Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Γιατί η σταμάτησε η παγκοσμιοποίηση;

Και πώς να επανεκκινηθεί

Περίληψη: 

Σήμερα, κάθε πτυχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας βρίσκεται υπό επίθεση. Μια λαϊκή αντίδραση κατά του ελεύθερου εμπορίου και των απεριόριστων διασυνοριακών κινήσεων κεφαλαίων έχει κερδίσει δυναμική. Το ιδεώδες της ελεύθερης ροής πληροφοριών έρχεται σε σύγκρουση με τις αυξανόμενες εκκλήσεις για τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής, την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και την αυξημένη ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, τα αισθήματα έχουν στραφεί έντονα κατά της μετανάστευσης, ειδικά καθώς κύματα προσφύγων από την Μέση Ανατολή έχουν πλημμυρίσει την Ευρώπη.
Ο FRED HU είναι ιδρυτής και πρόεδρος της Primavera Capital Group.
Ο MICHAEL SPENCE είναι καθηγητής Οικονομικών και Επιχειρήσεων στην έδρα William R. Berkley της Σχολής Επιχειρήσεων Leonard N. Stern του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Έλαβε το βραβείο Νόμπελ στα Οικονομικά το 2001.
ΕΓια πολλές δεκαετίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα ευρύ φάσμα χωρών μοιράστηκε ένα θεμελιώδες οικονομικό όραμα. Επιδοκίμαζαν ένα ολοένα και πιο ανοικτό σύστημα για το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών [1], το οποίο υποστηρίζεται από διεθνείς οργανισμούς˙ επέτρεψαν στο κεφάλαιο, στις εταιρείες και, σε μικρότερο βαθμό, στους ανθρώπους να διακινούνται ελεύθερα πέραν των συνόρων˙ και ενθάρρυναν την ταχεία διάδοση δεδομένων και τεχνολογίας. Καθώς το εμπόριο διευρύνθηκε, το παγκόσμιο βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε δραματικά και εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι διέφυγαν από την φτώχεια [2].
Σήμερα, κάθε πτυχή αυτής της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας βρίσκεται υπό επίθεση. Μια λαϊκή αντίδραση κατά του ελεύθερου εμπορίου και των απεριόριστων διασυνοριακών κινήσεων κεφαλαίων έχει κερδίσει δυναμική. Το ιδεώδες της ελεύθερης ροής πληροφοριών έρχεται σε σύγκρουση με τις αυξανόμενες εκκλήσεις για τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής, την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και την αυξημένη ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, τα αισθήματα έχουν στραφεί έντονα κατά της μετανάστευσης, ειδικά καθώς κύματα προσφύγων από την Μέση Ανατολή έχουν πλημμυρίσει την Ευρώπη. Και μετά από αρκετούς επιτυχείς γύρους πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων στα μεταπολεμικά χρόνια, οι νέες συμφωνίες έχουν γίνει πολύ πιο σπάνιες: Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου [3] (ΠΟΕ) δεν ολοκλήρωσε ούτε έναν ενιαίο πλήρη γύρο επιτυχημένων διαπραγματεύσεων από την δημιουργία του το 1995.
18022018-1.jpg
Επικεφαλής του προστατευτισμού: Ο Τραμπ σε ένα εργοστάσιο στην Ινδιανάπολη, στην Ιντιάνα, τον Δεκέμβριο του 2016. MIKE SEGAR / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------------------------------
Τον περασμένο Ιούνιο, το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε υπέρ της αποχώρησής του από την ΕΕ [4], προκαλώντας την χειρότερη πολιτική κρίση στην ιστορία της Ένωσης. Εν τω μεταξύ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Donald Trump έχει δεσμευθεί να βάλει την «Αμερική πρώτα». Την πρώτη εβδομάδα της προεδρίας του, ο Trump αποσύρθηκε από την Trans-Pacific Partnership (TPP), την συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών των 12 εθνών που ενορχηστρώθηκε από τον προκάτοχο του Trump, και έχει δεσμευτεί να επαναδιαπραγματευτεί την Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών της Βόρειας Αμερικής (North American Free Trade Agreement, NAFTA), την οποία χαρακτήρισε ως «ίσως την χειρότερη εμπορική συμφωνία μπορεί που υπογράφηκε οπουδήποτε, αλλά σίγουρα που έχει υπογραφεί σε αυτή την χώρα». Η Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (Transatlantic Trade and Investment Partnership, ΤΤΙΡ), μια συμφωνία που τώρα διαπραγματεύεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΕ, αντιμετωπίζει επίσης ένα αβέβαιο μέλλον, έχοντας πέσει σε τέλμα αντιμετωπίζοντας ισχυρή αντίθεση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν το ενδιαφέρον τους στο να καλλιεργήσουν την διεθνή τάξη στης οποίας την οικοδόμηση διαδραμάτισαν ηγετικό ρόλο, το μέλλον της παγκοσμιοποίησης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα. Μέχρι στιγμής, το Πεκίνο φαίνεται να δεσμεύεται να διατηρήσει ένα ανοιχτό παγκόσμιο σύστημα. Αλλά προς το παρόν, η Κίνα θα αγωνιστεί για να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ο υποστηρικτής μιας ανοικτής, πολυμερούς τάξης. Σε μια εποχή ταχείας και αποδιοργανωτικής τεχνολογικής αλλαγής, οι πολιτικοί και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε όλο τον κόσμο θα χρειαστεί να πιέσουν για μεταρρυθμίσεις που μπορούν να διατηρήσουν τα επιτεύγματα της παγκοσμιοποίησης -και να διορθώσουν τα ελαττώματά της- προτού είναι πολύ αργά.
ΛΑΪΚΙΣΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ
Τις τελευταίες επτά δεκαετίες και ιδιαίτερα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η παγκοσμιοποίηση επιταχύνθηκε σταθερά. Για μεγάλο μέρος αυτής της περιόδου, οι περισσότερες χώρες αποδέχτηκαν το ανοιχτό παγκόσμιο σύστημα συναλλαγών. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις συχνά ύψωσαν εμπόδια για να διαχειριστούν τον ρυθμό των αλλαγών. Οι αναπτυσσόμενες χώρες, για παράδειγμα, καθυστέρησαν συχνά το άνοιγμα ορισμένων τομέων των οικονομιών τους στο εξωτερικό εμπόριο για να προστατέψουν τις λεγόμενες νηπιακές βιομηχανίες και επέβαλαν κεφαλαιακούς ελέγχους για να αποφύγουν την αποσταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών τους συστημάτων. Αν και οι ανεπτυγμένες χώρες αποδέχτηκαν γενικά το κόστος του ανοικτού οικονομικού συστήματος, μερικές φορές παρενέβησαν για να μειώσουν τις διαταραχές που προκαλεί το εμπόριο. Για παράδειγμα, σε μια σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχή προσπάθεια να βοηθήσει την εγχώρια αυτοκινητοβιομηχανία, η διοίκηση Reagan επέβαλε περιορισμούς στις εισαγωγές αυτοκινήτων και ώθησε τις αυτοκινητοβιομηχανίες της Ιαπωνίας να κατασκευάσουν εργοστάσια στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ωστόσο, οι ανεπτυγμένες χώρες δεν κατάφεραν να μετριάσουν τις αρνητικές παρενέργειες του διεθνούς εμπορίου και των ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών. Τα Δυτικά ακροατήρια κατηγόρησαν το ελεύθερο εμπόριο για την μείωση των θέσεων εργασίας στον τομέα της μεταποίησης και για την διεύρυνση της ανισότητας των εισοδημάτων [5], ενώ τα αντι-εμπορικά αισθήματα στην μεσαία Αμερική συνέβαλαν στην εκτόξευση του Trump στον Λευκό Οίκο. Μεταξύ των παραδοσιακών υπέρμαχων της παγκοσμιοποίησης -στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και την ηπειρωτική Ευρώπη- η στήριξη υπέρ της οικονομικής ανοικτότητας έχει μειωθεί δραματικά. Τον Νοέμβριο του 2016, μια δημοσκόπηση των YouGov/Economist διαπίστωσε ότι λιγότεροι από τους μισούς Αμερικανούς, Βρετανούς και Γάλλους πίστευαν ότι η παγκοσμιοποίηση ήταν μια «δύναμη για το καλό».
Τέτοιες αντιλήψεις δεν περιορίζονται στα λαϊκά στρώματα˙ οι κατά της παγκοσμιοποίησης έχουν έρθει στην εξουσία ή έχουν πλησιάσει περισσότερο να την καταλάβουν. Και βρίσκουν κοινό λόγο: Την επόμενη μέρα που το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε υπέρ του Brexit, ο Steve Bannon, [πλέον, πρώην] επικεφαλής σύμβουλος στρατηγικής του Trump, κάλεσε τον Nigel Farage, τότε αρχηγό του Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου, στο ραδιοφωνικό του show. «Το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέτυχε», ανακοίνωσε ο Farage. «Είναι καταδικασμένη, είμαι στην ευχάριστη θέση να πω». «Είναι ένα μεγάλο επίτευγμα», είπε ο Bannon. «Συγχαρητήρια». Πριν από τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, ο Trump εξέφρασε την υποστήριξή του στην επικεφαλής του Εθνικού Μετώπου, Marine Le Pen, και στην υπέρ του προστατευτισμού ατζέντα της.
18022018-2.jpg
Διαμαρτυρία γα την συμφωνία Trans-Pacific Partnership στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών στην Φιλαδέλφεια, τον Ιούλιο του 2016. CHARLES MOSTOLLER / REUTERS
-------------------------------------------------------------------------------
Αν και η ανορθόδοξη θητεία του Trump στην Ουάσινγκτον κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα, η παγκοσμιοποιημένη οικονομία αντιμετωπίζει έντονες προκλήσεις και στην Ευρώπη. Το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο φιλοξενεί την πιο σημαντική κεφαλαιαγορά της Ευρώπης, πρόκειται να εξέλθει από την ΕΕ˙ οι όροι παραμένουν ασαφείς, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Brexit αντιπροσωπεύει μια νίκη για την αντι-παγκοσμιοποίηση, τον εθνικισμό και τον πατριωτισμό. Εν τω μεταξύ, μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης μαστίζεται από χαμηλή ανάπτυξη και υψηλή ανεργία, παράγοντες που, παράλληλα με την κρίση των προσφύγων, τροφοδότησαν την υποστήριξη λαϊκιστικών κομμάτων σε όλη την ήπειρο. Η Ευρώπη είναι παγιδευμένη σε ένα αποτυχημένο οικονομικό σύστημα που έχει πολύ λίγους μηχανισμούς προσαρμογής. Η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός παραμένουν πολύ χαμηλά για να μειώσουν τα υψηλά επίπεδα ανεργίας και χρέους, και μια αναδιάρθρωση του χρέους θα ήταν σχεδόν αδύνατη χωρίς να διαλυθεί η ευρωζώνη. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες του ευρώ έναντι άλλων σημαντικών νομισμάτων είναι πολύ χαμηλές για την Γερμανία και ορισμένες άλλες χώρες του Βορρά, προκαλώντας άνοδο στα εμπορικά πλεονάσματά τους, αλλά υπερβολικά υψηλές για εκείνες στο νότο, οι οποίες παραμένουν πολύ λιγότερο ανταγωνιστικές.
