Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Γιατί η Κίνα αγοράζει λιμάνια σε όλο τον κόσμο -τι έχει να κερδίσει ο Πειραιάς




Του Wade Shepard 
Σε μια προσπάθεια να ενισχύσει τη θέση της ως ναυτιλιακή δύναμη, να εξασφαλίσει σημαντικές αλυσίδες εφοδιασμού, να βελτιστοποιήσει τις διεθνείς εμπορικές της ικανότητες και να αναπτύξει γεωοικονομικό πλεονέκτημα, η Κίνα αγοράζει τα δικαιώματα ανάπτυξης και διαχείρισης μία αλυσίδας λιμένων που εκτείνεται από τις νότιες χώρες της Ασίας, έως τη Μέση Ανατολή, την Αφρική, την Ευρώπη, ακόμη και τη Νότια Αμερική.
Ενώ οι μεγάλες κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις άρχισαν να αγοράζουν λιμάνια σε όλο τον κόσμο σχεδόν "αθόρυβα" περίπου πριν από μια δεκαετία, τώρα, υπό το στρατηγικό πλαίσιο αυτού που ονομάστηκε θαλάσσιος "Δρόμος του Μεταξιού" του 21ου αιώνα (MSR) -το θαλάσσιο κομμάτι της ευρύτερης Πρωτοβουλίας "Belt and Road (BRI) - αυτές οι εξαγορές έχουν αποκτήσει τεράστια σημασία καθώς το διηπειρωτικό δίκτυο αρχίζει να διαμορφώνεται.Ε
Σχεδόν καθημερινά ακούει κανείς το "νέο" ότι κάποια κινεζική κρατική ναυτιλιακή εταιρεία αγόρασε ένα λιμάνι ή απέκτησε τα δικαιώματα να αναπτύξει ένα νέο τερματικό σταθμό σε έδαφος ή στη θάλασσα σε κάποια άλλη χώρα. Την προηγούμενη Δευτέρα, ανακαλύψαμε ότι η China Merchants Port Holdings μόλις αγόρασε το 90% του βραζιλιάνικου φορέα εκμετάλλευσης λιμένων TCP Participações για σχεδόν 1 δισ. δολάρια. Πριν από αυτό, ανακοινώθηκε ότι η επαρχία Jiangsu κατέβαλε 300 εκατ. δολάρια για να δημιουργήσει μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου γύρω από το Khalifa Port στο Άμπου Ντάμπι - ένα λιμάνι στο οποίο η Cosco απέκτησε νέο τερματικό στα τέλη του περασμένου έτους. Τον Ιούλιο η China Merchants ανέλαβε τον έλεγχο του θαλάσσιου λιμένα Hambantota της Σρι Λάνκα για 1,12 δισ. δολάρια. Στη συνέχεια, μπορεί να μάθουμε ότι η Λιθουανία τελικά επιτρέπει στην China Merchants να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στο λιμάνι της Klaipeda. Μόλις πέρυσι, η Κίνα επένδυσε περισσότερα από 20 δισ. δολάρια σε θαλάσσιους λιμένες σε ξένα εδάφη, διπλασιάζοντας το ποσό που επένδυσε το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με εκτιμήσεις των Financial Times.
Αυτές οι νέες εξαγορές προστίθενται στο ολοένα μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο των διεθνών λιμένων της Κίνας, το οποίο τώρα επεκτείνεται παγκοσμίως, με τερματικούς σταθμούς στην Ελλάδα, τη Μιανμάρ, το Ισραήλ, το Τζιμπουτί, το Μαρόκο, την Ισπανία, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Ακτή του Ελεφαντοστού, την Αίγυπτο και περίπου μια ντουζίνα ακόμη χώρες.
Ο Δρόμος του Μεταξιού
Ο θαλάσσιος Δρόμος του Μεταξιού του 21ου Αιώνα ανακοινώθηκε για πρώτη φορά από τον Xi Jinping στην Τζακάρτα ένα μήνα μετά την ανακοίνωση της πρωτοβουλίας Belt and Road (στη συνέχεια ονομάστηκε One Belt, One Road-Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος) στην Αστάνα το 2013. Το όραμα της Κίνας ήταν να αναπτύξει μια σειρά από τρία ενισχυμένα θαλάσσια δρομολόγια από την Κίνα στην Ευρώπη και την Αφρική, αποκτώντας νέα λιμάνια, κατασκευάζοντας νέες ζώνες, ακόμη και εντελώς νέες πόλεις. Αν και η πρωτοβουλία αυτή αρχικά αντιμετωπιζόταν με σκεπτικισμό και ακόμη και με χλευασμό από τη διεθνή κοινότητα, η Κίνα την υλοποίησε  κομμάτι-κομμάτι – λιμάνι-λιμάνι - και τώρα έχει δημιουργήσει κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο να χλευάσει ή να αγνοήσει κανείς.
Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα δημιούργησε μία πλήρως κρατική και παγκόσμια ναυτιλιακή αυτοκρατορία. Κρατικές εταιρείες-γίγαντες όπως η China Merchants και η Cosco Shipping διαχειρίζονται σήμερα 29 λιμάνια σε 15 χώρες και 47 τερματικούς σταθμούς σε 13 χώρες αντίστοιχα. Επιπλέον, άλλες, σχετικά μικρότερες κρατικές εταιρείες όπως η Shanghai International Port Group, η Ningbo Zhoushan Port και η Port of Lianyungang, επίσης, γίνονται μέρος αυτού του σχεδίου, αποκτώντας λιμάνια σε όλο τον κόσμο.
Τι σημαίνουν όλα αυτά;
Η θαλάσσια ναυτιλία είναι, σχεδόν εξ ορισμού, μια διεθνής υπόθεση και θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η πρόσφατη θαλάσσια επέκταση της Κίνας είναι πραγματικά κάτι μη συνηθισμένο. Μήπως δίνουμε υπερβολική έμφαση στις εξαγορές λιμανιών από την Κίνας χωρίς να δούμε τη μεγαλύτερη εικόνα;
Ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι διαχειριστές των λιμένων μιας χώρας κατέχουν και λειτουργούν τερματικά σε άλλες χώρες. Η PSA (Λιμενική Αρχή της Σιγκαπούρης) λειτουργεί τερματικούς σταθμούς σε 15 χώρες, η Maersk Line της Δανίας έχει 76 λιμάνια σε 41 χώρες, ενώ η ελβετική Mediterranean Shipping Co (MSC) διαθέτει 35 τερματικούς σταθμούς σε 22 χώρες και η DP World του Ντουμπάι διαθέτει 77 λιμάνια σε 40 χώρες. Επομένως, αν εξετάσουμε απλώς τους αριθμούς, φαίνεται ότι οι κινήσεις της Κίνας βρίσκονται σε αντιστοιχία με αυτές στον υπόλοιπο κόσμο.
Ωστόσο, υπάρχουν συχνά μερικές βασικές διαφορές μεταξύ του τρόπου λειτουργίας των ναυτιλιακών εταιρειών της Κίνας σε διεθνές επίπεδο και του πώς φαίνονται και γίνονται αντιληπτά τα projects τους.
"Οι εταιρείες Cosco και China Merchants Holdings - σε αντίθεση με την PSA και την DP World - δεν λειτουργούν υπό μια πλήρως εμπορική λογική, αλλά πρέπει παράλληλα να ευθυγραμμιστούν με τις κρατικές πολιτικές, όπως η πρωτοβουλία Belt and Road", εξήγησε ο Olaf Merk του Διεθνούς Φόρουμ Μεταφορών του ΟΟΣΑ. "Έτσι εξηγείται η προθυμία τους να πληρώσουν υψηλότερα τιμήματα για ορισμένους τερματικούς σταθμούς από οποιαδήποτε άλλη διαχειρίστρια".
Μια συγκεκριμένη περίπτωση: Η Cosco Shipping έλαβε χρηματοδότηση με τουλάχιστον 26,1 δισ. δολαρίων από την αναπτυξιακή τράπεζα της Κίνας για να τα επενδύσει σε projects του Belt and Road νωρίτερα φέτος.
Παρά το γεγονός ότι η απόκτηση λιμένων από την Κίνα έχει σημαντικά οικονομικά κίνητρα, υπάρχει και μια έντονα πολιτική διάσταση.
Ενώ οι εξαγορές των διεθνών λιμένων από την Κίνα μπορεί αρχικά να αντιμετωπιστούν ως επιθετικοί ελιγμοί, η φύση τους είναι εγγενώς αμυντική. Με το να κατέχει και να διαχειρίζεται ένα σύνθετο δίκτυο βασικών κόμβων σε όλη την Ασία, την Ευρώπη και την Αφρική, η Κίνα μπορεί ουσιαστικά να ελέγχει ένα τεράστιο τμήμα της αλυσίδας εφοδιασμού για βασικά εμπορεύματα - όπως ενεργειακούς πόρους από τη Μέση Ανατολή – και να διαμορφώνει τους εμπορικούς δρόμους για τις εξαγωγές της. Η Κίνα μπορεί να είναι πιο ανεξάρτητη, ενώ μειώνεται η πολιτική και οικονομική επιρροή που μπορούν να της ασκήσουν άλλες χώρες.
Οι συμμετοχές της Κίνας σε διεθνείς λιμένες τείνουν να είναι πολύ στρατηγικά τοποθετημένες, όχι μόνο επειδή συνδέονται μεταξύ τους σημείο-προς-σημείο σε ολόκληρο τον χάρτη της Ευρασίας αλλά και επειδή συνδέονται με τον οδικό Δρόμο του Μεταξιού σε διασταυρώσεις-κλειδιά, παρέχοντας στην Κίνα μια νέα σειρά επιλογών για την εμπορία προϊόντων και αγαθών εντός κι εκτός της χώρας - μια σειρά από "πίσω πόρτες", αν θέλετε. Θεωρητικά, αν ένας εμπορικός δρόμος καταρρεύσει, η Κίνα μπορεί να τον παρακάμψει αυξάνοντας την εμπορική ροή σε κάποιον άλλο.
