπερβολικά υψηλές για εκείνες στο νότο, οι οποίες παραμένουν πολύ λιγότερο ανταγωνιστικές.
Στο σημερινό πολιτικό περιβάλλον, καθώς ο εθνικισμός αυξάνεται σε ολόκληρη την ήπειρο, οι λογικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις όπως η αυξημένη δημοσιονομική ολοκλήρωση, είναι απίθανο να κερδίσουν έλξη. Αλλά η βρετανική ψηφοφορία για αποχώρηση από την ΕΕ και η εκλογή του Τραμπ θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως έκκληση για αφύπνιση των ευρωπαϊκών ελίτ, πυροδοτώντας πραγματική μεταρρύθμιση. Παρ’ όλα αυτά, με έναν νέο και άπειρο πρόεδρο στην Γαλλία και με τις εκλογές στην Δανία, την Γερμανία και την Ιταλία, η Ευρώπη θα παραμείνει απασχολημένη με τις εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις της για το άμεσο μέλλον.
Οι πολυμερείς θεσμοί που διαδραμάτισαν βασικό ρόλο στη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τάξη θα αγωνιστούν επίσης να προσφέρουν παγκόσμια ηγεσία. Θεσμικά όργανα όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στην άνοδο των αναδυόμενων οικονομιών: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη εξακολουθούν να κυριαρχούν σε αυτά, υποβαθμίζοντας την αξιοπιστία τους και την επιρροή τους στις αναπτυσσόμενες χώρες, ιδίως στην Ασία. Ωστόσο, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Trump ούτε η ΕΕ, η οποία είχε εμπλακεί σε σύγκρουση με το ΔΝΤ για το χρέος της Ελλάδας, είναι πιθανό να επενδύσουν πολλούς πόρους σε αυτούς τους οργανισμούς τα επόμενα χρόνια. Καθώς τα πολυμερή θεσμικά όργανα περιθωριοποιούνται, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα θα γίνει πιο ευάλωτο στις τοπικές και συστημικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις [6].
Εν τω μεταξύ, η αρχική αισιοδοξία για το Διαδίκτυο και την ελεύθερη ροή πληροφοριών, ένα άλλο κεντρικό στοιχείο της παγκοσμιοποίησης, έχει ξεθωριάσει. Οι αποκαλύψεις του Edward Snowden, συμβασιούχου της αμερικανικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (National Security Agency, NSA) σχετικά με τα προγράμματα παρακολουθήσεων από τις ΗΠΑ, οι υποτιθέμενες κυβερνο-επιθέσεις της Ρωσίας κατά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, η άνοδος των «ψευδών ειδήσεων» και η χρήση ψηφιακών επικοινωνιών από τις τρομοκρατικές οργανώσεις για να προσηλυτίσουν οπαδούς και να σχεδιάσουν επιθέσεις, έκαναν φανερό ότι η τεχνολογία της πληροφορίας μπορεί να ανατρέψει την παγκοσμιοποιημένη φιλελεύθερη οικονομική τάξη όπως και να την στηρίξει. Το Διαδίκτυο αντιμετωπίζει ένα πολύ πιο περίπλοκο, ρυθμιζόμενο και κατακερματισμένο μέλλον από εκείνο που πολλοί φαντάζονταν στην δεκαετία του 1990. Στην Κίνα, οι αυστηροί κανονισμοί έχουν δημιουργήσει ένα είδος ψηφιακού Σινικού Τείχους που απομονώνει εν μέρει τους Κινέζους χρήστες του Διαδικτύου από τον υπόλοιπο κόσμο και η ΕΕ έχει λάβει ισχυρές θέσεις για το ιδιωτικό απόρρητο προσπαθώντας να περιορίσει μέσω νομικών ενεργειών τις πρακτικές ορισμένων ιντερνετικών πλατφορμών που δημιουργήθηκαν από το Facebook και την Google. Τα επόμενα χρόνια, άλλες κυβερνήσεις ενδέχεται επίσης να περιορίσουν την ελεύθερη ροή πληροφοριών, δεδομένων και γνώσεων στο όνομα της ασφάλειας.
ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΟΛΑ ΛΑΘΟΣ
Πολλές από τις τρέχουσες προκλήσεις της παγκόσμιας οικονομίας έχουν τις ρίζες τους στα χρόνια γύρω από την αλλαγή της χιλιετίας. Το 1999 ξεκίνησε το ευρώ, θέτοντας το έδαφος για τις πρόσφατες οικονομικές συμφορές της Ευρώπης. Σχεδόν τρία χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2001, η Κίνα προσχώρησε στον ΠΟΕ, ανοίγοντας τις εγχώριες αγορές της στις εισαγωγές και αποκτώντας πλήρη πρόσβαση στην παγκόσμια οικονομία. Εν τω μεταξύ, ο οικονομικός αντίκτυπος της αυτοματοποίησης και της ψηφιακής τεχνολογίας άρχισε να επιταχύνεται.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι θέσεις εργασίας στον τομέα της μεταποίησης μειώνονταν επί δύο δεκαετίες, αλλά «βούτηξαν» δραματικά τα πρώτα χρόνια αυτού του αιώνα: Από το 2000 μέχρι σήμερα, ο αριθμός των θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ μειώθηκε κατά 6 έως 7 εκατομμύρια. Καθώς ο αριθμός των θέσεων εργασίας στον λεγόμενο «τομέα εμπορευσίμων», ο οποίος παράγει αγαθά και υπηρεσίες που μπορούν να καταναλωθούν οπουδήποτε, αυξήθηκε ελάχιστα, ο «τομέας μη εμπορευσίμων» απορρόφησε περίπου 25 εκατομμύρια νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας, μαζί με τους εκτοπισθέντες εργαζομένους στη μεταποίηση. Ήταν μια «αγορά του αγοραστή» [στμ: buyer’s market, μια αγορά όπου η προσφορά υπερβαίνει την ζήτηση, δίνοντας έτσι το πλεονέκτημα στον αγοραστή] για την μεσαίας και χαμηλής ειδίκευσης εργασία, και ως εκ τούτου, οι μισθοί έμειναν στάσιμοι.
18022018-3.jpg
Ένα Internet cafe στην Taiyuan, στην Κίνα, τον Ιούνιο του 2009. STRINGER / REUTERS
----------------------------------------------------------------------------
Για πολλά χρόνια, η αυτοματοποίηση εξάλειφε τις θέσεις εργασίας των εργατών και κάποιες χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας υπαλλήλων. Αλλά οι πρόσφατες ανακαλύψεις σε αισθητήρες, στην μάθηση των μηχανών και την τεχνητή νοημοσύνη έχουν κάνει ακόμη περισσότερες θέσεις εργασίας ευάλωτες. Σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι θέσεις μεσαίου εισοδήματος μειώνονται, ενώ οι θέσεις εργασίας χαμηλότερης και υψηλότερης αμοιβής αυξάνονται.
Οι χώρες ανταποκρίθηκαν με διάφορους τρόπους. Μερικές ενήργησαν για να μειώσουν την ανισότητα με την ανακατανομή του πλούτου μέσω του φορολογικού συστήματος, την επέκταση των προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης και άλλων δικτύων ασφαλείας, και με την αύξηση της υποστήριξης στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση. Αυτές οι προσπάθειες έχουν αποδειχθεί επιτυχείς σε χώρες όπως η Δανία, η Γερμανία και η Σουηδία, όπου η οργανωμένη εργασία έχει ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη, οι επιχειρήσεις και τα συνδικάτα εμπιστεύονται ο μεν τους δε, ο ατομικός και εταιρικός πλούτος έχει περιορισμένη επιρροή στην πολιτική και επικρατούν τα ισότιμα πολιτιστικά πρότυπα. Και στις τρεις αυτές χώρες, η ανισότητα παραμένει κάτω από τον μέσο όρο του Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), μιας ομάδας κυρίως πλούσιων χωρών.
Αλλά σε χώρες όπου απουσιάζουν αυτοί οι παράγοντες -ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες- οι ανισότητες του εισοδήματος, του πλούτου και των ευκαιριών, έχουν διευρυνθεί δραματικά. Η απουσία σοβαρής πολιτικής απάντησης και η εμφανής έλλειψη ανησυχίας μεταξύ των ελίτ αυτών των χωρών, προκάλεσε βαθύτατο θυμό σε όσους έχασαν από τις αλλαγές που προκάλεσαν η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική πρόοδος.