Στο σημερινό πολιτικό περιβάλλον, καθώς ο εθνικισμός αυξάνεται σε ολόκληρη την ήπειρο, οι λογικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις όπως η αυξημένη δημοσιονομική ολοκλήρωση, είναι απίθανο να κερδίσουν έλξη. Αλλά η βρετανική ψηφοφορία για αποχώρηση από την ΕΕ και η εκλογή του Τραμπ θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως έκκληση για αφύπνιση των ευρωπαϊκών ελίτ, πυροδοτώντας πραγματική μεταρρύθμιση. Παρ’ όλα αυτά, με έναν νέο και άπειρο πρόεδρο στην Γαλλία και με τις εκλογές στην Δανία, την Γερμανία και την Ιταλία, η Ευρώπη θα παραμείνει απασχολημένη με τις εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις της για το άμεσο μέλλον.
Οι πολυμερείς θεσμοί που διαδραμάτισαν βασικό ρόλο στη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τάξη θα αγωνιστούν επίσης να προσφέρουν παγκόσμια ηγεσία. Θεσμικά όργανα όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στην άνοδο των αναδυόμενων οικονομιών: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη εξακολουθούν να κυριαρχούν σε αυτά, υποβαθμίζοντας την αξιοπιστία τους και την επιρροή τους στις αναπτυσσόμενες χώρες, ιδίως στην Ασία. Ωστόσο, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Trump ούτε η ΕΕ, η οποία είχε εμπλακεί σε σύγκρουση με το ΔΝΤ για το χρέος της Ελλάδας, είναι πιθανό να επενδύσουν πολλούς πόρους σε αυτούς τους οργανισμούς τα επόμενα χρόνια. Καθώς τα πολυμερή θεσμικά όργανα περιθωριοποιούνται, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα θα γίνει πιο ευάλωτο στις τοπικές και συστημικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις [6].
Εν τω μεταξύ, η αρχική αισιοδοξία για το Διαδίκτυο και την ελεύθερη ροή πληροφοριών, ένα άλλο κεντρικό στοιχείο της παγκοσμιοποίησης, έχει ξεθωριάσει. Οι αποκαλύψεις του Edward Snowden, συμβασιούχου της αμερικανικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (National Security Agency, NSA) σχετικά με τα προγράμματα παρακολουθήσεων από τις ΗΠΑ, οι υποτιθέμενες κυβερνο-επιθέσεις της Ρωσίας κατά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, η άνοδος των «ψευδών ειδήσεων» και η χρήση ψηφιακών επικοινωνιών από τις τρομοκρατικές οργανώσεις για να προσηλυτίσουν οπαδούς και να σχεδιάσουν επιθέσεις, έκαναν φανερό ότι η τεχνολογία της πληροφορίας μπορεί να ανατρέψει την παγκοσμιοποιημένη φιλελεύθερη οικονομική τάξη όπως και να την στηρίξει. Το Διαδίκτυο αντιμετωπίζει ένα πολύ πιο περίπλοκο, ρυθμιζόμενο και κατακερματισμένο μέλλον από εκείνο που πολλοί φαντάζονταν στην δεκαετία του 1990. Στην Κίνα, οι αυστηροί κανονισμοί έχουν δημιουργήσει ένα είδος ψηφιακού Σινικού Τείχους που απομονώνει εν μέρει τους Κινέζους χρήστες του Διαδικτύου από τον υπόλοιπο κόσμο και η ΕΕ έχει λάβει ισχυρές θέσεις για το ιδιωτικό απόρρητο προσπαθώντας να περιορίσει μέσω νομικών ενεργειών τις πρακτικές ορισμένων ιντερνετικών πλατφορμών που δημιουργήθηκαν από το Facebook και την Google. Τα επόμενα χρόνια, άλλες κυβερνήσεις ενδέχεται επίσης να περιορίσουν την ελεύθερη ροή πληροφοριών, δεδομένων και γνώσεων στο όνομα της ασφάλειας.
ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΟΛΑ ΛΑΘΟΣ
Πολλές από τις τρέχουσες προκλήσεις της παγκόσμιας οικονομίας έχουν τις ρίζες τους στα χρόνια γύρω από την αλλαγή της χιλιετίας. Το 1999 ξεκίνησε το ευρώ, θέτοντας το έδαφος για τις πρόσφατες οικονομικές συμφορές της Ευρώπης. Σχεδόν τρία χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2001, η Κίνα προσχώρησε στον ΠΟΕ, ανοίγοντας τις εγχώριες αγορές της στις εισαγωγές και αποκτώντας πλήρη πρόσβαση στην παγκόσμια οικονομία. Εν τω μεταξύ, ο οικονομικός αντίκτυπος της αυτοματοποίησης και της ψηφιακής τεχνολογίας άρχισε να επιταχύνεται.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι θέσεις εργασίας στον τομέα της μεταποίησης μειώνονταν επί δύο δεκαετίες, αλλά «βούτηξαν» δραματικά τα πρώτα χρόνια αυτού του αιώνα: Από το 2000 μέχρι σήμερα, ο αριθμός των θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ μειώθηκε κατά 6 έως 7 εκατομμύρια. Καθώς ο αριθμός των θέσεων εργασίας στον λεγόμενο «τομέα εμπορευσίμων», ο οποίος παράγει αγαθά και υπηρεσίες που μπορούν να καταναλωθούν οπουδήποτε, αυξήθηκε ελάχιστα, ο «τομέας μη εμπορευσίμων» απορρόφησε περίπου 25 εκατομμύρια νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας, μαζί με τους εκτοπισθέντες εργαζομένους στη μεταποίηση. Ήταν μια «αγορά του αγοραστή» [στμ: buyer’s market, μια αγορά όπου η προσφορά υπερβαίνει την ζήτηση, δίνοντας έτσι το πλεονέκτημα στον αγοραστή] για την μεσαίας και χαμηλής ειδίκευσης εργασία, και ως εκ τούτου, οι μισθοί έμειναν στάσιμοι.
18022018-3.jpg
Ένα Internet cafe στην Taiyuan, στην Κίνα, τον Ιούνιο του 2009. STRINGER / REUTERS
----------------------------------------------------------------------------
Για πολλά χρόνια, η αυτοματοποίηση εξάλειφε τις θέσεις εργασίας των εργατών και κάποιες χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας υπαλλήλων. Αλλά οι πρόσφατες ανακαλύψεις σε αισθητήρες, στην μάθηση των μηχανών και την τεχνητή νοημοσύνη έχουν κάνει ακόμη περισσότερες θέσεις εργασίας ευάλωτες. Σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι θέσεις μεσαίου εισοδήματος μειώνονται, ενώ οι θέσεις εργασίας χαμηλότερης και υψηλότερης αμοιβής αυξάνονται.
Οι χώρες ανταποκρίθηκαν με διάφορους τρόπους. Μερικές ενήργησαν για να μειώσουν την ανισότητα με την ανακατανομή του πλούτου μέσω του φορολογικού συστήματος, την επέκταση των προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης και άλλων δικτύων ασφαλείας, και με την αύξηση της υποστήριξης στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση. Αυτές οι προσπάθειες έχουν αποδειχθεί επιτυχείς σε χώρες όπως η Δανία, η Γερμανία και η Σουηδία, όπου η οργανωμένη εργασία έχει ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη, οι επιχειρήσεις και τα συνδικάτα εμπιστεύονται ο μεν τους δε, ο ατομικός και εταιρικός πλούτος έχει περιορισμένη επιρροή στην πολιτική και επικρατούν τα ισότιμα πολιτιστικά πρότυπα. Και στις τρεις αυτές χώρες, η ανισότητα παραμένει κάτω από τον μέσο όρο του Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), μιας ομάδας κυρίως πλούσιων χωρών.
Αλλά σε χώρες όπου απουσιάζουν αυτοί οι παράγοντες -ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες- οι ανισότητες του εισοδήματος, του πλούτου και των ευκαιριών, έχουν διευρυνθεί δραματικά. Η απουσία σοβαρής πολιτικής απάντησης και η εμφανής έλλειψη ανησυχίας μεταξύ των ελίτ αυτών των χωρών, προκάλεσε βαθύτατο θυμό σε όσους έχασαν από τις αλλαγές που προκάλεσαν η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική πρόοδος.
Η απόρριψη της παλαιάς τάξης δεν ήταν άμεση. Για κάποιο χρονικό διάστημα, οι άνθρωποι πίστευαν ότι τα οικονομικά τους δεινά ήταν προσωρινό αποτέλεσμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 [7]. Αλλά με την πάροδο του χρόνου, άρχισαν να υποψιάζονται ότι οι θέσεις εργασίας που εξαφανίζονταν και οι στάσιμοι μισθοί είχαν γίνει διαχρονικά χαρακτηριστικά του οικονομικού τοπίου. Στράφηκαν εναντίον των ελίτ τις οποίες θεώρησαν υπεύθυνες, συμπεριλαμβανομένων των ηγετών των επιχειρήσεων, των ακαδημαϊκών και του πολιτικού κατεστημένου. Και καθώς παρακολουθούσαν τις πανίσχυρες οικονομικές και τεχνολογικές δυνάμεις να χτυπούν τις χώρες τους -δυνάμεις επι των οποίων οι διαμορφωτές πολιτικής σε εθνικό επίπεδο φαίνεται να ασκούν λίγο έλεγχο- επιδίωξαν να επανακτήσουν την κυριότητα του πεπρωμένου τους και να επιβεβαιώσουν την εθνική κυριαρχία. Αυτό έχει εκτυλιχθεί πιο δραματικά στην Ευρώπη, όπου η πραγματική και η αντιληπτή διάβρωση της κυριαρχίας, κυρίως όσον αφορά τη μετανάστευση, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην βρετανική ψήφο για έξοδο από την ΕΕ. Ακόμη και προνομιούχοι πολίτες που είχαν ευημερήσει σε ένα ανοιχτό παγκόσμιο σύστημα ψήφισαν υπέρ του Brexit, πιστεύοντας ότι κάτι τέτοιο θα τους επέτρεπε να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στην ζωή τους.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΚΙΝΕΖΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη στρέφονται προς το εσωτερικό τους, μεγάλο μέρος της ευθύνης για την διατήρηση μιας παγκοσμιοποιημένης φιλελεύθερης οικονομικής τάξης θα πέσει στην Κίνα. Στην ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, στο Νταβός, τον Ιανουάριο, ο πρόεδρος Xi Jinping επιβεβαίωσε την δέσμευση της Κίνας στην παγκοσμιοποίηση. Με την χρηματοδότηση πολυάριθμων οικονομικών πρωτοβουλιών, συμπεριλαμβανομένης της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων Υποδομών (AIIB), της Πρωτοβουλίας Belt and Road και της Τράπεζας για τη Νέα Ανάπτυξη (προηγουμένως γνωστή ως η Τράπεζα Ανάπτυξης των BRICS) και πραγματοποιώντας σημαντικές επενδύσεις στο εξωτερικό, το Πεκίνο σημείωσε ότι προτίθεται να υποστηρίξει μια συμμετοχική, πολυμερή μορφή παγκοσμιοποίησης.
Ως η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, η Κίνα θα συμβάλει αναμφίβολα στην διαμόρφωση του μέλλοντος της παγκόσμιας οικονομίας. Αλλά προς το παρόν, παραμένει ασαφές εάν η Κίνα μπορεί να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως υπέρμαχος της παγκοσμιοποίησης. Η Κίνα βρίσκεται στη μέση μιας δύσκολης εσωτερικής διαρθρωτικής μετατόπισης, καθώς μεταβαίνει από μια οικονομία που οδηγείται από τις εξαγωγές και τις επενδύσεις σε μια οικονομία που βασίζεται περισσότερο στην κατανάλωση και τις υπηρεσίες, και η οικονομία της αντιμετωπίζει έντονες αντιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας και του υψηλού εταιρικού χρέους. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσυρθούν από τον ηγετικό τους ρόλο, η Κίνα δεν θα είναι σε θέση να προσφέρει στην παγκόσμια οικονομία μια μεγάλη και προσιτή αγορά για τις εξαγωγές άλλων χωρών, βαθιές κεφαλαιαγορές ή το είδος ισχυρών θεσμών όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και το ΔΝΤ, που επέτρεψαν στην Ουάσινγκτον να σταθεροποιεί το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα εδώ και δεκαετίες. Και η Κίνα πρόσφατα κατέστησε αυστηρότερους τους ελέγχους κεφαλαίων (capital controls) σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει, τουλάχιστον προς το παρόν, την φυγή κεφαλαίων -οπισθοχωρώντας από τις προσπάθειές της να διεθνοποιήσει το ρενμίνμπι [το κινεζικό εθνικό νόμισμα, αλλιώς και γουάν].
