Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Ήταν, πράγματι, φιάσκο; Ευκαιρία αναθεώρησης της ελληνικής πολιτικής.




ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.
Η τουρκική πρόκληση, με την ασφαλή βόλτα στα Ίμια της στρατιωτικής ηγεσίας της, έτυχε τριών προσεγγίσεων:
Η μια ήταν η ελληνική κατά την οποία, ό,τι και να συμβεί, χρειάζεται ψύχραιμη αντίδραση. Αν αντιπαρέλθουμε την αίσθηση ότι η Αθήνα έχει μπερδέψει την ψυχραιμία με τη διαρκή χειμερία νάρκη, εδώ που οδήγησαν τα πράγματα οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας από το 1974 ως σήμερα, δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια για κάτι διαφορετικό. Εκτός, βεβαίως, και αν η πρόκληση είναι τόσο ιταμή, που η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να κλείσει τα μάτια.
Η τουρκική, πρόκληση, όμως δεν είχε τα ακραία χαρακτηριστικά ενός θερμού επεισοδίου. Διότι όταν επιδιώκεις θερμό επεισόδιο, δεν στέλνεις τους στρατηγούς σου στην πρώτη γραμμή. Οι στρατηγοί είναι για άλλες δουλειές.Ε
Τι ήθελαν, λοιπόν, οι Τούρκοι στρατηγοί στα Ίμια; Και εδώ, ερχόμαστε στη δεύτερη προσέγγιση του θέματος από την τουρκική κεμαλική αντιπολίτευση. Ο αντιπρόεδρος του CHP, του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, δηλαδή, κατηγόρησε την τουρκική κυβερνητική ηγεσία ότι έστειλε τους στρατιωτικούς στα Ίμια προς άγραν εθνικιστικών ψήφων. Φροντίζοντας, βεβαίως, να υπενθυμίσει πως οι ίδιοι είχαν στείλει όταν κυβερνούσαν, στρατιώτες που κατέλαβαν τα νησιά, αντί του show της ηγεσίας. Συναγωνισμός εθνικιστικού παροξυσμού στη γείτονα, για όσους λησμονούν τη φύση της τουρκικής αντιπολίτευσης.
Ο τουρκικός στρατός υφίσταται δεινή στρατιωτική ήττα στη Συρία και τα μηνύματα από τις εξελίξεις στην περιοχή δεν είναι καθόλου καλά.
Ρωσία και ΗΠΑ αποφάσισαν διαδικασία διαλόγου για να συμφωνήσουν στη μοιρασιά ενώ η Τουρκία είναι έξω από όλα. Και, εκτός αυτού, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν πηγαίνουν καθόλου καλά. Καλόν είναι η στρατιωτική καθήλωση της Τουρκίας στην alBab να αποτελέσει αναλυτικό μάθημα στις στρατιωτικές σχολές των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Επι πλέον, η κυβέρνηση Τράμπ αποφάσισε να παραχωρήσει τεθωρακισμένα οχήματα στις αραβοκουρδικές δυνάμεις της Συρίας για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, κάτι που είναι ένα επι πλέον χτύπημα στην Τουρκία.
Δεν αποκλείεται ο Ερντογάν να αναζητά τρόπους τακτικής υποχώρησης από το συριακό βάλτο, κρατώντας, όμως, υψηλό το φρόνημα της τουρκικής κοινής γνώμης, ενόψει του δημοψηφίσματος για την καθιέρωση προεδρικού συστήματος.
Η προσπάθειά του αυτή σε συνδυασμό με άλλα ανοικτά ζητήματα με την Ελλάδα («οκτώ», αμφισβήτηση, ανά τακτά διαστήματα ελληνικής κυριαρχίας, κλπ) τον οδήγησαν στο να εκμεταλλευτεί με αγοραίο τρόπο την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και να τη στείλει στα Ίμια, εν είδη τουριστικής ατραξιόν. Και, ω της δυστυχίας, για τον τουρκικό στρατό, που μέχρι προσφάτως υπαγόρευε τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού, υπήκουσε στην εξευτελιστική πρόταση του τούρκου προέδρου.
Αυτήν τη συμπεριφορά της τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας κατήγγειλε η τουρκική αντιπολίτευση χρεώνοντας στον αρχηγό ΓΕΕΘΑ της Τουρκίας πολιτικά παιχνίδια ενόψει του δημοψηφίσματος.
Η τελευταία κίνηση της Τουρκίας άγγιζε, πράγματι, το όριο του γελοίου αλλά, ο αναθεωρητισμός που χαρακτηρίζει την πολιτική της και η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, αποτελούν πραγματική απειλή.
Η μέχρι τώρα αντιμετώπισή της από ελληνικής πλευράς, μπορεί να αποσόβησε μια στρατιωτική ρήξη, δεν είναι, καθόλου σίγουρο, όμως, κατά πόσο δεν δημιουργεί καταστάσεις που η ελληνική διπλωματία θα συναντήσει μπροστά της καθώς κλιμακώνονται οι εξελίξεις.
Το διεθνές πεδίο είναι ρευστό και κανείς δεν γνωρίζει τι και πως θα υποστηρίξουν για τον επαναπροσδιορισμό της ισορροπίας δυνάμεων στις διάφορες περιοχές οι ισχυρές δυνάμεις.
Γι αυτό, η ορθότερη πολιτική, προς το παρόν, είναι η προσκόλληση σε συμμαχίες. Η Ελλάδα μόνη της δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της περιοχής της. Με αυτήν την έννοια η συμμετοχή στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης δεν έχει μόνο τη σημασία της οικονομικής βοήθειας αλλά, και του κύρους της συμμετοχής σε μια Ένωση χωρών που διαδραματίζει, ακόμη, ρόλο στην περιοχή.
Αν προσέξετε, άλλωστε, τις δηλώσεις του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, μονίμως αναφέρονται στην καταπάτηση ευρωπαϊκού εδάφους από την τουρκική στρατιωτική ηγεσία.
Υπάρχουν, όμως, και δύο άλλα ζητήματα:
Το πρώτο είναι αυτό που δήλωσε, δημοσίως, στρατιωτικός που διετέλεσε σε υψηλότατη θέση της ηγεσίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ότι τα επόμενα 10 χρόνια, ίσως, χρειαστεί να πολεμήσουμε με την Τουρκία.
Κανείς δεν θέλει να μιλά, ούτε και να ακούει, για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Δεν αποκλείεται, όμως, να συμβεί.
Και το ερώτημα είναι: δεν θα πρέπει να εθιστεί η ελληνική κοινή γνώμη στο ενδεχόμενο αυτό και, κυρίως, δεν θα πρέπει να αναθεωρηθεί το δόγμα αντιμετώπισης της Τουρκίας;
Και, ερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα: Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων και σε υψηλό στρατιωτικό επίπεδο, διατυπώνονται και διαφορετικές, από τη σημερινή, απόψεις, για τον τρόπο αντιμετώπισης της Τουρκίας. Δυστυχώς, όχι μόνο δεν εισακούονται αλλά, παρόλο που οι φορείς τους έχουν υπηρετήσει με επιτυχία σε υψηλές και κρίσιμες θέσεις με την πρώτη ευκαιρία αποστρατεύονται. Παρά τις αναγνωρισμένες ικανότητές τους. Γνωρίζουμε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Τα στελέχη αυτά αποφεύγουν να διατυπώσουν, δημοσίως, τις απόψεις τους για προφανείς λόγους. Υποστηρίζουν, όμως, πως ένας διάλογος στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων στη βάση των δικών τους προτάσεων θα πρέπει να γίνει.
Το ερώτημα είναι, γιατί δεν γίνεται αφού η σημερινή επιλογή είναι αναποτελεσματική;
Τέλος, δύο ακόμη ζητήματα:
Αν προσέξατε τη δήλωση της ηγεσίας των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ η ενέργειά τους είχε στρατιωτικά, επιθετικά χαρακτηριστικά, (αφού στρατιωτικοί είναι οι δρώντες και όχι πολιτικά πρόσωπα), μιλούσαν για ειρήνη και υπεράσπιση των τουρκικών συμφερόντων. Ας εστιάσουμε στην αντίφαση, ειρήνης και στρατιωτικής κίνησης. Τι σημαίνει αυτό; Πως η Τουρκία έχει επεξεργασμένο σχέδιο διάδοσης των θέσεών της διεθνώς. Δηλαδή, ενώ επιτίθεται με στρατιωτικές κινήσεις, μιλά για ειρήνη. Απαραίτητη προϋπόθεση να επιτύχεις το σκοπό σου και να γίνει, διεθνώς, αποδεκτός. Κάτι, που λείπει από την Ελλάδα.
Το απόλυτο δίκαιο να έχεις, αν αποφασίσεις να το διεκδικήσεις αντιδρώντας αμυντικά σε δυναμική επίθεση του αντιπάλου, πρέπει να υπάρχει πρόσφορο έδαφος στη διεθνή κοινή γνώμη για να σου αναγνωριστεί. Και τέτοιο έδαφος η Ελλάδα δεν μπόρεσε να καλλιεργήσει διεθνώς. Είναι μια αδυναμία που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Τέλος, η εποχή του «δεν διεκδικούμε τίποτε, δεν παραχωρούμε τίποτε» έχει παρέλθει. Τα συμφέροντα και οι δυναμικές στην περιοχή άλλαξαν και, τόσο η τακτική όσο και η ατζέντα των αιτημάτων της ελληνικής διπλωματίας, ίσως, θα πρέπει να αναθεωρηθούν.
Εν ολίγοις, θέλει δουλειά, όχι το γνωστό πολιτικό χαβαλέ στον οποίο έχει συνηθίσει το ελληνικό πολιτικό απαράτ. Και, κυρίως, χρειάζεται να προωθούνται ικανοί, και όχι ημέτεροι, στις κρίσιμες θέσεις.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Γερμανία: Ο χρήσιμος ηλίθιος της γεωπολιτικής

                       http://www.lonelyplanet.com/maps/europe/germany/


Γράφει ο Γεώργιος Αϊβαλιώτης
Αναλυτής γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής ασφάλειας 


