Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Η Μαγική Πρωτομαρτιά

Η Μαγική Πρωτομαρτιά
Μάρτης και Προλήψεις
Προσοχή! Το μόνο που επιτρέπεται να κάνετε την 1η του Μάρτη, είναι να φυτέψετε ένα βασιλικό. Κι ως τις 6 του μήνα, μην τολμήσετε να πλύνετε ρούχα, γιατί θα έρθουν οι Δρίμνες και θα τα κατακάψουν. Κι ούτε να λουστείτε ούτε να κολυμπήσετε. Επειδή, αν το κάνετε, οι Δρίμνες θα κάψουν το κορμί σας. Κι αν θέλετε να μάθετε, τι είναι οι Δρίμνες, σας λέμε ότι πρόκειται για πνεύματα αόρατα που ζουν μέσα στα νερά και τους δίνουν δύναμη. Πνεύματα, που όμως σας επιτρέπουν, αν ξέρετε την τέχνη, να προβλέψετε, τι καιρό θα κάνει όλο τον χρόνο: Μια μέρα για δυο μήνες. Είναι τα μερομήνια που κακώς κάποιοι τα συνδέουν με τις πρώτες μέρες του Αυγούστου. Το σωστό είναι 1-6 του Μάρτη, καθώς αυτές οι μέρες ονομάζονται δρίμ(ν)ες.
Ναι, η πρώτη του Μάρτη έχει μαγική δύναμη. Επειδή η νεκρανάσταση της βλάστησης δεν επαφιόταν μόνο στις πομπές του Διονύσου παλιά, του Καρνάβαλου αργότερα υπήρχαν πάντα οι γιορτές της 1ης του Μάρτη, αρχής της χρονιάς, πριν να παγιωθεί η 1η του Γενάρη και «την Πρωτομαρτιά, πέφτει απ’ τον ουρανό το κάρβουνο, να ζεσταθεί η γης κι από τότες αρχινούν οι ζέστες» είναι η «μεγάλη ώρα του έτους». Γι’ αυτό, ο ήλιος του Μάρτη καίει σαν κάρβουνο και μαυρίζει τα πρόσωπα των παιδιών. Με τον μαγικό κύκλο, τον «Μάρτη» μπορούμε ν’ αποφύγουμε το κακό: Κλωστές άσπρη και κόκκινη και καμιά φορά και χρυσή, στριφογυρίζονται και αφήνονται πάνω στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς όλη νύχτα, κάτω απ’ τ’ άστρα.
ΕΤο πρωί, ο «Μάρτης» είναι έτοιμος ως το πιο αποτελεσματικό φυλαχτό. Περιδένεται στον καρπό ή στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και μένει εκεί, όσο η τοπική πρόληψη επιτάσσει. Αν το παιδί δεν έχει ακόμα χρονίσει, ο «Μάρτης» περνιέται στον λαιμό. Για σιγουριά, εφτά «Μάρτηδες» οπότε «Μάρτης δεν πιάνει το μωρό». Αν τον περάσουν στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, ούτε όταν περπατάνε σκοντάφτουν ούτε όταν τρέχουν κι αν μπει «Μάρτης» στο χερούλι της στάμνας, το νερό μένει πάντα δροσερό. Στη Μυτιλήνη και στην Κάρπαθο, «όποια κοπελιά έχει αρμαστό (αρραβωνιαστικό), του στέλνει τον άρτη κι αν ο αρμαστός είναι στην ξενιτιά, βάζει τον Μάρτη στον φάκελο, μαζί με το γράμμα».