Παράδειγμα: Η Ειδική Οικονομική Ζώνη Kyauk Phyu ύψους 10 δισ. δολαρίων στην Μιανμάρ δεν εξελίσσεται μόνο σε κινέζικο εμπορικό/κατασκευαστικό επίκεντρο στις παρυφές της Νοτιοανατολικής και Νότιας Ασίας, αλλά είναι και ένα από τα σημεία όπου συνδέονται οι θαλάσσιοι και χερσαίοι δρόμοι του Δρόμου του Μεταξιού της Κίνας με ένα διάδρομο που εκτείνεται βόρεια προς το Kunming της νοτιοδυτικής Κίνας, το οποίο έχει ήδη εφοδιαστεί με αγωγούς φυσικού αερίου και πετρελαίου. Αυτό "ανοίγει" στην Κίνα μια άμεση διαδρομή προς τη θάλασσα για αποστολές προϊόντων ενέργειας που προέρχονται από τη Μέση Ανατολή και παρακάμπτουν εντελώς το Στενό Malacca -που ελέγχεται από τις ΗΠΑ-, σημείο το οποίο θεωρητικά θα μπορούσε να αποτρέψει το εμπόριο της Κίνας σε μια περίοδο κρίσης, από τους δυτικούς θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους.
Αυτές οι νέες συμμετοχές στα λιμάνια εμπλέκουν επίσης την Κίνα στον πολιτικό και οικονομικό ιστό του κόσμου. Aυτό που κερδίζει η Κίνα είναι ισχυρές βάσεις στη διεθνή σκηνή, που θα μπορέσουν να αντέξουν για δεκαετίες, δημιουργώντας ένα νέο γεωοικονομικό παράδειγμα κατά τη διαδικασία. Τη στιγμή που οι διεθνείς ηγέτες "φορούν τα χαμογελαστά τους πρόσωπα" και μιλούν για "win-win" συνεργασίες, τα διεθνή έργα υποδομής όπως τα ναυτιλιακά έργα της Κίνας ορίζουν τις νέες δυναμικές του 21ου αιώνα, με το οικονομικό πλεονέκτημα να αποτελεί το "όπλο επιλογής” της.
"Οι μεγάλες επενδύσεις παρέχουν επίσης στην Κίνα γεωπολιτική επιρροή σε διάφορες περιοχές του κόσμου, όπως η Νότια Ασία, η Αφρική και η Μεσόγειος, με τις χώρες στις οποίες η Κίνα έχει λιμάνια να εμφανίζονται λιγότερο ικανές να αντιμετωπίσουν τα κινεζικά συμφέροντα ή θέσεις", πρόσθεσε ο Merk.
"Η εμπλοκή της Κίνας σε ξένους λιμένες συμβάλλει στην ανάδειξή της ως παγκόσμια δύναμη", εκτίμησε ο Frans-Paul van der Putten, συντάκτης του δημοφιλούς ενημερωτικού δελτίου New Silk Road του Ινστιτούτου Clingendael. "Σε διάφορες χώρες της Ασίας, της Αφρικής, της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, οι κινεζικές κρατικές εταιρείες και η κινεζική κυβέρνηση αποκτούν μακροπρόθεσμη οικονομική επιρροή ως χρηματοδότες, κατασκευαστές, φορείς εκμετάλλευσης, ιδιοκτήτες και μεγάλοι πελάτες λιμανιών και σχετικών με τα λιμάνια περιουσιακών στοιχείων. Δεδομένου του καθοριστικού ρόλου που διαδραματίζουν συχνά οι λιμένες στις εθνικές οικονομίες, μια τέτοια επιρροή μπορεί να οδηγήσει σε έναν ορισμένο βαθμό πολιτικού πλεονεκτήματος".
Ένας άλλος σημαντικός τομέας στον οποίο οι εξαγορές των λιμανιών της Κίνας διαφέρουν από εκείνες άλλων χωρών είναι το γεγονός ότι συχνά η Κίνα δεν αναπτύσσει μόνο θαλάσσια λιμάνια αλλά πλήρεις οικονομικές ζώνες, οι οποίες γενικά περιλαμβάνουν βιομηχανικές περιοχές, επιχειρηματικά κέντρα, σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά καιρούς, έργα στέγασης. Με την Κίνα, οι αναδυόμενες αγορές μπορούν να αποκτήσουν μία τάση ανάπτυξης μεμιάς.
"Η κινεζική υπερπόντια λιμενική επένδυση συνήθως περιλαμβάνει μια ολόκληρη σειρά κινεζικών κρατικών επιχειρήσεων: μια κινεζική τράπεζα ή μία αναπτυξιακή τράπεζα, μια κινεζική εταιρεία κατασκευής λιμανιών και έναν κινεζικό φορέα εκμετάλλευσης", εξήγησε ο Merk. "Ένα νέο λιμάνι πρέπει να χρηματοδοτηθεί, να σχεδιαστεί, να κατασκευαστεί, να διαχειριστεί, να υποστεί εκβάθυνση και να εξυπηρετηθεί: πρόκειται για επιχειρηματικές δραστηριότητες που οι κινεζικές επιχειρήσεις είναι πρόθυμες να παράσχουν".
Ένα καλό παράδειγμα αυτών των "all inclusive" projects είναι η Hambantota, στη νότια Σρι Λάνκα. Το Hambantota δεν προορίζεται μόνο να γίνει η τοποθεσία ενός λιμανιού βαθέων υδάτων, αλλά θα αποτελέσει ένα εντελώς νέο οικονομικό οικοσύστημα, με μια τεράστια βιομηχανική ζώνη, ένα εργοστάσιο υγροποιημένου φυσικού αερίου, ένα συνεδριακό κέντρο, γήπεδα, μια τουριστική περιοχή που χτίστηκε σε αποκατεστημένη γη και έναν αερολιμένα (ο οποίος σήμερα είναι ένας από τους λιγότερο αξιοποιημένους διεθνείς αερολιμένες στον πλανήτη).
Τι κερδίζουν οι άλλες χώρες; 
Η ωφέλεια των διεθνών λιμενικών έργων της Κίνας δεν αφορά μόνο την Κίνα, καθώς συχνά τα έργα αυτά έχουν άμεση θετική επίδραση στις τοπικές και περιφερειακές οικονομίες στις οποίες αναπτύσσονται. Όπως επισημαίνει ο Merk, οι κινεζικές επενδύσεις στο ελληνικό λιμάνι του Πειραιά, το έχουν μετατρέψει σε έναν από τους κυριότερους μεσογειακούς κόμβους, με το λιμάνι να παρουσιάζει θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι επενδύσεις από την Cosco της Κίνας σημαίνουν ότι το λιμάνι είναι πιο πιθανό να προσελκύσει κινεζικό φορτίο”.
Αυτό που προσφέρει η Κίνα είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις για τις οποίες διψούν οι αναδυόμενες αγορές, οι διαφοροποιημένες οικονομίες και κάποιες από τις στάσιμες χώρες της Ευρώπης, παρέχοντας στις χώρες έργα υποδομής μεγάλης κλίμακας που δεν θα μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά και στη συνέχεια παρέχοντας το φορτίο, για να τις καταστήσουν επιτυχημένες. Ουσιαστικά, η Κίνα φροντίζει και για τις δύο πλευρές της δυναμικής προσφοράς και ζήτησης - γίνεται τόσο αγοραστής όσο και πωλητής των αγαθών και υπηρεσιών που δημιουργούν αυτές οι νέες οικονομικές ζώνες με επίκεντρο τον λιμένα - και επιτρέπουν στις χώρες που φιλοξενούν τις επενδύσεις της να επωφεληθούν από τα οικονομικά οφέλη που αποφέρουν οι επενδύσεις.
Ενώ οι εξαγορές των διεθνών λιμανιών από την Κίνα μπορεί να φαίνονται σαν ένα ακόμη παράδειγμα της οικονομικής πολιτικής της χώρας, όπου η ζήτηση δημιουργείται αρχικά τεχνητά για να απορροφήσει την προσφορά έως ότου εμφανιστούν πιο αισιόδοξες δυνάμεις της αγοράς, ωστόσο η Κίνα έχει αποδείξει ότι αυτή η μορφή μακροπρόθεσμης, πολύπλευρης ανάπτυξης μπορεί να δουλέψει. Οι περισσότερες από τις λεγόμενες πόλεις-φαντάσματα της Κίνας, οι οποίες χτίστηκαν στη φάση της μαζικής αστικοποίησης μεταξύ του 2003 και του 2012, έχουν γίνει πλέον ζωντανοί οικονομικοί κόμβοι.
Η πρωτοβουλία Belt and Road της Κίνας δεν αφορά το σήμερα, αλλά το αύριο, το επόμενο έτος και 50 χρόνια από σήμερα, όταν η Κίνα θα διαθέτει ένα πλήρες δίκτυο λιμένων και εμπορικών δρόμων σε όλο τον κόσμο και θα αποκτήσει ένα ισχυρό σύνολο μοχλών που θα της δίνουν τον πλήρη έλεγχο της αλυσίδας εφοδιασμού της και το γεωοικονομικό πλεονέκτημα για να λειτουργεί όπως θέλει".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Τρόμος στη Βρετανία: Τι γνώριζε η Τερέζα Μέι;







Αυτό που δεν λέγεται στην προεκλογική περίοδο της Βρετανίας είναι το εξής: Οι αιτίες της θηριωδίας στο Μάντσεστερ, με τη δολοφονία είκοσι δύο νέων κυρίως ανθρώπων από έναν τζιχαντιστή, αποκρύπτονται προκειμένου να προστατευθούν τα μυστικά της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής.