Όταν έληξε ο Β’ ΠΠ η τύχη των Γερμανών εξετάστηκε στη συμφωνία της Γιάλτας. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή επικρατούσαν δύο τάσεις: αυτή των Βρετανών εκφρασμένη από τον Πρωθυπουργό Τσώρτσιλ, κατά την οποία η Γερμανία έπρεπε να εξαφανιστεί δια παντός από τον ευρωπαϊκό χάρτη και η πιο μετριοπαθής των ΗΠΑ και Ρωσίας, οι οποίες, για δικούς τους λόγους η κάθε μία, αποσκοπούσαν στη δημιουργία ενός αντίπαλου ευρωπαϊκού δέους προς την βρετανική αυτοκρατορία.
Τούτο οδήγησε στα γνωστά αποτελέσματα με τη γέννηση ενός κράτους μορφώματος το οποίο χωριζόταν από το σιδηρούν παραπέτασμα του Ψυχρού Πολέμου και το «τοίχος του αίσχους», ως γνήσιο τέκνο ενός πολέμου του αίσχους. Παρόλα ταύτα η λογική πίσω από τη δημιουργία της Γερμανίας δεν ήταν τυχαία και χωρίς σχεδιασμό. Οι ΗΠΑ είχαν αναλύσει τα αίτια της ανόδου του εθνικοσοσιαλισμού, τον οποίο αντιμετώπισαν ως πραγματικό αντίπαλο δέος, περισσότερο ίσως από ότι θεωρούσαν τον κομμουνισμό. Παρά το γεγονός ότι ο σταλινισμός ήταν επίσης εθνικοσοσιαλιστικό μόρφωμα, ο εθνικοσοσιαλισμός των Γερμανών, ο ναζισμός όπως έχει μείνει γνωστός, ήταν ένα μοναδικό φαινόμενο. Τούτο οφείλεται, σύμφωνα με τους ειδικούς της εποχής στο γεγονός πως οι Γερμανοί, ανεξαρτήτως κάστας, ήταν όλοι βαθύτατα επηρεασμένοι από έναν σημαντικό ηγέτη και «εθνοπατέρα»: τον Φρειδερίκο Γουλιέλμο Α΄ γνωστό και ως στρατιώτη βασιλιά.ΕΟ Χίτλερ διέθετε μία ψύχωση με την αυτοκρατορική φύση της Γερμανίας. Ωστόσο αυτό δεν ήταν ένα προσωπικό σύνδρομο του ιδίου, αλλά μία ευρύτερη κοινωνική θεώρηση της ταυτότητα της Γερμανίας, η οποία έβλεπε την πρωσική κουλτούρα ως τη μόνη πραγματική έκφραση της ύπαρξής της. Το όνομα Γερμανία άλλωστε προέρχεται από τον ήρωα Hermann (Αρμίνιος) πρίγκιπα των Χερούσκων, ο οποίος νίκησε τους Ρωμαίους στον Τευτοβούργιο Δρυμό και εκδίωξε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία από τα εδάφη της σημερινής Γερμανίας. Ο Γουλιέλμος Α΄ ήταν ο θεμελιωτής του πρωσικού κράτους και αυτός που ουσιαστικά οδήγησε στη δημιουργία της πρωσικής αυτοκρατορίας. Ήταν αυτός που υπαγόρευσε το Εγχειρίδιο Κανονισμού για τους κρατικούς αξιωματούχους, στα 35 κεφάλαια του οποίου κάθε δημόσιος υπάλληλος μπορούσε να βρει ακριβώς τα καθήκοντά του.

Μερίμνησε για κάθε πτυχή της μικρής του χώρας, έτσι ώστε να μπορεί η Πρωσία να αμυνθεί. Ήταν σταθερός και απολυταρχικός και άσκησε μια λιτή, άκαμπτη οικονομική πολιτική. Ποτέ δεν ξεκίνησε έναν πόλεμο και ζούσε απλά και αυστηρά, σε αντίθεση με την πολυτελή Αυλή που διατηρούσε ο πατέρας του. Δημιούργησε ένα ικανό στρατό για να μπορεί να προστατεύει το βασίλειό του, που βρισκόταν ανάμεσα σε υπερδυνάμεις της εποχής και επηρέασε βαθύτατα το λαό του μέσω της φρόνιμης διακυβέρνησής του, αποτελώντας παράδειγμα προς μίμηση και ίνδαλμα για την αστική τάξη. Επί των ημερών του Γουλιέλμου Α΄ εισήχθη στην πρωσική αστική κοινωνία η αρχή της συμμετοχής ενός γιου (του δευτερότοκου) στο γερμανικό στράτευμα, κάτι το οποίο συνεχιζόταν με την ίδια εμμονή ακόμα και την εποχή του Χίτλερ.

Παρά το γεγονός ότι ο γιος του Γουλιέλμου Α΄, Φρειδερίκος Β’ ονομάστηκε Μέγας, λόγω της επιτυχίας του στον επταετή πόλεμο και την εδραίωση της Πρωσίας ως αυτοκρατορίας, η αλήθεια είναι ότι η επιτυχία αυτή οφειλόταν ξεκάθαρα στην προετοιμασία του Γουλιέλμου Α΄ και στη δημιουργία ενός ισχυρού στρατού και ενός ισχυρού κρατικού μηχανισμού που επέτρεψαν στον Φρειδερίκο Β’ να δοξαστεί. Οι Γερμανοί δεν το ξέχασαν αυτό όθεν και τα πολυάριθμα αγάλματα του έφιππου Γουλιέλμου Α΄ στις πλατείες της Γερμανίας.

Κάπου εδώ επανερχόμαστε στην ανάλυση των Αμερικανών. Οι ΗΠΑ έπεισαν τη Ρωσία πως εφόσον διαχειριστούν τη Γερμανία επί 50 έτη μετά μπορούν να επιτρέψουν την επανένωσή της, έχοντας ξεριζώσει όλους αυτούς τους κινδύνους που οδήγησαν στην άνοδο του Χίτλερ. Σύμφωνα με τους αμερικανικούς ισχυρισμούς, η διαφορά της κουλτούρας Ρωσίας και ΗΠΑ θα δημιουργούσε δύο αντιφατικές κοινωνίες, οι οποίες άμα τη συνενώσει τους θα γεννούσαν μία σύγχρονη Βαβέλ. Για το λόγο αυτό μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα πως ΕΣΣΔ και ΗΠΑ ακολούθησαν μία κοινή τακτική: την καταστροφή των αγαλμάτων του Γουλιέλμου Α΄, τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Γερμανία.

Εκ του αποτελέσματος διαφαίνεται ότι το εγχείρημα ξεριζώματος της πρωσικής κουλτούρας ήταν αδύνατο. Ωστόσο, είναι ανώριμο από πλευράς μας να πιστεύουμε ότι δύο υπερδυνάμεις, οι οποίες διέθεταν ολόκληρη στρατιά ειδικών επιστημόνων και είχαν αναλύσει την κουλτούρα των Γερμανών του Β΄ΠΠ και τα αίτια του ναζισμού δεν παρακολουθούσαν την πορεία της Γερμανίας και την εξέλιξη του πειράματός τους. Εφόσον θα πίστευαν ότι η επανένωση της χώρας αποτελεί κίνδυνο για τον κόσμο μπορούσαν απλά να καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο το εγχείρημα για όσο απαιτείτο. Επομένως, πόσο αληθές είναι από πλευράς μας να πιστεύουμε ότι η Γερμανία είναι ο δυνάστης της Ευρώπης, συνεχιστής του Γ΄ Ράιχ και ότι η Καγκελάριος Μέρκελ είναι ο νέος Χίτλερ με ταγιέρ;

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι απλά μία ελαφρά εκτίμηση της κατάστασης η οποία διαφέρει κατά πολύ από την πραγματικότητα. Η Γερμανία αποτελεί στη γεωπολιτική το παράδειγμα του χρήσιμου ηλιθίου. Η δύναμή της είναι ετεροβαρής και ετερόφωτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός πως η μοναδική βιομηχανία που στέκεται όρθια μετά τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς είναι η βιομηχανία του αμερικανού Φορντ στο Αμβούργο, αφού πρώτα έχει χρηματοδοτήσει τον Αϊζενχάουερ για να φροντίσει οι συμμαχικές βόμβες να μείνουν μακριά από το κτίριό του. Μία από τις πιο γνωστές αυτοκινητοβιομηχανίες του χώρου είναι αυτή της Porshce, η οποία δημιουργήθηκε από τον Γερμανό επιστήμονα Ferdinand Porsche, που είχε καταφύγει στις ΗΠΑ. Οι Αμερικάνοι χρηματοδότησαν την επιστροφή του και την ανοικοδόμηση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή η Porsche να διατηρεί το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών όλων των υπολοίπων γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών και κολοσσών του χώρου (Mercedes, BMW, VAG κτλ).

Η οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας είναι παρόμοια με την πρώτη συμμετοχή της χώρας σε Μουντιάλ, το 1954, το ονομαζόμενο «θαύμα της Βέρνης». Η ΟΥΕΦΑ γιόρταζε τα 50 χρόνια της και διοργάνωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου στην Ελβετία. Ωστόσο αντί για γιορτή είχαμε μία παρωδία και μάλιστα προσχεδιασμένη. Η ΕΣΣΔ αποκλείστηκε, λόγω του Ψυχρού Πολέμου (!), η Αργεντινή απέσυρε τη συμμετοχή της, λόγω της άρνησης αρκετών αστεριών της να παίξουν, η Σουηδία συμμετείχε χωρίς επαγγελματίες και αποκλείστηκε, η Ισπανία κέρδισε 4-1 την Τουρκία και έχασε 1-0 με αποτέλεσμα η ΟΥΕΦΑ να αποφασίσει μπαράζ αγώνα ο οποίος έληξε 2-2 και στην κλήρωση οι Τούρκοι φάνηκαν πιο τυχεροί, ενώ από μία τέτοια γιορτή απουσιάζουν τα δύο μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, ο Ντι Στέφανο και ο Κουμπάλα, που έχει διαφύγει κρυφά στην Ισπανία από την Ουγγαρία. Σε εκείνο τον τελικό, έγιναν «πράγματα και θαύματα», ώστε η πρωτοεμφανιζόμενη Δυτική Γερμανία να σηκώσει το Κύπελλο απέναντι στην υπερομάδα της Ουγγαρίας.