Η απόρριψη της παλαιάς τάξης δεν ήταν άμεση. Για κάποιο χρονικό διάστημα, οι άνθρωποι πίστευαν ότι τα οικονομικά τους δεινά ήταν προσωρινό αποτέλεσμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 [7]. Αλλά με την πάροδο του χρόνου, άρχισαν να υποψιάζονται ότι οι θέσεις εργασίας που εξαφανίζονταν και οι στάσιμοι μισθοί είχαν γίνει διαχρονικά χαρακτηριστικά του οικονομικού τοπίου. Στράφηκαν εναντίον των ελίτ τις οποίες θεώρησαν υπεύθυνες, συμπεριλαμβανομένων των ηγετών των επιχειρήσεων, των ακαδημαϊκών και του πολιτικού κατεστημένου. Και καθώς παρακολουθούσαν τις πανίσχυρες οικονομικές και τεχνολογικές δυνάμεις να χτυπούν τις χώρες τους -δυνάμεις επι των οποίων οι διαμορφωτές πολιτικής σε εθνικό επίπεδο φαίνεται να ασκούν λίγο έλεγχο- επιδίωξαν να επανακτήσουν την κυριότητα του πεπρωμένου τους και να επιβεβαιώσουν την εθνική κυριαρχία. Αυτό έχει εκτυλιχθεί πιο δραματικά στην Ευρώπη, όπου η πραγματική και η αντιληπτή διάβρωση της κυριαρχίας, κυρίως όσον αφορά τη μετανάστευση, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην βρετανική ψήφο για έξοδο από την ΕΕ. Ακόμη και προνομιούχοι πολίτες που είχαν ευημερήσει σε ένα ανοιχτό παγκόσμιο σύστημα ψήφισαν υπέρ του Brexit, πιστεύοντας ότι κάτι τέτοιο θα τους επέτρεπε να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στην ζωή τους.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΚΙΝΕΖΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη στρέφονται προς το εσωτερικό τους, μεγάλο μέρος της ευθύνης για την διατήρηση μιας παγκοσμιοποιημένης φιλελεύθερης οικονομικής τάξης θα πέσει στην Κίνα. Στην ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, στο Νταβός, τον Ιανουάριο, ο πρόεδρος Xi Jinping επιβεβαίωσε την δέσμευση της Κίνας στην παγκοσμιοποίηση. Με την χρηματοδότηση πολυάριθμων οικονομικών πρωτοβουλιών, συμπεριλαμβανομένης της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων Υποδομών (AIIB), της Πρωτοβουλίας Belt and Road και της Τράπεζας για τη Νέα Ανάπτυξη (προηγουμένως γνωστή ως η Τράπεζα Ανάπτυξης των BRICS) και πραγματοποιώντας σημαντικές επενδύσεις στο εξωτερικό, το Πεκίνο σημείωσε ότι προτίθεται να υποστηρίξει μια συμμετοχική, πολυμερή μορφή παγκοσμιοποίησης.
Ως η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, η Κίνα θα συμβάλει αναμφίβολα στην διαμόρφωση του μέλλοντος της παγκόσμιας οικονομίας. Αλλά προς το παρόν, παραμένει ασαφές εάν η Κίνα μπορεί να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως υπέρμαχος της παγκοσμιοποίησης. Η Κίνα βρίσκεται στη μέση μιας δύσκολης εσωτερικής διαρθρωτικής μετατόπισης, καθώς μεταβαίνει από μια οικονομία που οδηγείται από τις εξαγωγές και τις επενδύσεις σε μια οικονομία που βασίζεται περισσότερο στην κατανάλωση και τις υπηρεσίες, και η οικονομία της αντιμετωπίζει έντονες αντιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας και του υψηλού εταιρικού χρέους. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσυρθούν από τον ηγετικό τους ρόλο, η Κίνα δεν θα είναι σε θέση να προσφέρει στην παγκόσμια οικονομία μια μεγάλη και προσιτή αγορά για τις εξαγωγές άλλων χωρών, βαθιές κεφαλαιαγορές ή το είδος ισχυρών θεσμών όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και το ΔΝΤ, που επέτρεψαν στην Ουάσινγκτον να σταθεροποιεί το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα εδώ και δεκαετίες. Και η Κίνα πρόσφατα κατέστησε αυστηρότερους τους ελέγχους κεφαλαίων (capital controls) σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει, τουλάχιστον προς το παρόν, την φυγή κεφαλαίων -οπισθοχωρώντας από τις προσπάθειές της να διεθνοποιήσει το ρενμίνμπι [το κινεζικό εθνικό νόμισμα, αλλιώς και γουάν].
