Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Τράπεζες και τοκογλύφοι στην αρχαία Ελλάδα

Οι τράπεζες, ένας από τους βασικούς παράγοντες της ελεύθερης οικονομίας, συχνά τον τελευταίο καιρό απασχολούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Διάφορα συμβάντα, λόγου χάρη συγχωνεύσεις ή αγοραπωλησίες τραπεζών, έχουν αποτέλεσμα τραπεζικά θέματα να βρίσκονται στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Προ ημερών, σε σχετική συζήτηση, διαπίστωσα ότι οι συνομιλητές μου ξαφνιάστηκαν όταν έκανα λόγο για τράπεζες και στην αρχαία Ελλάδα και ίσως την ίδια αντίδραση να έχουν και πολλοί από τους αναγνώστες της επιφυλλίδας αυτής. Υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ο όρος «τράπεζα» προέρχεται από την αρχαιότητα. Αυτοί που ασχολούνταν με το εμπόριο του χρήματος χρησιμοποιούσαν στις διάφορες συναλλαγές τους ένα τραπέζι, μια τράπεζα, πάνω στην οποία γίνονταν οι διάφορες εμπορικές τους πράξεις. Αυτό το τραπέζι είναι που έδωσε το σχετικό όνομα.Ε

Ο ρόλος των αργυραμοιβών

Οι πρώτες ενδείξεις που διαθέτουμε για τη δραστηριοποίηση τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα ανάγονται στον 6ο αι. π.Χ. Ως γνωστόν, ο κυρίαρχος τότε θεσμός της πόλης-κράτους είχε αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξαρτήτων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας.
 Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων δυσκόλευε εξαιρετικά τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και έκανε την παρουσία του αργυραμοιβού ­ ενός ατόμου που θα αντάλλασσε τα διάφορα νομίσματα ­ εντελώς αναγκαία. 
 Έπρεπε να υπάρχουν ειδικοί που να γνωρίζουν, π.χ., τις αξίες και το βάρος των νομισμάτων κάθε κράτους και να καθορίζουν την αξία τους σε σχέση με το νόμισμα της χώρας στην οποία γινόταν η συναλλαγή. 
Έπρεπε ακόμη να ξεχωρίζουν τα κίβδηλα νομίσματα, αφού κυκλοφορούσε και κάλπικο χρήμα, και να εντοπίζουν τα λιποβαρή.
Από πολύ νωρίς, πιθανότατα από τον 6ο κιόλας αι. π.Χ., ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε αρχαία ελληνικά ιερά (και ιδιαίτερα σ' αυτά με πανελλήνια αναγνώριση, όπως λόγου χάρη τα ιερά του Απόλλωνος στους Δελφούς και στη Δήλο) διάφορα ποσά για φύλαξη. 
Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. 
Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν εδώ τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. 
Έτσι σιγά σιγά στα ιερά συσσωρεύονταν σημαντικά ποσά. Η συνήθεια της κατάθεσης χρημάτων σε ιερά, που πρόσφερε ασφάλεια όχι όμως και αύξηση των σχετικών κεφαλαίων, περιορίστηκε από τη δράση ορισμένων ευφυών ατόμων. 
Προσφέροντας τόκο, άρχισαν αυτοί να προσελκύουν τα χρήματα αυτά, αυξάνοντας έτσι το κεφάλαιό τους, πράγμα που σήμαινε και επέκταση του κύκλου των εργασιών τους. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους τους εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησε τις πρώτες τράπεζες. 
Πολύ γρήγορα και τα ιερά υποχρεώθηκαν στην καθιέρωση τόκων για τις καταθέσεις αλλά σε σχέση με τις ιδιωτικές τράπεζες βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. 
Οι «ιερές τράπεζες» για οποιαδήποτε σοβαρή δραστηριότητά τους έπρεπε προηγουμένως να έχουν την έγκριση των αρχών της πόλης στην οποία ανήκαν τα ιερά. Αυτό είχε αποτέλεσμα το χάσιμο πολύτιμου χρόνου, πράγμα που έκανε τους ανυπόμονους καταθέτες και τους απελπισμένους δανειολήπτες να καταφεύγουν στους τραπεζίτες ή σε μεμονωμένα άτομα.


Καταθέσεις και δάνεια

Στις κύριες τραπεζικές εργασίες, εκτός από την ανταλλαγή των νομισμάτων και τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, τις έντοκες καταθέσεις και τα έντοκα δάνεια στα οποία ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω, συγκαταλέγονταν και άλλες. 
Ανάμεσά τους η διαχείριση περιουσιών, η συγκατάθεση σε δάνειο, η αποδοχή παρακαταθηκών ­ κυρίως από τις «ιερές τράπεζες» ­, η εντολή πληρωμής προς τρίτους, όπως και η έκδοση πιστωτικών επιστολών που εξοφλούνταν σε άλλη πόλη από κάποιον άλλο τραπεζίτη με τον οποίο συνεργαζόταν η τράπεζα που είχε εκδώσει τη σχετική επιστολή. 
Αναφέρεται ότι με αυτό τον τρόπο ο Κικέρων κάλυψε κάποτε τα έξοδα του γιου του, όταν αυτός βρισκόταν στην Αθήνα.
Για την ανταλλαγή και τη «δοκιμασία» των νομισμάτων, εργασίες που έκαναν και οι αργυραμοιβοί, η προμήθεια ήταν συνήθως γύρω στο 5%-6% επί της αξίας των νομισμάτων, με μια πρόσθετη επιβάρυνση αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά μέταλλα. Για τις παρακαταθήκες, τη φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.ά., οι τράπεζες δεν φαίνεται να εισέπρατταν «φύλακτρα». 
Επομένως από τη δραστηριότητα αυτή δεν πρέπει να είχαν κέρδη, δεν έδιναν όμως τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις.
Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας ξέρουμε π.χ. ότι στην Αθήνα του 4ου αι. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10% ενώ γύρω στο 12% κυμαινόταν το επιτόκιο των δανείων. 
Ωστόσο αν το κράτος δανειζόταν από ένα δικό του ιερό «πετύχαινε», όπως ήταν φυσικό, πολύ χαμηλότερο επιτόκιο. Οπωσδήποτε τα δάνεια που παρείχαν τα ιερά ήταν τα συμφερότερα, αφού το επιτόκιό τους ήταν κατά κανόνα μικρότερο από αυτό των ιδιωτικών τραπεζών.
Οι τραπεζίτες ρύθμιζαν το ύψος του επιτοκίου ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεχε το δανειζόμενο ποσό τους. 
Τα υψηλότερα επιτόκια τα είχαν τα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα οποία έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο. Γενικά τα δάνεια από τράπεζες δεν συνέφεραν και γι' αυτό οι δανειστές στρέφονταν κυρίως σε ιδιώτες.

Και νομοθετικές ρυθμίσεις

Στην αρχαία Αθήνα, για την οποία οι παλαιότερες πληροφορίες σχετικά με τράπεζες ανάγονται στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ., το επάγγελμα του τραπεζίτη δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης. 
Οι τράπεζες σχετίζονταν με δάνεια και σύμφωνα με τα πάτρια ήθη «όπου υπήρχε δάνειο δεν υπήρχε φίλος», μια και όταν «ένας άνθρωπος είναι φίλος δεν δανείζει αλλά δίνει». 
Και σε μια τέτοια περίπτωση τόκος ήταν η ευγνωμοσύνη του δανειζομένου προς τον δανειστή του. Ο Πλάτων στους Νόμους του ρητά ζητά να απαγορευτούν τα έντοκα δάνεια. 
Ετσι εξηγείται το γιατί οι γνωστοί τραπεζίτες της Αθήνας είναι σχετικά λίγοι και ακόμη το γιατί οι περισσότεροι από αυτούς ήταν μέτοικοι και είχαν υπαλλήλους δούλους.
Ωστόσο η τιμιότητα και η εντιμότητα των τραπεζιτών ήταν υπεράνω πάσης αμφισβητήσεως, όπως καθαρά φαίνεται από την ισχύ που είχαν οι μαρτυρίες τους στα δικαστήρια. 
Ως μέτοικοι στερούνταν, ως γνωστόν, του δικαιώματος να έχουν ακίνητη περιουσία. 
Επομένως στα δάνεια που έδιναν δεν μπορούσαν να ζητήσουν υποθήκη ακινήτου και αυτό οπωσδήποτε επηρέαζε και τον καθορισμό του ύψους του επιτοκίου στα δάνειά τους. 
Πολύ γνωστός τραπεζίτης των πρώτων δεκαετιών του 4ου αι. ήταν ο Πασίων, δούλος κι αυτός, στον οποίο τα αφεντικά του, αφού τον απελευθέρωσαν, πούλησαν (ή νοίκιασαν) την τράπεζά τους. Αύξησε τη ρευστότητα των κεφαλαίων της τράπεζας, διεύρυνε τον κύκλο των εργασιών της και εισήγαγε ορισμένες καινοτομίες στο όλο τραπεζικό σύστημα της εποχής. Εξαιτίας των δωρεών του προς το αθηναϊκό κράτος απέκτησε τελικά πολιτικά δικαιώματα. 
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι και αυτός, όταν αποσύρθηκε για λόγους υγείας από τη δουλειά, νοίκιασε για λίγα χρόνια την επιχείρησή του στον δούλο του Φορμίωνα, τον οποίο και απελευθέρωσε. Και ο Φορμίων, αφού κατάφερε να ανοίξει δική του τράπεζα, έκανε μια πολύ πετυχημένη καριέρα τραπεζίτη, κερδίζοντας και αυτός τα δικαιώματα του αθηναίου πολίτη.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να μνημονεύσω μια βασική διαφορά ανάμεσα στις σύγχρονες τράπεζες και σ' αυτές της αρχαιότητας, εκτός από τη διαφορά των αρχαίων και των σημερινών τραπεζιτών ως προς την κοινωνική τους θέση.
Οι τράπεζες στις ημέρες μας είναι βασικά πιστωτικά ιδρύματα που στοχεύουν στην ενθάρρυνση παραγωγικών επενδύσεων ενώ στην αρχαία Αθήνα τα χρήματα των τραπεζών δεν κατευθύνονταν σε παραγωγικούς σκοπούς. 
Οπως επισημαίνουν οι Μ. Μ. Austin - Ρ. Vidal Naquet, «το βασικό γνώρισμα της σύγχρονης τράπεζας απουσίαζε από τις τράπεζες της κλασικής Ελλάδας».