Συνήθως, ο «Μάρτης» φοριέται ως την χριστιανική Ανάσταση, τότε, τον βγάζουν και τον δένουν σε μια τριανταφυλλιά, για να πάρουν το χρώμα της. Στην Κάρπαθο κι αλλού, τον δένουν στην αναστάσιμη λαμπάδα, να καεί μαζί με το κερί. Στη Θήβα και τα Μέγαρα, τους δένουν στο αρνί του Πάσχα και καίγονται καθώς γυρνά η σούβλα. Στ’ Άγραφα, βγάζουν τον «Μάρτη», μόλις δουν χελιδόνι. Τα παιδιά, τον αφήνουν στα δέντρα «για να τον πάρουν τα χελιδόνια» και τραγουδούν: Άφ’κα σύκο και σταφύλ’ / και σταυρό κι αθημουνίτσα / γύρ’σα πίσω, δεν τα βρήκα / λίτσαρ-λίτσαρ, λίτσαρ-λίτσαρ».
Συμβολικά το λευκό και το κόκκινο χρώμα το συναντάμε συχνά στη δεισιδαιμονία όταν είναι να αποτρέψουμε κάποιο κακό. Αυτό μνημονεύεται και από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ο Αρτεμίδωρος στα«Ονειροκριτικά» συσχετίζει τους διάφορους στεφάνους των μαγισσών, ο Βιργίλιος στα «Βουκολικά» αναφέρει πολύχρωμους μίτους περιδεμένους τρεις φορές σε εικόνα ερωμένου για να τον σαγηνέψουμε. Ο Πετρώνιος αναφέρει όμοιες μαγγανείες, όπου δένουμε πολύχρωμο στήμονα στον τράχηλο. Οι Βυζαντινοί αναφέρουν τη χρήση βαμμένης κλωστής κατά της βασκανίας. Στα Ελευσίνια μυστήρια κατά την αρχαιότητα οι νεαροί μύστες φόραγαν κρόκους στο δεξί χέρι και στο πόδι. Πρόκειται λοιπόν για έθιμο πανάρχαιο, ή όμοιο πανάρχαιων εθίμων.
Το ιδιότυπο αυτό ασπροκόκκινο βραχιολάκι όταν έφευγε ο Μάρτιος στην κεντρική Ελλάδα τουλάχιστον το έβγαζαν και το κρεμούσαν στο πιο ψηλό κλαδί των δένδρων που ήταν πλησίον στα σπίτια με τις χελιδονοφωλιές και αυτό γιατί: Ο Μάρτιος είναι, ο μήνας της εαρινής μετανάστευσης πτηνών από την Αφρικανική ήπειρο στην Ελλάδα κυρίως και στα Βαλκάνια κατ΄ επέκταση.
Τα πτηνά αυτά μεταφέρουν συχνότατα ασθένειες των θερμότερων κλιμάτων που με την αυξημένη υγρασία της άνοιξης επωάζονται. Στη λαογραφία αναφέρεται πως τα παιδιά πρέπει να σέβονται, να αγαπούν και να μην πειράζουν τα χελιδόνια επειδή λειτουργούσαν ως «οικόσιτα» πτηνά που έκτιζαν τις φωλιές τους στους τοίχους των σπιτιών με το σκεπτικό ότι ήταν χρήσιμα εξολοθρεύοντας τα έντομα, κυρίως κουνούπια, που ήταν βλαβερά για τον άνθρωπο και τα οποία κουνούπια τα ίδια τα χελιδόνια μετέφεραν στο πτίλωμα τους από το ταξείδι τους από την Αφρική. Ο ένας λόγος ήταν εν μέρει αυτός, ο δεύτερος λόγος ήταν ότι οι παλαιότεροι γνώριζαν για τις ασθένειες αυτές και δεν ήθελαν τα παιδιά τους να μολυνθούν.
Μαζί με τα υγιή χελιδόνια και άλλα πουλιά μεταναστεύουν και ασθενή. Ειδικά το ασθενές χελιδόνι εάν δει κόκκινο χρώμα το αποφεύγει και δεν πλησιάζει, αντιθέτως το υγιές χελιδόνι μαζεύει την ασπροκόκκινη κλωστίτσα που την βρίσκει στο ψηλό κλαδί του δένδρου και την μεταφέρει στην φωλιά του για να αποτρέψει την χρήση της από τον ασθενή εισβολέα και να κλωσήσει τα υγιή αυγά του. Για τον λόγο αυτό της υγείας οι παλαιότεροι είχαν σκαρφιστεί την χρησιμότητα των χελιδονιών, κυρίως, και απέτρεπαν τα παιδιά να παίζουν μαζί τους και να πλησιάζουν τις χελιδονοφωλιές.