Κι όμως η μητέρα του κομμουνισμού Ρωσία δέχτηκε την υπεροχή της Δύσης, έναντι ενός δικού της τέκνου, της Ουγγαρίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ψυχολογικών επιχειρήσεων η Ρωσία ήταν αρωγός της Δύσης και προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες. Η Γερμανία έπρεπε να νοιώσει ότι ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες της, να βιώσει την ίδρυση του νέου Ράιχ, όχι όμως μέσα από τις αρχές του χαρακτήρα ενός Πρώσσου ηγεμόνα, αλλά μέσα από τις αρχές των τεχνοκρατών της Wall Street. Η Γερμανία ξαναδημιουργήθηκε, μόνο που αυτή τη φορά βλέπαμε μία διαφορετική εικόνα στα μάτια της. Η λάμψη του πρωσσισμού είχε αντικατασταθεί από τη λάμψη του ντενεκεδένιου περιτυλίγματος του αμερικάνικου ονείρου.

Αυτό το φαινόμενο μπόρεσε να εκταθεί σε ευρεία κοινωνική βάση, επειδή έγινε δυνατή η δημιουργία μιας βαθύτερης συνάφειας μεταξύ της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Οι ΗΠΑ και το νέο παγκόσμιο καθεστώς συσχετισμού δυνάμεων επιθυμούσαν να δημιουργήσουν έναν χρήσιμο ηλίθιο γίγαντα στη θέση της ναζιστικής Γερμανίας. Ο πιστός υπηρέτης έπρεπε να αποβάλει κάθε ιμπεριαλιστική πραγματική βλέψη και να μείνει ένα «θηρίο χωρίς δόντια». Τούτο προϋπόθετε την δήλωση μεταμέλειας από το γερμανικό λαό και τους ηγέτες του, ήτοι την απόταξη του παρελθόντος.

Τα «παλαιά εγκλήματα» κολάστηκαν κατά τρόπο στ' αλήθεια μοναδικό: ο λαός των εγκληματιών έλαβε την άδεια να εξάγει, να παράγει και να ταξιδεύει όλο και περισσότερο, όμως δεν είχε το δικαίωμα να κατέχει ατομικά όπλα και στρατό ή να αναλαμβάνει ευθύνες στη σφαίρα της παγκόσμιας πολιτικής. Δίπλα στην υλική ευημερία, του εξασφαλίστηκε εν ολίγοις και η πολιτική αμεριμνησία. Όσο πιο μεγαλόφωνα διατράνωνε κανείς την ευθύνη του για τα συλλογικά εγκλήματα του εθνικοσοσιαλισμού τόσο πιο βέβαιος ήταν για την αμνηστία του και για την διατήρηση της ευημερίας του κατά κάποιον τρόπο εκείθεν της ιστορίας. Οι ΗΠΑ επί της ουσίας έθεσαν σε λειτουργία ένα τεράστιο κοινωνικό πείραμα, μία μεταβολή της πρωσικής κοινωνίας, μέσω της ηθικής ιεροτελεστίας η οποία εφαρμοζόταν ως υποχρεωτική ομαδική άσκηση. Πρόκειται για μία πράξη κοινωνικού κομφορμισμού, ο οποίος εφαρμόστηκε μέσω έτερων μηχανισμών και σε άλλα σημεία του πλανήτη, ωστόσο στο παράδειγμα της Γερμανίας δεν απαιτούντο θυσίες, πέραν των απόψεων του παρελθόντος οι οποίες θυσιάζονταν στο βωμό της χρήσιμης κοινωνικής αναγνώρισης.

Σε κάθε περίπτωση, η ακραιφνώς ηθικοπλαστική πλευρά του εγχειρήματος δεν για να φέρει και να κρατήσει στη ζωή ιδεολογήματα ικανά να στηρίξουν ένα επίσημο κράτος, το οποίο ξεριζωνόταν από τις πρωσικές αρχές του. Το πείραμα απαιτούσε επί πλέον και προ παντός κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες, με τις οποίες να μπορεί να ευθυγραμμιστεί η συλλογική ηθική. Αυτό ακριβώς επιτεύχθηκε με τη σύνδεση της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Όσοι εκπροσωπούσαν αυτόν τον μηχανισμό, ήταν υποχρεωμένοι να αρνούνται την ύπαρξη του, αφού τέτοιοι μηχανισμοί λειτουργούν μόνον όταν η δράση τους επιβεβαιώνει ακριβώς την ιδεατή αυτοκατανόηση των δρώντων.

Το πείραμα απαιτούσε την ικανοποίηση και διατήρηση ορισμένων βασικών θεωρημάτων της «Αρείας φυλής», χωρίς όμως να χρησιμοποιείται ο εν λόγω τίτλος στον κοινωνικό κομφορμισμό της πρωσικής κοινωνίας. Η ομολογία της συλλογικής ενοχής θα είχε πολύ διαφορετικό αντίκτυπο στη γερμανική εθνική ζωή, αν η Γερμανία δεν κατείχε μία τόσο σημαντική θέση στην παγκόσμια ιεράρχηση των εξαγωγικών αγορών παγκοσμίως. Σε αυτή την περίπτωση η ευημερία των Γερμανών θα γνώριζε ύφεση, η οποία θα οδηγούσε σε ύφεση της προθυμίας ομολογίας της συλλογικής ενοχής, που θα επανατροφοδοτούσε την ύφεση της ευημερίας και ο φαύλος αυτός κύκλος θα έφερνε και την αποτυχία του πειράματος. Είναι κοινός τόπος πως τα συναισθήματα και οι ενοχές είναι προτερήματα της μεσαίας τάξης ή σε μία ευρύτερη έννοια του κοινωνικού συνόλου που ευημερεί, σε αντίθεση με ένα κοινωνικό σύνολο που αγωνίζεται για την επιβίωσή του και κρέμεται για την επιβίωση του από επιδόματα αρωγής, το οποίο νοιώθει ενοχές και συναισθήματα λύπης κατά κύριο λόγο για τον εαυτό του.

Το χρήσιμο, για τη ΝΤΠ, πρόβλημα της πρωσικής κουλτούρας, που ουδέποτε λύθηκε, ήταν πως αυτή διαμορφώθηκε ανάμεσα σε τρεις αυτοκρατορίες. Το μικρό κράτος της Πρωσίας έπρεπε να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες της Ρωσίας, της Γαλλίας και της Αυστροουγγαρίας. Η τυχαία επιβίωσή του στον επταετή πόλεμο (οφείλεται ξεκάθαρα στην αλλαγή ηγεσίας της ρωσικής αυτοκρατορίας) γιγάντωσε αιφνίδια την υπόληψη και την κρατική υπόσταση του πρωσικού κράτους, το οποίο μέσα σε ένα κλίμα μεγαλομανίας, ακριβώς όπως αυτό που το δημιούργησε (αυθαίρετη στέψη βασιλέως του Φρειδερίκου Α΄), επιχείρησε εξίσου αιφνίδια να δημιουργήσει την ανάλογη εθνική συνοχή στους υπηκόους του βασιλιά. Η παραχάραξη της ιστορίας φαίνεται από τις αγωνιώδεις προσπάθειες των Πρώσων να ανακαλύψουν ένα αρχαίο μεγαλείο που θα τους έδινε την ανάλογη αίγλη μίας αυτοκρατορίας, με τα γνωστά αποτελέσματα της ιστορίας του ινδογερμανισμού (αργότερα ινδοευρωπαϊσμού).

Η πρωσική κουλτούρα εξαναγκάστηκε να προχωρήσει σε θεωρητικές συλλήψεις και συνταγές οι οποίες υπερείχαν κατά πολύ της πραγματικότητας. Ανέκαθεν η βαθυστόχαστη τελειότητά τους συγκρουόταν με τη συγκεχυμένη ατέλεια της πραγματικής ζωής. Η θεωρητική εξιδανίκευση της πολιτικά χλιαρής ευημερίας, μέσω της διχοτομίας μεταξύ οικονομίας και πολιτικής αποτελεί μια εξίσου αιθεροβάμονα κατασκευή, απολύτως χρήσιμη όμως για την αμερικανική και σοβιετική πολιτική. Αυτή η διχοτόμηση δημιουργούσε την ηθική δικαίωση της διχοτομίας της πολιτικής και οικονομικής ισχύος ενός κράτους με την στρατιωτική ισχύ. Ουσιαστικά η κοινωνία αδιαφορούσε για το θέσφατο της γεωπολιτικής, κατά το οποίο η πολιτική και η οικονομία συνάδουν με τη στρατιωτική πυγμή, κάτι που εφαρμόστηκε επί ναζισμού και παλαιότερα επί των πρωσικών αυτοκρατοριών και τώρα έπρεπε να ξεχαστεί.

Καθώς οι Γερμανοί έχουν εσωτερικεύσει τη διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας κατά τρόπο ώστε να συμπίπτει με τις παραστάσεις τους περί ευτυχίας και ηθικής, αδυνατούν να προσαρμοστούν στα γεωπολιτικά δεδομένα της μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Η γερμανική κοινωνία αδυνατεί να συλλάβει το ζήτημα της Ε.Ε., το οποίο προσπαθεί μάταια να προσαρμόσει στα δικά της δεδομένα, αντί η ίδια να προσαρμοστεί σε αυτό.

Για την αμερικανική εκδοχή της νέο-πρωσικής κουλτούρας η γερμανική κοινωνία οφείλει να αντισταθεί στην ανησυχητική και οδυνηρή αλλά βαθμηδόν όλο και πιεστικότερη επίγνωση, ότι χωρίς την αμερικανική προστασία και παρεμβατικότητα στα ευρωπαϊκά ζητήματα, μαζί με κάθε κεντρικό οικονομικό πρόβλημα, ανακύπτει συγχρόνως και αναγκαία στον ορίζοντα το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας. Τοιούτο τρόπο δημιουργείται ένα κοινωνιολογικό σύμπλεγμα, κατά το οποίο η οποιαδήποτε καλή θέληση επίλυσης των ευρωπαϊκών ζητημάτων συγκρούεται με τη δυναμική του ιστορικού «κεκτημένου», όπως αυτό το αντιλαμβάνεται η γερμανική κοινωνία. Αυτό οδηγεί σε ένα διπλωματικό βραχυκύκλωμα μεταξύ της υποκειμενικότητας της γερμανικής πολιτικής πρόθεσης και της αντικειμενικότητας στην έκβαση των γεγονότων.