Παρόλα αυτά, η υποστήριξη του Πεκίνου στις πολυμερείς δομές αποτελεί σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Ένας κόσμος που βασίζεται σε διμερείς σχέσεις μπορεί να λειτουργήσει για τις πιο ισχυρές χώρες, αλλά ο πολυμερισμός έχει δημιουργήσει μια μεγάλη σκηνή στην οποία οι μικρότερες, φτωχότερες χώρες μπορούν να συμμετάσχουν και να ευημερήσουν. Θα υποφέρουν αν πρέπει να υποστηρίξουν μόνες τους τον εαυτό τους. Η υιοθέτηση της πολυμέρειας από την Κίνα έχει ήδη ενισχύσει το ανάστημά της σε χώρες με μικρότερες οικονομίες. Παρά την ισχυρή αντιπολίτευση της Ουάσινγκτον, 57 χώρες εντάχθηκαν στην υπό κινεζική ηγεσία AIIB [8], πολλές από τις οποίες ήταν μακρόχρονοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Αυστραλία, η Γαλλία, η Γερμανία, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, η Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017, άλλες 13 χώρες συμφώνησαν να συμμετάσχουν, συμπεριλαμβανομένων του Αφγανιστάν, του Βελγίου, του Καναδά, της Ουγγαρίας, της Ιρλανδίας και του Περού.
Αν όμως η Ουάσινγκτον υποχωρήσει προς τις διμερείς σχέσεις και το Πεκίνο θέλει να γεμίσει το κενό, η κινεζική οικονομία πρέπει να συνεχίσει να αναπτύσσεται και άλλες αναδυόμενες οικονομίες πρέπει να αυξήσουν την πρόσβασή τους στην κινεζική αγορά. Μεταξύ των μελών τής υπό αναστολή TPP, η μεγάλη πλειοψηφία, συμπεριλαμβανομένων της Αυστραλίας, της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, εξαρτάται ήδη από τις εξαγωγές προς την Κίνα, μακράν τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο τους, όπως κάνουν και οι αναδυόμενες οικονομίες σε όλο τον κόσμο. Αλλά αν οι Ηνωμένες Πολιτείες στραφούν προς τον προστατευτισμό, η κινεζική οικονομία των 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων εξακολουθεί να μην είναι αρκετά μεγάλη για να στηρίξει μόνη της την παγκόσμια ανάπτυξη.
Η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει κατηγορήσει τις εμπορικές συμφωνίες για την παραγωγή απώλειας θέσεων εργασίας και εμπορικών ελλειμμάτων, και απείλησε να επιβάλει κυρώσεις σε μερικούς από τους κορυφαίους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως η Κίνα, η Γερμανία, η Ιαπωνία και το Μεξικό. Βραχυπρόθεσμα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ίσως να εισαγάγει στοχευμένες αυξήσεις δασμών, για παράδειγμα στις εισαγωγές χάλυβα, καθώς και επιθετικές ποινές αντιντάμπινγκ και ευρύτερους εμπορικούς περιορισμούς που δικαιολογούνται από τους υποτιθέμενους νομισματικούς χειρισμούς της Κίνας, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Η διοίκηση του Trump μπορεί επίσης να προσπαθήσει να εκφοβίσει επιχειρήσεις, προτρέποντάς τις να εγκαταστήσουν εργοστάσια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι στιγμής, εκτός από την διάλυση της σκληρά κερδισμένης συμφωνίας TPP και την οξεία κριτική για τις εμπορικές συμφωνίες και τους εμπορικούς εταίρους, ο Trump απέφυγε να ξεκινήσει πιο επιθετικές ενέργειες. Αλλά αν η εγχώρια ατζέντα του εξοκείλει, μια απογοητευμένη διοίκηση Trump θα μπορούσε να στραφεί προς πιο ισχυρές προστατευτικές πολιτικές και, ως το χειρότερο αποτέλεσμα, να προκαλέσει πλήρεις εμπορικούς πολέμους με άλλες χώρες.
Αλλά υπάρχει ένα πιο αισιόδοξο σενάριο. Η φορολογική μεταρρύθμιση, οι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές, και η απορρύθμιση -όλα στόχοι της νέας διοίκησης- θα μπορούσαν να τονώσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και να ενισχύσουν την ανάπτυξη των ΗΠΑ και, μαζί με αυτήν, την παγκόσμια ανάπτυξη. Αλλά για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, ο Trump πρέπει να αποφύγει να μπερδευτεί σε άσκοπες και διχαστικές μάχες με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα δικαστήρια, και πρέπει να ενισχύσει την υποστήριξη του Κογκρέσου στο κόμμα του. Εν τω μεταξύ, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι επιχειρήσεις σε άλλες χώρες πρέπει να ελπίζουν για το καλύτερο, αλλά να προετοιμαστούν για το χειρότερο.
18022018-4.jpg
Ρομπότ συναρμολογούν ένα αυτοκίνητο σε γραμμή παραγωγής στο Flins, στην Γαλλία, τον Φεβρουάριο του 2017. BENOIT TESSIER / REUTERS
----------------------------------------------------------------------------
Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΜΑΤΙΣΜΟΥ
Παρόλη την εστίαση στην παγκοσμιοποίηση, μακροπρόθεσμα, η πιο σημαντική δύναμη που διαμορφώνει την αγορά εργασίας και την ανισότητα των εισοδημάτων δεν θα είναι το εμπόριο ή η πολιτική, αλλά η τεχνολογική αλλαγή. Ο αυτοματισμός έχει ήδη μεταμορφώσει τις οικονομίες του ανεπτυγμένου κόσμου και την φύση της απασχόλησης εκεί, και σχεδόν όλοι οι ειδικοί πιστεύουν ότι το πεδίο επέκτασης του αυτοματισμού είναι τεράστιο. Καθώς τα κόστη μειώνονται και ο ρυθμός της καινοτομίας επιταχύνεται, ο αντίκτυπος του αυτοματισμού θα εξαπλωθεί στις χώρες μεσαίου εισοδήματος και, τελικά, στα χαμηλότερα εισοδήματα, επίσης.
Καθώς η τεχνολογία υψηλής έντασης κεφαλαίου αντικαθιστά την παραγωγή υψηλής έντασης εργασίας, οι αναπτυσσόμενες χώρες που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο σε ολόκληρη την Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ασία θα σταματήσουν να απολαμβάνουν το συγκριτικό πλεονέκτημα που προσφέρουν οι χαμηλότεροι μισθοί και τα [χαμηλότερα] κόστη παραγωγής. Το συνολικό εμπόριο αγαθών πιθανότατα θα μειωθεί καθώς η τιμή της εργασίας δεν θα καθορίζει πλέον το πού θα παράγονται τα αγαθά, επιτρέποντας στην παραγωγή να προσεγγίσει τους καταναλωτές και να περικόψει το κόστος των μεταφορών και της εφοδιαστικής (logistics).
Φυσικά, κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πόσο γρήγορα θα συμβούν τέτοιες αλλαγές, και κάθε χώρα θα πρέπει να επενδύσει στην εκπαίδευση, την τεχνολογία και τις υποδομές ώστε να μπορέσει να τις προλάβει καλύτερα. Προς το παρόν, το εμπόριο θα συνεχίσει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, επιτρέποντας στις αναπτυσσόμενες οικονομίες να αναπτύσσονται ταχέως. Αν και το εμπόριο των φυσικών αγαθών μπορεί να μειωθεί, το εμπόριο υπηρεσιών πιθανότατα θα αυξηθεί, καθώς όλο και περισσότερες υπηρεσίες μπορούν να πραγματοποιηθούν εξ αποστάσεως. Ως αποτέλεσμα, οι αναπτυσσόμενες χώρες θα πρέπει να επιδιώξουν να αναπτύξουν τους τομείς των υπηρεσιών τους, ιδίως στον τομέα των εμπορεύσιμων προϊόντων. Θα πρέπει επίσης να επενδύσουν σε κόμβους καινοτομίας, οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν στην αντικατάσταση των απολεσθέντων θέσεων εργασίας στον τομέα της μεταποίησης.
Καθώς οι αναπτυσσόμενες χώρες προχωρούν σε καθεστώς μεσαίου εισοδήματος, δεν μπορούν πλέον να προσφέρουν φθηνή εργασία. Οι τόποι αυτοί θα πρέπει να ακολουθήσουν το προβάδισμα της Κίνας επενδύοντας σε μεγάλο βαθμό στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας. Αυτός ο τρόπος βοήθησε την Κίνα να απομακρυνθεί από την παραδοσιακή μεταποίηση και να ξεπεράσει τους ανταγωνιστές της [9] σε πολλές από τις υποσχόμενες νέες βιομηχανίες, όπως η ρομποτική, η ανανεώσιμη ενέργεια, τα μηνύματα μέσω κινητών [τηλεφώνων], και το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Όπως έχει δείξει η ιστορία της τεχνολογικής αλλαγής, η τεχνολογία εκτοπίζει μόνο συγκεκριμένα είδη θέσεων εργασίας˙ δεν εκτοπίζει την εργασία, τουλάχιστον όχι μακροπρόθεσμα. Αλλά βραχυπρόθεσμα, η αυτοματοποίηση καθιστά περιττά ορισμένα είδη ανθρώπινου κεφαλαίου. Αυτό μπορεί να προκαλέσει δύσκολες και μερικές φορές μακρές μεταβάσεις, τόσο για τα άτομα όσο και για ολόκληρες οικονομίες. Στο τέλος, όμως, οι μηχανές αυξάνουν την ανθρώπινη παραγωγικότητα και αυξάνουν τα εισοδήματα και την ευημερία. Όπως εξήγησαν οι οικονομολόγοι Erik Brynjolfsson και Andrew McAfee, οι οικονομίες μετατοπίζονται από την δημιουργία θέσεων εργασίας τις οποίες υποκαθιστούν τα μηχανήματα, στην δημιουργία εκείνων για τις οποίες [τα μηχανήματα] είναι συμπληρωματικά.
Οι έξυπνες επενδύσεις στην επαγγελματική κατάρτιση μπορούν να επιταχύνουν και να διευκολύνουν αυτές τις μεταβάσεις. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να μάθουν από τις σκανδιναβικές χώρες, όπου οι κυβερνήσεις έχουν συνδυάσει προγράμματα κατάρτισης με διάφορες μορφές εισοδηματικής στήριξης και αναδιανομής [πλούτου]. Οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να προσφέρουν εκπαίδευση μόνο στους ανέργους. Οι εκτοπισμένοι εργαζόμενοι μεσαίου εισοδήματος, οι οποίοι συχνά καταλήγουν σε χαμηλότερης αμοιβής θέσεις εργασίας στις υπηρεσίες, μπορούν να επωφεληθούν από την επανεκπαίδευση που θα τους βοηθήσει να ανταγωνιστούν για εργασία υψηλότερων μισθών.
18022018-5.jpg
Ο Κινέζος πρόεδρος, Xi Jinping, στο World Economic Forum στο Νταβός, στην Ελβετία, τον Ιανουάριο του 2017. RUBEN SPRICH / REUTERS
-------------------------------------------------------------------------------
ΣΩΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
Οι προβλέψεις ότι σύντομα θα τελειώσει η εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι πολύ απαισιόδοξες. Σίγουρα, η ταχεία επέκταση του εμπορίου, η αύξηση των διασυνοριακών ροών κεφαλαίων και, πρωτίστως, η διάδοση των νέων τεχνολογιών έχουν μετατρέψει την παγκόσμια οικονομία. Έχουν δημιουργήσει δύσκολες προκλήσεις και οι χώρες θα συνεχίσουν να παλεύουν για να αυξήσουν την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα, μειώνοντας παράλληλα την ανισότητα και δημιουργώντας καλές θέσεις εργασίας. Υπάρχουν όμως και τεράστιες ευκαιρίες. Το γύρισμα του ρολογιού προς τα πίσω για την αποκατάσταση των παλαιών πλαισίων είναι αδύνατο. Η πρόκληση είναι να οικοδομηθούν νέα πλαίσια που να λειτουργούν.
Το να ανεμίζεται η σημαία του προστατευτισμού και του εθνικισμού [10] μπορεί να προσελκύσει λαϊκή υποστήριξη, τουλάχιστον προσωρινά. Αλλά η ιστορία έχει δείξει ότι, τελικά, μπορεί να απειλήσει την παγκόσμια ειρήνη και ευημερία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και ο κόσμος γενικά θα ήταν πολύ καλύτερα αν μπορούσαν να βρουν μια πορεία προς μια πιο βιώσιμη παγκοσμιοποίηση, μεταρρυθμίζοντας την υπάρχουσα παγκόσμια τάξη παρά να την κατεδαφίσουν εντελώς.
Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Στόχος: Η Γερμανία Πρέπει Να Απολέσει Τη Θέση Ισχύος Που Κατέχει

