Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ ΤΗΣ 3ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Με αφορμή τις «επικήδειες» εκδηλώσεις του ΠΑΣΟΚ για την 3η του Σεπτέμβρη. Αρθρο του Δαμιανού Βασιλειάδη

*Ο Δαμιανός Βασιλειάδης είναι εκπαιδευτικός, ηγετικό και ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ, Γενικός Γραμματέας του ΠΑΚ Δυτικής Γερμανίας –Δυτικού Βερολίνου, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΚ, υπεύθυνος του Κέντρου Μελετών και Διαφώτισης (ΚΕΜΕΔΙΑ) επί ΠΑΚ και ΠΑΣΟΚ, επιφορτισμένος για τη συγγραφή της 3ης του Σεπτέμβρη.

Οι απαρχές και η εξέλιξη της κακοδαιμονίας στην Ελλάδα

Ήδη από τις αρχές της μεταπολίτευσης κατέγραψα, με βάση τις πολιτικές εξελίξεις, την παρακμιακή πορεία της χώρας μας, αναλύοντας τα τεκταινόμενα στο ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής.1
Επειδή η μεταπολιτευτική πορεία καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από το ΠΑΣΟΚ, έχει σημασία να αναλύσουμε αυτή την πορεία και να επισημάνουμε σε ποιο βαθμό και σε τι μέγεθος προσδιόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις στην Ελλάδα, για να φθάσουμε σ’ αυτή την παντελή και σε όλα τα επίπεδα κρίση. Γιατί η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά συγχρόνως κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική. Κανένας τομέας της δημόσιας ζωής δεν έμεινε αλώβητος. Παιδεία, δημόσια διοίκηση, δικαιοσύνη, εκκλησία, στρατός κ.λπ εκφυλίστηκαν τελείως και απαξιώθηκαν από την κοινωνία. Η διαπλοκή, η διαφθορά, ενώ πριν ήταν «προνόμιο» των ελίτ της οικονομίας και της πολιτικής, τώρα διαπέρασε ως επάρατος νόσος ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Ενώ παλιά υπήρχαν κάποιοι θύλακες αντίστασης σ’ αυτή την παρακμιακή πορεία, όπως δικαιοσύνη, εκκλησία, στρατός, τελικά τίποτε δεν έμεινε όρθιο, που πάνω του μπορεί να στηριχτεί, ως σανίδα σωτηρίας, ο ΄Ελληνας πολίτης.
Η σημερινή κακοδαιμονία, την οποία συνοπτικά περιγράφουμε στα ανωτέρω, οφείλεται κατά βάση σ’ αυτή την πολιτική που διαμόρφωσε και εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ μετά την μεταπολίτευση. Στο ΠΑΣΟΚ απίθωσε ο ελληνικός λαός τις ελπίδες του για μια άλλη πορεία, που εκφράστηκε με το περίφημο σύνθημα «αλλαγή». Στο ΠΑΣΟΚ εναπόθεσε όλες του τις προσδοκίες για την ακύρωση και ανατροπή όλης της αντιδραστικής μετεμφυλιακής πολιτικής της δεξιάς.
Γιατί οι εξελίξεις διέψευσαν τις ελπίδες και τις προσδοκίες απ’ αυτό το Κίνημα, είναι ένα ερώτημα που απαιτεί την απάντησή του.
Το πρώτο και σημαντικό πρόβλημα δημιουργήθηκε από την εφαρμογή κατ’ ουσίαν των ίδιων αξιών και προτύπων του κράτους της δεξιάς. Αυτή τη φορά με προοδευτικό πρόσημο. Ποιο ήταν αυτό; Απλούστατα ο Ανδρέας Παπανδρέου – και από κει πρέπει να ξεκινήσει κανείς – δημιούργησε σε αντιστοιχία προς το παλιό κράτος της δεξιάς, το κομματικό κράτος τους ΠΑΣΟΚ, άλωσε το κράτος και το μετέβαλε σε κτήμα του κόμματος, σε προσοδοφόρα φλέβα του κομματικού μηχανισμού του κόμματος της «αλλαγής».