Το ευρωπαϊκό πρόβλημα, βάσει των ανωτέρω, έγκειται στο γεγονός πως οι έτερες παραδοσιακές αυτοκρατορικές δυνάμεις Παρισίων και Λονδίνου, διαθέτουν εξίσου ισχυρές ηγεμονικές βλέψεις και ταυτόχρονα απαίτηση χαλιναγώγησης του Βερολίνου. Άλλωστε όπως προείπαμε, κατά τη διάσκεψη της Γιάλτας η αγγλικές θέσεις ήταν γνωστές και αποσκοπούσαν στην εξουδετέρωση ενός παραδοσιακού εχθρού και εμποδίου στα σχέδια της ευρωπαϊκής τους επικράτησης. Στη σύγκρουση που διατείνεται η Γερμανία πως σκοπεύει να εισέλθει οι ευρωπαίοι ανταγωνιστές της κατά πολύ μακροβιότερες παραδόσεις στο πεδίο της παγκόσμιας πολιτικής και αντίστοιχα πλουσιότερες εμπειρίες καθώς και πιο εκλεπτυσμένο διπλωματικό αισθητήριο από τους Γερμανούς.

Αντίθετα στους Γερμανούς, η αδέξια πολιτική ισχύος του παρελθόντος, την οποία οι ΗΠΑ διατήρησαν, έχει δώσει τώρα τη θέση της σε μια αδέξια ηθικολογία, που εξ ανάγκης θα οδηγήσει εξίσου σε αδιέξοδο. Τούτο αποτελεί σαφές δείγμα αναγνώρισης της υστέρησής τους έναντι των γεωπολιτικών αντιπάλων τους, ωστόσο οδηγεί και στη γερμανική γεωπολιτική απομόνωση. Η εξωτερική πολιτική της Γερμανίας έχει επιτύχει τα ίδια σχεδόν αποτελέσματα με αυτή της Τουρκίας του νέο-σουλτάνου Ερντογάν. Απομονωμένη από τον ευρωπαϊκό νότο, ο οποίος ελέω του σχεδίου Μάρσαλ στήριξε καταναλωτικά της βιομηχανική παραγωγή της Γερμανίας, απομονωμένη από Γαλλία και Αγγλία, ελέω ιμπεριαλιστικής ανταγωνιστικότητας, απομονωμένη από τη Μόσχα, προς την οποία το Βερολίνο αποτέλεσε πρωτοστάτη στις ευρωπαϊκές οικονομικές κυρώσεις, απομονωμένη και από τις ΗΠΑ, οι οποίες πλέον εγκατέλειψαν τη Γερμανία στο έλεος της νέο-πρωσικής κουλτούρας που οι ίδιοι δημιούργησαν.

Οι Γερμανοί διαθέτουν μόνο μία επιλογή: την άκρως πολιτική και με αποφυγή συγκρούσεων ατραπό εν αντιθέσει με την παρακαμπτήριο της επιφανειακής πολιτικής προάσπισης της ευημερίας τους. Είναι ικανοί να το πράξουν ελαφρά τη συνείδηση, γιατί εκπαιδεύτηκαν στην νέο-πρωσική κουλτούρα να να συνδέουν άρρηκτα την ευημερία και την οικονομία με την ηθική. Ο κίνδυνος όμως αυτής της επιλογής είναι η κοινωνική αντίδραση της επί μακρόν οικονομικής ύφεσης, την οποία οι Γερμανοί δεν έχουν συνηθίσει, καθώς και τα ταυτόχρονα ζητήματα εσωτερικής ασφαλείας. Αυτός είναι και ο λόγος της διατήρησης του πολιτικού ηθικοπλαστικού λόγου από πολιτικούς που θεωρούν εαυτόν «εθνοπατέρα της Πρωσίας», όπως ο ΥΠΟΙΚ Σόιμπλε.

Αν και πολλές φορές έχουμε ακούσει τη διαφήμιση των ψυχικών προσόντων και προτερημάτων του γερμανικού εθνικού χαρακτήρα, θα τονίσω πως σε αυτά δε συγκαταλέγονται ιδιότητες ικανές να αποτρέψουν μια εξέλιξη ομηρίας των Γερμανών από τις αντίπαλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σίγουρα η φειδώ, η εγκράτεια, η αγάπη προς τον κρατικό μηχανισμό και η αίσθηση καθήκοντος, η ηθική σοβαρότητα, η μεθοδικότητα, ο προσχεδιασμός και η εργατικότητα φάνηκαν ιδιαίτερα χρήσιμα προτερήματα στο πείραμα του νέο-πρωσσισμού των ΗΠΑ, αλλά αυτά αποτελούν χαρακτηριστικά του «καλού υπαλλήλου». Η Γερμανία, αφαιρώντας την αίγλη των αστών αξιωματικών, αποτελεί ένα καλοεκπαιδευμένο κατοικίδιο και τίποτα περισσότερο. Πρόκειται για τη γνήσια εκπρόσωπο της «γεωπολιτικής υπηρέτριας», που αποτελεί το άκρον άωτον της κισσινγκερικής σκοπιμότητας. 

Ωστόσο η λοβοτομημένη ιμπεριαλιστική πολιτική της, η οποία μόνο ασφάλεια προσφέρει στους αντιπάλους της, στερείται βασικών αρχών γεωπολιτικής του ηγέτη. Η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός φερειπείν που απέχει από τη γερμανική κουλτούρα δεν είναι τυχαίο ότι αποτελεί χαρακτηριστικό ιδίωμα των Άγγλων του μαύρου αστεϊσμού, αλλά και της βασιλικής οικογένειας. Ο κυρίαρχος δεν φοβάται να τσαλακωθεί, διότι γνωρίζει ότι σε οποιαδήποτε εξέλιξη του «σεναρίου», αυτός θα παραμένει κυρίαρχος και οι υπόλοιποι θα διαθέτουν την ανάγκη της προστασίας του. Η Γερμανία αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις κρίσεις με απάθεια, ιδιαίτερα όταν οι σχεδιασμοί της ναυαγούν, κάτι που συμβαίνει συχνά πυκνά, λόγω της σύγκρουσης των θεωρητικών της συλλήψεων και της πραγματικότητας. Ο αμερικανικός κομφορμισμός απλά αφαίρεσε τη δυνατότητα της αποστασιοποιημένης ανωτερότητα απέναντι στους κανόνες, κάτι όμως που οι ΗΠΑ διατήρησαν για τον εαυτό τους. Η επιλογή μίας καλτ φιγούρας για Πρόεδρο των ΗΠΑ μπορεί να γεννά πολλά ανέκδοτα, αλλά όσο και αν γελάσουν οι «πληβείοι» ο γυμνός βασιλιάς, ακόμα και γυμνός παραμένει βασιλιάς. Είναι το σαφέστερο σημερινό δείγμα της αποστασιοποίησης του ισχυρού από τους κανόνες, η πλήρης επιβεβαίωση του λόγου του Αναχάρσεως («Ο νόμος είναι σαν τον ιστό της αράχνης. Οι μικρές μύγες πιάνονται, ενώ οι μεγάλες σχίζουν το δίχτυ και φεύγουν») που δείχνει τη γεωπολιτική διαφορά αυτών που υπηρετούν τους κανόνες και αυτών που ορίζουν τους κανόνες.
==============================================================

Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2017.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Όλα όσα αποκρύπτουν για τη Συρία

Του  Κώστα Μπετινάκη


Εδώ και πάρα πολλά χρόνια τα λεγόμενα… Μέσα Ενημέρωσης του Συρμού μάς ταΐζουν με την προπαγάνδα των ισχυρών που δικαιολογούν τις επεμβάσεις και τις καταστροφές σε διάφορες χώρες του πλανήτη. Είναι, όμως, μερικά πράγματα που τα κρύβουν. Και όπως λέει το ρητό: «Οι μισές αλήθειες είναι χειρότερες από τα μεγάλα ψέματα».

Τα δυτικά... media δεν λένε κουβέντα για τα μη επανδρωμένα αναγνωριστικά αεροσκάφη (drone) που δεν σταματούν να γυροφέρνουν βόλτες στον εναέριο χώρο της πολύπαθους χώρας​
Να ξεκινήσουμε, ωστόσο, από την πιο πρόσφατη εξέλιξη: την κατάρρευση της κατάπαυσης του πυρός στη Συρία, που αποδόθηκε σε ρωσικές παραβιάσεις και βομβαρδισμούς νοσοκομείων στο Χαλέπι. Άσχετο αν αυτό δεν αποδεικνύεται με ντοκουμέντα. Όπως και στην περίπτωση του «βομβαρδισμού» της ανθρωπιστικής αυτοκινητοπομπής του ΟΗΕ προς το Χαλέπι, τα στοιχεία δείχνουν πως «άλλοι ήταν υπεύθυνοι»…

Τα δυτικά Μέσα, όμως, δεν ανέφεραν ότι οι ΗΠΑ δεν τήρησαν βασικό όρο της συμφωνίας, που απαιτούσε να διαχωρίσουν ποιους θεωρεί τζιχαντιστές και ποιους «μετριοπαθείς αντάρτες», ώστε να γνωρίζει ποιους θα πρέπει να βομβαρδίζει η Ρωσία.Ε

Συγγνώμη... λάθος

Επίσης, θεώρησαν ως… λάθος τον βομβαρδισμό στρατιωτικής βάσης των δυνάμεων του Άσαντ από τα μαχητικά του Διεθνούς Συνασπισμού, στον οποίον επικεφαλής είναι η Ουάσινγκτον. Αποτέλεσμα ήταν 83 Σύροι στρατιώτες να σκοτωθούν και οι τζιχαντιστές να βρουν την ευκαιρία να καταλάβουν τη συγκεκριμένη εγκατάσταση. Παράλληλα, τα δυτικά... media δεν λένε κουβέντα για τα μη επανδρωμένα αναγνωριστικά αεροσκάφη (drone) που δεν σταματούν να γυροφέρνουν βόλτες στον εναέριο χώρο της πολύπαθους χώρας.


Χαλέπι: Μια πόλη χωρισμένη στα δύο

Εκείνο, επίσης, που ουδέποτε δημοσιοποιήθηκε είναι πως το Χαλέπι -η ακμάζουσα οικονομική πρωτεύουσα της Συρίας πριν από τον πόλεμο- είναι διαιρεμένο στα δύο: στο δυτικό τμήμα (με περίπου 1.750.000 κατοίκους) που βρίσκεται υπό τον έλεγχο του κυβερνητικού στρατού και στο ανατολικό (με 250.000 κατοίκους) που ελέγχεται από τους αντικαθεστωτικούς. Οι τελευταίοι ανήκουν στο Μέτωπο αλ-Νούσρα (πρώην αλ Κάιντα που επί ημερών Μπους θεωρείτο «τρομοκρατική οργάνωση»).