Γράφει ο Αλέξανδρος Νίκλαν
Σύμβουλος Θεμάτων Ασφαλείας

Η Γερμανία του σήμερα αποτελεί μια χώρα που έχει σημείο αναφοράς σχεδόν από κάθε δυσαρεστημένο Ευρωπαίο στον πλανήτη και ίσως , όχι μόνο. Πολλές χώρες διαμαρτύρονται για τον τρόπο που χειρίζεται το Βερολίνο την οικονομική πολιτική της Ένωσης που πλέον άνετα θα μπορούσε να ονομαστεί χρηματοοικονομική εταιρεία και να απολέσει τον ιδεολογικό της χαρακτήρα.
Αυτό οδηγεί σε μια τάση διαμαρτυρίας και επικέντρωσης, πλέον, καθαρών βολών προς την Καγκελαρία. Είναι κάτι, όμως, που έχει και ιστορικό και παροντικό παρασκήνιο, αν μη τι άλλο. Πάντοτε αποτελούσε άλλωστε χώρα υπό επιτήρηση για την διαχείριση της δύναμης της. Ο Κίσιντζερ είχε αναφέρει 3 τάσεις που θα είχε η χώρα των Βαυαρών στην Νέα Τάξη Πραγμάτων.ΕΗ Γερμανία θα γίνει όλο και πιο άτεγκτη και απόλυτη εντός της Ε.Ε. και θα θελήσει να ταυτίσει την θέση της μέσα στην Ένωση όπως είναι εντός ΝΑΤΟ (κυρίαρχη)
Δεν θέλει να διαταράξει την σχέση της με τις ΗΠΑ, αλλά θέλει συνάμα να είναι και ισότιμος συνομιλητής/εταίρος!
Θα θελήσει να διατηρήσει το αξίωμα Μπίσμαρκ όπου όταν η Γερμανία και η Ρωσία συνεργάζονται διατηρούν μια μεγάλη επιρροή στην Ευρώπη εφόσον πάντα η Ρωσία δεν θα είναι ισχυρότερος εταίρος αυτής. Σε αυτή την περίπτωση θα διατηρήσει συνεργασία αλλά θα προσπαθήσει να μετριάσει τις σχέσεις εξάρτησης.
Σύμφωνα με τον Μπρενζίνσκι, η Γερμανία είναι μια χώρα που έχει μια ιδιαίτερη αντίληψη για την ηγεμονία της στην Ε.Ε. ως ένα εξ ορισμού δικαίωμα που προέρχεται από την αίσθηση που διατηρούσε στον 18 και 19ο αιώνα στην Κεντρική Ευρώπη. Μάλιστα, θεωρεί πώς η ταύτιση της Ευρώπης με την Γερμανία πρέπει να ισχυροποιηθεί με την δική της ηγεσία να διατηρεί τα ηνία σε κάθε πράξη που θα γίνεται ως διαπραγμάτευση με Ρωσία και ΗΠΑ.
Τα παραπάνω είναι μέρος σκέψεων σε βιβλία των δύο διπλωματών, όπου περιγράφεται η σχέση εξάρτησης που θέλει να έχει η Γερμανία με τον υπόλοιπο κόσμο αναβιώνοντας ως ένα βαθμό που έχει ως πρότυπο ηγεμονίας τον Καρλομάγνο και την «Ευρωπαϊκή Ειρήνη». Το μόνο δίπολο ισορροπίας θεωρείται πώς είναι η Γαλλία.
Μια Γαλλία, όμως, που πλέον είναι αδύναμη οικονομικά μπροστά στην Γερμανική ατμομηχανή και έχει αποδυναμώσει και το σύμφωνο συμμαχίας και συνεργασίας με την Μεγάλη Βρετανία που προτιμά να είναι με το ένα πόδι εντός και το άλλο εκτός Ένωσης.
Η μανία της Γερμανίας να κυριαρχήσει επί της Ευρώπης καθώς θεωρεί ευθύνη της την ηγεσία της Ένωσης, δεν βρίσκει καν αντίβαρο στην αιματηρή ιστορία της που έχει ξεχαστεί από τις νεότερες γενιές που δεν την έζησαν. Η τακτική διαγραφής του παρελθόντος βρίσκει βέβαια και εμπόδια καθώς οι Ελληνικές αιτήσεις για αποζημιώσεις έχουν ανακινήσει μνήμες σε Ιταλία και πλέον και σε Ρωσία που είναι αρκετά νωπές ακόμα.
Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, διαβλέποντας μια νέα δύναμη στην Ένωση που θέλει να υπερισχύσει και εντός ΝΑΤΟ «εκπροσωπώντας» τρόπον τινά το σύνολο των χωρών μελών ως μια οντότητα, έχουν θεωρήσει πώς αυτό πρέπει να σταματήσει πριν γίνει επικίνδυνο και σχηματιστεί συνεργασία με Ρωσία ωθώντας τις ΗΠΑ σε μια νέα απομόνωση πέρα από τον Ατλαντικό.
Έτσι, διάφορες πράξεις κατασκοπείας, υποκλοπών, ακόμη και τοποθετώντας την Γερμανία ως μπροστάρη στο ζήτημα της Ουκρανίας, είχαν σκοπό την δολιοφθορά των σχέσεων των δύο χωρών, αλλά συνάμα και την «απασχόληση» της Γερμανίας σε ένα άχαρο ρόλο του μεσάζοντα.
Παράλληλα οι υποκλοπές, η παρουσία Αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή της Ευρασίας, οι δηλώσεις προτροπές από τον Λ. Οίκο, είναι για να βάλουν την «Καγκελαρία στην θέση της» και να μην ξεχνάει ποιος είναι ο ρόλο της. Ομολογουμένως. οι Αμερικανοί τελευταία τα έχουν κάνει θάλασσα σ΄αυτό το τομέα, αφού και οι ίδιοι εκτίθενται και οι Γερμανοί υπεραμύνονται των πολιτικών τους.
Έτσι, έχει αρχίσει ένα περίεργο παρασκηνιακό παιχνίδι που μόνο οι ΗΠΑ γνωρίζουν να κάνουν. Αντιδράσεις από διάφορα κινήματα, πιέσεις από φανατικούς Ισλαμιστές που διαλύουν τον παράδεισο της Ένωσης και σχηματίζουν ένα πιο αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας, παρεμβάσεις από οίκους και ανθρώπους με ιδιαίτερο οικονομικό μέγεθος κτλ, δίνουν καθαρά σημεία πώς η Γερμανία είναι πλέον στον στόχο. Η δύναμη της ερεθίζει και πρέπει να της υπενθυμίσουν πως, ναι μεν, είναι ηγέτης της Ένωσης για να μην μιλάνε οι άλλες χώρες με άλλους 20 που ο κάθε ένας έχει το δικό του εθνικό συμφέρον, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει τους μεγάλους παίκτες.Κάτι που πλέον εφαρμόζει και η πλευρά Πούτιν με την δυναμική των στρατιωτικών επεμβάσεων.
Η πορεία της Γερμανίας δείχνει να οδεύει προς σταδιακό στιγματισμό και απομόνωση από όλες τις χώρες. Εντός και εκτός συνόρων Ένωσης. Η Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία αντιδρούν στην λιτότητα έντονα και έχουν την Ελλάδα ως μπροστάρη για να βρούνε τα αδύναμα σημεία. Η Βρετανία θέλει την Γερμανία ισχυρή λόγω Ρωσίας αλλά όχι ως αφεντικό της. Η Ρωσία βλέπει την Γερμανία ως μόνο εμπόδιο στην προσέγγιση με την Ένωση καθώς ακολουθεί τις οδηγίες των ΗΠΑ αλλά με δική της μέθοδο. Οι ΗΠΑ απλά θέλουν να μειωθεί η δύναμη της.
Τα παραπάνω, θυμίζουν έντονα την προπολεμική περίοδο του Α’ παγκοσμίου με την Βαυαρία και το Γερμανοκεντρικό (Sonderweg) σύστημα διακυβέρνησης να δέχεται βολές πανταχόθεν. Αν τώρα η ιστορία επαναλαμβάνεται, το λιγότερο που θα μπορούσε κάποιος να πει, είναι πώς η Γερμανία οδεύει για μια νέα απομόνωση ή ακόμα και χειρότερα. Ας μην ξεχνάμε πως ως χώρα έχει ακόμα προβλήματα συνοχής, με την Ανατολική Γερμανία να θεωρείται υποδεέστερη στα μάτια εκείνων που ζούσαν άλλες εποχές εκεί.
πηγές:
http://www.express.gr/news/finance/758043oz_20140926758043.php3
« Η μεγάλη Σκακιέρα» – Μπρενζίνσκι
« ΗΠΑ. Αυτοκρατορία ή μια ηγέτιδα δύναμη» – Κίσσιντζερ
http://historyreport.gr/index.php/.
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Γιατί η Κίνα αγοράζει λιμάνια σε όλο τον κόσμο -τι έχει να κερδίσει ο Πειραιάς