Με βάση την αναξιοκρατία, την αυταρχική δομή, την αλαζονεία και την απαξίωση κάθε ηθικής αρχής, επέπεσε ο κομματικός μηχανισμός πάνω στο δημόσιο και το καταλήστεψε. Ότι δηλαδή αντιστοίχως είχε κάνει και η «επάρατη» δεξιά. Οι ίδιες μέθοδοι, οι ίδιες τακτικές. Αποκλειστικός στόχος να παραμένει ο Ανδρέας στην εξουσία, που αποτελούσε διακαή πόθο και αυτοσκοπό.
Επειδή μια τέτοια πολιτική δεν ήταν δυνατό να εφαρμοστεί με στελέχη που δεν ήταν διατεθειμένα να προδώσουν τις διακηρυγμένες αρχές για μια άλλη πορεία εξυγίανσης της δημόσιας ζωής, έπρεπε να διαγραφούν η να περιθωριοποιηθούν και διαδοχικά να αντικατασταθούν με πειθήνια όργανα, πραιτοριανούς, που θα ακολουθούσαν πιστά τις εντολές του, με αντάλλαγμα προσωπικά οφέλη.2 ΄Ετσι κατακλύστηκε το ΠΑΣΟΚ από δεκάδες χιλιάδες επιτήδειους καιροσκόπους από δεξιά και αριστερά, που το μόνο «ιδανικό» που τους διαπότιζε ως συνεκτικός κρίκος ήταν η ιδιοτέλεια ή και η αυταπάτη ότι επρόκειτο πράγματι για ένα κόμμα της αλλαγής. Βέβαια υπήρχαν στις γραμμές του και υπάρχουν ακόμη αφελείς,3 που θέλουν να πιστεύουν σ’ αυτό, για συναισθηματικούς και άλλους λόγους ή που αρνούνται να αποδεχτούν ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μεταλλαχθεί σ’ ένα αντιλαϊκό, νεοφιλελεύθερο κόμμα ή το χειρότερο απ’ όλα πιστεύουν ακόμη ότι μπορεί κάτι να αλλάξει.
Ολόκληρος πακτωλός χρημάτων από τη φορολογία και τα κοινοτικά προγράμματα διοχετεύθηκαν στην εξυπηρέτηση ημετέρων και τη διασπάθιση σε καταναλωτικά αγαθά, δημιουργώντας έναν επίπλαστο παράδεισο. Το γνωστό και συνάμα γελοίο και υποκριτικό των τρωκτικών: «Επί Ανδρέα Παπανδρέου φάγαμε ψωμί!».4 Και δεν έφθανε μόνο αυτό, αλλά το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, κατασπατάλησε και τα χρήματα που προσπορίστηκε από δανεισμό για να φτιάξει αυτή την επίπλαστη κοινωνία της αφθονίας και να εξαπατά με τον τρόπο αυτό τον ΄Ελληνα ψηφοφόρο. Εξάντλησε όλη τη δυναμική του Κινήματος, χωρίς κανένα αναπτυξιακό σχέδιο και καμία στρατηγική, ενώ είχε τα πάντα στη διάθεσή του.
Τον μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να εκλέγεται πρωθυπουργός. Καμία επένδυση σε παραγωγή, σε διαθρωτικές αλλαγές, σε παραγωγική εργασία. Τα πάντα στην κατανάλωση.5 Οι επενδύσεις στην πραγματική οικονομία ήταν πολύ περιορισμένες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ανέλαβε το κράτος του ΠΑΣΟΚ τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις, δήθεν για να τις εξυγιάνει και τις μεταπούλησε μετά φτηνά στους ιδιώτες επιχειρηματίες, αν δεν είχαν χρεοκοπήσει τελικά και δεν υπήρχε δυνατότητα σωτηρίας. Και πέρα απ’ όλα αυτά, που ήταν και το χειρότερο, δημιούργησε μια παρασιτική καταναλωτική νοοτροπία, βασισμένη πια στη διαπλοκή, τη διαφθορά και την πλήρη αναξιοκρατία. Και όλα αυτά στο όνομα του λαού και της «προοδευτικής παράταξης», με πρόσημο το σοσιαλισμό!