του John Pilger*

Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο στα αγγλικά στην προσωπική σελίδα του Pilger

Κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, όπως το γιατί οι υπηρεσίες ασφαλείας της MI5 δεν έκαναν τίποτα ενώ είχαν στοιχεία για τρομοκράτες και γιατί η κυβέρνηση δεν προειδοποίησε το κοινό για την απειλή και τώρα απλά υπόσχεται διεξαγωγή «εσωτερικής έρευνας».

Ο φερόμενος ως βομβιστής αυτοκτονίας, Salman Abedi, ήταν μέλος μιας εξτρεμιστικής ομάδας με το όνομα LIFG (Libyan Islamic Fighting Group) που μεσουρανούσε στο Μάντσεστερ και η οποία καλλιεργήθηκε και χρησιμοποιήθηκε από την MI5 για πάνω από 20 χρόνια.

Η LIFG έχει χαρακτηριστεί στη Βρετανία ως τρομοκρατική οργάνωση που αποσκοπεί «στην εγκαθίδρυση σκληρού ισλαμικού κράτους στη Λιβύη» και που «ήταν μέρος ενός μεγαλύτερου εξτρεμιστικού κινήματος που εμπνεύσθηκε από την Αλ-Κάιντα».


ΕΗ «καπνιστή κάννη» όμως είναι ότι όταν η Τερέζα Μέι ήταν υπουργός Εσωτερικών οι τζιχαντιστές της LIFG ήταν ελεύθεροι να ταξιδεύουν απρόσκοπτα στην Ευρώπη και μάλιστα ενθαρρύνονταν να «μπουν στη μάχη»: αφενός για να καθαιρέσουν τον Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη και αφετέρου για να συνεργαστούν με την Αλ-Κάιντα στη μάχη της Συρίας.

Πέρυσι το FBI συμπεριέλαβε τον Abedi σε λίστα παρακολούθησης τρομοκρατών και ενημέρωσε την MI5 ότι η οργάνωσή του αναζητούσε πολιτικό στόχο στη Βρετανία. Γιατί δεν συνελήφθη και γιατί οι άνθρωποι του δικτύου του δεν απετράπησαν από τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της θηριωδίας της 22ας Μαΐου;

Αυτές οι ερωτήσεις προκύπτουν εξαιτίας μιας διαρροής του FBI που καταρρίπτει την θεωρία του «μοναχικού λύκου» μετά την επίθεση της 22ας Μαΐου, εξ ου και η, εν μέσω πανικού, ασυνήθιστη αγανάκτηση από το Λονδίνο προς την Ουάσινγκτον και η συγγνώμη του Τράμπ.

Η θηριωδία στο Μάντσεστερ ξεσκεπάζει τη βρετανική εξωτερική πολιτική με την φαουστιανού τύπου συμμαχία με το εξτρεμιστικό Ισλάμ, ιδιαίτερα με τη σέχτα που είναι γνωστή ως ουαχαμπισμός ή σαλαφισμός και της οποίας ο βασικός θεματοφύλακας και τραπεζίτης είναι το πετρελαϊκό βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, ο μεγαλύτερος πελάτης όπλων της Μεγάλης Βρετανίας.

Αυτός ο αυτοκρατορικός γάμος πάει πίσω στην ιστορία μέχρι τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις πρώτες μέρες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο. Ο στόχος της βρετανικής πολιτικής ήταν να σταματήσει ο παναραβισμός, όταν τα αραβικά κράτη ανέπτυξαν σύγχρονα κοσμικά κράτη και διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους από την αυτοκρατορική Δύση και τον έλεγχο των πόρων τους. Η δημιουργία ενός αρπακτικού Ισραήλ σχεδιάστηκε για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Από τότε ο παναραβισμός έχει συνθλιβεί. Ο στόχος, πλέον, είναι η τακτική του «Διαίρει και Βασίλευε».

Το 2011, σύμφωνα με το Middle East Eye, η LIFG ήταν γνωστή στο Μάντσεστερ ως «τα αγόρια του Μάντσεστερ». Λόγω της αδυσώπητης εναντίωσής τους στον Μουαμάρ Καντάφι θεωρήθηκαν υψηλός κίνδυνος και ορισμένοι από αυτούς τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό με εντολές των μυστικών υπηρεσιών, όταν ξέσπασαν διαδηλώσεις κατά του Καντάφι στη Λιβύη, μια χώρα σφυρηλατημένη από μυριάδες φυλετικές εχθρότητες.

Ξαφνικά οι περιοριστικές εντολές αναιρέθηκαν. «Ήμουν ελεύθερος να φύγω χωρίς να με ρωτήσουν τίποτα» είπε ένα από τα μέλη της LIFG. Η ΜΙ5 τους επέστρεψε τα διαβατήρια και η αντιτρομοκρατική αστυνομία στο αεροδρόμιο του Χίθροου ενημερώθηκε ότι ήταν ελεύθεροι να επιβιβαστούν στις πτήσεις τους.

Η ανατροπή του Καντάφι, που ήλεγχε τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου στην Αφρική, είχε σχεδιαστεί από καιρό στην Ουάσινγκτον και το Λονδίνο. Σύμφωνα με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, η LIFG έκανε αρκετές απόπειρες δολοφονίας του Καντάφι στη δεκαετία του '90, που χρηματοδοτήθηκαν από τις βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας. Τον Μάρτιο του 2011, η Γαλλία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ άδραξαν την ευκαιρία της «ανθρωπιστικής επέμβασης» και επιτέθηκαν στη Λιβύη. Τους συνέδραμε το ΝΑΤΟ υπό την κάλυψη της απόφασης του ΟΗΕ για την «προστασία των πολιτών».

Πέρυσι το Σεπτέμβριο, μια έρευνα της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων σημείωσε ότι, ο τότε πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον, είχε οδηγήσει τη χώρα του σε πόλεμο εναντίον του Καντάφι βάσει μιας «σειράς εσφαλμένων υποθέσεων» και ότι η επίθεση «είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους στην Βόρεια Αφρική». Η επιτροπή, μάλιστα, επικαλέστηκε την «έντονη» περιγραφή του Ομπάμα για τον ρόλο του Κάμερον στη Λιβύη ως ένα «shit show» (σόου με σκατά).

Στην πραγματικότητα, ο Ομπάμα ήταν που έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «shit show» τον οποίο προέτρεψε η πολεμοκάπηλη υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, και ένα ΜΜΕ που υποστήριζε ότι ο Καντάφι σχεδίαζε γενοκτονία εναντίον του λαού του. «Γνωρίζαμε… ότι αν περιμέναμε ακόμα μια ημέρα», δήλωσε ο Ομπάμα, «η πόλη της Βεγγάζης, η οποία είναι στο μέγεθος της Σαρλόττα, θα μπορούσε να υποστεί μια σφαγή που θα επεκτεινόταν σε όλη την περιοχή και θα άφηνε μόνιμα σημάδια στην συνείδηση του κόσμου».

Η ιστορία της σφαγής κατασκευάστηκε από σαλαφιστές στρατιώτες που είχαν σχεδόν ηττηθεί από τις κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις της Λιβύης. Είπαν στο Reuters ότι θα «έτρεχε αίμα» και ότι «η σφαγή θα ήταν ανάλογη με αυτή της Ρουάντα». Η Εξεταστική Επιτροπή ανέφερε ότι «η υπόθεση ότι ο Μουαμάρ Καντάφι θα διέταζε τη σφαγή αμάχων στη Βεγγάζη δεν υποστηρίχθηκε από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία».

Η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ κατέστρεψαν αποτελεσματικά το σύγχρονο κράτος της Λιβύης. Σύμφωνα με τα δικά του αρχεία, το ΝΑΤΟ οργάνωσε 9.700 χτυπήματα εκ των οποίων το ένα τρίτο έπληξε πολιτικούς στόχους. Ανάμεσα στα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν βόμβες διασποράς και πύραυλοι με κεφαλές ουρανίου. Οι πόλεις Μιζράτα και Σύρτη ισοπεδώθηκαν. Η UNICEF, η οργάνωση του ΟΗΕ για τα παιδιά, ανέφερε ότι ένα μεγάλο μέρος των παιδιών που σκοτώθηκαν σε αυτές τις επιθέσεις ήταν κάτω των 10 ετών.

Πέραν της ανάπτυξης του Ισλαμικού Κράτους -το ISIS είχε ήδη καταλάβει το ερειπωμένο Ιράκ μετά την εισβολή του Μπλερ και του Μπους το 2003- οι «μεσσαιωνιστές» είχαν τώρα όλη τη Βόρεια Αφρική ως βάση. Η επίθεση προκάλεσε επίσης κύμα προσφύγων που διέφυγαν στην Ευρώπη.

Στην Τρίπολη υποδέχθηκαν τον Κάμερον ως «απελευθερωτή» ή τουλάχιστον έτσι το φαντάστηκε. Τα πλήθη που ζητωκραύγαζαν περιελάμβαναν εκείνους που είχαν υποστηριχθεί και εκπαιδευτεί από τις ειδικές δυνάμεις της Βρετανίας και εμπνεύστηκαν από το Ισλαμικό Κράτος. Ομάδες όπως «τα αγόρια του Μάντσεστερ».