Του Wade Shepard 
Σε μια προσπάθεια να ενισχύσει τη θέση της ως ναυτιλιακή δύναμη, να εξασφαλίσει σημαντικές αλυσίδες εφοδιασμού, να βελτιστοποιήσει τις διεθνείς εμπορικές της ικανότητες και να αναπτύξει γεωοικονομικό πλεονέκτημα, η Κίνα αγοράζει τα δικαιώματα ανάπτυξης και διαχείρισης μία αλυσίδας λιμένων που εκτείνεται από τις νότιες χώρες της Ασίας, έως τη Μέση Ανατολή, την Αφρική, την Ευρώπη, ακόμη και τη Νότια Αμερική.
Ενώ οι μεγάλες κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις άρχισαν να αγοράζουν λιμάνια σε όλο τον κόσμο σχεδόν "αθόρυβα" περίπου πριν από μια δεκαετία, τώρα, υπό το στρατηγικό πλαίσιο αυτού που ονομάστηκε θαλάσσιος "Δρόμος του Μεταξιού" του 21ου αιώνα (MSR) -το θαλάσσιο κομμάτι της ευρύτερης Πρωτοβουλίας "Belt and Road (BRI) - αυτές οι εξαγορές έχουν αποκτήσει τεράστια σημασία καθώς το διηπειρωτικό δίκτυο αρχίζει να διαμορφώνεται.Ε
Σχεδόν καθημερινά ακούει κανείς το "νέο" ότι κάποια κινεζική κρατική ναυτιλιακή εταιρεία αγόρασε ένα λιμάνι ή απέκτησε τα δικαιώματα να αναπτύξει ένα νέο τερματικό σταθμό σε έδαφος ή στη θάλασσα σε κάποια άλλη χώρα. Την προηγούμενη Δευτέρα, ανακαλύψαμε ότι η China Merchants Port Holdings μόλις αγόρασε το 90% του βραζιλιάνικου φορέα εκμετάλλευσης λιμένων TCP Participações για σχεδόν 1 δισ. δολάρια. Πριν από αυτό, ανακοινώθηκε ότι η επαρχία Jiangsu κατέβαλε 300 εκατ. δολάρια για να δημιουργήσει μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου γύρω από το Khalifa Port στο Άμπου Ντάμπι - ένα λιμάνι στο οποίο η Cosco απέκτησε νέο τερματικό στα τέλη του περασμένου έτους. Τον Ιούλιο η China Merchants ανέλαβε τον έλεγχο του θαλάσσιου λιμένα Hambantota της Σρι Λάνκα για 1,12 δισ. δολάρια. Στη συνέχεια, μπορεί να μάθουμε ότι η Λιθουανία τελικά επιτρέπει στην China Merchants να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στο λιμάνι της Klaipeda. Μόλις πέρυσι, η Κίνα επένδυσε περισσότερα από 20 δισ. δολάρια σε θαλάσσιους λιμένες σε ξένα εδάφη, διπλασιάζοντας το ποσό που επένδυσε το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με εκτιμήσεις των Financial Times.
Αυτές οι νέες εξαγορές προστίθενται στο ολοένα μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο των διεθνών λιμένων της Κίνας, το οποίο τώρα επεκτείνεται παγκοσμίως, με τερματικούς σταθμούς στην Ελλάδα, τη Μιανμάρ, το Ισραήλ, το Τζιμπουτί, το Μαρόκο, την Ισπανία, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Ακτή του Ελεφαντοστού, την Αίγυπτο και περίπου μια ντουζίνα ακόμη χώρες.
Ο Δρόμος του Μεταξιού
Ο θαλάσσιος Δρόμος του Μεταξιού του 21ου Αιώνα ανακοινώθηκε για πρώτη φορά από τον Xi Jinping στην Τζακάρτα ένα μήνα μετά την ανακοίνωση της πρωτοβουλίας Belt and Road (στη συνέχεια ονομάστηκε One Belt, One Road-Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος) στην Αστάνα το 2013. Το όραμα της Κίνας ήταν να αναπτύξει μια σειρά από τρία ενισχυμένα θαλάσσια δρομολόγια από την Κίνα στην Ευρώπη και την Αφρική, αποκτώντας νέα λιμάνια, κατασκευάζοντας νέες ζώνες, ακόμη και εντελώς νέες πόλεις. Αν και η πρωτοβουλία αυτή αρχικά αντιμετωπιζόταν με σκεπτικισμό και ακόμη και με χλευασμό από τη διεθνή κοινότητα, η Κίνα την υλοποίησε  κομμάτι-κομμάτι – λιμάνι-λιμάνι - και τώρα έχει δημιουργήσει κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο να χλευάσει ή να αγνοήσει κανείς.
Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα δημιούργησε μία πλήρως κρατική και παγκόσμια ναυτιλιακή αυτοκρατορία. Κρατικές εταιρείες-γίγαντες όπως η China Merchants και η Cosco Shipping διαχειρίζονται σήμερα 29 λιμάνια σε 15 χώρες και 47 τερματικούς σταθμούς σε 13 χώρες αντίστοιχα. Επιπλέον, άλλες, σχετικά μικρότερες κρατικές εταιρείες όπως η Shanghai International Port Group, η Ningbo Zhoushan Port και η Port of Lianyungang, επίσης, γίνονται μέρος αυτού του σχεδίου, αποκτώντας λιμάνια σε όλο τον κόσμο.
Τι σημαίνουν όλα αυτά;
Η θαλάσσια ναυτιλία είναι, σχεδόν εξ ορισμού, μια διεθνής υπόθεση και θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η πρόσφατη θαλάσσια επέκταση της Κίνας είναι πραγματικά κάτι μη συνηθισμένο. Μήπως δίνουμε υπερβολική έμφαση στις εξαγορές λιμανιών από την Κίνας χωρίς να δούμε τη μεγαλύτερη εικόνα;
Ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι διαχειριστές των λιμένων μιας χώρας κατέχουν και λειτουργούν τερματικά σε άλλες χώρες. Η PSA (Λιμενική Αρχή της Σιγκαπούρης) λειτουργεί τερματικούς σταθμούς σε 15 χώρες, η Maersk Line της Δανίας έχει 76 λιμάνια σε 41 χώρες, ενώ η ελβετική Mediterranean Shipping Co (MSC) διαθέτει 35 τερματικούς σταθμούς σε 22 χώρες και η DP World του Ντουμπάι διαθέτει 77 λιμάνια σε 40 χώρες. Επομένως, αν εξετάσουμε απλώς τους αριθμούς, φαίνεται ότι οι κινήσεις της Κίνας βρίσκονται σε αντιστοιχία με αυτές στον υπόλοιπο κόσμο.
Ωστόσο, υπάρχουν συχνά μερικές βασικές διαφορές μεταξύ του τρόπου λειτουργίας των ναυτιλιακών εταιρειών της Κίνας σε διεθνές επίπεδο και του πώς φαίνονται και γίνονται αντιληπτά τα projects τους.
"Οι εταιρείες Cosco και China Merchants Holdings - σε αντίθεση με την PSA και την DP World - δεν λειτουργούν υπό μια πλήρως εμπορική λογική, αλλά πρέπει παράλληλα να ευθυγραμμιστούν με τις κρατικές πολιτικές, όπως η πρωτοβουλία Belt and Road", εξήγησε ο Olaf Merk του Διεθνούς Φόρουμ Μεταφορών του ΟΟΣΑ. "Έτσι εξηγείται η προθυμία τους να πληρώσουν υψηλότερα τιμήματα για ορισμένους τερματικούς σταθμούς από οποιαδήποτε άλλη διαχειρίστρια".
Μια συγκεκριμένη περίπτωση: Η Cosco Shipping έλαβε χρηματοδότηση με τουλάχιστον 26,1 δισ. δολαρίων από την αναπτυξιακή τράπεζα της Κίνας για να τα επενδύσει σε projects του Belt and Road νωρίτερα φέτος.
Παρά το γεγονός ότι η απόκτηση λιμένων από την Κίνα έχει σημαντικά οικονομικά κίνητρα, υπάρχει και μια έντονα πολιτική διάσταση.
Ενώ οι εξαγορές των διεθνών λιμένων από την Κίνα μπορεί αρχικά να αντιμετωπιστούν ως επιθετικοί ελιγμοί, η φύση τους είναι εγγενώς αμυντική. Με το να κατέχει και να διαχειρίζεται ένα σύνθετο δίκτυο βασικών κόμβων σε όλη την Ασία, την Ευρώπη και την Αφρική, η Κίνα μπορεί ουσιαστικά να ελέγχει ένα τεράστιο τμήμα της αλυσίδας εφοδιασμού για βασικά εμπορεύματα - όπως ενεργειακούς πόρους από τη Μέση Ανατολή – και να διαμορφώνει τους εμπορικούς δρόμους για τις εξαγωγές της. Η Κίνα μπορεί να είναι πιο ανεξάρτητη, ενώ μειώνεται η πολιτική και οικονομική επιρροή που μπορούν να της ασκήσουν άλλες χώρες.
Οι συμμετοχές της Κίνας σε διεθνείς λιμένες τείνουν να είναι πολύ στρατηγικά τοποθετημένες, όχι μόνο επειδή συνδέονται μεταξύ τους σημείο-προς-σημείο σε ολόκληρο τον χάρτη της Ευρασίας αλλά και επειδή συνδέονται με τον οδικό Δρόμο του Μεταξιού σε διασταυρώσεις-κλειδιά, παρέχοντας στην Κίνα μια νέα σειρά επιλογών για την εμπορία προϊόντων και αγαθών εντός κι εκτός της χώρας - μια σειρά από "πίσω πόρτες", αν θέλετε. Θεωρητικά, αν ένας εμπορικός δρόμος καταρρεύσει, η Κίνα μπορεί να τον παρακάμψει αυξάνοντας την εμπορική ροή σε κάποιον άλλο.