Το παράδειγμα αυτό ακολούθησε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, από την οποία βέβαια δεν είχαμε αξιώσεις να συμπεριφερθεί διαφορετικά.6
  ΕΗ κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, προχώρησε σε ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα: Τα έδωσε όλα στους διαπλεκόμενους, απλώς για να τον στηρίξουν στην εκλογή του ως πρωθυπουργό, αξίωμα που ονειρεύονταν ακόμη από την εποχή του Ομίλου Παπαναστασίου το 1962.7 Γεγονός είναι ότι τον ίδιο τον Κώστα Σημίτη και όλους τους χθεσινούς πρωτοκλασάτους ανέδειξε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πολλοί από άγνοια, αλλά και από σκοπιμότητα το αποκρύβουν. ΄Ολοι αυτοί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι όλη αυτή τη γενιά και ηγετική ομάδα των επίδοξων σοσιαλκαιροσκόπων ανέδειξε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Τα υπόλοιπα ανέλαβαν στη συνέχεια οι διαπλεκόμενοι. (οι γνωστοί πια και μη εξαιρετέοι νταβαντζήδες εντός και εκτός Ελλάδας). Εκτός απ’ όλα τα άλλα που έπραξαν οι προηγούμενοι ο Κ. Σημίτης έβαλε εμπρός συστηματικά (είχε αρχίσει νωρίτερα) την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (τα ασημικά του δημοσίου, όπως λέγεται). Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι ότι επί εποχής της «ισχυρής Ελλάδας» του Σημίτη (αμέτοχος δεν είναι και ο Γιώργος Παπανδρέου καθόλου, ως άμεσος συνεργάτης του σε κρίσιμα Υπουργεία τότε), διορίστηκαν κατά χιλιάδες στις κρατικές υπηρεσίες, στα Πανεπιστήμια και στις καίριες θέσεις των ιδρυμάτων της πολιτείας, κυρίως δηλαδή στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, οι λεγόμενοι εκσυγχρονιστές. ΄Ολοι αυτοί οι αναθεωρητές της ελληνικής ιστορίας, από την Αριστερά και τη δεξιά και απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, που κύριο μέλημα και κύριος στόχος τους ήταν και είναι (γι’ αυτό εξάλλου πληρώνονται οι περισσότεροι με παχυλές αμοιβές από τα χρήματα του φορολογούμενου ΄Ελληνα (ανίδεου) πολίτη, την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και τις ΜΚΟ), να αποδομήσουν το έθνος –κράτος, προς χάριν της παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης.
Και φτάνουμε στο τελικό στάδιο της «σοσιαλιστικής» πολιτικής, μετά το διάλειμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που συνέχισε πιστά την πορεία αυτή σε όλα τα μέτωπα, να έχουμε πια οφθαλμοφανή τα σημάδια της εθνομηδενιστικής πολιτικής του Γιώργου Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ με συνειδητά και μεθοδευμένα στρατηγικό σχέδιο για τη διάλυση του έθνους – κράτους και τη δημιουργία μιας πολυεθνικής και συνάμα πολυπολιτισμικής κοινωνίας, τύπου ΗΠΑ. (και μάλλον χειρότερα, γιατί εκεί τουλάχιστον σέβονται ή αναγκάζονται να σεβαστούν τη σημαία τους).
Το περίεργο είναι ότι ενώ στο παρελθόν την πολιτική αυτή υπηρετούσε η εκσυχρονιστική και ανανεωτική Αριστερά, τώρα στην πρωτοπορία μπαίνει πια ακάθεκτο το ΠΑΣΟΚ και οι ανανεωτικοί ακολουθούν ασθμαίνοντες!8
Αλλά τι θέλει τέλος πάντων αυτή η κυρίαρχη ιδεολογία της αστικής τάξης, της οποίας διαπρύσιοι κήρυκες είναι οι «εκσυγχρονιστές» όλων των χρωμάτων;