Η Ρωσία βομβαρδίζει το ανατολικό Χαλέπι. Αν τελικά κι αυτό πέσει στα χέρια των κυβερνητικών δυνάμεων, αυτό θα σημάνει το τέλος της εισβολής των μισθοφόρων στη Συρία και μια σημαντική νίκη για τον πρόεδρο Άσαντ. Εξέλιξη που δυσαρεστεί όσο δεν λέγεται τους… εμπνευστές του αιματηρού «εμφυλίου» που ξεκίνησε με αφορμή τη λεγόμενη «Αραβική Άνοιξη» τον Μάρτιο του 2011.



Ο πόλεμος με τη Ρωσία

Νεοσυντηρητικοί ηγέτες στις ΗΠΑ (π.χ. Χίλαρι Κλίντον) προπαγανδίζουν τη δημιουργία «ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη Συρία» σε μια προσπάθεια να δοθεί ένα τέλος στην εμφύλια σύρραξη. Η πρόταση αυτή στηρίζεται σε ανάλογο προηγούμενο (Ιράκ, προ του πολέμου στον Κόλπο). Και σε αυτήν την περίπτωση, όμως, τα… Μέσα του Συρμού παρέλειψαν να μας ενημερώσουν τι είπε στην κατάθεσή του στο αμερικανικό Κογκρέσο ο αρχηγός των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Dunford:

«Για να ελέγξουμε ολόκληρο τον εναέριο χώρο της Συρίας, θα πρέπει να πάμε σε πόλεμο με τη Συρία και τη Ρωσία. Πολύ σημαντική απόφαση, που δεν πρόκειται να λάβω μόνος μου».

Ο στρατηγός Dunford
Ο στρατηγός Dunford
Φανταστείτε πως κάποιοι στις ΗΠΑ είναι σε θέση ακόμη και να ονειρεύονται να κάνουν πόλεμο εναντίον μιας χώρας που διαθέτει ούτε ένα ούτε δύο αλλά... 7.000 θερμοπυρηνικά όπλα.

Αλλά ένα βασικό ερώτημα που ουδέποτε έθεσαν τα δυτικά «Μέσα Παραπληροφόρησης» και χρειάζεται κάποιος επιτέλους να απαντήσει είναι το εξής: από πού απέκτησαν οι ΗΠΑ το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα πρέπει να κυβερνά, για παράδειγμα, στη Συρία; 

Τι μας έχει δείξει, άλλωστε, η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν;

Θυμίζουμε ότι από τα δυτικά Μέσα του Συρμού ουδέποτε δημοσιοποιήθηκε memorandum που είχε αποκαλύψει ο στρατηγός… τεσσάρων αστέρων Wesley Clark το 2011 και χρονολογείται λίγο μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Τότε, το Πεντάγωνο είχε υιοθετήσει σχέδιο για την ανατροπή των κυβερνήσεων σε επτά χώρες, μέσα στην επόμενη (από το 2001) πενταετία: Ιράκ, Λίβανος, Λιβύη, Σομαλία, Σουδάν, Συρία και Ιράν.



Όπως όλοι γνωρίζουμε
:

# Η εισβολή στο Ιράκ έγινε το 2003. 
# Ο στενός σύμμαχος των ΗΠΑ, το Ισραήλ, είχε εισβάλει στον Λίβανο, το 2006. 
# Η Λιβύη (η χώρα με το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα στην Αφρική) καταστράφηκε με ΝΑΤΟϊκή επιχείρηση το 2011. 
# Αμερικανικά μη επανδρωμένα αναγνωριστικά «drones» πραγματοποιούν συνεχείς πτήσεις πάνω από τη Σομαλία.
# Αμερικανικά στρατεύματα σταθμεύουν στο Νότιο Σουδάν μετά τον βίαιο διαμελισμό της χώρας από αιματηρό εμφύλιο πόλεμο.
# Η Συρία γνωρίζει τα δεινά ενός υποστηριζόμενου από τους Δυτικούς πολύνεκρου πολέμου από το 2011.


Ενεργειακά «προβλήματα»

Η περίπτωση του Ιράν είναι εξαιρετικά ιδιαίτερη. Την περασμένη δεκαετία αποτελούσε καθημερινό στόχο των δυτικών Μέσων με την υπόθεση του περιβόητου «επικίνδυνου πυρηνικού προγράμματός του».

Η κατάσταση γινόταν ακόμη πιο περίπλοκη, αφού τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα στάθηκαν στο πλευρό του Ιράν και της Συρίας​

Τα δημοσιεύματα παρέλειπαν ότι υπήρχε από το 2005 η ενοχλητική κοινή αμυντική συμφωνία με τη Συρία, για την παροχή αμυντικών πιστώσεων ενός δις δολαρίων μαζί με στρατιωτική εκπαίδευση και αποστολή μάχιμων μονάδων αντιμετώπισης εξωτερικών κινδύνων. Η κατάσταση γινόταν ακόμη πιο περίπλοκη, αφού τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα στάθηκαν στο πλευρό του Ιράν και της Συρίας. Με αποκορύφωμα την άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Μόσχας στον συριακό εμφύλιο έπειτα από αίτημα του ίδιου του Άσαντ προς το Κρεμλίνο.

Α, και κάτι που παραλείπουν συνεχώς τα δυτικά Μέσα: το Ιράν παραμένει ένα ανταγωνιστικό… αγκάθι για τον καλό σύμμαχο των ΗΠΑ, το αυταρχικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας (βασίλειο των Σαούντ). Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα.

Επιπλέον, κουβέντα δεν γίνεται για το γεγονός ότι το 2009 το Κατάρ είχε προτείνει να κατασκευαστεί ενεργειακός αγωγός που θα διέσχιζε το συριακό έδαφος για να φθάσει στην Τουρκία και να την εφοδιάζει με σαουδαραβικό αέριο (χωρίς φυσικά την άδεια της Δαμασκού). Τότε, ο πρόεδρος Άσαντ είχε απορρίψει την ιδέα και είχε υπογράψει μάλιστα συμφωνία με το Ιράκ και το Ιράν για την κατασκευή αγωγού, ανεφοδιασμού των ευρωπαϊκών χωρών, αποκόπτοντας τον ενεργειακό δρόμο στο Κατάρ και στη Σαουδική Αραβία προς τα τουρκικά εδάφη. Με αυτόν τον τρόπο μπήκε και η Άγκυρα στο παιχνίδι της ανατροπής της νόμιμης κυβέρνησης της Συρίας.


Η υπόθεση «τρομοκρατία»

Να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα: δεν υπάρχει αυτό που αποκαλούν τα δυτικά Μέσα «μετριοπαθείς αντάρτες». Ο αποκαλούμενος από αυτά τα Μέσα «Ελεύθερος Συριακός Στρατός» (FSA) αποτελείται εδώ και πολύ καιρό από εξτρεμιστικά στοιχεία.

Ο αποκαλούμενος «Ελεύθερος Συριακός Στρατός» (FSA) αποτελείται εδώ και πολύ καιρό από εξτρεμιστικά στοιχεία​Κι όμως, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να τους ανεφοδιάζουν με όπλα. Παρόλο που από το 2012 οι «New York Times» είχαν παραδεχθεί πως το μεγαλύτερο μέρος των όπλων αυτών πέφτει στα χέρια των τζιχαντιστών. Επίσης, απόρρητη έκθεση της DIA προέβλεπε άνοδο του ISIS (Ισλαμικού Χαλιφάτου - Daesh κ.λπ.) περιγράφοντας: «…υπάρχει πιθανότητα δημιουργίας σαλαφιστικής οντότητας στην ανατολική Συρία… Κάτι ακριβώς που οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις επιθυμούν, ώστε να απομονωθεί το συριακό καθεστώς».

Η έκθεση, ωστόσο, παραλείπει να αναφέρει πως το ISIS δημιουργήθηκε μετά την αμερικανική (και βρετανική) εισβολή στο Ιράκ το 2003 και όχι στον πόλεμο της Συρίας. Ειδικότερα, όταν ο Πολ Μπρέμερ είχε διορισθεί ανώτατος άρχων του Ιράκ, ως προεδρικός απεσταλμένος, τον Μάιο του 2003, μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν η διάλυση του ιρακινού στρατού, απολύοντας 400.000 ενστόλους. Ανάμεσά τους και όλους τους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς. Είναι οι ίδιοι στρατηγοί που σήμερα αποτελούν την ηγετική ομάδα του ISIS.

Τα… Μέσα του Συρμού, πάντως, μας είπαν πως η εμφάνιση της συγκεκριμένης οργάνωσης έγινε «ξαφνικά» στη Συρία το 2014 και σήμερα τη βρίσκουμε να έχει εξαπλωθεί και στη Λιβύη.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Πέντε Ιστοριογραφικοί μύθοι για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και η απόρριψη τους