Παράδειγμα: Η Ειδική Οικονομική Ζώνη Kyauk Phyu ύψους 10 δισ. δολαρίων στην Μιανμάρ δεν εξελίσσεται μόνο σε κινέζικο εμπορικό/κατασκευαστικό επίκεντρο στις παρυφές της Νοτιοανατολικής και Νότιας Ασίας, αλλά είναι και ένα από τα σημεία όπου συνδέονται οι θαλάσσιοι και χερσαίοι δρόμοι του Δρόμου του Μεταξιού της Κίνας με ένα διάδρομο που εκτείνεται βόρεια προς το Kunming της νοτιοδυτικής Κίνας, το οποίο έχει ήδη εφοδιαστεί με αγωγούς φυσικού αερίου και πετρελαίου. Αυτό "ανοίγει" στην Κίνα μια άμεση διαδρομή προς τη θάλασσα για αποστολές προϊόντων ενέργειας που προέρχονται από τη Μέση Ανατολή και παρακάμπτουν εντελώς το Στενό Malacca -που ελέγχεται από τις ΗΠΑ-, σημείο το οποίο θεωρητικά θα μπορούσε να αποτρέψει το εμπόριο της Κίνας σε μια περίοδο κρίσης, από τους δυτικούς θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους.
Αυτές οι νέες συμμετοχές στα λιμάνια εμπλέκουν επίσης την Κίνα στον πολιτικό και οικονομικό ιστό του κόσμου. Aυτό που κερδίζει η Κίνα είναι ισχυρές βάσεις στη διεθνή σκηνή, που θα μπορέσουν να αντέξουν για δεκαετίες, δημιουργώντας ένα νέο γεωοικονομικό παράδειγμα κατά τη διαδικασία. Τη στιγμή που οι διεθνείς ηγέτες "φορούν τα χαμογελαστά τους πρόσωπα" και μιλούν για "win-win" συνεργασίες, τα διεθνή έργα υποδομής όπως τα ναυτιλιακά έργα της Κίνας ορίζουν τις νέες δυναμικές του 21ου αιώνα, με το οικονομικό πλεονέκτημα να αποτελεί το "όπλο επιλογής” της.
"Οι μεγάλες επενδύσεις παρέχουν επίσης στην Κίνα γεωπολιτική επιρροή σε διάφορες περιοχές του κόσμου, όπως η Νότια Ασία, η Αφρική και η Μεσόγειος, με τις χώρες στις οποίες η Κίνα έχει λιμάνια να εμφανίζονται λιγότερο ικανές να αντιμετωπίσουν τα κινεζικά συμφέροντα ή θέσεις", πρόσθεσε ο Merk.
"Η εμπλοκή της Κίνας σε ξένους λιμένες συμβάλλει στην ανάδειξή της ως παγκόσμια δύναμη", εκτίμησε ο Frans-Paul van der Putten, συντάκτης του δημοφιλούς ενημερωτικού δελτίου New Silk Road του Ινστιτούτου Clingendael. "Σε διάφορες χώρες της Ασίας, της Αφρικής, της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, οι κινεζικές κρατικές εταιρείες και η κινεζική κυβέρνηση αποκτούν μακροπρόθεσμη οικονομική επιρροή ως χρηματοδότες, κατασκευαστές, φορείς εκμετάλλευσης, ιδιοκτήτες και μεγάλοι πελάτες λιμανιών και σχετικών με τα λιμάνια περιουσιακών στοιχείων. Δεδομένου του καθοριστικού ρόλου που διαδραματίζουν συχνά οι λιμένες στις εθνικές οικονομίες, μια τέτοια επιρροή μπορεί να οδηγήσει σε έναν ορισμένο βαθμό πολιτικού πλεονεκτήματος".
Ένας άλλος σημαντικός τομέας στον οποίο οι εξαγορές των λιμανιών της Κίνας διαφέρουν από εκείνες άλλων χωρών είναι το γεγονός ότι συχνά η Κίνα δεν αναπτύσσει μόνο θαλάσσια λιμάνια αλλά πλήρεις οικονομικές ζώνες, οι οποίες γενικά περιλαμβάνουν βιομηχανικές περιοχές, επιχειρηματικά κέντρα, σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά καιρούς, έργα στέγασης. Με την Κίνα, οι αναδυόμενες αγορές μπορούν να αποκτήσουν μία τάση ανάπτυξης μεμιάς.
"Η κινεζική υπερπόντια λιμενική επένδυση συνήθως περιλαμβάνει μια ολόκληρη σειρά κινεζικών κρατικών επιχειρήσεων: μια κινεζική τράπεζα ή μία αναπτυξιακή τράπεζα, μια κινεζική εταιρεία κατασκευής λιμανιών και έναν κινεζικό φορέα εκμετάλλευσης", εξήγησε ο Merk. "Ένα νέο λιμάνι πρέπει να χρηματοδοτηθεί, να σχεδιαστεί, να κατασκευαστεί, να διαχειριστεί, να υποστεί εκβάθυνση και να εξυπηρετηθεί: πρόκειται για επιχειρηματικές δραστηριότητες που οι κινεζικές επιχειρήσεις είναι πρόθυμες να παράσχουν".
Ένα καλό παράδειγμα αυτών των "all inclusive" projects είναι η Hambantota, στη νότια Σρι Λάνκα. Το Hambantota δεν προορίζεται μόνο να γίνει η τοποθεσία ενός λιμανιού βαθέων υδάτων, αλλά θα αποτελέσει ένα εντελώς νέο οικονομικό οικοσύστημα, με μια τεράστια βιομηχανική ζώνη, ένα εργοστάσιο υγροποιημένου φυσικού αερίου, ένα συνεδριακό κέντρο, γήπεδα, μια τουριστική περιοχή που χτίστηκε σε αποκατεστημένη γη και έναν αερολιμένα (ο οποίος σήμερα είναι ένας από τους λιγότερο αξιοποιημένους διεθνείς αερολιμένες στον πλανήτη).
Τι κερδίζουν οι άλλες χώρες; 
Η ωφέλεια των διεθνών λιμενικών έργων της Κίνας δεν αφορά μόνο την Κίνα, καθώς συχνά τα έργα αυτά έχουν άμεση θετική επίδραση στις τοπικές και περιφερειακές οικονομίες στις οποίες αναπτύσσονται. Όπως επισημαίνει ο Merk, οι κινεζικές επενδύσεις στο ελληνικό λιμάνι του Πειραιά, το έχουν μετατρέψει σε έναν από τους κυριότερους μεσογειακούς κόμβους, με το λιμάνι να παρουσιάζει θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι επενδύσεις από την Cosco της Κίνας σημαίνουν ότι το λιμάνι είναι πιο πιθανό να προσελκύσει κινεζικό φορτίο”.
Αυτό που προσφέρει η Κίνα είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις για τις οποίες διψούν οι αναδυόμενες αγορές, οι διαφοροποιημένες οικονομίες και κάποιες από τις στάσιμες χώρες της Ευρώπης, παρέχοντας στις χώρες έργα υποδομής μεγάλης κλίμακας που δεν θα μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά και στη συνέχεια παρέχοντας το φορτίο, για να τις καταστήσουν επιτυχημένες. Ουσιαστικά, η Κίνα φροντίζει και για τις δύο πλευρές της δυναμικής προσφοράς και ζήτησης - γίνεται τόσο αγοραστής όσο και πωλητής των αγαθών και υπηρεσιών που δημιουργούν αυτές οι νέες οικονομικές ζώνες με επίκεντρο τον λιμένα - και επιτρέπουν στις χώρες που φιλοξενούν τις επενδύσεις της να επωφεληθούν από τα οικονομικά οφέλη που αποφέρουν οι επενδύσεις.
Ενώ οι εξαγορές των διεθνών λιμανιών από την Κίνα μπορεί να φαίνονται σαν ένα ακόμη παράδειγμα της οικονομικής πολιτικής της χώρας, όπου η ζήτηση δημιουργείται αρχικά τεχνητά για να απορροφήσει την προσφορά έως ότου εμφανιστούν πιο αισιόδοξες δυνάμεις της αγοράς, ωστόσο η Κίνα έχει αποδείξει ότι αυτή η μορφή μακροπρόθεσμης, πολύπλευρης ανάπτυξης μπορεί να δουλέψει. Οι περισσότερες από τις λεγόμενες πόλεις-φαντάσματα της Κίνας, οι οποίες χτίστηκαν στη φάση της μαζικής αστικοποίησης μεταξύ του 2003 και του 2012, έχουν γίνει πλέον ζωντανοί οικονομικοί κόμβοι.
Η πρωτοβουλία Belt and Road της Κίνας δεν αφορά το σήμερα, αλλά το αύριο, το επόμενο έτος και 50 χρόνια από σήμερα, όταν η Κίνα θα διαθέτει ένα πλήρες δίκτυο λιμένων και εμπορικών δρόμων σε όλο τον κόσμο και θα αποκτήσει ένα ισχυρό σύνολο μοχλών που θα της δίνουν τον πλήρη έλεγχο της αλυσίδας εφοδιασμού της και το γεωοικονομικό πλεονέκτημα για να λειτουργεί όπως θέλει".
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Τρόμος στη Βρετανία: Τι γνώριζε η Τερέζα Μέι;