Είναι ειλικρινά ένα δύσκολο πρόβλημα, που ό ανύποπτος και ταλαιπωρημένος από την καθημερινότητα ΄Ελληνας πολίτης είναι δύσκολο να το ξεδιαλύνει και το κατανοήσει. Και αν το κατανοήσει, είναι δύσκολο να αντιδράσει, γιατί οι άλλοι έχουν όλα τα μέσα στη διάθεσή τους, ενώ αυτός μπορεί και να αφανιστεί. (ηθικά, οικονομικά κ.λπ). Το σύστημα δεν ανέχεται τη διαφορετικότητα. Δε μπορεί να είναι άτιμο και να αναγνωρίζει έντιμους. Θα προσπαθήσει να τους «νουθετήσει», για να προσαρμοστούν ή θα τους περιθωριοποιήσει, αν τελικά δεν τους συντρίψει (οικονομικά, ψυχολογικά, πολιτικά κ.λπ). Επιπλέον η επίσημη προπαγάνδα, που στηρίζεται στην κρατική στήριξη, τους διαπλεκόμενους (ΜΜΕ) και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), που χρηματοδοτούνται πλουσιοπάροχα για το εθνομηδενιστικό τους έργο, (βλ. Σόρος) δεν αφήνουν περιθώρια να ακουστεί στην ελληνική κοινωνία η άλλη άποψη, που είναι σχεδόν απαγορευμένη στο δημόσιο βίο. Πέραν τούτου ασκείται και η σχετική ιδεολογική τρομοκρατία: Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι η άποψη, ρίπτεται στο πυρ το εξώτερον, ως ακροδεξιός, εθνικιστής, ρατσιστής και πάει λέγοντας.9 Συμβιβασμένοι που είναι, δεν ανέχονται να υπάρχουν επαναστάτες. Δεν είναι τυχαίο, που ο Μάνος Χατζηδάκις που είχε το θάρρος της γνώμης του και την έλεγε ευθαρσώς χωρίς να φοβάται, αν τον χαρακτηρίσουν δεξιό κ.λπ, είπε κάποτε (πιθανόν από την προσωπική του εμπειρία) ότι «επαναστάτης είναι, όποιος δε συμβιβάζεται!».10
Γνωστές μέθοδοι της εθνικοφροσύνης σε εμφυλιοπολεμικές περιόδους, που τις θεωρούσαμε παρωχημένες και αναβιώνουν πάλι. Πως αντιστρέφονται αλήθεια τα πράγματα στην ιστορία!11
Το χειρότερο είναι ότι δημιουργείται πλήρης σύγχυση, γιατί αυτές οι απόψεις εκφράζονται και διακηρύσσονται επιπλέον από την « αυτοπροσδιοριζόμενη προοδευτική και αριστερή διανόηση» και τις υποτίθεται και εκ προοιμίου «προοδευτικές και αριστερές δυνάμεις» (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ) του τόπου!12
Ας επανέλθουμε όμως στο επίκαιρο αυτό θέμα, που αφορά το έθνος – κράτος, το οποίο θέλουν να αποδομήσουν σε πρώτη φάση και αφανίσουν σε δεύτερη οι απολογητές της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.
Ποια είναι αυτή η καινοφανής θεωρία, που την αποκαλούν και νεωτερική οι θιασώτες της, από την οποία εκπορεύονται όλες οι σχετικές ενέργειες των αποδομητητών τους έθνους –κράτους και των πρωτεργατών του αφελληνισμού του ελληνικού έθνους; Ποιοί το επιδιώκουν και γιατί το επιδιώκουν;
Η βασική θέση αυτής της σχολής, αν θέλουμε να της δώσουμε αυτόν τον προσδιορισμό, είναι ότι το έθνος – κράτος είναι ένα τεχνητό κατασκεύασμα του 19ου αιώνα. Συνεπώς και το ελληνικό κράτος υπάγεται στην ίδια κατηγορία. Δεν είναι ούτε καν μύθος ή αφήγηση, (όπως είναι ο μοντέρνος «προοδευτικός» όρος), αλλά σκέτη κατασκευή. Δεν κατασκεύασε το έθνος το κράτος, αλλά μετά την γαλλική επανάσταση και τη σύσταση των εθνών – κρατών από την αστική τάξη, το καθοριστικό και πρωτογενές είναι το κράτος. Συνεπώς τα περί έθνους είναι σκέτες ανοησίες.