Η ιστορική έρευνα θα έπρεπε να είχε διαλύσει προ πολλού ορισμένους μύθους που συντηρούνται ακόμη για την πολεμική συμμετοχή του ελληνικού κράτους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι μύθοι αυτοί είναι άλλοτε ιστοριογραφικοί, δηλαδή αποτέλεσμα ελλειπτικών ερμηνειών των δεδομένων της σύγκρουσης άλλοτε ιδεολογικοί, αφού καθίσταται δυσχερές να αναγνωριστούν με νηφαλιότητα τα ιστορικά δεδομένα, τα οποία συχνά παρουσιάζονται υπό την διαθλασμένη οπτική της πολιτικής τοποθέτησης ή της ιδεοληπτικής συναίνεσης.
28okt
Γράφει ο ιστορικός Ιωάννης Κωτούλας
ΕΟ πρώτος από αυτούς τους μύθους είναι ότι η ελληνική πλευρά ήταν ανέτοιμη από στρατιωτικής άποψης για το ενδεχόμενο ιταλικής εισβολής.
Στην πραγματικότητα, η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική. Το καθεστώς του πρωθυπουργού (1936-41) Ιωάννη Μεταξά (1871-1941) είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην στρατιωτική αναβάθμιση της Ελλάδος, διαβλέποντας ορθά τον κίνδυνο από τις ιταλικές νεο-αυτοκρατορικές φιλοδοξίες στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, αλλά και από την αναθεωρητική στάση της Βουλγαρίας. Ο ελληνικός στρατός είχε αναδιοργανωθεί την περίοδο 1936-40, εκπαιδευτεί άρτια και εξοπλιστεί κατάλληλα, δεδομένα που επαληθεύτηκαν κατά τη σύγκρουση με τους Ιταλούς. (Βλ. ενδεικτικά ΓΕΣ/ΔΙΣ (εκδ.), Η προς πόλεμον προπαρασκευή του ελληνικού στρατού 1923-1940, Αθήναι 1983 [1969]).
Η κατασκευή του πλέγματος αμυντικών οχυρώσεων στην Θράκη, η λεγόμενη «γραμμή Μεταξά» στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο, δεν αποτέλεσε λανθασμένη τακτική κίνηση, όπως κρίνουν ορισμένοι συγγραφείς εκ των υστέρων και με βάση απλώς το προτερόχρονο της ιταλικής εισβολής στο μέτωπο της Ηπείρου, αλλά απαραίτητη και συνετή ενέργεια, η οποία διασφάλιζε την ελληνική άμυνα στο ευαίσθητο μέτωπο της Θράκης, όπου εκδηλωνόταν η βουλγαρική απειλή, η κυριότερη στον χώρο της Βαλκανικής έως τουλάχιστον το 1939. Ως τεχνικό δε έργο αποτελούσε σημαντικό επίτευγμα τόσο για τα δεδομένα του ελληνικού κράτους όσο και για την ευρύτερη κατάσταση στην χερσόνησο του Αίμου, παρά βέβαια την εξυπηρέτηση της αναχρονιστικής στατικής μορφής πολέμου που εκπροσωπούσε.
Τέλος, σε επίπεδο στρατηγικής προσέγγισης της επερχόμενης σύγκρουσης, η ελληνική πλευρά ήταν πεπεισμένη για το αναπόφευκτο του ελληνο-ιταλικού πολέμου και είχε προετοιμαστεί από κάθε άποψη για το ενδεχόμενο αυτό, χωρίς να αιφνιδιαστεί από το ιταλικό τελεσίγραφο. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται η επιτυχία του ελληνικού στρατού στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, καθώς πρόκειτο για μία σημαντική επιτυχία, ανάλογη, αν και ανώτερη, της αντίστασης της Φινλανδίας στην εισβολή της ΕΣΣΔ, το 1939.

Η άριστη προετοιμασία του ελληνικού στρατού καταδείχθηκε, άλλωστε, από την επιτυχία του συστήματος επιστράτευσης και συγκρότησης μονάδων, οι οποίες προωθήθηκαν σε σύντομο διάστημα στο πολεμικό μέτωπο. Αποτέλεσμα της επιτυχούς επιστράτευσης και γενικής οργάνωσης ήταν η αριθμητική υπεροχή του ελληνικού στρατού στην Βόρειο Ήπειρο έναντι των Ιταλών έως την άνοιξη του 1941, όταν εκδηλώθηκε η ιταλική Εαρινή Επίθεση. Το ελληνικό κράτος, δηλαδή, επέδειξε σαφώς ανώτερες ικανότητες στην αντιμετώπιση της πολεμικής κρίσης απ’ ό,τι συνέβη το 1915 ή και το 1974.
22 Νοεμβρίου 1940: Ο Μεταξάς ανακοινώνει την κατάληψη της Κορυτσάς
22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1940: Ο ΜΕΤΑΞΑΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΟΡΥΤΣΑΣ
Ο δεύτερος μύθος αφορά την υποτιθέμενη απροθυμία του δικτατορικού καθεστώτος του Μεταξά να διεξάγει ακόμη και αυτόν τον πόλεμο.
Με άλλα λόγια η απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου, η σταθερή απόφαση της ελληνικής πλευράς να πολεμήσει σε περίπτωση εκδήλωσης αναπόδραστης ιταλικής επιθετικότητας, δεν αποτέλεσε ούτε συνέπεια της «πίεσης του ελληνικού λαού» – παράγοντας, άλλωστε, δευτερεύων σε ένα καθεστώς δικτατορικής υφής – ούτε προσαρμογή ενός απρόθυμου να πολεμήσει δικτάτορα στις αγγλικές πιέσεις, αλλά μία καθαρή και ψυχρά υπολογισμένη στρατηγική επιλογή, η οποία είχε ληφθεί πολύ πριν το 1940, στην πραγματικότητα ήδη από το 1936. Η ελληνική εξωτερική πολιτική του καθεστώτος του Μεταξά συνέχιζε αφενός την τακτική διπλωματικής και στρατιωτικής απομόνωσης της Βουλγαρίας που είχε εγκαινιαστεί το 1934 με το Σύμφωνο της Βαλκανικής Συνεννόησης και το παρεπόμενο στρατιωτικό σύμφωνο μεταξύ Ελλάδος, Γιουγκοσλαβίας, Ρουμανίας και Τουρκίας αφετέρου την προσεκτική στάση έναντι της ιταλικής επιθετικότητας, καθώς μάλιστα ανάλογη πολιτική κατευνασμού ακολουθούσε το ισχυρότερο ευρωπαϊκό κράτος, η Βρετανική Αυτοκρατορία.
Οι μάλλον ελλιπείς αυτές αναγνώσεις της σύγκρουσης του 1940 προέρχονται, εκτός από ανεπαρκή κατανόηση του συστήματος των διεθνών σχέσεων και της γεωπολιτικής συμπεριφοράς των κρατικών οργανισμών, και από ιδεοληπτικές εμμονές, αλλά και από τη μεταγενέστερη διάκριση μεταξύ του ελληνικού λαού και της πολιτικής του ηγεσίας κατά την διεξαγωγή του ελληνο-ιταλικού πολέμου, σχήμα δυσλειτουργικό έως αδόκιμο, τουλάχιστον έως τον Απρίλιο του 1941.
ellstrat1940-41

O τρίτος μύθος είναι η παράβλεψη της συμμετοχής της Αλβανίας στην επίθεση κατά της Ελλάδος, γεγονός που παραβλέπεται ενίοτε και για ιδιότυπους πολιτικούς ή ιδεοληπτικούς λόγους.
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα δέχθηκε την επίθεση, από το έδαφος της Βορείου Ηπείρου, όχι μόνο της Ιταλίας, αλλά και της συνενωμένης κάτω από το ίδιο στέμμα Αλβανίας. Στο πλευρό του ιταλικού στρατού μαχόταν τόσο τακτικός αλβανικός στρατός συνολικής δύναμης δεκαπέντε ταγμάτων όσο και παραστρατιωτικές ομάδες, οι οποίες κατά την διάρκεια της Κατοχής ανέλαβαν την τρομοκράτηση του ελληνικού πληθυσμού της Ηπείρου και την αλλοίωση των εθνολογικών δεδομένων. Με κυβερνητικό διάταγμα (Β.Δ. 194/ΦΕΚ 93/10-6-1940) η Αλβανία δεσμευόταν να κηρύξει τον πόλεμο σε όσα κράτη θα ήταν αντιμέτωπα με την Ιταλία, δέσμευση που επικυρώθηκε κατά την εισβολή στην Ελλάδα. Για αυτόν τον λόγο η Αλβανία χαρακτηρίστηκε με ελληνικό Βασιλικό Διάταγμα εμπόλεμο κράτος, χαρακτηρισμός που ήρθη μόλις το 1988. Ώστε, ο πόλεμος του 1940-41 διεξήχθη από το ελληνικό κράτος κατά της Ιταλίας, της Αλβανίας και της Γερμανίας.
metaxas
Ο τέταρτος μύθος αφορά τον χαρακτήρα του πολέμου, ο οποίος ενίοτε παρουσιάζεται ως πόλεμος κατά του φασισμού, αν και διεξήχθη από ένα δικτατορικό καθεστώς με φασιστικά στοιχεία.
Ο μύθος αυτός προέρχεται από δύο πηγές: την βρετανική προπαγάνδα και την κομμουνιστική προπαγάνδα. Η βρετανική προπαγάνδα επεδίωκε νααποδώσει στην ελληνική πολεμική προσπάθεια έναν ιδεολογικό χαρακτήρα, δηλαδή να τον παρουσιάσει ως αγώνα κατά του φασισμού, ενώ η ελληνική κυβέρνηση του Μεταξά να τον εμφανίσει ως αγώνα κατά ενός γεωπολιτικού εχθρού, της Ιταλίας. Είναι ενδιαφέρον ότι λόγω της μεταπολεμικής σύγκλισης σε επίπεδο διεθνών σχέσεων στο πλαίσιο της κυοφορούμενης ευρωπαϊκής ενοποίησης και λόγω της απουσίας εδαφικών διεκδικήσεων γενικά στην Ευρώπη, έχει επικρατήσει στην ιστοριογραφική παραγωγή η αντίληψη του πολέμου του 1940 ως πολέμου κατά του φασισμού, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ένα καθεστώς με δικτατορικό χαρακτήρα και κάποια φασιστικά μορφολογικά στοιχεία (η 4η Αυγούστου) που διεξήγαγε τον πόλεμο και μάλιστα χάρισε την πρώτη νίκη στις συμμαχικές δυνάμεις. Αναπαράγονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, άκριτα τα έντεχνα ιδεολογικά σχήματα της μετά την γερμανική εισβολή ελληνικής κομμουνιστικής προπαγάνδας, που εκπορευόταν από την άλλοτε σύμμαχο του Τρίτου Ράιχ ΕΣΣΔ, για πόλεμο κατά ενός ιδεολογικού αντιπάλου.
GES_DIS-34Ο πέμπτος μύθος, ο οποίος εν πολλοίς ακόμη ισχύει, είναι αυτός των αγνών προθέσεων της βρετανικής πλευράς έναντι της Ελλάδος.
Η επιμονή της Μεγάλης Βρετανίας για ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων στο ελληνικό έδαφος αποτελούσε όχι τόσο απόπειρα συμβολής στην αμιγώς πολεμική προσπάθεια του ελληνικού κράτους, αλλά περισσότερο ενέργεια προπαγανδιστικής υφής, ώστε να διατηρηθεί το καταρρακωμένο κύρος της δοκιμαζόμενης Βρετανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, δευτερευόντως δε έναντι της Τουρκίας, που ήλεγχε τα ζωτικής σημασίας Στενά και την διέλευση προς τη Μέση Ανατολή. Ο ίδιος ο Βρετανός πρωθυπουργός (1940-45, 1951-55) Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill, 1874-1965) σε ομιλία του στις 27 Απριλίου 1941, την ημέρα που η Αθήνα κατελήφθη από τον γερμανικό στρατό, παρουσίαζε την βρετανική επέμβαση στην Ελλάδα ως μία γενναιόφρονα παροχή βοήθειας στην Ελλάδα, αναπαράγοντας το στερεότυπο της ευγενούς αυτοκρατορικής δύναμης που, πιστή σε μία υψηλή ηθική αποστολή, υπαγορευμένη από την παράδοσή της, συνέδραμε τα αδύναμα έθνη απέναντι στην επιθετικότητα της Γερμανίας.