Ο κ. Μιχάλης Α. Τιβέριος είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Η πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου (1914 - 2014)


                                        Το σκίτσο είναι από τον ECONOMIST

Φέτος τον Αύγουστο συμπληρώνονται 100 χρόνια από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος κόστισε περίπου 18,5 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές. Στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια ανάλυσης ζητημάτων που αφορούν στους στόχους του γερμανικού κεφαλαίου παραλληλίζοντας το τότε με το σήμερα. Το κύριο συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: Οι στόχοι του γερμανικού ιμπεριαλισμού παραμένουν στην ουσία τους οι ίδιοι όπως και πριν 100 χρόνια, ενώ ήδη κάποιοι έχουν σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί.

Το άρθρο έχει κατατεθεί στη «Διάσκεψη Ρόζα Λούξεμπουργκ» η οποία λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στο Βερολίνο, διοργανώνεται από την εφημερίδα «junge Welt» και συμμετέχουν σ΄ αυτήν πολυάριθμες οργανώσεις της αριστεράς. Φέτος το κεντρικό θέμα της διάσκεψης αφορούσε στην ιμπεριαλιστική πολιτική συσχετίζοντάς την με τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.

Κάποιες μικρές περικοπές που σημειώνονται στο κείμενο με την ένδειξη (…), έχουν γίνει από την συντακτική επιτροπή της εφημερίδας λόγω χώρου.

Με την ευκαιρία σημειώνουμε ακόμη ότι κατά τη διάρκεια του έτους θα δώσουμε στη δημοσιότητα μια σειρά άρθρων που καταπιάνονται με διάφορες πλευρές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.

ΠΓ


του Jörg KronauerΕ.

Το θέμα μου είναι: «1914 – 2014: Η ευρωπαϊκή πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου τότε και τώρα». Με την πρώτη ματιά ίσως αυτή η τοποθέτηση του ζητήματος να ακούγεται κάπως παράξενα –για δυό λόγους. Αφενός 100 χρόνια από την εξέλιξη των καπιταλιστικών κοινωνιών είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Από το 1914 έχουν αλλάξει πραγματικά πολλά. Εδώ τίθεται το ερώτημα: Μπορεί να συγκρίνει κανείς λογικά την πολιτική του 1914 με εκείνη του 2014; Αφετέρου το έτος 1914 αφορά στην αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ενόσω για το 2014 δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναν πόλεμο ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Το αντίθετο: Η ΕΕ στην οποία οι δυνάμεις αυτές ενώθηκαν –όσο γελοίο κι αν είναι αυτό- πήραν το 2012 το βραβείο Νόμπελ ειρήνης, επειδή από την ίδρυσή τους δεν υπήρξαν πόλεμοι ανάμεσα στα κράτη-μέλη της. Δεν αποκλείει αυτό μια λογική σύγκριση ανάμεσα στο 1914 και το 2014; Η άποψή μου θα ήταν: όχι (…)

***

Πολεμικοί στόχοι το 1914

Δεν είναι απλά δικαιολογημένο, αλλά και λογικό, να κοιτάξουμε ακριβώς και να συγκρίνουμε μεταξύ τους το 2014 με το 1914 [σε ό,τι αφορά] στην ευρωπαϊκή πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου τότε και σήμερα. Αυτό είναι φυσικά ένα πολύ ευρύ πεδίο με το οποίο θα μπορούσε κανείς να ασχοληθεί ημέρες και βδομάδες. Επομένως, εδώ πρέπει να επιλέξω μερικά θέματα. Κατ΄ αρχή θα ήθελα να επικεντρωθώ σε [κάποια] κεντρικά σχέδια της ευρωπαϊκής πολιτικής του έτους 1914, και εκείνων, που κρίθηκαν τόσο σημαντικά, ώστε διατυπώθηκαν ως πολεμικοί στόχοι. 

Κατ΄ αρχή θα ήθελα να ξεχωρίσω ίσως το πιο σημαντικό, το λεγόμενο Πρόγραμμα του Σεπτέμβρη τού τότε καγκελάριου του Ράιχ Τέομπαλτ φον Μπέτμαν Χόλβεκ της 9ης Σεπτεμβρίου 1914. Υπήρχαν και άλλα υπομνήματα που αφορούσαν πολεμικούς στόχους, για παράδειγμα από κύκλους της βαριάς βιομηχανίας, τα οποία έθεταν εν μέρει απαιτήσεις που πήγαιναν πολύ μακριά. Ο Μπέτμαν Χόλβεκ σαν καγκελάριος του Ράιχ είχε το καθήκον να συνδέσει μεταξύ τους τις τότε επίκαιρες απαιτήσεις, οι οποίες ασφαλώς απόκλιναν μεταξύ τους, σε ένα πρόγραμμα, το οποίο θα ήταν σε θέση να ισχύει ως συναινετικό και ρεαλιστικό. Οι πολεμικοί στόχοι του διαφέρουν επομένως για παράδειγμα από τις πιο ακραίες φαντασίες για κατακτήσεις των παγγερμανιστών. Κατά κάποιο τρόπο είναι μια προσπάθεια να βρεθεί ένας κοινός παρονομαστής των διάφορων ομάδων του γερμανικού κεφαλαίου, και προσλαμβάνουν μια σειρά από προτάσεις που έχουν ήδη συζητηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα. (…) 

Η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία ως εξαρτώμενες οικονομικά χώρες από το Γερμανικό Ράιχ, θα πρεπε να μπουν σ΄ έναν υπεράνω Σύνδεσμο με το όνομα «Κεντρική Ευρώπη». Η αντίληψη περί «Κεντρικής Ευρώπης» ήταν κάποτε ήδη για πολύ διάστημα στη συζήτηση. Ουσιαστικά επρόκειτο για την οικοδόμηση μιας πολυεθνικής οικονομικής ζώνης προς το συμφέρον της γερμανικής βιομηχανίας η οποία επεκτεινόταν. Ο Μπέτμαν Χόλβεκ στο υπόμνημα των πολεμικών του στόχων έκανε λόγο για την «ίδρυση ενός κεντροευρωπαϊκού οικονομικού Συνδέσμου μέσω κοινών συμφωνιών για τους δασμούς». Εκτός από την Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία, θα πρεπε κατά την άποψή του να ανήκουν στον Σύνδεσμο αυτόν η Αυστροουγγαρία, στην Ανατολή η Πολωνία, στο Βορρά η Δανία, ενδεχομένως η Σουηδία και η Νορβηγία, στο Νότο πιθανώς η Ιταλία. Για την επιδίωξη αυτή ο καγκελάριος του Ράιχ έγραφε: «Ο Σύνδεσμος αυτός βεβαίως χωρίς μια κοινή θεσμική κορυφή, λαμβάνοντας εξωτερικά υπόψη την ισότητα των μελών του, που όμως στην πραγματικότητα θα βρίσκεται κάτω απ΄ τη γερμανική ηγεμονία, πρέπει να σταθεροποιήσει την οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας πάνω στην Κεντρική Ευρώπη». Η διατύπωση [αυτή] στον πυρήνα της επιδρά σαν ένα προαίσθημα για την [ίδρυση της] Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο υπόμνημα των πολεμικών του στόχων ο Μπέτμαν Χόλβεκ επικεντρώθηκε στη Δύση επειδή στις αρχές Σεπτεμβρίου 1914 υπολογιζόταν μια γρήγορη νίκη πάνω στη Γαλλία. Σχετικά με την Ανατολή λεγόταν: «Οι προς επίτευξη στόχοι σχετικά με τη Ρωσία θα εξεταστούν αργότερα». Αυτό που σχεδιαζόταν μπορεί μολαταύτα να αναγνωριστεί καθαρά από ένα υπόμνημα του πολιτικού τού Κέντρου Ματίας Έρτσμπεργκερ στις 2 Σεπτεμβρίου 1914. Ο Έρτσμπεργκερ εργαζόταν τότε στην «Κεντρική Διεύθυνση της Υπηρεσίας Εξωτερικού», μιας υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών. Επιδίωξη είναι, έγραψε ο Έρτσμπεργκερ, η «απελευθέρωση των μη-ρωσικών εθνοτήτων από τον ζυγό του μοσχοβιτισμού και η δημιουργία αυτοδιοίκησης στο εσωτερικό των ξεχωριστών εθνοτήτων. Όλα αυτά κάτω από την στρατιωτική επικυριαρχία της Γερμανίας, ίσως και με τελωνειακή ένωση». Αυτό σημαίνει: Επιδίωξη να αποσπαστούν απ΄ τον τσαρισμό η Πολωνία και η Ουκρανία, αν είναι δυνατό επίσης η Γεωργία και τα βαλτικά κράτη, ώστε να τον αδυνατίσουν και να επεκταθεί η ιδία ηγεμονική σφαίρα με κατεύθυνση την Ανατολή. Στην πάλη ενάντια στην τσαρική αντίδραση το Γερμανικό Ράιχ ενίσχυσε μάλιστα με την ευκαιρία τις ενώσεις από τον σοσιαλδημοκρατικά μέχρι τον σοσιαλεπαναστατικά προσανατολισμένο «Σύνδεσμο για την Απελευθέρωση της Ουκρανίας». Για να αδυνατίσει τους αντιπάλους του το Βερολίνο χρησιμοποίησε ήδη από τότε ακόμη και προοδευτικές δυνάμεις. (…)

***

Σημερινή στρατηγική

Οι συνθήκες σήμερα είναι φυσικά εντελώς διαφορετικές απ΄ ό,τι παλιότερα. Αν το γερμανικό κεφάλαιο το 1914 ήταν σε θέση να απαιτεί [την ίδρυση] ενός «κεντροευρωπαϊκού οικονομικού Συνδέσμου» που να περιλαμβάνει την τελωνειακή ένωση αποτελούμενο από δέκα το πολύ χώρες, σήμερα υπάρχει πλήρης ελευθερία κινήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τα συνολικά 28 κράτη-μέλη της. (…) Στο πλήρες τυποποιημένο οικονομικό περιβάλλον της ΕΕ το γερμανικό κεφάλαιο κινείται όπως το ψάρι στο νερό. Και: τα τελευταία 15 χρόνια άξιζαν τον κόπο που ήδη από το 1914 γινόταν πάλη για να κατακτηθεί η επιθυμητή θέση κυριαρχίας.