Για τους Αμερικάνους και τους Βρετανούς, το αληθινό έγκλημα του Καντάφι ήταν η εικονοκλαστική του ανεξαρτησία και το σχέδιό του να εγκαταλείψει τη χρήση του πετροδολάριου, τον πυλώνα της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Είχε προνοητικά προγραμματίσει να φέρει ένα κοινό αφρικανικό νόμισμα με αναλογία σε χρυσό, να  δημιουργήσει μια Παναφρικανική Τράπεζα και να προωθήσει την οικονομική ένωση μεταξύ των φτωχών κρατών με τους πολύτιμους πόρους. Είτε αυτό θα συνέβαινε ποτέ είτε όχι, η ιδέα ήταν εντελώς απαράδεκτη για τις ΗΠΑ καθώς προετοίμαζε την είσοδό της στην Αφρική, δωροδοκώντας τις αφρικανικές κυβερνήσεις μέσω «στρατιωτικών συνεργασιών».

Ο έκπτωτος δικτάτορας έτρεξε να σώσει τη ζωή του. Ένα αεροσκάφος της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας εντόπισε την αυτοκινητοπομπή του και στα αποκαϊδια της Σύρτης σοδομίστηκε με ένα μαχαίρι από έναν φανατικό που περιγράφτηκε στις ειδήσεις ως «επαναστάτης».

Έχοντας λεηλατήσει το αξίας 30 δισ. δολαρίων οπλοστάσιο της Λιβύης, οι «επαναστάτες» προχώρησαν νότια, τρομοκρατώντας πόλεις και χωριά. Διέσχισαν το υποσαχάριο Μαλί, κατέστρεψαν την εύθραυστη σταθερότητα της χώρας και τελικά οι πάντα πρόθυμοι Γάλλοι έστειλαν μαχητικά αεροσκάφη και στρατεύματα στην πρώτη αποικία τους για «να καταπολεμήσουν την Αλ-Κάιντα», μια απειλή που είχαν βοηθήσει οι ίδιοι να δημιουργηθεί.

Στις 14 Οκτωβρίου του 2011, ο πρόεδρος Ομπάμα ανακοίνωσε ότι στέλνει στρατεύματα των ειδικών δυνάμεων στην Ουγκάντα για να πάρουν μέρος στον εμφύλιο πόλεμο εκεί. Τους επόμενους μήνες στρατεύματα των ΗΠΑ στάλθηκαν και στο Νότιο Σουδάν, το Κονγκό και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Μετά την εξασφάλιση της Λιβύης, η αμερικανική εισβολή στην αφρικανική ήπειρο ήταν σε εξέλιξη, σε μεγάλο βαθμό μακριά από το φως της δημοσιότητας.

Στο Λονδίνο, η κυβέρνηση οργάνωσε μια από τις μεγαλύτερες εκθέσεις όπλων στον κόσμο. Η ατραξιόν ανάμεσα στα περίπτερα ήταν η «επίδειξη δύναμης στη Λιβύη». Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο του Λονδίνου παρουσίασε μια ημερίδα με θέμα «Μέση Ανατολή: Μια τεράστια αγορά για τις εταιρείες άμυνας και ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου». Οικοδεσπότης ήταν η Βασιλική Τράπεζα της Σκωτίας (RBS), σημαντικός επενδυτής σε βόμβες διασποράς που χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς κατά των πολιτικών στόχων στη Λιβύη. Το σλόγκαν για το πάρτι της Τράπεζας ήταν «Ευκαιρίες χωρίς προηγούμενο για τις επιχειρήσεις άμυνας και ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου».

Τον περασμένο μήνα, η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι βρισκόταν στη Σαουδική Αραβία για μια συμφωνία πώλησης όπλων αξίας 3 δισεκατομμυρίων λιρών Αγγλίας, που χρησιμοποίησαν οι Σαουδάραβες κατά της Υεμένης. Από τις Αίθουσες Ελέγχου στο Ριάντ, οι βρετανοί στρατιωκοί σύμβουλοι βοηθούν τις βομβιστικές επιδρομές της Σαουδικής Αραβίας, που έχουν οδηγήσει στη δολοφονία περισσότερων από 10.000 πολιτών. Πλέον τα σημάδια του λιμού είναι εμφανή. Ένα παιδί στην Υεμένη πεθαίνει κάθε 10 λεπτά από ιάσιμες ασθένειες, σύμφωνα με τη UNICEF.

Η θηριωδία στο Μάντσεστερ ήταν προϊόν μιας τέτοιας αδυσώπητης βίας της κυβέρνησης σε μακρινούς τόπους, μεγάλο μέρος της οποίας χρηματοδοτήθηκε από τη Βρετανία. Οι ζωές και τα ονόματα των θυμάτων δεν θα γίνουν ποτέ γνωστά.

Αυτή η αλήθεια όμως δεν βρίσκει το δρόμο της στη δημοσιότητα, όπως συνέβη και στη βομβιστική επίθεση στο μετρό του Λονδίνου στις 7 Ιουλίου 2005. Περιστασιακά κάποιος σπάει τη σιωπή, όπως όταν ένας Λονδρέζος διέκοψε τη ζωντανή σύνδεση του CNN και είπε «Ιράκ! Εισβάλαμε στο Ιράκ. Τι περιμένατε να συμβεί; Εμπρός, μιλήστε για αυτό».

Σε μια μεγάλη συγκέντρωση ΜΜΕ που παρακολούθησα, πολλοί από τους σημαντικούς καλεσμένους μίλησαν για το Ιράκ και τον Μπλερ ως ένα είδος κάθαρσης για αυτό που δεν τολμούσαν να πουν επαγγελματικά και δημοσίως.

Ωστόσο, προτού εισβάλει στο Ιράκ, ο Μπλερ είχε προειδοποιηθεί από την Επιτροπή Πληροφοριών, ότι «η απειλή της Αλ-Κάιντα θα αυξηθεί με την ανάληψη οποιασδήποτε στρατιωτικής δράσης στο Ιράκ […] Η παγκόσμια απειλή από άλλες ισλαμιστικές τρομοκρατικές ομάδες και μεμονωμένα άτομα θα αυξηθεί σημαντικά».

Ακριβώς όπως ο Μπλερ μετέφερε στη βρετανική καθημερινότητα τη βία από το αιματηρό «shit show» του ιδίου και του Τζορτζ Μπους, έτσι και ο Ντέιβιντ Κάμερον, υποστηριζόμενος από την Τερέζα Μέι, συνέθεσε το έγκλημά του στη Λιβύη και τις τρομακτικές του συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που σκοτώθηκαν ή ακρωτηριάστηκαν στο Μάντσεστερ Αρένα στις 22 Μαΐου.

Η προσπάθεια απόκρυψης ξεκίνησε και πάλι και δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Ο Salman Abedi ενήργησε μόνος του. Ήταν το πολύ-πολύ ένας μικρός εγκληματίας. Το εκτεταμένο δίκτυό του, που αποκαλύφθηκε την περασμένη εβδομάδα από την αμερικανική διαρροή, έχει εξαφανιστεί. Αλλά οι ερωτήσεις είναι ακόμα εδώ.

Γιατί ο Abedi ήταν σε θέση να ταξιδέψει ελεύθερα μέσω της Ευρώπης στη Λιβύη και πίσω στο Μάντσεστερ λίγες ημέρες πριν το τρομερό του έγκλημα; Είχε ενημερωθεί η Τερέζα Μέι από την ΜΙ5 ότι το FBI τον είχε εντοπίσει ως μέρος ενός ισλαμικού πυρήνα που σκόπευε να επιτεθεί σε πολιτικό στόχο στη Βρετανία;

Στην τρέχουσα προεκλογική εκστρατεία, ο ηγέτης των Εργατικών, Τζέρεμι Κόρμπιν, έκανε μια γενικόλογη αναφορά σε «έναν πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που απέτυχε». Όπως γνωρίζει, όμως, δεν ήταν ποτέ πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, αλλά ένας πόλεμος κατάκτησης και υποταγής. Παλαιστίνη, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία… Το Ιράν λέγεται ότι είναι το επόμενο. Πριν ένα νέο Μάντσεστερ ποιος θα βρει το θάρρος να το πει αυτό;

".

*John Pilger
Ο John Pilger είναι βραβευμένος Αυστραλός δημοσιογράφος και ντοιμαντερίστας που ζει και εργάζεται στη Μεγάλη Βρετανία από το 1962. Έχει βραβευτεί για το δημοσιογραφικό του έργο δύο φορές ως Δημοσιογράφος της Χρονιάς και έχει λάβει άλλα επτά βραβεία για το δημοσιογραφικό του έργο. Βραβεία έχουν αποδοθεί και στα 15 ντοκιμαντέρ του.
πηγη  thepressproject
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Τράπεζες και τοκογλύφοι στην αρχαία Ελλάδα

Οι τράπεζες, ένας από τους βασικούς παράγοντες της ελεύθερης οικονομίας, συχνά τον τελευταίο καιρό απασχολούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Διάφορα συμβάντα, λόγου χάρη συγχωνεύσεις ή αγοραπωλησίες τραπεζών, έχουν αποτέλεσμα τραπεζικά θέματα να βρίσκονται στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Προ ημερών, σε σχετική συζήτηση, διαπίστωσα ότι οι συνομιλητές μου ξαφνιάστηκαν όταν έκανα λόγο για τράπεζες και στην αρχαία Ελλάδα και ίσως την ίδια αντίδραση να έχουν και πολλοί από τους αναγνώστες της επιφυλλίδας αυτής. Υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ο όρος «τράπεζα» προέρχεται από την αρχαιότητα. Αυτοί που ασχολούνταν με το εμπόριο του χρήματος χρησιμοποιούσαν στις διάφορες συναλλαγές τους ένα τραπέζι, μια τράπεζα, πάνω στην οποία γίνονταν οι διάφορες εμπορικές τους πράξεις. Αυτό το τραπέζι είναι που έδωσε το σχετικό όνομα.Ε