Στη Σωζόπολη (περιοχή της Βουλγαρίας σήμερα, στην παραλία του Ευξείνου Πόντου), όταν έβλεπαν χελιδόνι, έβγαζαν τον «Μάρτη» και τον τοποθετούσαν κάτω από μια μεγάλη πέτρα. Μετά από σαράντα ημέρες, σήκωναν την πέτρα. Αν από κάτω υπήρχαν μερμήγκια, σήμαινε πως η παραγωγή θα πήγαινε πολύ καλά. Στην Κύζικο (Προποντίδα), έκοβαν τον «Μάρτη» και τον πετούσαν καταγής, όταν έβλεπαν πελαργό. Ταυτόχρονα, απάγγελναν: «Λέλεκα, χατζή μπαμπά / ρίξε γρόσια και φλουριά».
Η συνήθεια να δένονται με τον «Μάρτη» είναι πολύ παλιά. Αναφέρεται γύρω στα 400 μ.κ.ε. από τους χριστιανούς που φυσικά τον αντέγραψαν από την αρχαία Ελληνική παράδοση, άλλωστε ο μεγάλος λαογράφος Ν.Γ. Πολίτης τη θεωρεί γνήσιο ελληνικό έθιμο, καθιερωμένο από την αρχαία λατρεία. Συνδέεται με την «κρόκη», κλωστή που οι μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια περνούσαν στο δεξί χέρι και το αριστερό πόδι αποδίδοντάς της συμβολική έννοια που όμως μας είναι άγνωστο, τι σήμαινε.
Ο ήλιος του Μάρτη είναι το πιο γνωστό και πιο μεγάλο κακό που επέρχεται με την «Πρωτομαρτιά».
Οι Δρίμ(ν)ες είναι το δεύτερο.
Ανάλογα με τον τόπο, η καταστροφική τους επίδραση ισχύει τις έξι ή δέκα ή δώδεκα πρώτες μέρες του μήνα, ή «τις τρεις πρώτες, τρεις μεσαίες και τρεις τελευταίες μέρες». Είναι δαιμονικά, νύμφες των νερών και καταστρέφουν ανθρώπινα κορμιά, ξύλα και πανιά. Όσα πανιά πλυθούν, λιώνουν. Όσα ξύλα κοπούν, σαπίζουν. Και καλό είναι οι άνθρωποι να μη λούζονται και να μην κόβουν ξύλα τις κρίσιμες μέρες. Κι ακόμα καλύτερα, να ρίξουν στα νερά ένα πέταλο που δρα σαν γιατρικό κι έχει αποτρεπτική δύναμη, καθώς το σίδερο διώχνει τα δαιμόνια.
Το τρίτο και τελευταίο κακό της «Πρωτομαρτιάς» είναι οι παρενέργειες της αλλαγής του χρόνου, καθώς η ζέστη δεν έρχεται μόνη. Την παραμονή, όπως και την αντίστοιχη της Πρωτοχρονιάς, παιδιά γυρνούν σπίτι με σπίτι τάχα κουτσαίνοντας και κρατώντας τενεκέδες που τους χτυπούν μεταξύ τους, να κάνουν θόρυβο, και τραγουδούν: «Όξω, Κοτσοφλέβαρε / να ΄ρθει ο Μάρτης με χαρά και με πολλά λουλούδια». Οι νοικοκυρές καθαρίζουν το σπίτι, ρίχνουν τα σκουπίδια έξω, σπάνε στην πόρτα κάποιο πήλινο και τραγουδούν: «Βγαίνει ο κακόχρονος, / μπαίνει ο καλόχρονος. / Όξω ο Κουτσοφλέβαρος. / Όξω, ψύλλοι, ποντικοί, / μέσα Μάρτη και χαρά / και καλή νοικοκυρά!».