Ένα κεντρικό ρόλο έπαιξαν εδώ τα στρατηγικά μέτρα της περιόδου Σρέντερ / Φίσερ, κυρίως η «Ατζέντα 2010». Μια σύγκριση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας και εκείνης για παράδειγμα της Γαλλίας, δείχνει καθαρά αυτό που το γερμανικό κεφάλαιο οφείλει στην κοκκινο-πράσινη γερμανική κυβέρνηση και της συμμαχίας που ακολούθησε μετά από αυτήν. Η Γερμανία είναι το μοναδικό κράτος στην ΕΕ όπου οι πραγματικοί μισθοί μεταξύ 2000 και 2008 μειώθηκαν –κατά 0,8%. Σε όλα τα άλλα κράτη της ΕΕ ανέβηκαν, στην Γαλλία περίπου κατά 9,6% (…) Μ΄ αυτή την ακραία στρατηγική λιτότητας στο εσωτερικό της χώρας το Βερολίνο κατόρθωσε να δώσει στο γερμανικό κεφάλαιο ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές του. Και το γερμανικό κεφάλαιο φρόντισε πολύ καλά να εκμεταλλευτεί αυτό το πλεονέκτημα. (…) Αν η Γαλλία ήταν σε θέση για παράδειγμα ήδη το 1999 να σημειώσει ένα θετικό ισοζύγιο στο εξωτερικό της εμπόριο κατά 39 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου, τα αμέσως επόμενα χρόνια αυτό έγινε ιδιαίτερα αρνητικό –και μάλιστα όχι τελευταία εξαιτίας των γερμανικών εξαγωγών: Από το έλλειμμα στο εξωτερικό εμπόριο του έτους 2010 το οποίο ξεπέρασε τα 51 δισεκατομμύρια ευρώ, τα 30 δισεκατομμύρια πήγαν στο λογαριασμό των γερμανών προμηθευτών. Το 2012 μάλιστα οι γερμανικές εταιρίες κέρδισαν 40 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από τις πωλήσεις τους προς τη Γαλλία απ΄ ό,τι έπρεπε να ξοδέψουν για τις εισαγωγές από την γειτονική χώρα. Η γερμανική βιομηχανία μουγκρίζει, η γαλλική πηγαίνει πίσω: Το γερμανικό κεφάλαιο επικρατεί δομικά. 

Είναι καθαρό: Όταν τραβά κανείς με διαρκώς υπερβολικά εξαγωγικά πλεονάσματα τα χρήματα από την τσέπη άλλων χωρών, τότε τις ωθεί στη χρεοκοπία. Εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικές αιτίες της ευρω-κρίσης. Το Βερολίνο κατάφερε πραγματικά να βγει έξω από αυτή με πλεονεκτήματα για το γερμανικό κεφάλαιο. Για το σκοπό αυτό πάλεψε αμείλικτα και επιτυχημένα ενάντια στην οικονομικά χτυπημένη Γαλλία. Τελικά κατόρθωσε να επιβάλλει μέσα στην κρίση σε όλη την ΕΕ την γερμανική πολιτική λιτότητας. Οι συνέπειες είναι κτηνώδεις [και] μπορεί να τις δει κανείς πιο έντονα στη Νότια Ευρώπη, όπου εδώ και καιρό η εξαθλίωση έχει μάλιστα οδηγήσει τον αριθμό των αυτοκτονιών στα ύψη. Η βασική ιδέα της γερμανικής επιβολής της λιτότητας είναι αρκετά απλή: Επειδή το γερμανικό κεφάλαιο θέλει να εξάγει παραπέρα επεκτατικά, τα κράτη της ΕΕ οφείλουν αγοράζοντας τα γερμανικά εμπορεύματα να καταλήξουν σε αρνητικό [ισοζύγιο] συμπιέζοντας τους δικούς τους μισθούς και τα πρόσθετα έξοδά τους για τόσο χρονικό διάστημα, έως ότου βρουν αγοραστές για τα προϊόντα τους εκτός ΕΕ. Με τον τρόπο αυτό μπορεί η ΕΕ, όπου είναι δυνατό, να ανταγωνιστεί με επιτυχία, μάλιστα και την ίδια την Κίνα. Η γαλλική οικονομική εφημερίδα Les Echos το αντιλήφθηκε ήδη την άνοιξη του 2010. Έγραφε τότε: «”Η Ευρώπη φτωχαίνει; Ε, και;” ακούει κανείς πέραν του Ρήνου». Για την Γερμανία πρόκειται, συνέχισε η εφημερίδα, για το ότι μπορεί να ανταγωνιστεί κράτη όπως η Ινδία ή η Κίνα. Οι κοινωνικές καταστροφές στις ευρωπαϊκές γειτονικές χώρες τής είναι προφανώς αδιάφορες. (…)

***

Όργανα της ΕΕ

Στο μεταξύ τα όργανα της εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής της ΕΕ έχουν αυξηθεί σημαντικά. Υπάρχει για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία των Εξωτερικών η οποία σε μερικούς τομείς αναπτύσσει όλο και πιο έντονες δραστηριότητες –και αυτή είναι διαρκώς εκτεθειμένη στην εθνική επιρροή. Στα συμφέροντα του Βερολίνου τού έρχεται γάντι, ότι ένα από τα πιο σημαντικά αξιώματα το κατέχει μια Γερμανίδα: η Χέλγκα Σμιτ, παλιότερα πολιτική σύμβουλος του υπουργού Εξωτερικών Κλάους Κίνκελ και αργότερα διευθύντρια του Γραφείου του υπουργού Εξωτερικών Γιόζεφ Φίσερ, είναι σήμερα αναπληρωματική Γενική Γραμματέας για πολιτικά ζητήματα στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία των Εξωτερικών. Από αυτή την θέση συμμετείχε έντονα στις συνομιλίες για τα πυρηνικά όπλα με το Ιράν, συναντήθηκε κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών στην Ουκρανία με τα στελέχη τής εκεί αντιπολίτευσης ή διαπραγματεύθηκε με υψηλόβαθμους κυβερνητικούς εκπροσώπους στην Κίνα. Όλα αυτά δεν είναι ασήμαντα. Στο στρατιωτικό επίπεδο η ΕΕ ίδρυσε στο μεταξύ τα λεγόμενα Battlegroups, διατηρεί μια κοινή Ευρωπαϊκή Διοίκηση Εναέριων Μεταφορών, η οποία εδώ και πολύ καιρό ξεκίνησε τις πρώτες της στρατιωτικές επεμβάσεις, επομένως έχει ένα τεράστιο δυναμικό εξουσίας. Μολαταύτα απ΄ τη σκοπιά του γερμανικού κεφαλαίου προκύπτουν εδώ ιδιαίτερες δυσκολίες. Αυτές σχετίζονται με τον όλο και πιο δύσκολο ανταγωνισμό με το γαλλικό κεφάλαιο.

Ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός. Το γαλλικό κεφάλαιο από παλιότερα είχε σημαντικά συμφέροντα στις άλλοτε αφρικανικές αποικίες. Τα γαλλόφωνα κράτη της Αφρικής ισχύουν μέχρι σήμερα ως παραδοσιακή «Pré carré», ως η «πίσω αυλή» της Γαλλίας. Εδώ δεν πρόκειται μόνο για χώρες της Μεσογείου όπως η Αλγερία και η Τυνησία, αλλά και για κράτη νότια της Σαχάρας. Πολλά από αυτά διαθέτουν σημαντικές πρώτες ύλες για τη βιομηχανία. Διαφορετική είναι η κατάσταση για το γερμανικό κεφάλαιο: Αυτό για ιστορικούς λόγους στρεφόταν όλο και περισσότερο προς την Ανατολή, προμηθευόταν πρώτες ύλες από την Ρωσία και αναζητούσε αγορές εναπόθεσης στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη. Τα συμφέροντα του γερμανικού και του γαλλικού κεφαλαίου σε πολλές περιπτώσεις δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους.

Οι συνέπειες φαίνονται αρκετά καθαρά από τη δεκαετία του 1990 στην προκύπτουσα κοινή στρατιωτική πολιτική της ΕΕ. Όταν φτάσαμε στις πρώτες επεμβάσεις των ευρωπαίων στρατιωτών στη Γιουγκοσλαβία –ναι μεν όχι ακόμη στα πλαίσια της ΕΕ, όμως σε παραδοσιακά γερμανικό έδαφος επεκτατισμού-, το Παρίσι σκέφτηκε, ότι οι επεμβάσεις της ΕΕ δεν θα πρεπε να λαμβάνουν χώρα υπολογίζοντας πάντα μόνο το γερμανικό συμφέρον, αλλά θα μπορούσαν να διεξαχθούν επίσης και στα γαλλόφωνα κράτη της Αφρικής. Η Βόννη το αρνήθηκε αμέσως. Ο τότε [γερμανός] υπουργός Άμυνας Φόλκερ Ρύε δήλωσε σε μια συνέντευξη: «Το Σώμα Στρατού της Ευρώπης δεν είναι Σώμα της Αφρικής». Όντως, οι προσπάθειες της Γαλλίας για επεμβάσεις στις παλιές της αποικίες με στόχο την επιβολή των συμφερόντων της, παρεμποδίστηκαν συστηματικά από την Γερμανία. Οι δυό επεμβάσεις στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό το 2003 και το 2006 δεν μπόρεσαν να παρεμποδιστούν ολοκληρωτικά, περιορίστηκαν όμως χρονικά αυστηρά. Η επέμβαση της ΕΕ στο Τσαντ το 2008/2009 σαμποταρίστηκε από την Γερμανία με επιτυχία. Αντιθέτως, η επέμβαση της ΕΕ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία άρχισε το 2004, διαρκεί μέχρι σήμερα, όπως επίσης η επέμβαση του πολεμικού ναυτικού της ΕΕ που ξεκίνησε το 2008 στο Κέρας της Αφρικής, διότι προστατεύει τις θαλάσσιες οδούς για το εμπόριο των ευρωπαϊκών κρατών με την Κίνα. Η Γερμανία είναι ο πιο σημαντικός ευρωπαίος εταίρος της Λαϊκής Δημοκρατίας [Κίνας] και επομένως έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την επέμβαση.