Αυτός ο ισχυρισμός (ορισμός) έχει και συγκεκριμένες συνέπειες. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία της ιστορίας, τεχνητή ιστορικά είναι και η εθνική συνείδηση, η εθνική ταυτότητα, η εθνική μνήμη, οι εθνικές παραδόσεις κ.λπ, κ.λπ. Αφού λοιπόν κατά την άποψη αυτή το κράτος έχει κατασκευάσει το έθνος, που δεν προϋπήρχε του κράτους, η κατάργηση του θα οδηγήσει αναπόφευκτα και «λογικά» και στην εξάλειψη της εθνικής συνείδησης και ταυτοπροσωπίας, γιατί δεν του αναγνωρίζεται αυτό που λέμε ιστορική συνέχεια, ύπαρξη διαχρονική, έστω και με διακυμάνσεις και πισωγυρίσματα. Αυτή είναι η άποψη που θέλουν να μας επιβάλουν και χειρίζονται προς τούτο όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Και από τα τελευταία διαθέτουν εν αφθονία. Να’ ναι καλά ο Σόρος και οι ατλαντικοί και υπερατλαντικοί μας «φίλοι και σύμμαχοι!».13
Εκείνο που θέλουν βασικά να επιβάλουν είναι ο αφανισμός της εθνικής συνείδησης και της ιστορικής μνήμης στην ιστορική διαχρονία της, για να αποδείξουν εκ των υστέρων ότι το ιδεολόγημά τους ανταποκρίνεται στην ιστορική αλήθεια. Εφαρμόζουν βασικά την ιδεολογική προβολή της άποψής τους στην ιστορία, εκβιάζοντας την να προσαρμοστεί στα ιδεολογήματά τους. Δεν ασκούν δηλαδή επιστημονική έρευνα, αλλά ιδεολογική προπαγάνδα, που εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, από την επιστημονική δεοντολογία.
Αυτές τις ιδέες προωθεί η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, η οποία χρησιμοποιεί με σατανικό τρόπο και την μαρξιστική ιδεολογία, για να πετύχει το στόχο της, όπως το έκανε ανέκαθεν. Κι’ αυτό γιατί; Γιατί απλούστατα στον προοδευτικό και αριστερό χώρο δε μπορείς να διεισδύσεις με δεξιές, ιμπεριαλιστικές λογικές. Η αστική τάξη, δηλαδή το κεφάλαιο, είναι ικανότατο και πανούργο, όπως έλεγε και ο Λένιν, και μεταχειρίζεται μεθόδους που υπηρετούν και «μαρξιστικά» (με την ταύτιση του ιμπεριαλισμού και διεθνισμού) τον ιμπεριαλισμό και τη στρατηγική του.14
Ποια είναι ωστόσο και σε τι συνίσταται αυτή η στρατηγική: Η υιοθέτηση, διάδοση και επιβολή μιας ανοιχτής κοινωνίας από τους συγκεκριμένους πανεπιστημιακούς, δημοσιογραφικούς και πολιτικούς «εκσυγχρονιστικούς και αναθεωρητικούς» κύκλους, που διευκολύνει τη στρατηγική της παγκοσμιοποίησης χωρίς τη χρήση βίας, διασπώντας την εθνική και κοινωνική συνοχή της κοινωνίας και μεταβάλλοντάς την από συνεκτική και δυναμική κοινωνία σε αδύναμα και εύκολα χειραγωγούμενα άτομα. Βλέπουν το λαό σαν άμορφο πληθυσμό, σαν αδιαμόρφωτη μάζα.
Αρνούνται τον συνεκτικό ιστό της εθνικής ταυτότητας και ιδιοπροσωπίας, της ιστορικής διαφορετικότητας του έθνους από τα άλλα έθνη, ενοχοποιώντας το μάλιστα ως εθνοκεντρικό, δηλαδή απωθητικό και εχθρικό απέναντι στις άλλες εθνότητες. Ερμηνεύεται λοιπόν κάθε διαφορετικότητα και ιδιοπροσωπία ως ρατσιστική, εθνοκάπηλη και σοβινιστική. Με δεδομένη συνάμα την πολιτική της εθνικοφροσύνης που ακολούθησε την τραυματική εμπειρία του ελληνικού λαού, προσπαθούν στην πράξη να εφαρμόσουν τις ίδιες μεθόδους, δηλαδή όλα τα νοσηρά στερεότυπα της εθνικής (εθνικιστικής) ιδεολογίας , όπως διατείνεται σε ένα άρθρο του ο Λαοκράτης Βάσσης.15
Μη αναγνωρίζοντας οτιδήποτε αντιπροσωπεύει την έννοια του έθνους και της ιστορικής συνέχειας και παράδοσης από το παρελθόν (και κυρίως πολύ πιο πριν από τον 19ο αιώνα), βλέπουν και αποδέχονται την πατρίδας μας όχι ως χώρα, αλλά ως χώρο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, αλλά και ως χρέος τους, κατά μια έννοια, να καταργηθεί το έθνος κράτος και ως εδαφική κυριαρχική επικράτεια και εθνική ανεξαρτησία.