Από αυτήν την άποψη η ιταλική εισβολή στην Ελλάδα αποτέλεσε προφανώς ευτύχημα για τους βρετανικούς υπολογισμούς. Στην έκθεση του Γερμανού πρέσβη στην Αθήνα (1936-41) Βίκτωρ φον Έρμπαχ (Victor Prinz zu Erbach-Schönberg, 1903-1971), με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 1940, αναφέρεται ότι η ιταλική επίθεση κατ’ ουσίαν εξυπηρετούσε τους βρετανικούς σχεδιασμούς. Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση σε βρετανικό διπλωματικό έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών από τον Ιανουάριο του 1941, όπου είναι εμφανής η προσπάθεια να παρελκυστεί ακόμη πιο ουσιωδώς η Ελλάδα στον πόλεμο και να προκληθεί γερμανική επίθεση κατά του ελληνικού κράτους: «[…] μπορεί να αποδειχθεί δύσκολο να κάνουμε τους Έλληνες να κηρύξουν τον πόλεμο στη Γερμανία, εάν η Γερμανία πρώτα δεν προβεί σε κάποια επιθετική ενέργεια. Αυτό θα είναι πιθανότερο εάν εδραιωθούμε γερά στην Ελλάδα. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να προχωρήσουμε το ζήτημα των αεροδρομίων (στη βόρειο Ελλάδα) το συντομότερο δυνατόν». Οι Βρετανοί είχαν αποστείλει από τον Νοέμβριο του 1940 στην Ελλάδα μοίρες αεροπορικών δυνάμεων, οι οποίες όμως παρέμεναν στα αεροδρόμια του Τατοΐου και της Ελευσίνας, καθώς η ελληνική ηγεσία δεν επέτρεπε την χρήση των αεροδρομίων της βορείου Ελλάδος, αφού μία τέτοια ενέργεια θα συνιστούσε casus belli για την γερμανική πλευρά, δεδομένου ότι από τα αεροδρόμια αυτά η βρετανική αεροπορία θα μπορούσε να προσβάλει τις πετρελαιοπηγές στο Πλοέστι (Ploesti) της Ρουμανίας, τις μοναδικές πετρελαιοπηγές στον χώρο της ηπειρωτικής Ευρώπης. Συνεπώς, η βρετανική σπουδή για επιχειρησιακή δράση στην βόρειο Ελλάδα ουσιαστικά αποσκοπούσε να εμπλέξει την Ελλάδα στον πόλεμο κατά της Γερμανίας.
Archibald Wavell, 1883-1950
ARCHIBALD WAVELL, 1883-1950
Τον Φεβρουάριο του 1941, καθώς πλέον εξέλιπε ο Μεταξάς, ο οποίος σε γενικές γραμμές αντιτασσόταν στην άφιξη βρετανικού εκστρατευτικού σώματος, η βρετανική πλευρά επεδίωξε τη δημιουργία ενός βαλκανικού μετώπου με τη συμμετοχή της Γιουγκοσλαβίας, της Ελλάδος και της Τουρκίας, ώστε να δημιουργηθεί μία εστία έντασης στην ηπειρωτική Ευρώπη κατά της Γερμανίας.
Στις 22 Φεβρουαρίου κατέφθασε στην Αθήνα ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών (1935-38, 1940-45, 1951-55) Άντονυ Ήντεν (Anthony Eden, 1897-1977) , καθώς και ο στρατηγός Άρτσιμπαλντ Ουέηβελ (Archibald Wavell, 1883-1950), επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή (1939-41), μαζί με το επιτελείο τους. Η κίνηση αυτή επεδίωκε να πείσει τις κυβερνήσεις των τριών κρατών να συγκροτήσουν έναν συνασπισμό κατά των Γερμανών, έναν συνασπισμό, ωστόσο, τον οποίον οι Βρετανοί δεν ήταν σε θέση να στηρίξουν με ικανοποιητικό αριθμό δυνάμεων, αφού τελικά διέθεσαν μόλις 57.000 στρατιώτες. Αλλά και όταν συμμετείχαν στις επιχειρήσεις, τον Απρίλιο του 1941, στην ηπειρωτική Ελλάδα, σκοπός τους ήταν η προβολή συμβολικής αντίστασης με την ελάχιστη δυνατή απώλεια Βρετανών στρατιωτών, δεδομένης και της επικείμενης άφιξης πρόσθετων γερμανικών δυνάμεων στο μέτωπο της βορείου Αφρικής.
Η υπογραφή της συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς
Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ
Μετά την κατάρρευση της αμυντικής διάταξης στη γραμμή του ποταμού Αλιάκμονα και τον εγκλωβισμό του μεγαλύτερου μέρους των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στο μέτωπο της Ηπείρου, η πρωτοβουλία συνθηκολόγησης του αντιστράτηγου Γεώργιου  Τσολάκογλου (1886-1948), διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού (πρώην Σώματος Στρατού Δυτικής Μακεδονίας) στις 20 Απριλίου 1941 – όπως και η προγενέστερη συνθηκολόγηση του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας στις 9 Απριλίου στη Θεσσαλονίκη – θεωρήθηκε από τον εμπνευστή της ότι αποτελούσε τη σωφρονέστερη επιλογή, διότι με αυτόν τον τρόπο αφενός απετράπη η διάλυση του ελληνικού στρατού αφετέρου αποφεύχθηκε – χάρις στη μεσολάβηση του Χίτλερ στις 2 Μαΐου 1941 – η αιχμαλωσία των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών και η μεταφορά τους στη Γερμανία ή στην Ιταλία, όπως λ.χ. είχε συμβεί σε οποιαδήποτε άλλη κατεχόμενη χώρα της Ευρώπης, ακόμη και στον μελλοντικό ευρωπαϊκό εταίρο του Γερμανικού Ράιχ, τη Γαλλία, όπου εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες του γαλλικού στρατού είχαν μεταφερθεί σε γερμανικά στρατόπεδα αιχμαλώτων μετά τον Ιούνιο του 1940. Οι περίπου 270.000 Έλληνες αιχμάλωτοι αφέθησαν ελεύθεροι. Είναι σαφές ότι σε περίπτωση μη συνθηκολόγησης και αιχμαλωσίας των Ελλήνων στρατιωτών είναι πιθανόν ότι δεν θα είχε υπάρξει αντιστασιακή δραστηριότητα στην Ελλάδα επί Κατοχής ούτε αξιόμαχος στρατός μεταπολεμικά.
Η παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων εξυπηρετούσε ουσιαστικά μόνον τους Βρετανούς, ώστε να καλυφθεί η υποχώρηση του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος με τη θυσία των τελευταίων δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού. Διαφαίνεται έτσι ότι το ευφυολόγημα ότι η Βρετανική Αυτοκρατορία ήταν αποφασισμένη να πολεμήσει μέχρι της τελευταίας ρανίδας του αίματος των Ευρωπαίων δεν στερείτο αντικειμενικής βάσης.

Άλλωστε οι ίδιοι οι απλοί Έλληνες στρατιώτες είχαν αντιληφθεί τη ματαιότητα της συνέχισης του αγώνα κατά της γερμανικής επίθεσης, την οποία επιθυμούσε μόνον η πολιτική ηγεσία, δηλαδή το Παλάτι, για να εξυπηρετήσει τα βρετανικά συμφέροντα με την όσο το δυνατόν αναίμακτη απαγκίστρωση του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος από την ηπειρωτική Ελλάδα. Η αναπόφευκτη από στρατιωτικής άποψης συνθηκολόγηση – καθώς οι γερμανικές μονάδες είχαν σχεδόν αποκλείσει τον ελληνικό στρατό του μετώπου της Ηπείρου, φθάνοντας στα μετόπισθέν του στο Μέτσοβο σε ταχύ διάστημα – υπήρξε μία επιλογή οπωσδήποτε σκληρή, η οποία συγκρούστηκε με δύο παράγοντες. Πρώτον με την πολιτική βούληση για συνέχιση του αγώνα χάριν των βρετανικών συμφερόντων και δεύτερον με την αδιόρατη και αβάσιμη λαϊκή αίσθηση ότι η στρατιωτική ηγεσία συνθηκολογώντας «πρόδωσε» τον αγώνα των απλών στρατιωτών, των ίδιων που είχαν αρχίσει να διαφεύγουν από το μέτωπο παραβιάζοντας τη στρατιωτική πειθαρχία την άνοιξη του 1941 μετά την αποδιοργάνωση των ελληνικών μονάδων. 
".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Το «παιχνίδι» της Ρωσίας στο Άγιο Όρος πίσω από τη «θρησκεία»