Ο ρόλος των αργυραμοιβών

Οι πρώτες ενδείξεις που διαθέτουμε για τη δραστηριοποίηση τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα ανάγονται στον 6ο αι. π.Χ. Ως γνωστόν, ο κυρίαρχος τότε θεσμός της πόλης-κράτους είχε αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξαρτήτων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας.
 Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων δυσκόλευε εξαιρετικά τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και έκανε την παρουσία του αργυραμοιβού ­ ενός ατόμου που θα αντάλλασσε τα διάφορα νομίσματα ­ εντελώς αναγκαία. 
 Έπρεπε να υπάρχουν ειδικοί που να γνωρίζουν, π.χ., τις αξίες και το βάρος των νομισμάτων κάθε κράτους και να καθορίζουν την αξία τους σε σχέση με το νόμισμα της χώρας στην οποία γινόταν η συναλλαγή. 
Έπρεπε ακόμη να ξεχωρίζουν τα κίβδηλα νομίσματα, αφού κυκλοφορούσε και κάλπικο χρήμα, και να εντοπίζουν τα λιποβαρή.
Από πολύ νωρίς, πιθανότατα από τον 6ο κιόλας αι. π.Χ., ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε αρχαία ελληνικά ιερά (και ιδιαίτερα σ' αυτά με πανελλήνια αναγνώριση, όπως λόγου χάρη τα ιερά του Απόλλωνος στους Δελφούς και στη Δήλο) διάφορα ποσά για φύλαξη. 
Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. 
Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν εδώ τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. 
Έτσι σιγά σιγά στα ιερά συσσωρεύονταν σημαντικά ποσά. Η συνήθεια της κατάθεσης χρημάτων σε ιερά, που πρόσφερε ασφάλεια όχι όμως και αύξηση των σχετικών κεφαλαίων, περιορίστηκε από τη δράση ορισμένων ευφυών ατόμων. 
Προσφέροντας τόκο, άρχισαν αυτοί να προσελκύουν τα χρήματα αυτά, αυξάνοντας έτσι το κεφάλαιό τους, πράγμα που σήμαινε και επέκταση του κύκλου των εργασιών τους. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους τους εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησε τις πρώτες τράπεζες. 
Πολύ γρήγορα και τα ιερά υποχρεώθηκαν στην καθιέρωση τόκων για τις καταθέσεις αλλά σε σχέση με τις ιδιωτικές τράπεζες βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. 
Οι «ιερές τράπεζες» για οποιαδήποτε σοβαρή δραστηριότητά τους έπρεπε προηγουμένως να έχουν την έγκριση των αρχών της πόλης στην οποία ανήκαν τα ιερά. Αυτό είχε αποτέλεσμα το χάσιμο πολύτιμου χρόνου, πράγμα που έκανε τους ανυπόμονους καταθέτες και τους απελπισμένους δανειολήπτες να καταφεύγουν στους τραπεζίτες ή σε μεμονωμένα άτομα.


Καταθέσεις και δάνεια

Στις κύριες τραπεζικές εργασίες, εκτός από την ανταλλαγή των νομισμάτων και τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, τις έντοκες καταθέσεις και τα έντοκα δάνεια στα οποία ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω, συγκαταλέγονταν και άλλες. 
Ανάμεσά τους η διαχείριση περιουσιών, η συγκατάθεση σε δάνειο, η αποδοχή παρακαταθηκών ­ κυρίως από τις «ιερές τράπεζες» ­, η εντολή πληρωμής προς τρίτους, όπως και η έκδοση πιστωτικών επιστολών που εξοφλούνταν σε άλλη πόλη από κάποιον άλλο τραπεζίτη με τον οποίο συνεργαζόταν η τράπεζα που είχε εκδώσει τη σχετική επιστολή. 
Αναφέρεται ότι με αυτό τον τρόπο ο Κικέρων κάλυψε κάποτε τα έξοδα του γιου του, όταν αυτός βρισκόταν στην Αθήνα.
Για την ανταλλαγή και τη «δοκιμασία» των νομισμάτων, εργασίες που έκαναν και οι αργυραμοιβοί, η προμήθεια ήταν συνήθως γύρω στο 5%-6% επί της αξίας των νομισμάτων, με μια πρόσθετη επιβάρυνση αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά μέταλλα. Για τις παρακαταθήκες, τη φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.ά., οι τράπεζες δεν φαίνεται να εισέπρατταν «φύλακτρα». 
Επομένως από τη δραστηριότητα αυτή δεν πρέπει να είχαν κέρδη, δεν έδιναν όμως τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις.
Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας ξέρουμε π.χ. ότι στην Αθήνα του 4ου αι. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10% ενώ γύρω στο 12% κυμαινόταν το επιτόκιο των δανείων. 
Ωστόσο αν το κράτος δανειζόταν από ένα δικό του ιερό «πετύχαινε», όπως ήταν φυσικό, πολύ χαμηλότερο επιτόκιο. Οπωσδήποτε τα δάνεια που παρείχαν τα ιερά ήταν τα συμφερότερα, αφού το επιτόκιό τους ήταν κατά κανόνα μικρότερο από αυτό των ιδιωτικών τραπεζών.
Οι τραπεζίτες ρύθμιζαν το ύψος του επιτοκίου ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεχε το δανειζόμενο ποσό τους. 
Τα υψηλότερα επιτόκια τα είχαν τα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα οποία έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο. Γενικά τα δάνεια από τράπεζες δεν συνέφεραν και γι' αυτό οι δανειστές στρέφονταν κυρίως σε ιδιώτες.

Και νομοθετικές ρυθμίσεις

Στην αρχαία Αθήνα, για την οποία οι παλαιότερες πληροφορίες σχετικά με τράπεζες ανάγονται στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ., το επάγγελμα του τραπεζίτη δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης. 
Οι τράπεζες σχετίζονταν με δάνεια και σύμφωνα με τα πάτρια ήθη «όπου υπήρχε δάνειο δεν υπήρχε φίλος», μια και όταν «ένας άνθρωπος είναι φίλος δεν δανείζει αλλά δίνει». 
Και σε μια τέτοια περίπτωση τόκος ήταν η ευγνωμοσύνη του δανειζομένου προς τον δανειστή του. Ο Πλάτων στους Νόμους του ρητά ζητά να απαγορευτούν τα έντοκα δάνεια. 
Ετσι εξηγείται το γιατί οι γνωστοί τραπεζίτες της Αθήνας είναι σχετικά λίγοι και ακόμη το γιατί οι περισσότεροι από αυτούς ήταν μέτοικοι και είχαν υπαλλήλους δούλους.
Ωστόσο η τιμιότητα και η εντιμότητα των τραπεζιτών ήταν υπεράνω πάσης αμφισβητήσεως, όπως καθαρά φαίνεται από την ισχύ που είχαν οι μαρτυρίες τους στα δικαστήρια. 
Ως μέτοικοι στερούνταν, ως γνωστόν, του δικαιώματος να έχουν ακίνητη περιουσία. 
Επομένως στα δάνεια που έδιναν δεν μπορούσαν να ζητήσουν υποθήκη ακινήτου και αυτό οπωσδήποτε επηρέαζε και τον καθορισμό του ύψους του επιτοκίου στα δάνειά τους. 
Πολύ γνωστός τραπεζίτης των πρώτων δεκαετιών του 4ου αι. ήταν ο Πασίων, δούλος κι αυτός, στον οποίο τα αφεντικά του, αφού τον απελευθέρωσαν, πούλησαν (ή νοίκιασαν) την τράπεζά τους. Αύξησε τη ρευστότητα των κεφαλαίων της τράπεζας, διεύρυνε τον κύκλο των εργασιών της και εισήγαγε ορισμένες καινοτομίες στο όλο τραπεζικό σύστημα της εποχής. Εξαιτίας των δωρεών του προς το αθηναϊκό κράτος απέκτησε τελικά πολιτικά δικαιώματα. 
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι και αυτός, όταν αποσύρθηκε για λόγους υγείας από τη δουλειά, νοίκιασε για λίγα χρόνια την επιχείρησή του στον δούλο του Φορμίωνα, τον οποίο και απελευθέρωσε. Και ο Φορμίων, αφού κατάφερε να ανοίξει δική του τράπεζα, έκανε μια πολύ πετυχημένη καριέρα τραπεζίτη, κερδίζοντας και αυτός τα δικαιώματα του αθηναίου πολίτη.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να μνημονεύσω μια βασική διαφορά ανάμεσα στις σύγχρονες τράπεζες και σ' αυτές της αρχαιότητας, εκτός από τη διαφορά των αρχαίων και των σημερινών τραπεζιτών ως προς την κοινωνική τους θέση.
Οι τράπεζες στις ημέρες μας είναι βασικά πιστωτικά ιδρύματα που στοχεύουν στην ενθάρρυνση παραγωγικών επενδύσεων ενώ στην αρχαία Αθήνα τα χρήματα των τραπεζών δεν κατευθύνονταν σε παραγωγικούς σκοπούς. 
Οπως επισημαίνουν οι Μ. Μ. Austin - Ρ. Vidal Naquet, «το βασικό γνώρισμα της σύγχρονης τράπεζας απουσίαζε από τις τράπεζες της κλασικής Ελλάδας».