Αυτό που δεν λέγεται στην προεκλογική περίοδο της Βρετανίας είναι το εξής: Οι αιτίες της θηριωδίας στο Μάντσεστερ, με τη δολοφονία είκοσι δύο νέων κυρίως ανθρώπων από έναν τζιχαντιστή, αποκρύπτονται προκειμένου να προστατευθούν τα μυστικά της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής.




του John Pilger*

Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο στα αγγλικά στην προσωπική σελίδα του Pilger

Κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, όπως το γιατί οι υπηρεσίες ασφαλείας της MI5 δεν έκαναν τίποτα ενώ είχαν στοιχεία για τρομοκράτες και γιατί η κυβέρνηση δεν προειδοποίησε το κοινό για την απειλή και τώρα απλά υπόσχεται διεξαγωγή «εσωτερικής έρευνας».

Ο φερόμενος ως βομβιστής αυτοκτονίας, Salman Abedi, ήταν μέλος μιας εξτρεμιστικής ομάδας με το όνομα LIFG (Libyan Islamic Fighting Group) που μεσουρανούσε στο Μάντσεστερ και η οποία καλλιεργήθηκε και χρησιμοποιήθηκε από την MI5 για πάνω από 20 χρόνια.

Η LIFG έχει χαρακτηριστεί στη Βρετανία ως τρομοκρατική οργάνωση που αποσκοπεί «στην εγκαθίδρυση σκληρού ισλαμικού κράτους στη Λιβύη» και που «ήταν μέρος ενός μεγαλύτερου εξτρεμιστικού κινήματος που εμπνεύσθηκε από την Αλ-Κάιντα».


ΕΗ «καπνιστή κάννη» όμως είναι ότι όταν η Τερέζα Μέι ήταν υπουργός Εσωτερικών οι τζιχαντιστές της LIFG ήταν ελεύθεροι να ταξιδεύουν απρόσκοπτα στην Ευρώπη και μάλιστα ενθαρρύνονταν να «μπουν στη μάχη»: αφενός για να καθαιρέσουν τον Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη και αφετέρου για να συνεργαστούν με την Αλ-Κάιντα στη μάχη της Συρίας.

Πέρυσι το FBI συμπεριέλαβε τον Abedi σε λίστα παρακολούθησης τρομοκρατών και ενημέρωσε την MI5 ότι η οργάνωσή του αναζητούσε πολιτικό στόχο στη Βρετανία. Γιατί δεν συνελήφθη και γιατί οι άνθρωποι του δικτύου του δεν απετράπησαν από τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της θηριωδίας της 22ας Μαΐου;

Αυτές οι ερωτήσεις προκύπτουν εξαιτίας μιας διαρροής του FBI που καταρρίπτει την θεωρία του «μοναχικού λύκου» μετά την επίθεση της 22ας Μαΐου, εξ ου και η, εν μέσω πανικού, ασυνήθιστη αγανάκτηση από το Λονδίνο προς την Ουάσινγκτον και η συγγνώμη του Τράμπ.

Η θηριωδία στο Μάντσεστερ ξεσκεπάζει τη βρετανική εξωτερική πολιτική με την φαουστιανού τύπου συμμαχία με το εξτρεμιστικό Ισλάμ, ιδιαίτερα με τη σέχτα που είναι γνωστή ως ουαχαμπισμός ή σαλαφισμός και της οποίας ο βασικός θεματοφύλακας και τραπεζίτης είναι το πετρελαϊκό βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, ο μεγαλύτερος πελάτης όπλων της Μεγάλης Βρετανίας.

Αυτός ο αυτοκρατορικός γάμος πάει πίσω στην ιστορία μέχρι τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις πρώτες μέρες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο. Ο στόχος της βρετανικής πολιτικής ήταν να σταματήσει ο παναραβισμός, όταν τα αραβικά κράτη ανέπτυξαν σύγχρονα κοσμικά κράτη και διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους από την αυτοκρατορική Δύση και τον έλεγχο των πόρων τους. Η δημιουργία ενός αρπακτικού Ισραήλ σχεδιάστηκε για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Από τότε ο παναραβισμός έχει συνθλιβεί. Ο στόχος, πλέον, είναι η τακτική του «Διαίρει και Βασίλευε».

Το 2011, σύμφωνα με το Middle East Eye, η LIFG ήταν γνωστή στο Μάντσεστερ ως «τα αγόρια του Μάντσεστερ». Λόγω της αδυσώπητης εναντίωσής τους στον Μουαμάρ Καντάφι θεωρήθηκαν υψηλός κίνδυνος και ορισμένοι από αυτούς τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό με εντολές των μυστικών υπηρεσιών, όταν ξέσπασαν διαδηλώσεις κατά του Καντάφι στη Λιβύη, μια χώρα σφυρηλατημένη από μυριάδες φυλετικές εχθρότητες.

Ξαφνικά οι περιοριστικές εντολές αναιρέθηκαν. «Ήμουν ελεύθερος να φύγω χωρίς να με ρωτήσουν τίποτα» είπε ένα από τα μέλη της LIFG. Η ΜΙ5 τους επέστρεψε τα διαβατήρια και η αντιτρομοκρατική αστυνομία στο αεροδρόμιο του Χίθροου ενημερώθηκε ότι ήταν ελεύθεροι να επιβιβαστούν στις πτήσεις τους.

Η ανατροπή του Καντάφι, που ήλεγχε τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου στην Αφρική, είχε σχεδιαστεί από καιρό στην Ουάσινγκτον και το Λονδίνο. Σύμφωνα με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, η LIFG έκανε αρκετές απόπειρες δολοφονίας του Καντάφι στη δεκαετία του '90, που χρηματοδοτήθηκαν από τις βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας. Τον Μάρτιο του 2011, η Γαλλία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ άδραξαν την ευκαιρία της «ανθρωπιστικής επέμβασης» και επιτέθηκαν στη Λιβύη. Τους συνέδραμε το ΝΑΤΟ υπό την κάλυψη της απόφασης του ΟΗΕ για την «προστασία των πολιτών».

Πέρυσι το Σεπτέμβριο, μια έρευνα της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων σημείωσε ότι, ο τότε πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον, είχε οδηγήσει τη χώρα του σε πόλεμο εναντίον του Καντάφι βάσει μιας «σειράς εσφαλμένων υποθέσεων» και ότι η επίθεση «είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους στην Βόρεια Αφρική». Η επιτροπή, μάλιστα, επικαλέστηκε την «έντονη» περιγραφή του Ομπάμα για τον ρόλο του Κάμερον στη Λιβύη ως ένα «shit show» (σόου με σκατά).

Στην πραγματικότητα, ο Ομπάμα ήταν που έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «shit show» τον οποίο προέτρεψε η πολεμοκάπηλη υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, και ένα ΜΜΕ που υποστήριζε ότι ο Καντάφι σχεδίαζε γενοκτονία εναντίον του λαού του. «Γνωρίζαμε… ότι αν περιμέναμε ακόμα μια ημέρα», δήλωσε ο Ομπάμα, «η πόλη της Βεγγάζης, η οποία είναι στο μέγεθος της Σαρλόττα, θα μπορούσε να υποστεί μια σφαγή που θα επεκτεινόταν σε όλη την περιοχή και θα άφηνε μόνιμα σημάδια στην συνείδηση του κόσμου».

Η ιστορία της σφαγής κατασκευάστηκε από σαλαφιστές στρατιώτες που είχαν σχεδόν ηττηθεί από τις κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις της Λιβύης. Είπαν στο Reuters ότι θα «έτρεχε αίμα» και ότι «η σφαγή θα ήταν ανάλογη με αυτή της Ρουάντα». Η Εξεταστική Επιτροπή ανέφερε ότι «η υπόθεση ότι ο Μουαμάρ Καντάφι θα διέταζε τη σφαγή αμάχων στη Βεγγάζη δεν υποστηρίχθηκε από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία».