Την σημασία της ουσιαστικής απουσίας της Διευθύνσεως Εκκλησιών αντιληφθήκαμε με την επίσκεψη Πούτιν στο Άγιο Όρος, όπως επίσης και την απουσία μνήμης και συνείδησης του πόσο πολύπλοκες είναι οι σχέσεις μας με το «αδελφό ορθόδοξο έθνος».
Θυμίζουμε μόνο ότι το Άγιο Όρος καταλήφθηκε από τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη το 1912 μέσα στη σπουδή να προληφθούν ύποπτες κινήσεις των Βουλγάρων.
Στην κατάληψη αυτή αντέδρασαν τότε οι Ρώσοι που ήδη από τις αρχές του 20ου αι. είχαν αυξήσει υπερβολικά την παρουσία τους στο Άγιο Όρος φθάνοντας στον αριθμό των 3000 περίπου μοναχών που από μόνοι τους υπερέβαιναν σε αριθμό τους μοναχούς όλων των άλλων 19 μονών μαζί, ενώ πλην της Μονής Αγίου Παντελεήμονος, έλεγχαν 2 σκήτες (Αγίου Ανδρέου και Προφήτου Ηλιού) έναντι 12 και 31 κελιά έναντι 204.
ΕΥπενθυμίζεται ότι από το 1838 είχε αρχίσει η προσπάθεια διεισδύσεως στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στην οποία το 1875 εξελέγη Ρώσος ηγούμενος, ενώ με τη παρέμβαση των Οθωμανών και του Άγγλου πρέσβη αποφεύχθηκε το 1860 και η επικράτηση των Ρώσων στη Μονή Κουτλουμουσίου.
Η διείσδυση των Ρώσων είχε διευκολυνθεί από την κακή οικονομική κατάσταση των μονών που τις ανάγκαζε να δέχονται τις πλούσιες προσφορές των Ρώσων, ενώ αντίστοιχη προσπάθεια διεισδύσεως επιχειρούνταν και στην Αγιοταφιτική Αδελφότητα (μήπως υπάρχει και εδώ σήμερα κάποιος κίνδυνος;).
Στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου οι Ρώσοι επρότειναν τότε την ανακήρυξη του Αγίου Όρους σε ανεξάρτητο κράτος προτεκτοράτο των 6 ορθοδόξων κρατών (Ρωσία, Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία, Ρουμανία) υπό την πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Έντονη ήταν τότε η αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και των ελληνικών μονών, ενώ σημαντικός ήταν και ο ρόλος του τότε μητροπολίτη Κιτίου (συνέχεια του σημαντικού ρόλου του στην επίλυση του Αρχιεπισκοπικού Ζητήματος στην Εκκλησία της Κύπρου) και στη συνέχεια Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Οικουμενικού Πατριάρχη και Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιου Μεταξάκη.
Και στο μεν Λονδίνο το ζήτημα έμεινε άνευ συνεχείας λόγω και της αδιαφορίας των άλλων μεγάλων δυνάμεων (οι οποίες πάντως υποψιάζονταν τους Ρώσους ότι επιθυμούσαν να μετατρέψουν το Άγιο Όρος σε ναυτικό οχυρό για να αποκτήσουν ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο), αλλά ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσχώρησε μάλλον στη ιδέα ενός διμερούς διακανονισμού με την Ρωσία, ο δε τσάρος μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (που περιέλαβε το Όρος στα εδάφη που παραχωρούνταν στην Ελλάδα) άρχισε να επιδιώκει την λύση στο πλαίσιο μιας ελληνορωσικής συγκυριαρχίας στο Άγιο Όρος.
Για τη διευκόλυνση της διαμόρφωσης συμφωνίας έπρεπε να εξαφανιστούν κάποια μικροεμπόδια, ένα από τα οποία ήταν μια θεολογική διαμάχη μεταξύ των Ρώσων μοναχών σχετικά με το εάν λέξεις όπως «Θεός» και «Χριστός» είναι άγιες από μόνες τους ή λόγω της θεϊκής πραγματικότητας που αντιπροσωπεύουν.
Οι απλοί Ρώσοι μοναχοί υποστήριζαν την πρώτη άποψη αφού αυτό ανταποκρινόταν καλύτερα στην μυστικιστική εμπειρία που ένοιωθαν επαναλαμβάνοντας τις λέξεις αυτές πάλι και πάλι.
Η άποψη τους όμως θεωρήθηκε θεολογικά ύποπτη και καθώς στο Καθεστώς του Αγίου Όρους απαγορεύεται η εγκαταβίωση στο Όρος στους αιρετικούς, το θέμα ανέλαβε να λύσει το ρωσικό ναυτικό!
Το καλοκαίρι του 1913 (με το Άγιο Όρος υπό ελληνική κατοχή) ένας λόχος Ρώσων αποβιβάστηκε και εξανάγκασε 800 Ρώσους μοναχούς να εγκαταλείψουν το Όρος με πλοία που ακολουθούσαν τα ρωσικά πολεμικά.
Λίγο αργότερα, το Φεβρουάριο του 1914 άρχισε η διαπραγμάτευση για το θέμα ανάμεσα στον Έλληνα και τον Ρώσο πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη με τον Ρώσο πρέσβη De Giers να επιδίδει στον Έλληνα πρέσβη σημείωμα σύμφωνα με το οποίο θα αναγνωριζόταν η ελληνική κυριαρχία με την παρουσία Διοικητή, με περιορισμούς όμως, δικαίωμα της Ρωσίας για επέμβαση και προστασία των Ρώσων μοναχών και προαγωγή των δύο ρωσικών σκητών σε μονές.
Ευτυχώς το ξέσπασμα στο μεταξύ του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου άφησε το θέμα εκκρεμές εις όφελος της χώρας μας η οποία ασκούσε κυριαρχία.
Το θέμα της κυριαρχίας λύθηκε με τις συνθήκες του 1920 με τη Βουλγαρία (Neuilly) και τη Τουρκία (Σεβρών) και την συνθήκη προστασίας των μειονοτήτων του 1920 (Σεβρών), αλλά κυρίως με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), όπου η Σοβιετική Ρωσία ουδέν ενδιαφέρον πλέον εκδήλωσε για το Άγιο Όρος.
Με άλλα λόγια η κομμουνιστικοποίηση της Ρωσίας και στη συνέχεια της Ανατολικής Ευρώπης διέσωσε το Άγιο Όρος για την Ελλάδα και εμπέδωσε την ελληνική κυριαρχία.
Οι δε Σλάβοι ορθόδοξοι αδελφοί ουδέν ενδιαφέρον έδειχναν (πλην σποραδικών πρακτόρων της KGB που εγγράφονταν στα μητρώα ως μοναχοί για να εξαφανιστούν αργότερα με ελληνικό διαβατήριο προς άγνωστη κατεύθυνση).

***

Ήδη πλέον έχουμε δυναμική επιστροφή της Ρωσίας ως ορθόδοξης δύναμης τόσο στο Άγιο Όρος όσο και στο κλίμα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (όπου δίπλα στο ποίμνιο των Παλαιστινίων ορθοδόξων έχουν προστεθεί οι ορθόδοξοι συγγενείς των μεταναστών Εβραίων από την τέως Σοβιετική Ένωση).
Κατά τη προετοιμασία της επισκέψεως Πούτιν στο Άγιο Όρος το πράγμα κάπως μπερδεύτηκε.
Επιδίωξη του ΥΠΕΞ, που εκφράστηκε μέσω του Διοικητή κ. Αρίστου Κασμίρογλου, ήταν να παρευρεθεί στην λειτουργία στο Πρωτάτο δίπλα στο κ. Πούτιν και ο κ.Παυλόπουλος που ως κυρίαρχος επί του Αγίου Όρου θα έπρεπε κανονικά να καθίσει στον θρόνο του ηγεμόνα.
Επειδή όμως ο κ. Πούτιν είναι επίσης αρχηγός κράτους και επισκέπτης θα έπρεπε να στηθεί για λόγους κομψότητας (για να μην σταθεί σε μικρότερο θρόνο από το κ. Παυλόπουλο) ένας «ισουψής» θρόνος.
Ενώ αρχικά οι Αγιορείτες συναίνεσαν, στη συνέχεια άλλαξαν γνώμη, γεγονός που εξέφρασαν ως φαίνεται και με δριμύτητα στον Ειδικό Γραμματέα Θρησκευτικής και Πολιτιστικής Διπλωματίας κ. Στάθη Λιάντη.
Σημειωτέον ότι ενώ το Άγιο Όρος υπάγεται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και ο ΥΦΥΠΕΞ κ. Αμανατίδης είναι «παιδί» του Οικουμενικού Θρόνου, ο κ. Λιάντης χρεώνεται στον κ. Κοτζιά και στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Ιερώνυμο.
Ποιοι ήταν οι λόγοι που άλλαξαν γνώμη οι Αγιορείτες και ανάγκασαν τον κ. Παυλόπουλο να υποδεχτεί τον κ. Πούτιν εκτός Πρωτάτου και να μην παρακολουθήσει τη λειτουργία αποτελούν ερωτηματικό. Κάποιοι αποδίδουν την μεταβολή σε ρωσική παρέμβαση (και χρήμα, λένε οι πιο κακεντρεχείς).
Άλλοι πάντως βλέπουν εδώ τις συνέπειες της κατάρρευσης της πρόσφατης προσπάθειας διαμεσολάβησης στο θέμα των ζηλωτών της Μονής Εσφιγμένου υπό τον ηγούμενο Μεθόδιο που είχε αναλάβει πρόσφατα ο κ. Αμανατίδης.
Υπενθυμίζεται επίσης ότι δικηγόρος της κοινότητας των ζηλωτών (που μεταξύ άλλων έχουν διακόψει τη κοινωνία με το Πατριαρχείο το 1972 επί ηγουμένου Αθανασίου λόγω του ανοίγματος προς την Καθολική Εκκλησία – το ίδιο είχαν πράξει τότε και άλλες 10 μονές οι οποίες όμως στη συνέχεια αποκατέστησαν τις σχέσεις με το Πατριαρχείο) είναι η νυν πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης καθηγήτρια κα Ιφιγένεια Καμτσίδου (σύντροφος του Υπουργού Δικαιοσύνης καθηγητή κ. Νίκου Παρασκευόπουλου) που υπερασπίσθηκε τους ζηλωτές όταν -χαρακτηρισμένοι πλέον σχισματικοί– διετάχθη η απέλαση τους από το Όρος (η απόφαση δεν έχει εκτελεστεί).
Κατά έμπειρους διπλωμάτες η αποχή του κ. Παυλόπουλου (επ’ αδελφή ανεψιού, θυμίζουμε, του μακαριστού Μητροπολίτη Γαλλίας Μελέτιου Καραμπίνη) από τη λειτουργία και την επίσημη υποδοχή ήταν τελικά η καλύτερη λύση.
Οι μοναχοί ακολούθησαν το δικό τους εθιμοτυπικό (που προβλέπει την υποδοχή ενός αρχηγού κράτους), ενώ η λύση των «ισουψών» θρόνων υποδείκνυε ακριβώς την συγκυριαρχία που δεν θέλουμε να θυμόμαστε.
Ως «παρανυχίδα» στο όλο θέμα της επισκέψεως του κ. Πούτιν, επισημαίνουμε ότι κατά το σχεδιασμό του κ. Πούτιν θα ευρίσκετο στο Άγιο Όρος από ημέρες ο γνωστός σύμβουλός του Αλεξάντερ Ντούγκιν (την παλιότερη επίσκεψή του σε σεμινάριο του κ. Κοτζιά στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς την έχει πληρώσει με ουκ ολίγα δημοσιεύματα ο νυν ΥΠΕΞ).
Κατά την άφιξη όμως του κ. Ντούγκιν στη Θεσσαλονίκη του απαγορεύθηκε η είσοδος στο έδαφος της ΕΕ λόγω «ερυθρού δελτίου» που έχει εισάγει στο σύστημα Σένγκεν η Ουγγαρία.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........