Τα εθνικά και κυριαρχικά δικαιώματα θα πρέπει μ’ αυτή τη λογική να καταργηθούν. Γιατί δεν υπάρχουν, σύμφωνα με την ιδεοληπτική λογική αυτή, συλλογικά δικαιώματα που απορρέουν από μια ιδιαίτερη συλλογική ταυτότητα που συνιστά το έθνος – κράτος, αλλά μόνον ατομικά, που δεν εντάσσονται στο σκεπτικό του έθνους, αλλά μιας πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής κοινωνίας, που δεν θα έχει μια συγκεκριμένη ταυτότητα, αλλά μόνον μια ταυτότητα καταναλωτή και τίποτε πέραν τούτου. Δεν θα αναγνωρίζεται ούτε καν δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού, που συνιστά κάποια αχνή και πρωτόλεια μορφή διαμόρφωσης, ως πρώτο στάδιο, εθνοτικής ταυτότητας και σε προχωρημένο στάδιο, μειονοτικής.
Εν κατακλείδι η περισπούδαστη αυτή θεωρία που εκφράζεται από επιστημονικούς κύκλους της Δύσης και προωθείται από τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης και της «μαρξιστικής σκέψης», αποβλέπει στη δημιουργία χειραγωγούμενων τάξεων και κοινωνιών, στο πνεύμα και το γράμμα της λογικής των αγορών, δηλαδή της στρατηγικής των μονοπωλίων, όπου ο άνθρωπος θα αποτελεί, όπως προαναφέραμε, καταναλωτική μονάδα και μόνο.
Δεν είναι στην πρόθεσή τους να καταλύσουν το κράτος βιαίως, (τουλάχιστον κάτω από τις σημερινές συνθήκες), γιατί το απαγορεύει το σύνταγμα. Όμως μηχανεύονται να το αλώσουν από μέσα, αλλοιώνοντας και διαστρεβλώνοντας τη συνείδηση των Ελληνοπαίδων και μάλιστα στην τρυφερή ηλικία. (βλ. Υπουργείο Παιδείας και όχι Εθνικής Παιδείας). Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Η μετονομασία από Υπουργείο Εθνικής Παιδείας σε Παιδείας και η άλλη ανόητη ονομασία, είναι σκόπιμη και έχει έναν στόχο: Να αφελληνίσει τους ΄Ελληνες και να τους μετατρέψει σε μια μειονότητα, ανάμεσα στις άλλες. Η λαθρομετανάστευση θα φροντίσει γι’ αυτό, χωρίς πόλεμο. Και φυσικά είναι εύλογο, γιατί σε ποια ελληνική παιδεία και ελληνική κοινωνία θα ενταχθούν οι λαθρομετανάστες, αφού δεν θα υπάρχει ούτε ελληνική παιδεία, ούτε ελληνική κοινωνία με τους όρους που ξέραμε; Υπάρχει μεγάλη υποκρισία στο θέμα αυτό. Το μόνο που απομένει είναι να δημιουργήσουν μειονότητες, οι οποίες θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης εναντίον μας, απ’ όλους αυτούς που απεργάζονται τον χαμό μας, εντός και εκτός Ελλάδας.16 Επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, να αντισταθούν, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα.
1 Βλ., Δαμιανός Βασιλειάδης, ΠΑΚ – ΠΑΣΟΚ, Μύθος και πραγματικότητα, εκδ. «Διάλογος», Αθήνα 1997, σ. 12 – 13. Στο βιβλίο μου αυτό που ήταν συγχρόνως και η παραίτησή μου από το ΠΑΣΟΚ το 1977, επεσήμανα τις μελλοντικές εξελίξεις από τις «αποχρώσες ενδείξεις» ότι «μου ήταν τελείως ξεκάθαρο ότι ακολουθούμε καθοδική πορεία». Και στη συνέχεια συμπλήρωνα: «Και δεν υπάρχει καμιά, μα καμιά απολύτως ένδειξη ό κατήφορος αυτός θα σταματήσει», εννοώντας φυσικά ότι το πατριωτικό ΠΑΣΟΚ, άρχισε να εγκαταλείπει συστηματικά τις διακηρυγμένες του αρχές και μεταλλάσσεται σταδιακά, αλλά σταθερά σε ένα αντιπατριωτικό, νεοφιλελεύθερο, αντιλαϊκό κόμμα.