***

Αντιπαλότητα με τη Γαλλία

Στη προσπάθεια του Βερολίνου να κατευθύνει την στρατιωτική πολιτική της ΕΕ σε μεγάλο βαθμό πάνω στο παραδοσιακό έδαφος επεκτατισμού του γερμανικού κεφαλαίου, υπάρχουν εδώ και μερικά χρόνια αντιστάσεις. Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζύ, μετά την αποτυχία της επέμβασης στο Τσαντ το 2009, οικοδόμησε ιδιαίτερα την στρατιωτική συνεργασία της Γαλλίας με την Μεγάλη Βρετανία. Το Νοέμβριο του 2010 τα δυό κράτη αποφάσισαν τα «Traités de Londres», τις «Συμβάσεις του Λονδίνου», όπως ονομάστηκαν στο Παρίσι: Συμφωνίες για μια ευρεία στρατιωτική και εξοπλιστική-οικονομική συνεργασία. Μεταξύ των άλλων προβλέπουν μια συνεργασία για αεροπλανοφόρα και για πυρηνικά όπλα καθώς και τη δημιουργία μιας μάχιμης κοινής ομάδας επέμβασης 6000 στρατιωτών. Το πιο σημαντικό: Η στρατιωτική συνεργασία ήδη έχει τεθεί σε εφαρμογή –αυτό έδειξε ο πόλεμος στη Λιβύη. Όπως όλους τους διεκδικητικούς από την Γαλλία πολέμους στην Αφρική, η γερμανική κυβέρνηση ήθελε ουσιαστικά να τον σαμποτάρει και αυτόν, όμως απέτυχε. Στο μεταξύ η γαλλο-βρετανική στρατιωτική συμμαχία παίρνεται στο Βερολίνο πολύ σοβαρά. Σύμβουλοι της κυβέρνησης μάλιστα κάνουν λόγο για μια νέα Αντάντ. Αυτό δείχνει για άλλη μια φορά πόσο κοντά βρίσκεται η σύγκριση των ετών 2014 και 1914: Η ίδρυση της Αντάντ αποφασίστηκε το 1904 από το Λονδίνο και το Παρίσι –σαν αντίβαρο ενάντια στην όλο και πιο φανερή γερμανική επιδίωξη για εξουσία, η οποία τελικά κατέληξε στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.

Με το βλέμμα στραμμένο στη γαλλο-βρετανική στρατιωτική συνεργασία, η κυβέρνηση της Γερμανίας τροποποίησε στο μεταξύ την πορεία της κατά τις επεμβάσεις της ΕΕ: Κατά την επέμβαση στο Μάλι συνεισφέρει σ΄ ένα βαθμό και αυτή, ώστε να μην αφήσει εντελώς [ελεύθερο] το πεδίο στο Παρίσι και το Λονδίνο. Ταυτόχρονα συνδέει τη συμμετοχή της στην επέμβαση προσπαθώντας να πατήσει και η ίδια γερά πόδι στο Μάλι και σε μερικές άλλες δυτικοαφρικανικές γαλλόφωνες χώρες. Όταν τον Δεκέμβριο επισκέφτηκε το Βερολίνο ο πρόεδρος του Μάλι Ιμπραχίμ Μποουμπακάρ Κέιτα, συμφώνησε να στείλει αυτή την άνοιξη συνεργάτες διάφορων υπουργείων από το Μάλι στη Γερμανία. Σκοπός ήταν να αποφασιστεί η χρήση γερμανικής χρηματικής βοήθειας στο ύψος των 100 εκατομμυρίων ευρώ. Έτσι θα μπορούσε για παράδειγμα να προμηθευτούν όπλα από γερμανικές επιχειρήσεις στο στρατό του Μάλι. Ο πρόεδρος Κέιτα πληροφόρησε ότι η Γερμανία απολαμβάνει «στο Μάλι τον διπλωματικό κώδικα 001». Αυτό σημαίνει «στη γλώσσα της διπλωματίας μας, ότι η Γερμανία αποτελεί σε διεθνές επίπεδο την πιο σημαντική χώρα-συνεταίρο». Μέχρι τώρα ήταν η Γαλλία. Η αντιπαλότητα ανάμεσα στο Βερολίνο και στο Παρίσι μεταφέρεται επομένως και στο αφρικανικό έδαφος.

Το 2014 στο «Πρόγραμμα του Σεπτέμβρη» του Μπέτμαν Χόλβεκ λεγόταν ότι η Γαλλία θα πρεπε «να αδυνατίσει τόσο, που να μην μπορεί να εγερθεί ξανά ως μεγάλη δύναμη». Στρατιωτικά λείπει ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι, οικονομικά όμως το Βερολίνο βρίσκεται στον καλύτερο δρόμο να επιτύχει αυτό τον στόχο. (…)

Ο αγώνας για δύναμη ενάντια στη Γαλλία δεν είναι φυσικά στην Ευρώπη ο μοναδικός τον οποίο διεξάγει σήμερα το γερμανικό κεφάλαιο. Σημαντικοί αγώνες υπάρχουν επίσης στην Ανατολή, κυρίως ενάντια στη Ρωσία, η οποία παρεμπιπτόντως με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν εξαλείφτηκε απλά ως συστημικός αντίπαλος, αλλά έχασε και όλα εκείνα τα εδάφη που ο πολιτικός του Κέντρου Έρτσμπεργκερ ήθελε να της πάρει ήδη το 1914. Η ρωσική επιρροή εξαφανίστηκε εντελώς το 1991 στα νεοδημιουργηθέντα κράτη της Βαλτικής μέχρι και την Κεντρική Ασία, μολαταύτα αυτή είναι διαφορετικού βαθμού –στα βαλτικά κράτη αδύναμη, στη Λευκορωσία ισχυρή. Πάλη γίνεται σήμερα κυρίως για την Ουκρανία. Όταν το 2005 μετά τη λεγόμενη πορτοκαλί επανάσταση ήρθε στο τιμόνι της εξουσίας μια φιλοδυτική κυβέρνηση, το γερμανικό κεφάλαιο μπόρεσε στην αρχή να αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις του. Με την αλλαγή στη σημερινή, περισσότερο φιλορωσική κυβέρνηση, οι ρωσικές επιχειρήσεις ενίσχυσαν πάλι την επιρροή τους [ΠΓ: σημειώνουμε εδώ ότι το άρθρο έχει γραφεί στα τέλη Ιανουαρίου, επομένως ο συγγραφέας αναφέρεται στην κατάσταση που υπήρχε λίγο πριν το νεοφασιστικό κυβερνητικό πραξικόπημα]. Από το τελευταίο έτος η κατάσταση για την πάλη ηγεμονίας οξύνεται δραματικά επειδή και οι δυό πλευρές αναζητούν να επιβάλλουν μια τελειωτική απόφαση: Το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες θέλουν να δέσουν το Κίεβο με μια Σύμβαση στην ΕΕ, η Μόσχα αντιθέτως θέλει να την ενσωματώσει στην Ευρασιατική Ένωση [ΠΓ: στο μεταξύ η νέα πραξικοπηματική κυβέρνηση έχει ήδη υπογράψει τη Συμφωνία με την ΕΕ]. Και τα δυό σχέδια αποβλέπουν στη μεγάλη χρονική διάρκεια ενώ αλληλοαποκλείονται. (…) Για ποιο λόγο όλα αυτά; Τελικά έχουν τον ίδιο στόχο, αυτόν που επεδίωκε ήδη το 1914 ο Έρτσμπεργκερ: για να επεκταθεί η σφαίρα ηγεμονίας του Βερολίνου προς την Ανατολή. Ο επεκτατισμός οφείλεται ακριβώς στη βασική δομή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που σκοπό έχει να απελευθερώσει το δρόμο για το κεφάλαιό τους. Εδώ η Γερμανία προσκρούει διαρκώς σε άλλες δυνάμεις, ανεξάρτητα απ΄ το αν πρόκειται για τη Ρωσία στην Ανατολή ή τη Γαλλία στη Δύση. Το να αδυνατίσουν οικονομικά οι δυνάμεις αυτές ή να παρθούν οι ζώνες επιρροής τους, αυτές είναι πολιτικές που χρησιμοποιούνται κάτω από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες. Μέχρι αυτού του σημείου μπορεί κανείς πραγματικά να βγάλει διδάγματα για την πολιτική στην Ευρώπη συγκρίνοντας το έτος 1914 με το 2014, διδάγματα που κάνουν πιο εύκολη μια εκτίμηση για το τελευταίο.

Πηγή: «junge Welt», 29/01/2014

Ο Jörg Kronauer είναι δημοσιογράφος έχοντας ως κέντρο βάρος δουλειάς του το νεοφασισμό και τη γερμανική εξωτερική πολιτική.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Μια ναζιστική Ευρώπη.




«Μην χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. Η σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό.»Bertolt Brecht ( Όταν είδε τον κόσμο στις πλατείες των πόλεων να πανηγυρίζει για το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου).



Γράφει η Γιώτα Χουλιάρα
Πολιτικός Συντάκτης
giota.houliara@gmail.com


Σε κοινή συνέντευξή του στους αμερικανικούς «Times» και στη γερμανική «Bild» ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση «όχημα της Γερμανίας» και προέβλεψε ότι μετά τη Βρετανία και άλλες χώρες θα αποφασίσουν την έξοδο από την Ε.Ε.