Παρόλα αυτά, η υποστήριξη του Πεκίνου στις πολυμερείς δομές αποτελεί σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Ένας κόσμος που βασίζεται σε διμερείς σχέσεις μπορεί να λειτουργήσει για τις πιο ισχυρές χώρες, αλλά ο πολυμερισμός έχει δημιουργήσει μια μεγάλη σκηνή στην οποία οι μικρότερες, φτωχότερες χώρες μπορούν να συμμετάσχουν και να ευημερήσουν. Θα υποφέρουν αν πρέπει να υποστηρίξουν μόνες τους τον εαυτό τους. Η υιοθέτηση της πολυμέρειας από την Κίνα έχει ήδη ενισχύσει το ανάστημά της σε χώρες με μικρότερες οικονομίες. Παρά την ισχυρή αντιπολίτευση της Ουάσινγκτον, 57 χώρες εντάχθηκαν στην υπό κινεζική ηγεσία AIIB [8], πολλές από τις οποίες ήταν μακρόχρονοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Αυστραλία, η Γαλλία, η Γερμανία, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, η Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017, άλλες 13 χώρες συμφώνησαν να συμμετάσχουν, συμπεριλαμβανομένων του Αφγανιστάν, του Βελγίου, του Καναδά, της Ουγγαρίας, της Ιρλανδίας και του Περού.
Αν όμως η Ουάσινγκτον υποχωρήσει προς τις διμερείς σχέσεις και το Πεκίνο θέλει να γεμίσει το κενό, η κινεζική οικονομία πρέπει να συνεχίσει να αναπτύσσεται και άλλες αναδυόμενες οικονομίες πρέπει να αυξήσουν την πρόσβασή τους στην κινεζική αγορά. Μεταξύ των μελών τής υπό αναστολή TPP, η μεγάλη πλειοψηφία, συμπεριλαμβανομένων της Αυστραλίας, της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, εξαρτάται ήδη από τις εξαγωγές προς την Κίνα, μακράν τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο τους, όπως κάνουν και οι αναδυόμενες οικονομίες σε όλο τον κόσμο. Αλλά αν οι Ηνωμένες Πολιτείες στραφούν προς τον προστατευτισμό, η κινεζική οικονομία των 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων εξακολουθεί να μην είναι αρκετά μεγάλη για να στηρίξει μόνη της την παγκόσμια ανάπτυξη.
Η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει κατηγορήσει τις εμπορικές συμφωνίες για την παραγωγή απώλειας θέσεων εργασίας και εμπορικών ελλειμμάτων, και απείλησε να επιβάλει κυρώσεις σε μερικούς από τους κορυφαίους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως η Κίνα, η Γερμανία, η Ιαπωνία και το Μεξικό. Βραχυπρόθεσμα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ίσως να εισαγάγει στοχευμένες αυξήσεις δασμών, για παράδειγμα στις εισαγωγές χάλυβα, καθώς και επιθετικές ποινές αντιντάμπινγκ και ευρύτερους εμπορικούς περιορισμούς που δικαιολογούνται από τους υποτιθέμενους νομισματικούς χειρισμούς της Κίνας, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Η διοίκηση του Trump μπορεί επίσης να προσπαθήσει να εκφοβίσει επιχειρήσεις, προτρέποντάς τις να εγκαταστήσουν εργοστάσια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι στιγμής, εκτός από την διάλυση της σκληρά κερδισμένης συμφωνίας TPP και την οξεία κριτική για τις εμπορικές συμφωνίες και τους εμπορικούς εταίρους, ο Trump απέφυγε να ξεκινήσει πιο επιθετικές ενέργειες. Αλλά αν η εγχώρια ατζέντα του εξοκείλει, μια απογοητευμένη διοίκηση Trump θα μπορούσε να στραφεί προς πιο ισχυρές προστατευτικές πολιτικές και, ως το χειρότερο αποτέλεσμα, να προκαλέσει πλήρεις εμπορικούς πολέμους με άλλες χώρες.