Ο κ. Μιχάλης Α. Τιβέριος είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Η πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου (1914 - 2014)


                                        Το σκίτσο είναι από τον ECONOMIST

Φέτος τον Αύγουστο συμπληρώνονται 100 χρόνια από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος κόστισε περίπου 18,5 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές. Στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια ανάλυσης ζητημάτων που αφορούν στους στόχους του γερμανικού κεφαλαίου παραλληλίζοντας το τότε με το σήμερα. Το κύριο συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: Οι στόχοι του γερμανικού ιμπεριαλισμού παραμένουν στην ουσία τους οι ίδιοι όπως και πριν 100 χρόνια, ενώ ήδη κάποιοι έχουν σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί.

Το άρθρο έχει κατατεθεί στη «Διάσκεψη Ρόζα Λούξεμπουργκ» η οποία λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στο Βερολίνο, διοργανώνεται από την εφημερίδα «junge Welt» και συμμετέχουν σ΄ αυτήν πολυάριθμες οργανώσεις της αριστεράς. Φέτος το κεντρικό θέμα της διάσκεψης αφορούσε στην ιμπεριαλιστική πολιτική συσχετίζοντάς την με τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.

Κάποιες μικρές περικοπές που σημειώνονται στο κείμενο με την ένδειξη (…), έχουν γίνει από την συντακτική επιτροπή της εφημερίδας λόγω χώρου.

Με την ευκαιρία σημειώνουμε ακόμη ότι κατά τη διάρκεια του έτους θα δώσουμε στη δημοσιότητα μια σειρά άρθρων που καταπιάνονται με διάφορες πλευρές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.

ΠΓ


του Jörg KronauerΕ.

Το θέμα μου είναι: «1914 – 2014: Η ευρωπαϊκή πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου τότε και τώρα». Με την πρώτη ματιά ίσως αυτή η τοποθέτηση του ζητήματος να ακούγεται κάπως παράξενα –για δυό λόγους. Αφενός 100 χρόνια από την εξέλιξη των καπιταλιστικών κοινωνιών είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Από το 1914 έχουν αλλάξει πραγματικά πολλά. Εδώ τίθεται το ερώτημα: Μπορεί να συγκρίνει κανείς λογικά την πολιτική του 1914 με εκείνη του 2014; Αφετέρου το έτος 1914 αφορά στην αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ενόσω για το 2014 δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναν πόλεμο ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Το αντίθετο: Η ΕΕ στην οποία οι δυνάμεις αυτές ενώθηκαν –όσο γελοίο κι αν είναι αυτό- πήραν το 2012 το βραβείο Νόμπελ ειρήνης, επειδή από την ίδρυσή τους δεν υπήρξαν πόλεμοι ανάμεσα στα κράτη-μέλη της. Δεν αποκλείει αυτό μια λογική σύγκριση ανάμεσα στο 1914 και το 2014; Η άποψή μου θα ήταν: όχι (…)

***

Πολεμικοί στόχοι το 1914

Δεν είναι απλά δικαιολογημένο, αλλά και λογικό, να κοιτάξουμε ακριβώς και να συγκρίνουμε μεταξύ τους το 2014 με το 1914 [σε ό,τι αφορά] στην ευρωπαϊκή πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου τότε και σήμερα. Αυτό είναι φυσικά ένα πολύ ευρύ πεδίο με το οποίο θα μπορούσε κανείς να ασχοληθεί ημέρες και βδομάδες. Επομένως, εδώ πρέπει να επιλέξω μερικά θέματα. Κατ΄ αρχή θα ήθελα να επικεντρωθώ σε [κάποια] κεντρικά σχέδια της ευρωπαϊκής πολιτικής του έτους 1914, και εκείνων, που κρίθηκαν τόσο σημαντικά, ώστε διατυπώθηκαν ως πολεμικοί στόχοι. 

Κατ΄ αρχή θα ήθελα να ξεχωρίσω ίσως το πιο σημαντικό, το λεγόμενο Πρόγραμμα του Σεπτέμβρη τού τότε καγκελάριου του Ράιχ Τέομπαλτ φον Μπέτμαν Χόλβεκ της 9ης Σεπτεμβρίου 1914. Υπήρχαν και άλλα υπομνήματα που αφορούσαν πολεμικούς στόχους, για παράδειγμα από κύκλους της βαριάς βιομηχανίας, τα οποία έθεταν εν μέρει απαιτήσεις που πήγαιναν πολύ μακριά. Ο Μπέτμαν Χόλβεκ σαν καγκελάριος του Ράιχ είχε το καθήκον να συνδέσει μεταξύ τους τις τότε επίκαιρες απαιτήσεις, οι οποίες ασφαλώς απόκλιναν μεταξύ τους, σε ένα πρόγραμμα, το οποίο θα ήταν σε θέση να ισχύει ως συναινετικό και ρεαλιστικό. Οι πολεμικοί στόχοι του διαφέρουν επομένως για παράδειγμα από τις πιο ακραίες φαντασίες για κατακτήσεις των παγγερμανιστών. Κατά κάποιο τρόπο είναι μια προσπάθεια να βρεθεί ένας κοινός παρονομαστής των διάφορων ομάδων του γερμανικού κεφαλαίου, και προσλαμβάνουν μια σειρά από προτάσεις που έχουν ήδη συζητηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα. (…) 

Η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία ως εξαρτώμενες οικονομικά χώρες από το Γερμανικό Ράιχ, θα πρεπε να μπουν σ΄ έναν υπεράνω Σύνδεσμο με το όνομα «Κεντρική Ευρώπη». Η αντίληψη περί «Κεντρικής Ευρώπης» ήταν κάποτε ήδη για πολύ διάστημα στη συζήτηση. Ουσιαστικά επρόκειτο για την οικοδόμηση μιας πολυεθνικής οικονομικής ζώνης προς το συμφέρον της γερμανικής βιομηχανίας η οποία επεκτεινόταν. Ο Μπέτμαν Χόλβεκ στο υπόμνημα των πολεμικών του στόχων έκανε λόγο για την «ίδρυση ενός κεντροευρωπαϊκού οικονομικού Συνδέσμου μέσω κοινών συμφωνιών για τους δασμούς». Εκτός από την Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία, θα πρεπε κατά την άποψή του να ανήκουν στον Σύνδεσμο αυτόν η Αυστροουγγαρία, στην Ανατολή η Πολωνία, στο Βορρά η Δανία, ενδεχομένως η Σουηδία και η Νορβηγία, στο Νότο πιθανώς η Ιταλία. Για την επιδίωξη αυτή ο καγκελάριος του Ράιχ έγραφε: «Ο Σύνδεσμος αυτός βεβαίως χωρίς μια κοινή θεσμική κορυφή, λαμβάνοντας εξωτερικά υπόψη την ισότητα των μελών του, που όμως στην πραγματικότητα θα βρίσκεται κάτω απ΄ τη γερμανική ηγεμονία, πρέπει να σταθεροποιήσει την οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας πάνω στην Κεντρική Ευρώπη». Η διατύπωση [αυτή] στον πυρήνα της επιδρά σαν ένα προαίσθημα για την [ίδρυση της] Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο υπόμνημα των πολεμικών του στόχων ο Μπέτμαν Χόλβεκ επικεντρώθηκε στη Δύση επειδή στις αρχές Σεπτεμβρίου 1914 υπολογιζόταν μια γρήγορη νίκη πάνω στη Γαλλία. Σχετικά με την Ανατολή λεγόταν: «Οι προς επίτευξη στόχοι σχετικά με τη Ρωσία θα εξεταστούν αργότερα». Αυτό που σχεδιαζόταν μπορεί μολαταύτα να αναγνωριστεί καθαρά από ένα υπόμνημα του πολιτικού τού Κέντρου Ματίας Έρτσμπεργκερ στις 2 Σεπτεμβρίου 1914. Ο Έρτσμπεργκερ εργαζόταν τότε στην «Κεντρική Διεύθυνση της Υπηρεσίας Εξωτερικού», μιας υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών. Επιδίωξη είναι, έγραψε ο Έρτσμπεργκερ, η «απελευθέρωση των μη-ρωσικών εθνοτήτων από τον ζυγό του μοσχοβιτισμού και η δημιουργία αυτοδιοίκησης στο εσωτερικό των ξεχωριστών εθνοτήτων. Όλα αυτά κάτω από την στρατιωτική επικυριαρχία της Γερμανίας, ίσως και με τελωνειακή ένωση». Αυτό σημαίνει: Επιδίωξη να αποσπαστούν απ΄ τον τσαρισμό η Πολωνία και η Ουκρανία, αν είναι δυνατό επίσης η Γεωργία και τα βαλτικά κράτη, ώστε να τον αδυνατίσουν και να επεκταθεί η ιδία ηγεμονική σφαίρα με κατεύθυνση την Ανατολή. Στην πάλη ενάντια στην τσαρική αντίδραση το Γερμανικό Ράιχ ενίσχυσε μάλιστα με την ευκαιρία τις ενώσεις από τον σοσιαλδημοκρατικά μέχρι τον σοσιαλεπαναστατικά προσανατολισμένο «Σύνδεσμο για την Απελευθέρωση της Ουκρανίας». Για να αδυνατίσει τους αντιπάλους του το Βερολίνο χρησιμοποίησε ήδη από τότε ακόμη και προοδευτικές δυνάμεις. (…)

***

Σημερινή στρατηγική

Οι συνθήκες σήμερα είναι φυσικά εντελώς διαφορετικές απ΄ ό,τι παλιότερα. Αν το γερμανικό κεφάλαιο το 1914 ήταν σε θέση να απαιτεί [την ίδρυση] ενός «κεντροευρωπαϊκού οικονομικού Συνδέσμου» που να περιλαμβάνει την τελωνειακή ένωση αποτελούμενο από δέκα το πολύ χώρες, σήμερα υπάρχει πλήρης ελευθερία κινήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τα συνολικά 28 κράτη-μέλη της. (…) Στο πλήρες τυποποιημένο οικονομικό περιβάλλον της ΕΕ το γερμανικό κεφάλαιο κινείται όπως το ψάρι στο νερό. Και: τα τελευταία 15 χρόνια άξιζαν τον κόπο που ήδη από το 1914 γινόταν πάλη για να κατακτηθεί η επιθυμητή θέση κυριαρχίας.