Η αλήθεια είναι πως ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ που φαίνεται ότι δεν τρέφει καμία εκτίμηση γι΄αυτή την Ευρώπη δεν ανακάλυψε τον τροχό.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Βρετανία τον περασμένο Ιούνιο αλλά και η παραίτηση Ρέντσι εξαιτίας της αποτυχίας του να περάσει την συνταγματική αναθεώρηση μέσα από το Ιταλικό δημοψήφισμα δείχνουν πως η Ευρώπη και, κυρίως οι πολίτες της, αντιδρούν στην γερμανική μπότα και την οικονομική λιτότητα που επιμένουν να επιβάλλουν οι Γερμανοί.
Η Μέρκελ και ο Σόιμπλε μαζί με το ευρωιερατείο των Βρυξελλών και τους τεχνοκράτες του Euroworking group αποτελούν τους ηθικούς αυτουργούς του αποτροπιασμού που νιώθουν οι Ευρωπαίοι πολίτες. Και η οργή αυτή είναι πολύ πιθανόν να εκφραστεί τον ερχόμενο Μάρτιο στην Ολλανδία, την Άνοιξη στην Γαλλία και το ερχόμενο Φθινόπωρο στις γερμανικές κάλπες. Πολλοί πλέον αναλυτές μιλούν για την γερμανική/ναζιστική Ευρώπη καθώς η Γερμανία δεν διστάζει να οδηγήσει στον χαμό για μια ακόμη φορά, μέσα από την οικονομική λιτότητα αυτή τη φορά, τη Γηραιά Ήπειρο. ΕΤόσα χρόνια μετά την πτώση του Τρίτου Ράιχ και το τέλος του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου, μια μαύρη σκιά πλανάται πάνω από την Ενωμένη Ευρώπη, μια σκιά που αποτελεί θεωρία συνωμοσίας για πολλούς και αντικειμενική πραγματικότητα για άλλους. Πρόκειται για τη σκιά της διάδοχης κατάσταση του Großdeutsches Reich, όπως αποκαλούσε το Ναζιστικό Κόμμα του Χίτλερ τη Μείζων Γερμανική Αυτοκρατορία κατά την περίοδο 1933-1945. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα Τέταρτο Ράιχ (Viertes Reich) ως αποτέλεσμα των προσπαθειών των Γερμανών να επιστρέψουν στην ευρωπαϊκή εξουσία και να πραγματοποιήσουν το όνειρο του Καρλομάγνου, του αποκαλούμενου και pater Europae (πατέρας της Ευρώπης) μέσα από μια πανίσχυρη γερμανική αυτοκρατορία που θα ενοποιήσει την Ευρώπη, δια ξίφους ή χρημάτων, εκμεταλλευόμενοι την αμφιλεγόμενη θεωρία του Sonderweg (που στη κυριολεξία σημαίνει ειδικό μονοπάτι),μια θεωρία που, κατά την άποψή τους, είναι αυτή που ξεχωρίζει τους Γερμανούς από τα υπόλοιπα έθνη.


Η θεωρία του Τέταρτου Ράιχ για μια Γερμανική Ευρώπη βασίζεται σε έγγραφο που αποχαρακτηρίστηκε το 2009 και παρουσιάστηκε από το δημοσιογράφο και συγγραφέα Adam Lebor με την κωδική ονομασία Red House Report. Το έγγραφο αποκαλύπτει τις προθέσεις των Γερμανών βιομηχάνων να συνεχίσουν την κυριαρχία τους, με οικονομικά μέσα αυτή τη φορά και όχι με όπλα, μετά την ήττα της Γερμανίας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και με σκοπό μια νέα «ισχυρή γερμανική αυτοκρατορία». Η έκθεση Red House Report, που αριθμούσε τρεις σελίδες, συντάχθηκε στις7 Νοεμβρίου 1944 από το 2o Γραφείο του Γενικού Επιτελείου Γαλλίας (Μυστικές Υπηρεσίες της χώρας), με την ένδειξη «απόρρητο» και στάλθηκε σε αντίγραφο από Βρετανούς αξιωματούχους στον Cordell Hull, υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ. Το θέμα της έκθεσης ήταν τα σχέδια των Γερμανών βιομηχάνων να συμμετάσχουν σε μυστικές οικονομικές δραστηριότητες μετά την ήττα της Γερμανία μέσω ροής κεφαλαίων προς ουδέτερες χώρες.

















Σύμφωνα με την έκθεση στις 10 Αυγούστου του 1944 οι σημαντικότεροι Γερμανοί βιομήχανοι με συμφέροντα στην Γαλλία, συναντήθηκαν στο Maison Rouge Hotel, στο Στρασβούργο. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν ο δρ. Scheid, διευθυντής της εταιρείας Heche (Hermandorff & Schonburg) που κατείχε το αξίωμα του SS Obergruppenfuhrer (πρόκειται για την υψηλότερη ανάθεση στην κατάταξη των SS που μεταφράζεται ως ηγέτης ανώτερης ομάδας). Η θέση του Scheid ήταν περισσότερο τιμητική (δεν είχε τη δυνατότητα στρατιωτικών εντολών) Ο ίδιος υπήρξε διευθυντής πολλών εταιρειών,τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου, ενώ είχε διασυνδέσεις με τις Krupp, Rohling, Messerschmidt, VW και την Standartenführer Kurt Becher. Φαίνεται πως αναφορά για τις κινήσεις του έδινε μόνο στον Heinrich Himmler (αρχηγό των SS). Ο Scheid ήταν ο άνθρωπος που κανόνιζε την μεταφορά εκατομμυρίων Reichsmark (το νόμισμα της Γερμανίας από το 1924 ως το 1948), χρήματα δηλαδή που είχαν κλαπεί ή κατασχεθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, σε λογαριασμούς σε τράπεζες της Ελβετίας. Οι κινήσεις αυτές του Scheid ήταν άκρως μυστικές και γνωστές μόνο σε λίγους στην ιεραρχία του Ναζιστικού Κόμματος. Όπως αναφέρεται στην έκθεση ο Scheid στη περιβόητη συνάντηση ήρθε σε επαφή με 10 άτομα, τα οποία εκπροσωπούσαν τις μεγαλύτερες γερμανικές επιχειρήσεις (Volkswagen, Krupp, Messerschmitt) καθώς και με αξιωματούχους των υπουργείων Ναυτιλίας και εξοπλισμών.


Ο Scheid τους δήλωσε ότι ο πόλεμος χάθηκε και ότι η γερμανική βιομηχανία πρέπει να προετοιμαστεί για μια μεταπολεμική εμπορική εκστρατεία.Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «στο μέλλον η κυβέρνηση θα διαθέτει μεγάλα ποσά στους βιομηχάνους ώστε μεταπολεμικά να δημιουργήσουν ασφαλή θεμέλια σε ξένες χώρες. Τα υπάρχοντα οικονομικά αποθέματα σε χώρες του εξωτερικού πρέπει να τεθούν στην διάθεση του Κόμματος (εννοεί το Ναζιστικό κόμμα) ώστε μια ισχυρή γερμανική αυτοκρατορία να δημιουργηθεί μετά την ήττα». Από τη συνάντηση προέκυψε ότι η απαγόρευση που ίσχυε για την εξαγωγή κεφαλαίων έχει αποσυρθεί και αντικατασταθεί από μια νέα ναζιστική πολιτική, βάση της οποίας με την βοήθεια της κυβέρνησης οι βιομήχανοι θα μπορούσαν να εξάγουν όσο το δυνατόν περισσότερα κεφάλαια, ώστε να σωθούν και να προωθήσουν τα σχέδια τους για την μετά τον πόλεμο εποχή, τοποθετώντας τα σε ουδέτερες χώρες στο εξωτερικό μέσω της Basler Handelsbank και της Schweizerische Kreditanstalt της Ζυρίχης.


Η έκθεση απεστάλη μέσω των Γάλλων στο Ανώτατο Στρατηγείο Συμμαχικών Δυνάμεων της Ευρώπης όπου περιήλθε στη γνώση του στρατηγού Eisenhower (και μετέπειτα προέδρου των ΗΠΑ) και από εκεί στις ΗΠΑ, όπου απορρίφθηκε ως καθαρή φαντασία και τέθηκε στη «ναφθαλίνη» με την κατάταξη Top Secret. Η πρώτη αναφορά της γίνεται πολύ αργότερα, το 1967, από τον Αυστριακό εβραϊκής καταγωγής συγγραφέα και κυνηγό των Ναζί, Simon Wiesenthal σ΄ένα από τα βιβλία του χωρίς να λάβει κανένα σχόλιο από την πλευρά των συμμάχων.


To θέμα επαναφέρει στην επιφάνεια ο Βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Adam Lebor. Ο Lebor, που έχει συνεργαστεί με Economist, Τimes, Νewsweek και άλλες εφημερίδες, είναι συγγραφέας του βιβλίου Hitler's Secret Bankers (είχε προταθεί για βραβείο Orwell) όπου εξηγεί αλλά και εκθέτει τη συνεργασία της Ελβετίας με τη Ναζιστική Γερμανία. Το 2009 σε άρθρο του αποκαλύπτει την έκθεση των υπηρεσιών των Στρατιωτικών Πληροφοριών των ΗΠΑ με αριθμό αναφοράς EW-Pa 128 (πρόκειται για την προαναφερθείσα έκθεση Red House Report του 1944). Όπως αναφέρει ο Lebor «το Τρίτο Ράιχ μπορεί να νικήθηκε στρατιωτικά, αλλά οι τραπεζίτες καθώς και άλλοι ισχυροί της ναζιστικής εποχής, από τις τάξεις των βιομηχάνων και των δημοσίων υπαλλήλων, επανήρθαν ως δημοκράτες, όπου και σύντομα διοίκησαν τη νέα Δυτική Γερμανία. Ο σκοπός του έργου τους ήταν ένας και μοναδικός: Μια ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ολοκλήρωση ».









Σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται η έκθεση και αναλύει και ο Lebor στην αρθρογραφία του, oι Γερμανικές επιχειρήσεις είχαν δημιουργήσει ένα δίκτυο από εταιρείες-βιτρίνα στο εξωτερικό. Η Γερμανική οικονομία έπρεπε να παραμείνει σταθερή και ακμάζουσα γι΄αυτό και η συνάντηση στο Maison Rouge Hotel στο Στρασβούργο το 1944 ορίστηκε ως κατεπείγουσα, και επειδή ο Χίτλερ είχε τραυματιστεί σε μια απόπειρα δολοφονίας του από ομάδα αξιωματικών του, που απέτυχε λόγω αλλαγής κτιρίου του συμβουλίου του, και λόγω των συνεχών προελάσεων από τις δυνάμεις των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ που έδειχναν ότι έρχεται το τέλος του πολέμου για τη γερμανική αυτοκρατορία. Επισήμως, η συζήτηση για την μετά την ήττα ημέρα ήταν απαγορευμένο θέμα και ο Χίτλερ δεν επιθυμούσε να συζητήσει καν το θέμα ούτε ως δυσάρεστη προοπτική. Όμως, ο Heinrich Himmler, σε συνεργασία με τον Otto Ohlendorf (διοικητής του παραστρατιωτικού τάγματος θανάτου των SS, των Einsatzgruppen που στα τέλη του 1943 ανέλαβε υφυπουργός οικονομικών, με στόχο την ανοικοδόμηση της γερμανικής οικονομίας μετά τον πόλεμο) φαίνεται ότι είχαν άλλη άποψη και προετοιμαζόταν. Ο Ηimmler ενίσχυσε και προστάτευσε τον κύκλο των Γερμανών βιομηχάνων ( Reichsgruppe Industrie) που σχεδίαζαν την επομένη ημέρα του πολέμου. Μάλιστα, ο Otto Ohlendorf (υφιστάμενος του Himmler) συνεργάστηκε στενά με τον Ludwig Erhard, ο οποίος στο βιβλίο του Kriegsfinanzierung und Schuldenkonsolidierung του 1944 περιγράφει μια νέα οικονομική τάξη.

Οι δυο άνδρες (Ohlendorf και Erhard) στις επαφές τους συμφώνησαν πως το μεταπολεμικό μοντέλο της χώρας μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας δραστήριας και τολμηρής επιχειρηματικότητας και μέσω νέου νομίσματος. Για την Ιστορία να αναφέρουμε πως, αν και ο Otto Ohlendorf εκτελέστηκε το 1951, ο Ludwig Erhard μετά τη λήξη του πολέμου εργάστηκε ως σύμβουλος της αμερικανικής διοίκησης της Βαυαρίας, η οποία τον επέλεξε ως Υπουργό Οικονομικών του Ομόσπονδου κρατιδίου. Το 1949 εξελέγη βουλευτής και προσχώρησε στη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), έγινε Υπουργός Οικονομικών της Δυτικής Γερμανίας στην Κυβέρνηση Κόνραντ Αντενάουερ και το 1957 έγινε Καγελάριος.



Ανάλογη ήταν και η περίπτωση Κurt Kiesinger ο οποίος το 1933 μπήκε στο ναζιστικό κόμμα. Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου κατάφερε να αποφύγει τη στράτευση και βρέθηκε στο Υπουργείο Προπαγάνδας του Γιόζεφ Γκέμπελς. Αναρριχήθηκε γρήγορα στην εργασία του και έγινε ο σύνδεσμος μεταξύ του τμήματός του και του Γκέμπελς.Μετά τον Πόλεμο συνελήφθη και εγκλείστηκε στο στρατόπεδο του Λούντβιχσμπουργκ, απ' όπου απελευθερώθηκε μετά 18 μήνες, ως εμπλεκόμενος σε υπόθεση εσφαλμένης ταυτότητας. Από το βιογραφικό του απαλείφθηκαν τα σκοτεινά σημεία του παρελθόντος του. Το 1966 το περιοδικό Der Spiegel ανέσυρε από την αφάνεια ένα μνημόνιο με ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 1944 (έξι μήνες πριν λήξει ο πόλεμος) όπου ένας συνάδελφός του είχε "καρφώσει" τον Kiesinger στον αρχηγό της SS Himmler ότι έκανε προπαγάνδα υπέρ της ηττοπάθειας στη Γερμανία και ότι παρεμπόδιζε τις αντιιουδαϊκές δράσεις τόσο στο τμήμα του όσο και σε μερικά άλλα.Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι πως το εν λόγω μνημόνιο που ανακάλυψε του Der Spiegel έχει την ίδια ημερομηνία σύνταξης με το έγγραφο Red House Report, ενώ σκανδαλιστικό είναι και το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η συνάντηση στο Στρασβούργο που αποδεικνύει ότι μεγάλη μερίδα Γερμανών αξιωματούχων έβλεπαν την ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο. Η αποκάλυψη αυτή ξέπλυνε τις όποιες υποψίες είχαν απομείνει για τον Kiesinger, ο οποίος μετά την παραίτηση του Ludwig Erhard έγινε καγκελάριος.







Ο Kurt Georg Kiesinger, καγκελάριος της Γερμανίας από το 1966 ως το 1969 στο εξώφυλλο του περιοδικού Time. 'Hταν υπεύθυνος λειτουργίας του ραδιοφωνικού τομέα προπαγάνδας του υπουργείου εξωτερικών. Έχοντας κάτω από τις εντολές του 192 άτομα ήταν ο συνδετικός κρίκος με τον υπουργό προπαγάνδας Joseph Goebbels.


Επιστρέφοντας χρονικά στο τέλος του πολέμου, να τονίσουμε πως μετά την υπογραφή παράδοσης της Γερμανίας οι σύμμαχοι συνέλαβαν, όσους θεωρούσαν υπεύθυνους για εγκλήματα πολέμου. Την ίδια περίοδο, με τη Δίκη της Νυρεμβέργης καταδίκασαν τους υπεύθυνους για τα δεινά του πολέμου. Στην προσπάθεια τους να απονείμουν δικαιοσύνη,μάλιστα, εμφανίζονται οι ίδιοι ως διώκτες, όμοιοι με τους κατηγορούμενους της Ναζιστικής Γερμανίας. «Πρέπει να είμαστε σκληροί με την Γερμανία και εννοώ γενικά και όχι μόνο με τους Ναζί. Θα πρέπει να ευνουχίσεις όλους τους Γερμανούς, είτε να τους μεταχειριστείς με ένα τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην μπορούν να δημιουργήσουν ανθρώπους που να θελήσουν να ακολουθήσουν την ίδια με αυτή τακτική, την οποία εφήρμοσαν στο παρελθόν» είχε πει ο Αμερικανός πρόεδρος Fr. Roosevelt. Σύμφωνα μάλιστα με τον ίδιο, ο Stalin κατά τη διάρκεια των συζητήσεων που είχαν οι σύμμαχοι, ζητούσε τη δολοφονία 50.000 Γερμανών αξιωματικών άνευ δίκης. Μήπως, όμως, ο πραγματικός λόγος της σκληρότητας ήταν ότι αναζητούσαν τις οικονομικές διασυνδέσεις των Γερμανών αξιωματούχων; Ή μήπως η σκληρότητα ήταν για τα μάτια του κόσμου ώστε να ικανοποιηθεί το λαϊκό αίσθημα των πολιτών της Ευρώπης και των χωρών που δεινοπάθησαν από τη γερμανική εισβολή;


Ας μη λησμονούμε πως ο Winston Churchill,ο σύγχρονος πατέρας της Ευρώπης στις 19 Σεπτεμβρίου 1946,ως αρχηγός της αντιπολίτευσης τότε στη Βρετανία, σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, ενώπιον «προσκεκλημένων από δεκάδες πανεπιστήμια 12 χωρών, καθώς και πολιτικών και αντιστασιακών αγωνιστών του πολέμου», όπου υπέδειξε τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη διεκπεραίωση των γενικών ευρωπαϊκών υποθέσεων, δεν δίστασε να καλέσει και την Γερμανία, μόλις 16 μήνες μετά την ήττα της,λησμονώντας τα όποια εγκλήματα. «Θα πρέπει να δημιουργήσουμε ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Μόνο έτσι εκατοντάδες εκατομμύρια θα είναι σε θέση να ατενίσουν με ελπίδα τις αξίες οι οποίες καθιστούν τη ζωή άξια του να ζει κανείς» είπε χαρακτηριστικά. Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσο η Ενωμένη Ευρώπη στηρίχτηκε στον κύκλο γερμανών βιομηχάνων του Himmler και του Scheid.




Ο Friedrich Flick της Daimler-Benz (με 48.000 νεκρούς στο ενεργητικό του από τα στρατόπεδα εργασίας) μέλος του ναζιστικού κόμματος,αν και βρέθηκε ένοχος εγκλημάτων πολέμου στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά αφέθηκε ελεύθερος. Ως το 1955 απέκτησε 100 εταιρείες και έγινε ο πέμπτος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο παίρνοντας το πλευρό των συμμάχων στον Ψυχρό Πόλεμο. Εδώ στο εξώφυλλο του DER SPIEGEL.


Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ πώς ο πόλεμος για την Γερμανία, αν και κατεδάφισε την χώρα και εξόντωσε κάθε υποδομή που είχε σε αστικό και βιομηχανικό επίπεδο, εντούτοις έκανε βαθύπλουτα πολλά από τα στελέχη της Ναζιστικής κυβέρνησης που αποκόμισαν εκατομμύρια μάρκα και στη συνέχεια επέστρεψαν σε θέσεις κλειδιά των Ευρωπαϊκών Χωρών. Πιο συγκεκριμένα, όταν το 1949 ο John McCloy ανέλαβε ύπατος αρμοστής των ΗΠΑ στην Γερμανία υπό την πίεση του καγκελαρίου Κόνραντ Αντενάουερ ελευθέρωσε πολλούς ναζί βιομηχάνους και πολιτικούς. Ανάμεσα τους ήταν και ο Herman Josef Abs, ταμίας του Χίτλερ, εξέχων στέλεχος του διοικητικού συμβουλίου της Deutsche Bank (1940-1945) και υπεύθυνος για την υποχρεωτική εκποίηση των εβραϊκής ιδιοκτησίας τραπεζών της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας. Επίσης, ήταν ο υπεύθυνος για την «σύναψη» των καταναγκαστικών κατοχικών δανείων στις χώρες που εισέβαλε το Γ’ Ράιχ, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Η μεταφορά πλούτου από τις κατεχόμενες χώρες στη Γερμανία είχε τετραπλασιάσει την περιουσία της Deutsche Bank, οδηγώντας στη φτώχεια και την εξαθλίωση τις χώρες της Ευρώπης.