Επειδή, μαζί με τον Μάρτη και την πρώιμη ζέστη, πλακώνουν όλα τα ζωύφια, κυρίως ψύλλοι και κοριοί που πρέπει να εξορκιστούν, ώστε να μην ενοχλούν τους ανθρώπους. Το έθιμο είναι απλωμένο σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στη Γερμανία, με κρότους, σπασίματα πήλινων αλλά και μαγικούς κύκλους προσπαθούν να διώξουν φίδια, ποντικούς και ζωύφια. Οι εκδηλώσεις συμπίπτουν με την δυτική χριστανική γιορτή του Πέτρου, που πέφτει 22 Φεβρουαρίου, μέρα κατά την οποία οι εκεί αρχαίοι λαοί θεωρούσαν ως Πρωτοχρονιά.
Εκεί, τα μαγικά ολοκληρώνονται με μιμητικές πράξεις, δήθεν όργωμα με ψεύτικο άροτρο αλλά και περιφορά αρότρου που οδηγούν νεαροί αλλά σέρνουν κορίτσια. Ανάλογες γιορτές στην Αγγλία συνδέονται με την Πρωτομαγιά. Στον μεσαίωνα ήταν παντού διάσημες στην «γιορτή των Τρελών». Στην αρχαία Ρώμη, συνέπιπταν με τα Σατουρνάλια. Στην Ελλάδα, με τις γιορτές της διονυσιακής λατρείας.
Το ότι ο πρώτος μήνας του ρωμαϊκού έτους ονομάστηκε Μάρτιος (Martius), παίρνοντας το όνομα του θεού Mars (μετονομασία του ελληνικού Άρη), είναι γνωστό. Εκείνο που ίσως οι πολλοί δεν γνωρίζουν είναι το ότι ο Mars, πριν να γίνει θεός του πολέμου, είχε τελείως αντίθετες ιδιότητες ανάμεσα στις οποίες και η διόλου πολεμική της «ευετηρίας» (της δύναμης που έκανε την χρονιά να πάει καλά). Φυσούσε μαζί με τους ανοιξιάτικους ανέμους πάνω από τους αγρούς και βοηθούσε γη, δέντρα και φυτά να βλαστήσουν. Για τους Ρωμαίους άλλωστε, ο κάθε μήνας ή είχε σχέση με θεό ή βλάστηση ή δεν άξιζε καν να έχει όνομα.
Ο Ιανουάριος κατακυρώθηκε ως πρώτος μήνας της χρονιάς το 152 π.κ.ε. και αποτελούσε, μετά τη χειμερινή τροπή του ήλιου το «κομμάτι» του χρόνου, μέσα από το οποίο περνούσαν στο νέο έτος. Πήρε, λοιπόν, το όνομα του «διπρόσωπου» Ιανού, θεού της αρχής και του τέλους. Ο ελληνικός Φλεβάρης (φλέβα, πολύ νερό) είναι ο ρωμαϊκός Φεβρουάριος, από το λατινικό ρήμα februare (καθαίρειν). Ως τελευταίος πριν από τον πρώτο της νέας χρονιάς, ο Φλεβάρης ήταν μήνας των καθαρμών που με κάθε επισημότητα τελούσαν οι Εστιάδες παρθένες.
Ο Απρίλιος έχει να κάνει με το ρήμα aperire (ανοίγειν) επειδή τότε ανοίγουν τα λουλούδια και μπαίνουν στη φάση της καρποφορίας. Ο Μάης συνδυάζεται με τη λέξη magis (περισσότερο), καθώς τον μήνα αυτό τα πάντα, από τα σπαρτά και τα λαχανικά ως τα δέντρα, μεγαλώνουν. Ο Ιούνιος έχει την ίδια ρίζα με η λέξη Juventus (Γιουβέντους) που σημαίνει «νεανική ωριμότητα», ενώ Juno ήταν η θεά του γάμου: Όλα ωριμάζουν, περιμένοντας τον θερισμό.