Αλλά υπάρχει ένα πιο αισιόδοξο σενάριο. Η φορολογική μεταρρύθμιση, οι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές, και η απορρύθμιση -όλα στόχοι της νέας διοίκησης- θα μπορούσαν να τονώσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και να ενισχύσουν την ανάπτυξη των ΗΠΑ και, μαζί με αυτήν, την παγκόσμια ανάπτυξη. Αλλά για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, ο Trump πρέπει να αποφύγει να μπερδευτεί σε άσκοπες και διχαστικές μάχες με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα δικαστήρια, και πρέπει να ενισχύσει την υποστήριξη του Κογκρέσου στο κόμμα του. Εν τω μεταξύ, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι επιχειρήσεις σε άλλες χώρες πρέπει να ελπίζουν για το καλύτερο, αλλά να προετοιμαστούν για το χειρότερο.
18022018-4.jpg
Ρομπότ συναρμολογούν ένα αυτοκίνητο σε γραμμή παραγωγής στο Flins, στην Γαλλία, τον Φεβρουάριο του 2017. BENOIT TESSIER / REUTERS
----------------------------------------------------------------------------
Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΜΑΤΙΣΜΟΥ
Παρόλη την εστίαση στην παγκοσμιοποίηση, μακροπρόθεσμα, η πιο σημαντική δύναμη που διαμορφώνει την αγορά εργασίας και την ανισότητα των εισοδημάτων δεν θα είναι το εμπόριο ή η πολιτική, αλλά η τεχνολογική αλλαγή. Ο αυτοματισμός έχει ήδη μεταμορφώσει τις οικονομίες του ανεπτυγμένου κόσμου και την φύση της απασχόλησης εκεί, και σχεδόν όλοι οι ειδικοί πιστεύουν ότι το πεδίο επέκτασης του αυτοματισμού είναι τεράστιο. Καθώς τα κόστη μειώνονται και ο ρυθμός της καινοτομίας επιταχύνεται, ο αντίκτυπος του αυτοματισμού θα εξαπλωθεί στις χώρες μεσαίου εισοδήματος και, τελικά, στα χαμηλότερα εισοδήματα, επίσης.
Καθώς η τεχνολογία υψηλής έντασης κεφαλαίου αντικαθιστά την παραγωγή υψηλής έντασης εργασίας, οι αναπτυσσόμενες χώρες που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο σε ολόκληρη την Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ασία θα σταματήσουν να απολαμβάνουν το συγκριτικό πλεονέκτημα που προσφέρουν οι χαμηλότεροι μισθοί και τα [χαμηλότερα] κόστη παραγωγής. Το συνολικό εμπόριο αγαθών πιθανότατα θα μειωθεί καθώς η τιμή της εργασίας δεν θα καθορίζει πλέον το πού θα παράγονται τα αγαθά, επιτρέποντας στην παραγωγή να προσεγγίσει τους καταναλωτές και να περικόψει το κόστος των μεταφορών και της εφοδιαστικής (logistics).
Φυσικά, κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πόσο γρήγορα θα συμβούν τέτοιες αλλαγές, και κάθε χώρα θα πρέπει να επενδύσει στην εκπαίδευση, την τεχνολογία και τις υποδομές ώστε να μπορέσει να τις προλάβει καλύτερα. Προς το παρόν, το εμπόριο θα συνεχίσει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, επιτρέποντας στις αναπτυσσόμενες οικονομίες να αναπτύσσονται ταχέως. Αν και το εμπόριο των φυσικών αγαθών μπορεί να μειωθεί, το εμπόριο υπηρεσιών πιθανότατα θα αυξηθεί, καθώς όλο και περισσότερες υπηρεσίες μπορούν να πραγματοποιηθούν εξ αποστάσεως. Ως αποτέλεσμα, οι αναπτυσσόμενες χώρες θα πρέπει να επιδιώξουν να αναπτύξουν τους τομείς των υπηρεσιών τους, ιδίως στον τομέα των εμπορεύσιμων προϊόντων. Θα πρέπει επίσης να επενδύσουν σε κόμβους καινοτομίας, οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν στην αντικατάσταση των απολεσθέντων θέσεων εργασίας στον τομέα της μεταποίησης.
