Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η "ελεύθερη αγορά" απέτυχε

του 'Αντερ Τέρνερ   

The Failure of Free-Market Finance

©Project Syndicate




Πέντε χρόνια μετά την κατάρρευση της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας «Λέμαν μπράδερς»,ο κόσμος εξακολουθεί να μην έχει ασχοληθεί με το βασικό αίτιο της τρέχουσας οικονομικής κρίσης -την υπερχρέωση. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που η οικονομική ανάκαμψη έχει προχωρήσει τόσο πολύ βραδύτερα του αναμενομένου (και σε μερικές χώρες ακόμα δεν έχει καν φτάσει).

Οι περισσότεροι οικονομολόγοι, κεντρικοί τραπεζίτες και ελεγκτές όχι μόνο δεν προέβλεψαν την κρίση, αλλά πίστευαν πως εφόσον ο πληθωρισμός κρατιόταν σταθερά σε χαμηλά επίπεδα, η οικονομική σταθερότητα ήταν εξασφαλισμένη. Αλλά και αφού αρχικά τιθασεύτηκε κάπως η κρίση, αποτύχαμε να διαβλέψουμε πόσο οδυνηρές θα ήταν οι επιπτώσεις της.

Την άνοιξη του 2009 οι επίσημες προβλέψεις δεν διέβλεπαν ούτε τη βραδύτητα της ανάκαμψης, αλλά ούτε πως η κρίση, που αρχικά ήταν περιορισμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, σύντομα θα τροφοδοτούσε ένα οδυνηρό πλήγμα στην ευρωζώνη. Όσο για τις αγορές, ούτε καν φαντάστηκαν πως θα διανύαμε μία πενταετία (τουλάχιστο, καθώς αυτή συνεχίζεται) με μηδενικά επιτόκια.
 ΕΈνας από τους λόγους για αυτή την αδυναμία πρόβλεψης ήταν ο άκριτος θαυμασμός στην χρηματοπιστωτική καινοτομία· ένας άλλος η εγγενώς ελαττωματική κατασκευή της ευρωζώνης. Αλλά ο βασικότερος λόγος ήταν η αδυναμία να γίνει κατανοητό πως το άχθος των ελλειμμάτων, που αυξάνονταν ασταμάτητα επί πολλές δεκαετίες, και μάλιστα στον ιδιωτικό τομέα πολύ περισσότερο από ότι στο δημόσιο, αποτελούσε μείζονα απειλή για την οικονομική σταθερότητα.

Στο 1960, η χρέωση των νοικοκυριών του Ηνωμένου Βασιλείου κυμαινόταν κάτω από το 15% του ΑΕΠ. Το 2008 είχε ξεπεράσει το 90%. Στις ΗΠΑ, ο ιδιωτικός δανεισμός αυξήθηκε από 70% του ΑΕΠ το 1945 σε πολύ πάνω από 200% το 2008. Για όσο καιρό τα ελλείμματα αφορούσαν τον ιδιωτικό τομέα, οι περισσότεροι πολιτικοί θεωρούσαν πως οι επιπτώσεις της στην οικονομία θα ήταν είτε ουδέτερες, είτε θετικές. Όπως είχε δηλώσει ο πρώην πρόεδρος της «τράπεζας της Αγγλίας»Μέρβιν Κινγκ (Mervyn King), «τα λεφτά, ο δανεισμός και οι τράπεζες παίζουν ασήμαντο ρόλο» στα σύγχρονα μακροοικονομικά.

Φυσικά αυτή η υπόθεση εργασίας ήταν επικίνδυνη, διότι οι συμφωνίες που παρήγαγαν ελλείμματα είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομική σταθερότητα. Και συχνά συνάπτονταν σε υπερβολικές ποσότητες, διότι στις ανοδικές φάσεις των οικονομικών κύκλων τα ριψοκίνδυνα δάνεια φαίνονται ασφαλή. Δάνεια που μόλις συναφθούν, εισάγουν στην οικονομία την ακαμψία των διαδικασιών χρεοκοπίας, με ό,τι αυτές σημαίνουν σε ξεπουλήματα και επιχειρηματική αστάθεια.

Επιπλέον, όπως περιέγραψε ο Φρίντριχ Φον Χάγιεκ (Friedrich von Hayek), ο υπερδανεισμός μπορεί να οδηγήσει σε σπιράλ υπερβολικών επενδύσεων. Η ιρλανδική και ισπανική φούσκα ακινήτων είναι κατεξοχήν παραδείγματα αυτής της διαδικασίας. Κατά τα άλλα τα ελλείμματα μπορεί να εκτοξεύσουν τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων: η αγορά ακινήτων του Ηνωμένου Βασιλείου των περασμένων δεκαετιών αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Στις εποχές των παχιών αγελάδων, η επέκτασης της μόχλευσης μπορεί να δείχνει σαν να καλύπτει αυτά τα προβλήματα. Πράγματι, τα ενυπόθηκα δάνεια έδιναν στους Αμερικάνους την αυταπάτηπως αύξαιναν τα περιουσιακά τους στοιχεία, σε μια περίοδο που στην πραγματικότητα υπέφεραν από στασιμότητα ή και μείωση των πραγματικών τους μισθών.

Αλλά μετά την κρίση και την προσγείωση της οικονομίας, η συσσώρευση των χρεών έχει έντονες υφεσιακές επιπτώσεις, καθώς οι υπερ-εκτεθειμένες επιχειρήσεις και καταναλωτές περικόπτουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τα χρέη τους. Οι δύο χαμένες δεκαετίες της Ιαπωνίας μετά το 1990 ήταν άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια της υπερβολικής μόχλευσης της οικονομίας κατά τη δεκαετία του 1980.