Οι δυο επόμενοι μήνες (Ιούλιος και Αύγουστος), πριν να πάρουν τα ονόματα του δολοφονημένου Ιούλιου Καίσαρα και του πρώτου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, αναφέρονταν απλά με τον αριθμό τους (Quintilis – Πέμπτος μετά την ρωμαϊκή πρωτοχρονιά και Sextilis – Έκτος), όπως και ο επόμενος September – Σεπτέμβριος – Έβδομος, Οκτώβριος – Όγδοος, Νοέμβριος – Ένατος και Δεκέμβριος – Δέκατος.
Για έναν πολύ απλό λόγο, όπως εξηγεί ο E. Fehrle: Όταν ο σπόρος ωριμάσει, τότε κανένας δεν έχει ανάγκη την επίκληση θεού για να πάει καλά η σοδειά του. Αγρότες αλλά και ρεαλιστές, οι Ρωμαίοι δεν έβρισκαν για ποιο λόγο θα έπρεπε να αφιερώσουν σε κάποια θεότητα ή δύναμη εκείνους τους μήνες που έτσι κι αλλιώς δεν προσφέρονται για αγροτικές εργασίες σχετικές με την ανάπτυξη της καρποφορίας. Οπότε απλά τους αριθμούσαν σε σχέση με τους προηγούμενους. Η τάση αυτή δεν σήμαινε ασέβεια, καθώς οι Ρωμαίοι ήταν όντως πρακτικοί άνθρωποι και εφάρμοζαν τη μέθοδο σε πολλές περιπτώσεις, ακόμα και στα παιδιά τους.
Αντί να σκοτώνονται, πώς θα ονομάσουν το κάθε παιδί τους, το βάπτιζαν με τον «αύξοντα αριθμό» του: Sextus Pompeius (Έκτος Πομπήιος) ο αντίπαλος του Καίσαρα, Quintus Cicero (Πέμπτος Κικέρων) ο ρήτορας. Μας έμειναν έτσι ως αριθμοί οι μήνες από τον Σεπτέμβρη ως τον Δεκέμβρη, επειδή από τους Ρωμαίους διαδόθηκε το ημερολόγιο σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Για να ξαναγυρίσουμε στον Μάρτη, οι Αθηναίοι είχαν μια πολύ λογική εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο «μια κλαίει και μια γελάει». Ο Μάρτης, έλεγαν, έχει δυο γυναίκες. Μια πολύ πλούσια αλλά πανάσχημη και μια πάμφτωχη αλλά πανέμορφη. Αυτός κοιμάται στη μέση. Όταν γυρνά προς τη μεριά της άσχημης, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτεινιάζει ο κόσμος όλος. Όταν γυρνά προς τη μεριά της όμορφης, γελάει, χαίρεται και λάμπει ο κόσμος όλος. Πλην όμως, τις πιο πολλές φορές γυρνά προς τη μεριά της άσχημης, καθόσον αυτή τρέφει κι αυτόν και την όμορφη. Οπότε είναι άσκοπο να περιμένετε ότι τον Μάρτη θα έχει πολλές λιακάδες. Η δύναμη του χρήματος γαρ.
Υπάρχει κι άλλη εξήγηση για το ότι ο Μάρτης «μια κλαίει και μια γελάει». Ήταν τότε που οι δώδεκα μήνες απέκτησαν ένα βαρέλι κρασί με δώδεκα κάνουλες, τη μια πάνω από την άλλη. Πάνω που συζητούσαν, ποιος μήνας να πάρει ποια κάνουλα, ο Μάρτης τους ζήτησε, επειδή ήταν γέρος, να του δώσουν την κάτω κάτω. Οι άλλοι δέχτηκαν, καθώς κανένας τους δεν σκέφτηκε ότι το κρασί αδειάζει από πάνω προς τα κάτω. Κι όλο έβλεπαν τον Μάρτη να πηγαίνει, ν’ ανοίγει την κάτω κάνουλα και να πίνει, να πίνει, τελειωμό να μην έχει. Κάποτε αποφάσισαν να πιουν το δικό τους μερίδιο. Ανοίγει ο πρώτος την πάνω κάνουλα. Φυσικά και δεν βγάζει κρασί. Ανοίγουν ο δεύτερος, ο τρίτος, όλοι τις δικές τους. Ούτε σταγόνα. Μόνο η κάτω κάτω, του Μάρτη, έβγαζε λίγο ακόμα. Κατάλαβαν, τι έγινε. Άρχισαν να τσακώνονται, τι να τον κάνουν τον γέρο Μάρτη. Ακόμα δεν έχουν καταλήξει: Τη μια λένε να τον κρεμάσουν κι ο Μάρτης κλαίει, την άλλη να τον συγχωρήσουν κι ο Μάρτης γελάει.