Ο Abs ήταν και στα συμβούλια της IG Farben, της Daimler-Benz (οχήματα στρατού), της Siemens των Federal Railways, και της Lufthansa. Μετά τον πόλεμο ο Abs κρατήθηκε αιχμάλωτος από τους συμμάχους, αλλά τελικά οι Αμερικανοί τον «συγχώρησαν» και ανέλαβε οικονομικός σύμβουλος στην κατεχόμενη από τους Βρετανούς ζώνη. Τέθηκε επικεφαλής της διαχείρισης, των κονδυλίων του Σχεδίου Marshall και υπήρξε μέλος του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Οικονομικής Συνεργασίας (European League for Economic Co-operation) Στην ιδρυτική πράξη του οποίου (ο οργανισμός είχε σκοπό να διαχειριστεί το Σχέδιο Μarshall) αναφέρεται για πρώτη φορά η λέξη mondialisation – παγκοσμιοποίηση. Όταν ο Κόνραντ Αντενάουερ, ανέλαβε καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας, το 1949, ο Abs έγινε ο σημαντικότερος οικονομικός του σύμβουλος και δούλεψε σκληρά για να ανασυστήσει την Deutsche Bank, κάτι που έγινε το 1957, την ίδια χρονιά που υπεγράφη και η ιδρυτική συνθήκη της ΕΕ στην Ρώμη.


Στο μεταξύ, οι Ευρωπαίοι έχουν προχωρήσει στον ορισμό της ημέρας της Ενωμένης Ευρώπης μετά από προτροπή του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών Robert Schuman, μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας, ο οποίος στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί για τις φιλικές σχέσεις του με τη φιλο-ναζιστική κυβέρνηση του Vichy. Το 1950, πέντε μόλις χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, η 9η Μαΐου ορίζεται ως η ημέρα της Ενωμένης Ευρώπης και περνάει στη λήθη ο προηγούμενος ορισμός της, καθώς η 9η Μαΐου ήταν η ημέρα πάλης ενάντια στο φασισμό, διότι μια ημέρα πριν στις 8 Μαΐου 1945 το θηρίο της ναζιστικής Γερμανίας είχε παραδοθεί άνευ όρων στους συμμάχους.Η ημέρα της Ενωμένης Ευρώπης και η διακήρυξη Schuman οδηγούν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα.(ΕΚΑΧ). Οι ναζί βιομήχανοι μαζί με τους Γάλλους πολιτικούς είναι οι οδηγοί πίσω από την ΕΚΑΧ, τον πρόδρομο για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΚΑΧ ήταν ο πρώτος υπερεθνικός οργανισμός, που ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1951 από έξι ευρωπαϊκά κράτη. Ένα κατόρθωμα που δεν θα μπορούσε να γίνει αποκλειστικά και μόνο πάνω στις χρηματοδοτήσεις από τα πακέτα βοηθείας Marshal αλλά χρειάστηκε και την οικονομική δύναμη των γερμανών επιχειρηματιών.Είναι η εποχή όπου ξεκινάει ο Ψυχρός Πόλεμος και οι ΗΠΑ χρειάζονται τον γερμανικό χάλυβα για τον πολεμικό εξοπλισμό τους.


Ονόματα όπως ο Krupp, o Flick, o Benz, όλοι τους βασικοί χρηματοδότες και παραγωγοί εξοπλισμού και προμηθειών για το ναζιστικό καθεστώς, μεσουρανούν στη νέα Ευρώπη, καθώς είχαν τεράστια ποσά καταθέσεων από τις μεταφορές των κεφαλαίων τους στην Ελβετία, όπου κατόρθωσαν να διαφυλάξουν τον πλούτο τους. Υπολογίζεται πώς μόνο η προσωπική περιουσία του Friedrich Flick όπως υπολογίστηκε το 1972 είχε αξία 400.000.000 στερλίνες (κάπου 1 δις δολάρια σημερινής αξίας).


Ο Friedrich Flick της Daimler-Benz (με 48.000 νεκρούς στο ενεργητικό του από τα στρατόπεδα εργασίας) μέλος του ναζιστικού κόμματος στο οποίο δώρισε πάνω από 7 εκατ. μάρκα, βρέθηκε ένοχος εγκλημάτων πολέμου στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά αφέθηκε ελεύθερος. Ως το 1955 απέκτησε 100 εταιρείες και έγινε ο πέμπτος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο παίρνοντας το πλευρό των συμμάχων στον Ψυχρό Πόλεμο. Για να διατηρήσει μάλιστα την περιουσία του αρνήθηκε να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων του.


Άλλο μεγάλο όνομα ήταν ο Gustav Krupp. Ο Krupp πρόεδρος των γερμανών βιομηχάνων του Ράιχ και θαυμαστής του Χίτλερ που χαρακτηρίστηκε ως υπερ- Ναζί και μέσω του κληροδοτήματος γερμανών βιομηχάνων συγκέντρωνε χρήματα για τον Χίτλερ, ενώ υπήρξε και προμηθευτής των τανκ Panzer, πυροβόλων, πυρομαχικών, αντιαρματικών, αντιαεροπορικών και των υποβρυχίων του Γ΄ Ράιχ από το 1933. Παρά το γεγονός πως του απαγγέλθηκαν κατηγορίες ως εγκληματία πολέμου δεν δικάστηκε ποτέ. Ο υιός Alfried Krupp μέλος των SS ποτέ δεν αποκήρυξε την πίστη του στον Χίτλερ. Κατάσχεσε όλες τις βιομηχανίες των κατακτημένων χωρών και χρησιμοποίησε τους αιχμαλώτους, τους κομμουνιστές και τους εβραίους ως εργάτες στις επιχειρήσεις του. Για όλα αυτά καταδικάστηκε ως εγκληματίας πολέμου και η περιουσία του κατασχέθηκε. Ωστόσο, πήρε αμνηστία από τον John McCloy και του επεστράφη το μεγαλύτερο μέρος της αυτοκρατορίας του. Από το 1953 και μετά με μυστικές συμφωνίες και πωλήσεις όπλων η εταιρεία Krupp κατέστη κολοσσός, ενώ από το 1997 συγχωνεύτηκε με την Thyssen στην γνωστή μας Thyssen Krupp Stahl AG.Ένας ακόμη συνεργάτης του Χίτλερ ήταν ο Fritz Ter Meer, της I.G. Farben (παρασκευάστρια του Zyklon B). Ο Fritz υπήρξε επίτροπος εξοπλισμών και βιομηχανίας του Γ΄Ράιχ. Αν και καταδικάστηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αφέθηκε ελεύθερος και ανέλαβε πρόεδρος της Bayer AG, εταιρείας κολοσσού στην Ευρώπη.


Στο σύνολο των παραπάνω δεδομένων και ακόμα περισσότερων στοιχείων που πραγματικά εκπλήσσουν, προστίθεται, ένα ακόμα ερώτημα. Ακόμη και αν μεγάλα ονόματα της γερμανικής βιομηχανίας όπως ο Krupp και ο Flick κατάφεραν και πήραν τελικά απαλλαγή ενοχής από το δικαστήριο της Νυρεμβέργης με παρέμβαση του δικαστικού στελέχους των ΗΠΑ, Robert H. Jackson, πώς (και αν) διέφυγαν και που κρύφτηκαν άλλα στελέχη του Γ Ράιχ;

Ειδικά όταν Σοβιετικοί και Αμερικανοί είχαν ξεκινήσει ένα άνευ προηγουμένου ανθρωποκυνηγητό με σκοπό την δημόσια προβολή και το πολιτικό κέρδος. Κάποιοι αναφέρουν ότι πολλά στελέχη του Ναζιστικού Κόμματος βρήκαν καταφύγιο την Ισπανία του Φράνκο. Ας μη λησμονούμε πως μέχρι το 1944 οι κατάσκοποι του Χίτλερ είχαν το ελεύθερο διέλευσης μέσα από τη φρανκική Ισπανία, ενώ αρκετά γερμανικά υποβρύχια χρησιμοποιούσαν τις ισπανικές ακτές για ανεφοδιασμό. Το 1944 οι ΗΠΑ έκαναν επίσημο διάβημα γι' αυτή την κατάσταση και ο Φράνκο αναγκάστηκε να περιορίσει, τουλάχιστον επιφανειακά, την κίνηση των Γερμανών στη χώρα του, αν και ποτέ η συνεργασία εκείνη δεν διακόπηκε. Θεωρείται μάλιστα ότι συνεχίστηκε και μετά την πτώση του Γ΄Ράιχ. Κάποιοι άλλοι αναφέρουν την Ελβετία ως χώρα προορισμό των τραπεζικών αποθεμάτων των Γερμανών αξιωματούχων, άρα και των ιδίων. Ιδιαίτερη μνεία όμως γίνεται για την Αργεντινή και τη πόλη Σαν Κάρλος Ντε Μπαριλότσε, όπου κατέφυγαν πολλά εξέχοντα στελέχη του Γ΄Ράιχ με σκοπό να ανασυνταχθούν και να επιστρέψουν.


Με τις θεωρίες άλλοτε να καλύπτονται από τον μύθο και τα στοιχεία από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του FBI να παρουσιάζουν μια τρομακτική πραγματικότητα σχετικά με την προσπάθεια των Γερμανών αξιωματούχων και βιομηχάνων να επιστρέψουν στα ευρωπαϊκά σαλόνια ως οικονομικοί άρχοντες, ουδείς πλέον μπορεί να αποκλείσει το γεγονός πως η Δύση έκανε τα στραβά μάτια θέλοντας να αποκομίσει πέρα από τον γερμανικό χάλυβα και τις τεχνολογικές γνώσεις του Γ΄Ράιχ.Μετά το τέλος του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου, οι σύμμαχοι ενδιαφέρθηκαν ιδιαιτέρως για την απόκτηση της ναζιστικής τεχνολογίας, Πυρηνικοί αντιδραστήρες, αεροσκάφη Στελθ, συνθετικά καύσιμα, πύραυλοι V-2, πυραυλοκινητήρες, συστήματα τηλεκατεύθυνσης, κινητήρες jet, αλλά και αποτελέσματα πολλών βιοϊατρικών ερευνών και πειραμάτων ήταν κάποια από τα τεχνολογικά και επιστημονικά επιτεύγματα της Ναζιστικής Γερμανίας που θέλησαν να αποκτήσουν.