Απέναντι στη συρρίκνωση των ιδιωτικών επενδύσεων και της κατανάλωσης, η αύξηση των κρατικών ελλειμμάτων μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη ως μέσο αντιμετώπισης των υφεσιακών τους επιπτώσεων. Αλλά αυτό απλά μετακινεί τη μόχλευση της οικονομίας προς το δημόσιο τομέα, καθώς κάθε μείωση στο λόγο ιδιωτικού χρέους προς ΑΕΠ αντισταθμίζεται από την λίγο-πολύ αντίστοιχη αύξηση του δημοσίου χρέους: δείτε πόσο γρήγορα και πολύ αυξάνει το δημόσιο χρέος της Ιρλανδίας και της Ισπανίας.

Τα επίπεδα ιδιωτικής μόχλευσης, όπως και το ύψος του δημοσίου χρέους, οφείλουν άρα να αντιμετωπίζονται ως κρίσιμες οικονομικές μεταβλητέςΗ αγνόησή τους πριν την κρίση αποτέλεσε μια πελώρια αποτυχία της οικονομικής επιστήμης και της πολιτικής, από την οποία υπέφεραν πολύ πολλοί πολίτες σε πολλές χώρες.

Πράγμα που δημιουργεί δύο ερωτήματα:

 Το πρώτο είναι: πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη του κρατικού και του ιδιωτικού ελλείμματος; Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Η αποπληρωμή ταυτόχρονα του δημοσίου και του ιδιωτικού χρέους, πλήττει την ανάπτυξη. Η ταχεία προσπάθεια δημοσιονομικής σταθεροποίησης μπορεί να αποδειχθεί αυτό-ακυρωτική. Αλλά και η προσπάθεια να παρακαμφθεί η λιτότητα με υπερβολικά «χαλαρές» νομισματικές πολιτικές, κινδυνεύει να αναζωπυρώσει την ιδιωτική υπερ-μόχλευση στις αναπτυγμένες οικονομίες, ενώ έχει ήδη παράγει επικίνδυνες επιπτώσεις αύξησης της μόχλευσης στις αναδυόμενες οικονομίες. Χρειάζεται ρεαλισμός και φαντασία. Είναι προφανές πως η Ελλάδα δεν μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη της. Αλλά θα έπρεπε να είναι εξίσου προφανές πως η Ιαπωνία δεν θα κατορθώσει ποτέ να παράγει τόσο πρωτογενές πλεόνασμα που να κατορθώσει να αποπληρώσει το χρέος της, τουλάχιστο με το σύνηθες περιεχόμενο της έννοιας «αποπληρωμή». Σε πολλές χώρες θα αποδειχθεί αναγκαίος και επιθυμητός κάποιου είδους συνδυασμός αναδιάρθρωσης του χρέους και μόνιμης τιμαριθμοποίησής του (μέσω «ποσοτικής διευκόλυνσης» χωρίς τέλος).
 Το δεύτερο είναι: πώς να αποφευχθεί αντίστοιχη μόχλευση της οικονομίας στο μέλλον; Για να πετύχουμε αυτό τον στόχο θα χρειαστούν μεταρρυθμίσεις με διαφορετική στόχευση από ότι μέχρι σήμεραΗ διόρθωση του προβλήματος που θέτει η ύπαρξη χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που είναι «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» είναι ασφαλώς σημαντική, αλλά η αλήθεια είναι πως το άμεσο κόστος της διάσωσης των τραπεζών ήταν για τους φορολογουμένους πολύ μικρό σε σχέση με το τι τους κόστισε συνολικά η οικονομική κρίση. Από την άλλη είναι επίσης αλήθεια πως ακόμα κι ένα τραπεζικό σύστημα που δεν έχει λάβει επιδότηση ούτε ενός σεντ από τους φορολογουμένους, εξακολουθεί να μπορεί να προκαλέσει υπερβολική μόχλευση του ιδιωτικού τομέα.

Αυτό που απαιτείται είναι μια ποικιλία πολιτικών μεγάλου βεληνεκούς, που θα συμπεριλαμβάνουν:

 πιο ισχυρά αντικυκλικά εργαλεία ελέγχου του κεφαλαίου από εκείνα που σχεδιάζονται σήμερα στο πλαίσιο της «Βασιλείας 3»·
 η αποκατάσταση των προϋποθέσεων για «ποσοτική διευκόλυνση» στις κεντρικές τράπεζες των αναπτυγμένων οικονομιών· αλλά και
 περιορισμοί στο δανεισμό, μέσω της θέσπισης ανώτατων ορίων στη σχέση δανείου προς εισόδημα ή δανείου προς εμπορική αξία, στις αγορές ακινήτων για κατοικία ή εμπορική χρήση.

Αυτές οι πολιτικές θα οδηγήσουν στην απόρριψη της προ της κρίσης ορθοδοξίας, πως δηλαδή η ελευθερία των αγορών είναι εξίσου αποτελεσματική στο χρηματοπιστωτικό τομέα όσο και σε άλλους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτή η ορθοδοξία διαψεύστηκε. Για όσο καιρό συνεχίζουμε να μην συνειδητοποιούμε το βασικό γεγονός της κρίσης, πως δηλαδή η ελεύθερη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών μπορεί να δημιουργεί μόχλευση της ιδιωτικής οικονομίας σε επιζήμια επίπεδα, δεν θα έχουμε μάθει το σημαντικότερο μάθημα της κρίσης του 2008.

Ο Adair Turner είναι καθηγητής οικονομίας και επιχειρηματίας".