Καθώς οι αναπτυσσόμενες χώρες προχωρούν σε καθεστώς μεσαίου εισοδήματος, δεν μπορούν πλέον να προσφέρουν φθηνή εργασία. Οι τόποι αυτοί θα πρέπει να ακολουθήσουν το προβάδισμα της Κίνας επενδύοντας σε μεγάλο βαθμό στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας. Αυτός ο τρόπος βοήθησε την Κίνα να απομακρυνθεί από την παραδοσιακή μεταποίηση και να ξεπεράσει τους ανταγωνιστές της [9] σε πολλές από τις υποσχόμενες νέες βιομηχανίες, όπως η ρομποτική, η ανανεώσιμη ενέργεια, τα μηνύματα μέσω κινητών [τηλεφώνων], και το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Όπως έχει δείξει η ιστορία της τεχνολογικής αλλαγής, η τεχνολογία εκτοπίζει μόνο συγκεκριμένα είδη θέσεων εργασίας˙ δεν εκτοπίζει την εργασία, τουλάχιστον όχι μακροπρόθεσμα. Αλλά βραχυπρόθεσμα, η αυτοματοποίηση καθιστά περιττά ορισμένα είδη ανθρώπινου κεφαλαίου. Αυτό μπορεί να προκαλέσει δύσκολες και μερικές φορές μακρές μεταβάσεις, τόσο για τα άτομα όσο και για ολόκληρες οικονομίες. Στο τέλος, όμως, οι μηχανές αυξάνουν την ανθρώπινη παραγωγικότητα και αυξάνουν τα εισοδήματα και την ευημερία. Όπως εξήγησαν οι οικονομολόγοι Erik Brynjolfsson και Andrew McAfee, οι οικονομίες μετατοπίζονται από την δημιουργία θέσεων εργασίας τις οποίες υποκαθιστούν τα μηχανήματα, στην δημιουργία εκείνων για τις οποίες [τα μηχανήματα] είναι συμπληρωματικά.
Οι έξυπνες επενδύσεις στην επαγγελματική κατάρτιση μπορούν να επιταχύνουν και να διευκολύνουν αυτές τις μεταβάσεις. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να μάθουν από τις σκανδιναβικές χώρες, όπου οι κυβερνήσεις έχουν συνδυάσει προγράμματα κατάρτισης με διάφορες μορφές εισοδηματικής στήριξης και αναδιανομής [πλούτου]. Οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να προσφέρουν εκπαίδευση μόνο στους ανέργους. Οι εκτοπισμένοι εργαζόμενοι μεσαίου εισοδήματος, οι οποίοι συχνά καταλήγουν σε χαμηλότερης αμοιβής θέσεις εργασίας στις υπηρεσίες, μπορούν να επωφεληθούν από την επανεκπαίδευση που θα τους βοηθήσει να ανταγωνιστούν για εργασία υψηλότερων μισθών.
18022018-5.jpg
Ο Κινέζος πρόεδρος, Xi Jinping, στο World Economic Forum στο Νταβός, στην Ελβετία, τον Ιανουάριο του 2017. RUBEN SPRICH / REUTERS
-------------------------------------------------------------------------------
ΣΩΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
Οι προβλέψεις ότι σύντομα θα τελειώσει η εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι πολύ απαισιόδοξες. Σίγουρα, η ταχεία επέκταση του εμπορίου, η αύξηση των διασυνοριακών ροών κεφαλαίων και, πρωτίστως, η διάδοση των νέων τεχνολογιών έχουν μετατρέψει την παγκόσμια οικονομία. Έχουν δημιουργήσει δύσκολες προκλήσεις και οι χώρες θα συνεχίσουν να παλεύουν για να αυξήσουν την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα, μειώνοντας παράλληλα την ανισότητα και δημιουργώντας καλές θέσεις εργασίας. Υπάρχουν όμως και τεράστιες ευκαιρίες. Το γύρισμα του ρολογιού προς τα πίσω για την αποκατάσταση των παλαιών πλαισίων είναι αδύνατο. Η πρόκληση είναι να οικοδομηθούν νέα πλαίσια που να λειτουργούν.
Το να ανεμίζεται η σημαία του προστατευτισμού και του εθνικισμού [10] μπορεί να προσελκύσει λαϊκή υποστήριξη, τουλάχιστον προσωρινά. Αλλά η ιστορία έχει δείξει ότι, τελικά, μπορεί να απειλήσει την παγκόσμια ειρήνη και ευημερία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και ο κόσμος γενικά θα ήταν πολύ καλύτερα αν μπορούσαν να βρουν μια πορεία προς μια πιο βιώσιμη παγκοσμιοποίηση, μεταρρυθμίζοντας την υπάρχουσα παγκόσμια τάξη παρά να την κατεδαφίσουν εντελώς.
Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.".