Στο μεταξύ μυστικά προγράμματα, όπως το PAPERCLIP, το PROJECT 63 και το NATIONAL INTEREST έδωσαν τη δυνατότητα σε πολλούς επιστήμονες της Ναζιστικής Γερμανίας να βρεθούν στις ΗΠΑ και να οικοδομήσουν για λογαριασμό των πρών αντιπάλων τους την εποχή της νέας τεχνολογίας. Την ίδια ώρα ηγετικός ρόλος που έλαχε σήμερα στη Γερμανία δεν ξυπνά απλώς τα φαντάσματα της Ιστορίας, αλλά μας βάζει στον πειρασμό να κάνουμε περίεργους συνειρμούς για το πως και ποιοι τελικά οικοδόμησαν την Ενωμένη Ευρώπη.


".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Ήταν, πράγματι, φιάσκο; Ευκαιρία αναθεώρησης της ελληνικής πολιτικής.




ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.
Η τουρκική πρόκληση, με την ασφαλή βόλτα στα Ίμια της στρατιωτικής ηγεσίας της, έτυχε τριών προσεγγίσεων:
Η μια ήταν η ελληνική κατά την οποία, ό,τι και να συμβεί, χρειάζεται ψύχραιμη αντίδραση. Αν αντιπαρέλθουμε την αίσθηση ότι η Αθήνα έχει μπερδέψει την ψυχραιμία με τη διαρκή χειμερία νάρκη, εδώ που οδήγησαν τα πράγματα οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας από το 1974 ως σήμερα, δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια για κάτι διαφορετικό. Εκτός, βεβαίως, και αν η πρόκληση είναι τόσο ιταμή, που η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να κλείσει τα μάτια.
Η τουρκική, πρόκληση, όμως δεν είχε τα ακραία χαρακτηριστικά ενός θερμού επεισοδίου. Διότι όταν επιδιώκεις θερμό επεισόδιο, δεν στέλνεις τους στρατηγούς σου στην πρώτη γραμμή. Οι στρατηγοί είναι για άλλες δουλειές.Ε
Τι ήθελαν, λοιπόν, οι Τούρκοι στρατηγοί στα Ίμια; Και εδώ, ερχόμαστε στη δεύτερη προσέγγιση του θέματος από την τουρκική κεμαλική αντιπολίτευση. Ο αντιπρόεδρος του CHP, του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, δηλαδή, κατηγόρησε την τουρκική κυβερνητική ηγεσία ότι έστειλε τους στρατιωτικούς στα Ίμια προς άγραν εθνικιστικών ψήφων. Φροντίζοντας, βεβαίως, να υπενθυμίσει πως οι ίδιοι είχαν στείλει όταν κυβερνούσαν, στρατιώτες που κατέλαβαν τα νησιά, αντί του show της ηγεσίας. Συναγωνισμός εθνικιστικού παροξυσμού στη γείτονα, για όσους λησμονούν τη φύση της τουρκικής αντιπολίτευσης.
Ο τουρκικός στρατός υφίσταται δεινή στρατιωτική ήττα στη Συρία και τα μηνύματα από τις εξελίξεις στην περιοχή δεν είναι καθόλου καλά.
Ρωσία και ΗΠΑ αποφάσισαν διαδικασία διαλόγου για να συμφωνήσουν στη μοιρασιά ενώ η Τουρκία είναι έξω από όλα. Και, εκτός αυτού, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν πηγαίνουν καθόλου καλά. Καλόν είναι η στρατιωτική καθήλωση της Τουρκίας στην alBab να αποτελέσει αναλυτικό μάθημα στις στρατιωτικές σχολές των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Επι πλέον, η κυβέρνηση Τράμπ αποφάσισε να παραχωρήσει τεθωρακισμένα οχήματα στις αραβοκουρδικές δυνάμεις της Συρίας για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, κάτι που είναι ένα επι πλέον χτύπημα στην Τουρκία.
Δεν αποκλείεται ο Ερντογάν να αναζητά τρόπους τακτικής υποχώρησης από το συριακό βάλτο, κρατώντας, όμως, υψηλό το φρόνημα της τουρκικής κοινής γνώμης, ενόψει του δημοψηφίσματος για την καθιέρωση προεδρικού συστήματος.
Η προσπάθειά του αυτή σε συνδυασμό με άλλα ανοικτά ζητήματα με την Ελλάδα («οκτώ», αμφισβήτηση, ανά τακτά διαστήματα ελληνικής κυριαρχίας, κλπ) τον οδήγησαν στο να εκμεταλλευτεί με αγοραίο τρόπο την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και να τη στείλει στα Ίμια, εν είδη τουριστικής ατραξιόν. Και, ω της δυστυχίας, για τον τουρκικό στρατό, που μέχρι προσφάτως υπαγόρευε τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού, υπήκουσε στην εξευτελιστική πρόταση του τούρκου προέδρου.
Αυτήν τη συμπεριφορά της τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας κατήγγειλε η τουρκική αντιπολίτευση χρεώνοντας στον αρχηγό ΓΕΕΘΑ της Τουρκίας πολιτικά παιχνίδια ενόψει του δημοψηφίσματος.
Η τελευταία κίνηση της Τουρκίας άγγιζε, πράγματι, το όριο του γελοίου αλλά, ο αναθεωρητισμός που χαρακτηρίζει την πολιτική της και η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, αποτελούν πραγματική απειλή.
Η μέχρι τώρα αντιμετώπισή της από ελληνικής πλευράς, μπορεί να αποσόβησε μια στρατιωτική ρήξη, δεν είναι, καθόλου σίγουρο, όμως, κατά πόσο δεν δημιουργεί καταστάσεις που η ελληνική διπλωματία θα συναντήσει μπροστά της καθώς κλιμακώνονται οι εξελίξεις.
Το διεθνές πεδίο είναι ρευστό και κανείς δεν γνωρίζει τι και πως θα υποστηρίξουν για τον επαναπροσδιορισμό της ισορροπίας δυνάμεων στις διάφορες περιοχές οι ισχυρές δυνάμεις.
Γι αυτό, η ορθότερη πολιτική, προς το παρόν, είναι η προσκόλληση σε συμμαχίες. Η Ελλάδα μόνη της δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της περιοχής της. Με αυτήν την έννοια η συμμετοχή στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης δεν έχει μόνο τη σημασία της οικονομικής βοήθειας αλλά, και του κύρους της συμμετοχής σε μια Ένωση χωρών που διαδραματίζει, ακόμη, ρόλο στην περιοχή.
Αν προσέξετε, άλλωστε, τις δηλώσεις του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, μονίμως αναφέρονται στην καταπάτηση ευρωπαϊκού εδάφους από την τουρκική στρατιωτική ηγεσία.
Υπάρχουν, όμως, και δύο άλλα ζητήματα:
Το πρώτο είναι αυτό που δήλωσε, δημοσίως, στρατιωτικός που διετέλεσε σε υψηλότατη θέση της ηγεσίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ότι τα επόμενα 10 χρόνια, ίσως, χρειαστεί να πολεμήσουμε με την Τουρκία.
Κανείς δεν θέλει να μιλά, ούτε και να ακούει, για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Δεν αποκλείεται, όμως, να συμβεί.
Και το ερώτημα είναι: δεν θα πρέπει να εθιστεί η ελληνική κοινή γνώμη στο ενδεχόμενο αυτό και, κυρίως, δεν θα πρέπει να αναθεωρηθεί το δόγμα αντιμετώπισης της Τουρκίας;
Και, ερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα: Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων και σε υψηλό στρατιωτικό επίπεδο, διατυπώνονται και διαφορετικές, από τη σημερινή, απόψεις, για τον τρόπο αντιμετώπισης της Τουρκίας. Δυστυχώς, όχι μόνο δεν εισακούονται αλλά, παρόλο που οι φορείς τους έχουν υπηρετήσει με επιτυχία σε υψηλές και κρίσιμες θέσεις με την πρώτη ευκαιρία αποστρατεύονται. Παρά τις αναγνωρισμένες ικανότητές τους. Γνωρίζουμε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Τα στελέχη αυτά αποφεύγουν να διατυπώσουν, δημοσίως, τις απόψεις τους για προφανείς λόγους. Υποστηρίζουν, όμως, πως ένας διάλογος στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων στη βάση των δικών τους προτάσεων θα πρέπει να γίνει.
Το ερώτημα είναι, γιατί δεν γίνεται αφού η σημερινή επιλογή είναι αναποτελεσματική;
Τέλος, δύο ακόμη ζητήματα:
Αν προσέξατε τη δήλωση της ηγεσίας των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ η ενέργειά τους είχε στρατιωτικά, επιθετικά χαρακτηριστικά, (αφού στρατιωτικοί είναι οι δρώντες και όχι πολιτικά πρόσωπα), μιλούσαν για ειρήνη και υπεράσπιση των τουρκικών συμφερόντων. Ας εστιάσουμε στην αντίφαση, ειρήνης και στρατιωτικής κίνησης. Τι σημαίνει αυτό; Πως η Τουρκία έχει επεξεργασμένο σχέδιο διάδοσης των θέσεών της διεθνώς. Δηλαδή, ενώ επιτίθεται με στρατιωτικές κινήσεις, μιλά για ειρήνη. Απαραίτητη προϋπόθεση να επιτύχεις το σκοπό σου και να γίνει, διεθνώς, αποδεκτός. Κάτι, που λείπει από την Ελλάδα.
Το απόλυτο δίκαιο να έχεις, αν αποφασίσεις να το διεκδικήσεις αντιδρώντας αμυντικά σε δυναμική επίθεση του αντιπάλου, πρέπει να υπάρχει πρόσφορο έδαφος στη διεθνή κοινή γνώμη για να σου αναγνωριστεί. Και τέτοιο έδαφος η Ελλάδα δεν μπόρεσε να καλλιεργήσει διεθνώς. Είναι μια αδυναμία που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Τέλος, η εποχή του «δεν διεκδικούμε τίποτε, δεν παραχωρούμε τίποτε» έχει παρέλθει. Τα συμφέροντα και οι δυναμικές στην περιοχή άλλαξαν και, τόσο η τακτική όσο και η ατζέντα των αιτημάτων της ελληνικής διπλωματίας, ίσως, θα πρέπει να αναθεωρηθούν.
Εν ολίγοις, θέλει δουλειά, όχι το γνωστό πολιτικό χαβαλέ στον οποίο έχει συνηθίσει το ελληνικό πολιτικό απαράτ. Και, κυρίως, χρειάζεται να προωθούνται ικανοί, και όχι ημέτεροι, στις κρίσιμες θέσεις.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........