2 Έχουμε δυστυχώς πολλά παραδείγματα συντρόφων, που τα ξέρει πια και ο πολύς κόσμος, που από φτωχοί αγωνιστές, έγιναν αστοί μεγιστάνες σε βάρος του ελληνικού λαού. Κι’ αυτοί έχουν ακόμη το θράσος να αποκαλούν τον εαυτό τους σοσιαλιστή.
3 Μια τέτοια περίπτωση π.χ. είναι και του φίλου και συντρόφου μου Μιχάλη Χαραλαμπίδη, ο οποίος στις κριτικές μου απέναντι του για τον Ανδρέα Παπανδρέου, ισχυρίζονταν ότι όλοι οι άλλοι φταίνε εκτός βέβαια από τον ίδιο τον Ανδρέα Παπανδρέου. ΄Όταν πια αντιλήφθηκε ότι ο κύριος υπεύθυνος ήταν ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, για τις αρνητικές εξελίξεις σ’ όλα τα μέτωπα, ήταν πλέον αργά. Για περισσότερα μπορεί ο ενδιαφερόμενος να ανατρέξει στα βιβλία μου: «Δημοκρατικός Σοσιαλισμός ή το όραμα του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η εφαρμογή του στην πράξη» και το: «Ο μύθος του Ανδρέα ή οι θεωρητικές βάσεις της ΄Ενωσης Κέντρου του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η πρακτική τους κατάληξη», εκδ. «Εναλλακτικές εκδόσεις», καθώς και σε άρθρα και αναλύσεις μου για το ΠΑΣΟΚ που περιλαμβάνονται στο ιστολόγιό μου: www.damonpontos.gr
4 Το γεγονός ότι τώρα δεν έχουμε ούτε ψωμί και αυτό οφείλεται σε μέγιστο βαθμό στην πολιτική Ανδρέα Παπανδρέου και στη συνέχεια όλων των άλλων κυβερνήσεων, δεν το συνειδητοποιούν οι γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές. Τις βάσεις, (η αλήθεια είναι καμιά φορά αδυσώπητη) έθεσε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου. Για να ακολουθήσει στη συνέχεια ο Κώστας Σημίτης και όλος ο φαύλος κύκλος, που ταλανίζει σήμερα – και δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο χρονικό διάστημα – την ελληνική κοινωνία.
5 Ας μη ξεχνάμε ότι σε περίοδο πλουσιοπάροχων εισροών από τα κοινοτικά ταμεία το δημόσιο χρέος από 34.5% του ΑΕΠ που ήταν το 1981, δηλαδή με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου, εκτινάχτηκε στο 62.2% έως το 1987. Που πήγαν άραγε όλα αυτά τα χρήματα; Θα αναρωτηθεί ένας αξιοπρεπής ταλαίπωρος άνθρωπος! Σίγουρα όχι στους δεινοπαθούντες τίμιους ΄Ελληνες εργαζόμενους. Το κράτος της ρεμούλας και της αρπαχτής στο κατακόρυφο!
6 Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί πάλι το δημόσιο χρέος, που έφτασε στην τριετία διακυβέρνησης Μητσοτάκη στο 111,6κ% του ΑΕΠ. Η γιγάντωση του συνεχίστηκε και στις επόμενες κυβερνήσεις για να φθάσουμε σήμερα σε υπερχρέωση του κράτους και στα όρια της φτώχειας. Και πάλι το ερώτημα: Που πήγαν όλα αυτά τα χρήματα. Εδώ η απάντηση είναι πια εύκολη και την ξέρει ο κάθε ΄Ελληνας (όχι πια πικραμένος αλλά αγανακτισμένος) πολίτης.
7 Αυτός ήταν ο λόγος που εγκατέλειψε τους συντρόφους του της Δημοκρατικής Άμυνας και προσκολλήθηκε επί χούντας στον Ανδρέα Παπανδρέου το 1969.
8 Σε μια μελέτη μου προσπαθώ να αναλύσω το φαινόμενο θεωρητικά, εμβαθύνοντας στις αιτίες του, πέρα από τα φαινόμενα. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν στο ιστολόγιό μου, όπου ερευνώ την ουσία του προβλήματος, με τίτλο: «Διεθνισμός και παγκοσμιοποίηση». Βλ. και σχετικό άρθρο του Λαοκράτη Βάσση στο κυριακάτικο Παρόν (31.1.2010) με τίτλο «Το νέο παγιδευτικό δίπολο: εθνικισμός – αποεθνοποίηση».