Ένα κεντρικό ρόλο έπαιξαν εδώ τα στρατηγικά μέτρα της περιόδου Σρέντερ / Φίσερ, κυρίως η «Ατζέντα 2010». Μια σύγκριση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας και εκείνης για παράδειγμα της Γαλλίας, δείχνει καθαρά αυτό που το γερμανικό κεφάλαιο οφείλει στην κοκκινο-πράσινη γερμανική κυβέρνηση και της συμμαχίας που ακολούθησε μετά από αυτήν. Η Γερμανία είναι το μοναδικό κράτος στην ΕΕ όπου οι πραγματικοί μισθοί μεταξύ 2000 και 2008 μειώθηκαν –κατά 0,8%. Σε όλα τα άλλα κράτη της ΕΕ ανέβηκαν, στην Γαλλία περίπου κατά 9,6% (…) Μ΄ αυτή την ακραία στρατηγική λιτότητας στο εσωτερικό της χώρας το Βερολίνο κατόρθωσε να δώσει στο γερμανικό κεφάλαιο ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές του. Και το γερμανικό κεφάλαιο φρόντισε πολύ καλά να εκμεταλλευτεί αυτό το πλεονέκτημα. (…) Αν η Γαλλία ήταν σε θέση για παράδειγμα ήδη το 1999 να σημειώσει ένα θετικό ισοζύγιο στο εξωτερικό της εμπόριο κατά 39 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου, τα αμέσως επόμενα χρόνια αυτό έγινε ιδιαίτερα αρνητικό –και μάλιστα όχι τελευταία εξαιτίας των γερμανικών εξαγωγών: Από το έλλειμμα στο εξωτερικό εμπόριο του έτους 2010 το οποίο ξεπέρασε τα 51 δισεκατομμύρια ευρώ, τα 30 δισεκατομμύρια πήγαν στο λογαριασμό των γερμανών προμηθευτών. Το 2012 μάλιστα οι γερμανικές εταιρίες κέρδισαν 40 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από τις πωλήσεις τους προς τη Γαλλία απ΄ ό,τι έπρεπε να ξοδέψουν για τις εισαγωγές από την γειτονική χώρα. Η γερμανική βιομηχανία μουγκρίζει, η γαλλική πηγαίνει πίσω: Το γερμανικό κεφάλαιο επικρατεί δομικά. 

Είναι καθαρό: Όταν τραβά κανείς με διαρκώς υπερβολικά εξαγωγικά πλεονάσματα τα χρήματα από την τσέπη άλλων χωρών, τότε τις ωθεί στη χρεοκοπία. Εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικές αιτίες της ευρω-κρίσης. Το Βερολίνο κατάφερε πραγματικά να βγει έξω από αυτή με πλεονεκτήματα για το γερμανικό κεφάλαιο. Για το σκοπό αυτό πάλεψε αμείλικτα και επιτυχημένα ενάντια στην οικονομικά χτυπημένη Γαλλία. Τελικά κατόρθωσε να επιβάλλει μέσα στην κρίση σε όλη την ΕΕ την γερμανική πολιτική λιτότητας. Οι συνέπειες είναι κτηνώδεις [και] μπορεί να τις δει κανείς πιο έντονα στη Νότια Ευρώπη, όπου εδώ και καιρό η εξαθλίωση έχει μάλιστα οδηγήσει τον αριθμό των αυτοκτονιών στα ύψη. Η βασική ιδέα της γερμανικής επιβολής της λιτότητας είναι αρκετά απλή: Επειδή το γερμανικό κεφάλαιο θέλει να εξάγει παραπέρα επεκτατικά, τα κράτη της ΕΕ οφείλουν αγοράζοντας τα γερμανικά εμπορεύματα να καταλήξουν σε αρνητικό [ισοζύγιο] συμπιέζοντας τους δικούς τους μισθούς και τα πρόσθετα έξοδά τους για τόσο χρονικό διάστημα, έως ότου βρουν αγοραστές για τα προϊόντα τους εκτός ΕΕ. Με τον τρόπο αυτό μπορεί η ΕΕ, όπου είναι δυνατό, να ανταγωνιστεί με επιτυχία, μάλιστα και την ίδια την Κίνα. Η γαλλική οικονομική εφημερίδα Les Echos το αντιλήφθηκε ήδη την άνοιξη του 2010. Έγραφε τότε: «”Η Ευρώπη φτωχαίνει; Ε, και;” ακούει κανείς πέραν του Ρήνου». Για την Γερμανία πρόκειται, συνέχισε η εφημερίδα, για το ότι μπορεί να ανταγωνιστεί κράτη όπως η Ινδία ή η Κίνα. Οι κοινωνικές καταστροφές στις ευρωπαϊκές γειτονικές χώρες τής είναι προφανώς αδιάφορες. (…)

***

Όργανα της ΕΕ

Στο μεταξύ τα όργανα της εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής της ΕΕ έχουν αυξηθεί σημαντικά. Υπάρχει για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία των Εξωτερικών η οποία σε μερικούς τομείς αναπτύσσει όλο και πιο έντονες δραστηριότητες –και αυτή είναι διαρκώς εκτεθειμένη στην εθνική επιρροή. Στα συμφέροντα του Βερολίνου τού έρχεται γάντι, ότι ένα από τα πιο σημαντικά αξιώματα το κατέχει μια Γερμανίδα: η Χέλγκα Σμιτ, παλιότερα πολιτική σύμβουλος του υπουργού Εξωτερικών Κλάους Κίνκελ και αργότερα διευθύντρια του Γραφείου του υπουργού Εξωτερικών Γιόζεφ Φίσερ, είναι σήμερα αναπληρωματική Γενική Γραμματέας για πολιτικά ζητήματα στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία των Εξωτερικών. Από αυτή την θέση συμμετείχε έντονα στις συνομιλίες για τα πυρηνικά όπλα με το Ιράν, συναντήθηκε κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών στην Ουκρανία με τα στελέχη τής εκεί αντιπολίτευσης ή διαπραγματεύθηκε με υψηλόβαθμους κυβερνητικούς εκπροσώπους στην Κίνα. Όλα αυτά δεν είναι ασήμαντα. Στο στρατιωτικό επίπεδο η ΕΕ ίδρυσε στο μεταξύ τα λεγόμενα Battlegroups, διατηρεί μια κοινή Ευρωπαϊκή Διοίκηση Εναέριων Μεταφορών, η οποία εδώ και πολύ καιρό ξεκίνησε τις πρώτες της στρατιωτικές επεμβάσεις, επομένως έχει ένα τεράστιο δυναμικό εξουσίας. Μολαταύτα απ΄ τη σκοπιά του γερμανικού κεφαλαίου προκύπτουν εδώ ιδιαίτερες δυσκολίες. Αυτές σχετίζονται με τον όλο και πιο δύσκολο ανταγωνισμό με το γαλλικό κεφάλαιο.

Ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός. Το γαλλικό κεφάλαιο από παλιότερα είχε σημαντικά συμφέροντα στις άλλοτε αφρικανικές αποικίες. Τα γαλλόφωνα κράτη της Αφρικής ισχύουν μέχρι σήμερα ως παραδοσιακή «Pré carré», ως η «πίσω αυλή» της Γαλλίας. Εδώ δεν πρόκειται μόνο για χώρες της Μεσογείου όπως η Αλγερία και η Τυνησία, αλλά και για κράτη νότια της Σαχάρας. Πολλά από αυτά διαθέτουν σημαντικές πρώτες ύλες για τη βιομηχανία. Διαφορετική είναι η κατάσταση για το γερμανικό κεφάλαιο: Αυτό για ιστορικούς λόγους στρεφόταν όλο και περισσότερο προς την Ανατολή, προμηθευόταν πρώτες ύλες από την Ρωσία και αναζητούσε αγορές εναπόθεσης στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη. Τα συμφέροντα του γερμανικού και του γαλλικού κεφαλαίου σε πολλές περιπτώσεις δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους.

Οι συνέπειες φαίνονται αρκετά καθαρά από τη δεκαετία του 1990 στην προκύπτουσα κοινή στρατιωτική πολιτική της ΕΕ. Όταν φτάσαμε στις πρώτες επεμβάσεις των ευρωπαίων στρατιωτών στη Γιουγκοσλαβία –ναι μεν όχι ακόμη στα πλαίσια της ΕΕ, όμως σε παραδοσιακά γερμανικό έδαφος επεκτατισμού-, το Παρίσι σκέφτηκε, ότι οι επεμβάσεις της ΕΕ δεν θα πρεπε να λαμβάνουν χώρα υπολογίζοντας πάντα μόνο το γερμανικό συμφέρον, αλλά θα μπορούσαν να διεξαχθούν επίσης και στα γαλλόφωνα κράτη της Αφρικής. Η Βόννη το αρνήθηκε αμέσως. Ο τότε [γερμανός] υπουργός Άμυνας Φόλκερ Ρύε δήλωσε σε μια συνέντευξη: «Το Σώμα Στρατού της Ευρώπης δεν είναι Σώμα της Αφρικής». Όντως, οι προσπάθειες της Γαλλίας για επεμβάσεις στις παλιές της αποικίες με στόχο την επιβολή των συμφερόντων της, παρεμποδίστηκαν συστηματικά από την Γερμανία. Οι δυό επεμβάσεις στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό το 2003 και το 2006 δεν μπόρεσαν να παρεμποδιστούν ολοκληρωτικά, περιορίστηκαν όμως χρονικά αυστηρά. Η επέμβαση της ΕΕ στο Τσαντ το 2008/2009 σαμποταρίστηκε από την Γερμανία με επιτυχία. Αντιθέτως, η επέμβαση της ΕΕ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία άρχισε το 2004, διαρκεί μέχρι σήμερα, όπως επίσης η επέμβαση του πολεμικού ναυτικού της ΕΕ που ξεκίνησε το 2008 στο Κέρας της Αφρικής, διότι προστατεύει τις θαλάσσιες οδούς για το εμπόριο των ευρωπαϊκών κρατών με την Κίνα. Η Γερμανία είναι ο πιο σημαντικός ευρωπαίος εταίρος της Λαϊκής Δημοκρατίας [Κίνας] και επομένως έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την επέμβαση.