Η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ κατέστρεψαν αποτελεσματικά το σύγχρονο κράτος της Λιβύης. Σύμφωνα με τα δικά του αρχεία, το ΝΑΤΟ οργάνωσε 9.700 χτυπήματα εκ των οποίων το ένα τρίτο έπληξε πολιτικούς στόχους. Ανάμεσα στα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν βόμβες διασποράς και πύραυλοι με κεφαλές ουρανίου. Οι πόλεις Μιζράτα και Σύρτη ισοπεδώθηκαν. Η UNICEF, η οργάνωση του ΟΗΕ για τα παιδιά, ανέφερε ότι ένα μεγάλο μέρος των παιδιών που σκοτώθηκαν σε αυτές τις επιθέσεις ήταν κάτω των 10 ετών.

Πέραν της ανάπτυξης του Ισλαμικού Κράτους -το ISIS είχε ήδη καταλάβει το ερειπωμένο Ιράκ μετά την εισβολή του Μπλερ και του Μπους το 2003- οι «μεσσαιωνιστές» είχαν τώρα όλη τη Βόρεια Αφρική ως βάση. Η επίθεση προκάλεσε επίσης κύμα προσφύγων που διέφυγαν στην Ευρώπη.

Στην Τρίπολη υποδέχθηκαν τον Κάμερον ως «απελευθερωτή» ή τουλάχιστον έτσι το φαντάστηκε. Τα πλήθη που ζητωκραύγαζαν περιελάμβαναν εκείνους που είχαν υποστηριχθεί και εκπαιδευτεί από τις ειδικές δυνάμεις της Βρετανίας και εμπνεύστηκαν από το Ισλαμικό Κράτος. Ομάδες όπως «τα αγόρια του Μάντσεστερ».

Για τους Αμερικάνους και τους Βρετανούς, το αληθινό έγκλημα του Καντάφι ήταν η εικονοκλαστική του ανεξαρτησία και το σχέδιό του να εγκαταλείψει τη χρήση του πετροδολάριου, τον πυλώνα της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Είχε προνοητικά προγραμματίσει να φέρει ένα κοινό αφρικανικό νόμισμα με αναλογία σε χρυσό, να  δημιουργήσει μια Παναφρικανική Τράπεζα και να προωθήσει την οικονομική ένωση μεταξύ των φτωχών κρατών με τους πολύτιμους πόρους. Είτε αυτό θα συνέβαινε ποτέ είτε όχι, η ιδέα ήταν εντελώς απαράδεκτη για τις ΗΠΑ καθώς προετοίμαζε την είσοδό της στην Αφρική, δωροδοκώντας τις αφρικανικές κυβερνήσεις μέσω «στρατιωτικών συνεργασιών».

Ο έκπτωτος δικτάτορας έτρεξε να σώσει τη ζωή του. Ένα αεροσκάφος της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας εντόπισε την αυτοκινητοπομπή του και στα αποκαϊδια της Σύρτης σοδομίστηκε με ένα μαχαίρι από έναν φανατικό που περιγράφτηκε στις ειδήσεις ως «επαναστάτης».

Έχοντας λεηλατήσει το αξίας 30 δισ. δολαρίων οπλοστάσιο της Λιβύης, οι «επαναστάτες» προχώρησαν νότια, τρομοκρατώντας πόλεις και χωριά. Διέσχισαν το υποσαχάριο Μαλί, κατέστρεψαν την εύθραυστη σταθερότητα της χώρας και τελικά οι πάντα πρόθυμοι Γάλλοι έστειλαν μαχητικά αεροσκάφη και στρατεύματα στην πρώτη αποικία τους για «να καταπολεμήσουν την Αλ-Κάιντα», μια απειλή που είχαν βοηθήσει οι ίδιοι να δημιουργηθεί.

Στις 14 Οκτωβρίου του 2011, ο πρόεδρος Ομπάμα ανακοίνωσε ότι στέλνει στρατεύματα των ειδικών δυνάμεων στην Ουγκάντα για να πάρουν μέρος στον εμφύλιο πόλεμο εκεί. Τους επόμενους μήνες στρατεύματα των ΗΠΑ στάλθηκαν και στο Νότιο Σουδάν, το Κονγκό και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Μετά την εξασφάλιση της Λιβύης, η αμερικανική εισβολή στην αφρικανική ήπειρο ήταν σε εξέλιξη, σε μεγάλο βαθμό μακριά από το φως της δημοσιότητας.

Στο Λονδίνο, η κυβέρνηση οργάνωσε μια από τις μεγαλύτερες εκθέσεις όπλων στον κόσμο. Η ατραξιόν ανάμεσα στα περίπτερα ήταν η «επίδειξη δύναμης στη Λιβύη». Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο του Λονδίνου παρουσίασε μια ημερίδα με θέμα «Μέση Ανατολή: Μια τεράστια αγορά για τις εταιρείες άμυνας και ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου». Οικοδεσπότης ήταν η Βασιλική Τράπεζα της Σκωτίας (RBS), σημαντικός επενδυτής σε βόμβες διασποράς που χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς κατά των πολιτικών στόχων στη Λιβύη. Το σλόγκαν για το πάρτι της Τράπεζας ήταν «Ευκαιρίες χωρίς προηγούμενο για τις επιχειρήσεις άμυνας και ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου».

Τον περασμένο μήνα, η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι βρισκόταν στη Σαουδική Αραβία για μια συμφωνία πώλησης όπλων αξίας 3 δισεκατομμυρίων λιρών Αγγλίας, που χρησιμοποίησαν οι Σαουδάραβες κατά της Υεμένης. Από τις Αίθουσες Ελέγχου στο Ριάντ, οι βρετανοί στρατιωκοί σύμβουλοι βοηθούν τις βομβιστικές επιδρομές της Σαουδικής Αραβίας, που έχουν οδηγήσει στη δολοφονία περισσότερων από 10.000 πολιτών. Πλέον τα σημάδια του λιμού είναι εμφανή. Ένα παιδί στην Υεμένη πεθαίνει κάθε 10 λεπτά από ιάσιμες ασθένειες, σύμφωνα με τη UNICEF.

Η θηριωδία στο Μάντσεστερ ήταν προϊόν μιας τέτοιας αδυσώπητης βίας της κυβέρνησης σε μακρινούς τόπους, μεγάλο μέρος της οποίας χρηματοδοτήθηκε από τη Βρετανία. Οι ζωές και τα ονόματα των θυμάτων δεν θα γίνουν ποτέ γνωστά.

Αυτή η αλήθεια όμως δεν βρίσκει το δρόμο της στη δημοσιότητα, όπως συνέβη και στη βομβιστική επίθεση στο μετρό του Λονδίνου στις 7 Ιουλίου 2005. Περιστασιακά κάποιος σπάει τη σιωπή, όπως όταν ένας Λονδρέζος διέκοψε τη ζωντανή σύνδεση του CNN και είπε «Ιράκ! Εισβάλαμε στο Ιράκ. Τι περιμένατε να συμβεί; Εμπρός, μιλήστε για αυτό».

Σε μια μεγάλη συγκέντρωση ΜΜΕ που παρακολούθησα, πολλοί από τους σημαντικούς καλεσμένους μίλησαν για το Ιράκ και τον Μπλερ ως ένα είδος κάθαρσης για αυτό που δεν τολμούσαν να πουν επαγγελματικά και δημοσίως.

Ωστόσο, προτού εισβάλει στο Ιράκ, ο Μπλερ είχε προειδοποιηθεί από την Επιτροπή Πληροφοριών, ότι «η απειλή της Αλ-Κάιντα θα αυξηθεί με την ανάληψη οποιασδήποτε στρατιωτικής δράσης στο Ιράκ […] Η παγκόσμια απειλή από άλλες ισλαμιστικές τρομοκρατικές ομάδες και μεμονωμένα άτομα θα αυξηθεί σημαντικά».

Ακριβώς όπως ο Μπλερ μετέφερε στη βρετανική καθημερινότητα τη βία από το αιματηρό «shit show» του ιδίου και του Τζορτζ Μπους, έτσι και ο Ντέιβιντ Κάμερον, υποστηριζόμενος από την Τερέζα Μέι, συνέθεσε το έγκλημά του στη Λιβύη και τις τρομακτικές του συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που σκοτώθηκαν ή ακρωτηριάστηκαν στο Μάντσεστερ Αρένα στις 22 Μαΐου.

Η προσπάθεια απόκρυψης ξεκίνησε και πάλι και δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Ο Salman Abedi ενήργησε μόνος του. Ήταν το πολύ-πολύ ένας μικρός εγκληματίας. Το εκτεταμένο δίκτυό του, που αποκαλύφθηκε την περασμένη εβδομάδα από την αμερικανική διαρροή, έχει εξαφανιστεί. Αλλά οι ερωτήσεις είναι ακόμα εδώ.

Γιατί ο Abedi ήταν σε θέση να ταξιδέψει ελεύθερα μέσω της Ευρώπης στη Λιβύη και πίσω στο Μάντσεστερ λίγες ημέρες πριν το τρομερό του έγκλημα; Είχε ενημερωθεί η Τερέζα Μέι από την ΜΙ5 ότι το FBI τον είχε εντοπίσει ως μέρος ενός ισλαμικού πυρήνα που σκόπευε να επιτεθεί σε πολιτικό στόχο στη Βρετανία;

Στην τρέχουσα προεκλογική εκστρατεία, ο ηγέτης των Εργατικών, Τζέρεμι Κόρμπιν, έκανε μια γενικόλογη αναφορά σε «έναν πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που απέτυχε». Όπως γνωρίζει, όμως, δεν ήταν ποτέ πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, αλλά ένας πόλεμος κατάκτησης και υποταγής. Παλαιστίνη, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία… Το Ιράν λέγεται ότι είναι το επόμενο. Πριν ένα νέο Μάντσεστερ ποιος θα βρει το θάρρος να το πει αυτό;

".

*John Pilger
Ο John Pilger είναι βραβευμένος Αυστραλός δημοσιογράφος και ντοιμαντερίστας που ζει και εργάζεται στη Μεγάλη Βρετανία από το 1962. Έχει βραβευτεί για το δημοσιογραφικό του έργο δύο φορές ως Δημοσιογράφος της Χρονιάς και έχει λάβει άλλα επτά βραβεία για το δημοσιογραφικό του έργο. Βραβεία έχουν αποδοθεί και στα 15 ντοκιμαντέρ του.
πηγη  thepressproject
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........