9 Συμβιβασμένοι που είναι, δεν ανέχονται να υπάρχουν επαναστάτες. Δεν είναι τυχαίο, που ο Μάνος Χατζηδάκις που είχε το θάρρος της γνώμης του και την έλεγε ευθαρσώς χωρίς να φοβάται, αν το χαρακτηρίσουν δεξιό κ.λπ, είπε κάποτε (πιθανόν από την προσωπική του εμπειρία) ότι «επαναστάτης είναι, όποιος δε συμβιβάζεται!».
10 ΄Ενας τέτοιος επαναστάτης είναι και ο Μίκης Θεοδωράκης. Μπορεί κατά τα άλλα να του καταλογίσει κανείς το άλφα και το βήτα, άμα θέλει. Όμως ο Μίκης Θεοδωράκης έχει κατοχυρώσει την υστεροφημία του και τίποτε δεν μπορεί να την κλονίσει πια!
11 Ακόμη και αυτός ο Μίκης Θεοδωράκης δεν εξαιρέθηκε από το ιδεολογικό πογκρόμ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μίκης, στη γνωστή του απάντηση στην κ. Θάλεια Δραγώνα, διαβλέπει και προβλέπει, ότι η πατρίδας μας αντιμετωπίζει για πρώτη φορά το μεγαλύτερο κίνδυνο στη μακραίωνα ιστορία της, δηλαδή τον αφανισμό.
12 Δε θέλουμε να γενικεύσουμε και να βάλουμε όλους στην ίδια κατηγορία. Θα ήταν πραγματικά και αντικειμενικά άδικο. Όμως είναι σαφές ότι η κυρίαρχη εθνομηδενιστική ιδεολογία εκπροσωπείται από έναν μεγάλο κύκλο ηγετικών και καθεστωτικών κύκλων (που έχουν και θεσμικό ρόλο, όπως η κ. Θάλεια Δραγώνα) του λεγόμενου «προοδευτικού χώρου». Αν δεν είχαν αυτές τις θέσεις – κλειδιά στο αστικό (καπιταλιστικό) κράτος, τότε η ζημιά θα ήταν πιθανόν ασήμαντη και σίγουρα αμελητέα. Και είναι ταυτόχρονα αλήθεια ότι δεν μπορούν να αντιπαραταχθούν ανοιχτά. Γιατί τότε θα αποκαλύπτονταν αυτοί και ο ρόλος τους. Ας βγουν μπροστά στον Μίκη Θεοδωράκη (ενώπιος ενοπίω) να τον αποκαλέσουν ακροδεξιό!
13 Το διαπιστώσαμε και από τον εμπρησμό της συναγωγής στα Χανιά από τους Αγγλοαμερικάνους πράκτορες.
14 Άκουσε κανείς οποιαδήποτε τρομοκρατική οργάνωση να αυτοαποκαλείται «δεξιά ή φασιστική»; Όχι. Μόνο με επαναστατικά ονόματα εμφανίζονται οι κάθε μορφής δραστηριότητες των μυστικών υπηρεσιών.
15 «Η θορυβώδης αυτή διανόηση», αποφαίνεται ο Λαοκράτης Βάσσης, «στοχεύει με επιστημονικοφανή, προοδευτικοφανή, και αριστεροφανή ταχυδακτυλουργία όχι την κριτική αναδιατύπωση της «εθνικής ιδεολογίας» μας, αλλά στην περιφρονητική αποδόμηση των συντεταγμένων της». Ό.π. Περισσότερα γι’ αυτό το θέμα στο άρθρο του. Το δικό μου συμπέρασμα είναι ότι αναπαράγουν την οικονομική κρίση της ελληνικής κοινωνίας και σε ιδεολογικό επίπεδο.
16 Πολλοί θα πουν ότι όλα αυτά που περιγράφουμε αποτελούν κινδυνολογία και αποκύημα επιστημονικής φαντασίας. Θα τους θυμίσουμε μόνο την περίπτωση των Σκοπίων! Οι οποίοι αποκαλούνται απ’ όλο σχεδόν τον κόσμο «Μακεδόνες», απόγονοι του Φιλίππου και Μέγα Αλέξανδρου.".