***

Αντιπαλότητα με τη Γαλλία

Στη προσπάθεια του Βερολίνου να κατευθύνει την στρατιωτική πολιτική της ΕΕ σε μεγάλο βαθμό πάνω στο παραδοσιακό έδαφος επεκτατισμού του γερμανικού κεφαλαίου, υπάρχουν εδώ και μερικά χρόνια αντιστάσεις. Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζύ, μετά την αποτυχία της επέμβασης στο Τσαντ το 2009, οικοδόμησε ιδιαίτερα την στρατιωτική συνεργασία της Γαλλίας με την Μεγάλη Βρετανία. Το Νοέμβριο του 2010 τα δυό κράτη αποφάσισαν τα «Traités de Londres», τις «Συμβάσεις του Λονδίνου», όπως ονομάστηκαν στο Παρίσι: Συμφωνίες για μια ευρεία στρατιωτική και εξοπλιστική-οικονομική συνεργασία. Μεταξύ των άλλων προβλέπουν μια συνεργασία για αεροπλανοφόρα και για πυρηνικά όπλα καθώς και τη δημιουργία μιας μάχιμης κοινής ομάδας επέμβασης 6000 στρατιωτών. Το πιο σημαντικό: Η στρατιωτική συνεργασία ήδη έχει τεθεί σε εφαρμογή –αυτό έδειξε ο πόλεμος στη Λιβύη. Όπως όλους τους διεκδικητικούς από την Γαλλία πολέμους στην Αφρική, η γερμανική κυβέρνηση ήθελε ουσιαστικά να τον σαμποτάρει και αυτόν, όμως απέτυχε. Στο μεταξύ η γαλλο-βρετανική στρατιωτική συμμαχία παίρνεται στο Βερολίνο πολύ σοβαρά. Σύμβουλοι της κυβέρνησης μάλιστα κάνουν λόγο για μια νέα Αντάντ. Αυτό δείχνει για άλλη μια φορά πόσο κοντά βρίσκεται η σύγκριση των ετών 2014 και 1914: Η ίδρυση της Αντάντ αποφασίστηκε το 1904 από το Λονδίνο και το Παρίσι –σαν αντίβαρο ενάντια στην όλο και πιο φανερή γερμανική επιδίωξη για εξουσία, η οποία τελικά κατέληξε στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.

Με το βλέμμα στραμμένο στη γαλλο-βρετανική στρατιωτική συνεργασία, η κυβέρνηση της Γερμανίας τροποποίησε στο μεταξύ την πορεία της κατά τις επεμβάσεις της ΕΕ: Κατά την επέμβαση στο Μάλι συνεισφέρει σ΄ ένα βαθμό και αυτή, ώστε να μην αφήσει εντελώς [ελεύθερο] το πεδίο στο Παρίσι και το Λονδίνο. Ταυτόχρονα συνδέει τη συμμετοχή της στην επέμβαση προσπαθώντας να πατήσει και η ίδια γερά πόδι στο Μάλι και σε μερικές άλλες δυτικοαφρικανικές γαλλόφωνες χώρες. Όταν τον Δεκέμβριο επισκέφτηκε το Βερολίνο ο πρόεδρος του Μάλι Ιμπραχίμ Μποουμπακάρ Κέιτα, συμφώνησε να στείλει αυτή την άνοιξη συνεργάτες διάφορων υπουργείων από το Μάλι στη Γερμανία. Σκοπός ήταν να αποφασιστεί η χρήση γερμανικής χρηματικής βοήθειας στο ύψος των 100 εκατομμυρίων ευρώ. Έτσι θα μπορούσε για παράδειγμα να προμηθευτούν όπλα από γερμανικές επιχειρήσεις στο στρατό του Μάλι. Ο πρόεδρος Κέιτα πληροφόρησε ότι η Γερμανία απολαμβάνει «στο Μάλι τον διπλωματικό κώδικα 001». Αυτό σημαίνει «στη γλώσσα της διπλωματίας μας, ότι η Γερμανία αποτελεί σε διεθνές επίπεδο την πιο σημαντική χώρα-συνεταίρο». Μέχρι τώρα ήταν η Γαλλία. Η αντιπαλότητα ανάμεσα στο Βερολίνο και στο Παρίσι μεταφέρεται επομένως και στο αφρικανικό έδαφος.

Το 2014 στο «Πρόγραμμα του Σεπτέμβρη» του Μπέτμαν Χόλβεκ λεγόταν ότι η Γαλλία θα πρεπε «να αδυνατίσει τόσο, που να μην μπορεί να εγερθεί ξανά ως μεγάλη δύναμη». Στρατιωτικά λείπει ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι, οικονομικά όμως το Βερολίνο βρίσκεται στον καλύτερο δρόμο να επιτύχει αυτό τον στόχο. (…)

Ο αγώνας για δύναμη ενάντια στη Γαλλία δεν είναι φυσικά στην Ευρώπη ο μοναδικός τον οποίο διεξάγει σήμερα το γερμανικό κεφάλαιο. Σημαντικοί αγώνες υπάρχουν επίσης στην Ανατολή, κυρίως ενάντια στη Ρωσία, η οποία παρεμπιπτόντως με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν εξαλείφτηκε απλά ως συστημικός αντίπαλος, αλλά έχασε και όλα εκείνα τα εδάφη που ο πολιτικός του Κέντρου Έρτσμπεργκερ ήθελε να της πάρει ήδη το 1914. Η ρωσική επιρροή εξαφανίστηκε εντελώς το 1991 στα νεοδημιουργηθέντα κράτη της Βαλτικής μέχρι και την Κεντρική Ασία, μολαταύτα αυτή είναι διαφορετικού βαθμού –στα βαλτικά κράτη αδύναμη, στη Λευκορωσία ισχυρή. Πάλη γίνεται σήμερα κυρίως για την Ουκρανία. Όταν το 2005 μετά τη λεγόμενη πορτοκαλί επανάσταση ήρθε στο τιμόνι της εξουσίας μια φιλοδυτική κυβέρνηση, το γερμανικό κεφάλαιο μπόρεσε στην αρχή να αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις του. Με την αλλαγή στη σημερινή, περισσότερο φιλορωσική κυβέρνηση, οι ρωσικές επιχειρήσεις ενίσχυσαν πάλι την επιρροή τους [ΠΓ: σημειώνουμε εδώ ότι το άρθρο έχει γραφεί στα τέλη Ιανουαρίου, επομένως ο συγγραφέας αναφέρεται στην κατάσταση που υπήρχε λίγο πριν το νεοφασιστικό κυβερνητικό πραξικόπημα]. Από το τελευταίο έτος η κατάσταση για την πάλη ηγεμονίας οξύνεται δραματικά επειδή και οι δυό πλευρές αναζητούν να επιβάλλουν μια τελειωτική απόφαση: Το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες θέλουν να δέσουν το Κίεβο με μια Σύμβαση στην ΕΕ, η Μόσχα αντιθέτως θέλει να την ενσωματώσει στην Ευρασιατική Ένωση [ΠΓ: στο μεταξύ η νέα πραξικοπηματική κυβέρνηση έχει ήδη υπογράψει τη Συμφωνία με την ΕΕ]. Και τα δυό σχέδια αποβλέπουν στη μεγάλη χρονική διάρκεια ενώ αλληλοαποκλείονται. (…) Για ποιο λόγο όλα αυτά; Τελικά έχουν τον ίδιο στόχο, αυτόν που επεδίωκε ήδη το 1914 ο Έρτσμπεργκερ: για να επεκταθεί η σφαίρα ηγεμονίας του Βερολίνου προς την Ανατολή. Ο επεκτατισμός οφείλεται ακριβώς στη βασική δομή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που σκοπό έχει να απελευθερώσει το δρόμο για το κεφάλαιό τους. Εδώ η Γερμανία προσκρούει διαρκώς σε άλλες δυνάμεις, ανεξάρτητα απ΄ το αν πρόκειται για τη Ρωσία στην Ανατολή ή τη Γαλλία στη Δύση. Το να αδυνατίσουν οικονομικά οι δυνάμεις αυτές ή να παρθούν οι ζώνες επιρροής τους, αυτές είναι πολιτικές που χρησιμοποιούνται κάτω από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες. Μέχρι αυτού του σημείου μπορεί κανείς πραγματικά να βγάλει διδάγματα για την πολιτική στην Ευρώπη συγκρίνοντας το έτος 1914 με το 2014, διδάγματα που κάνουν πιο εύκολη μια εκτίμηση για το τελευταίο.

Πηγή: «junge Welt», 29/01/2014

Ο Jörg Kronauer είναι δημοσιογράφος έχοντας ως κέντρο βάρος δουλειάς του το νεοφασισμό και τη γερμανική εξωτερική πολιτική.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........