Όσο για τις 31 του ημέρες, ούτε αυτές ήταν όλες δικές του. Στα Καλάβρυτα εξηγούσαν ότι αρχικά ο Μάρτης είχε 28 μέρες κι ο Φλεβάρης 31. Μια χρονιά, έτυχε ο Μάρτης να είναι συνέχεια στις καλές του, οπότε ούτε κρύο ούτε βροχές ούτε χιόνια ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους. Ανάμεσα στις τυχερές, μια γριά με κάμποσες κατσίκες και κάμποσα αρνιά τις χαιρόταν αυτές τις μαρτιάτικες καλοσύνες. Ήταν όμως κακιασμένη κι όταν έφτασε η τελευταία μέρα του μήνα, η 28η, δεν άντεξε κι ευχήθηκε στον Μάρτη να πεθάνει, λέγοντας: «Στην πομπή σου, γέρο Μάρτη. Τ’ αρνοκάτσικά μου καλά περάσανε».
Θύμωσε ο Μάρτης, έχασε το κέφι του, πήγε στον Φλεβάρη, του ζήτησε τρεις μέρες κι έγινε χαμός. Από τότε, ο Φλεβάρης έχει 28 μέρες κι ο Μάρτης 31. Τη συγκεκριμένη χρονιά, τις τρεις τελευταίες μέρες του, ο Μάρτης έκανε τρομερό κρύο, φυσούσε διαβολεμένα και χιόνιζε από το πρωί ως το βράδυ. Οι άνθρωποι χώθηκαν στα σπίτια της να ζεσταθούν κι η γριά, ξεπαγιασμένη, στριμώχτηκε στο τζάκι, κάτω από το τσουκάλι. Ούτε εκεί κατάφερε να ζεσταθεί.
Τρελαμένη από το κρύο, μπήκε μέσα στο τσουκάλι κι έγινε βραστή. Από τότε έμεινε η παροιμία «Ο Μάρτης έβαλε την γριά μεσ’ στο τσουκάλι». Στα Καλάβρυτα όμως, αυτές τις τρεις τελευταίες μέρες τις βάφτιζαν καθεμιά με το όνομα μιας από τις τρεις πιο μεγάλες σε ηλικία γριές. Αν η μέρα ήταν καλή, έλεγαν πως και η γριά που η μέρα της ανήκε ήταν καλός άνθρωπος. Αν η μέρα ήταν κακή, συμπέραιναν ότι και η γριά ήταν κακός άνθρωπος κι από αυτήν ξεκινούσε η «κακιά μέρα».
Το ότι ουσιαστικά ο χρόνος αλλάζει την 1η του Μάρτη, το φανερώνουν μια σειρά από έθιμα, πολλά από τα οποία έχουν χαθεί με την πάροδο του χρόνου. Σε πολλά μέρη, την τελευταία νύχτα του Φλεβάρη έσβηναν τη φωτιά, πριν να πάνε για ύπνο, ώστε το πρωί να ανάψουν καινούρια. Αλλού, πρωί «Πρωτομαρτιάς» έχυναν το νερό της προηγούμενης μέρας και πήγαιναν στη βρύση να πάρουν νέο, ως αρχή μιας νέας περιόδου, πιο ευοίωνης.
Στα Μέγαρα, πρωί πρωί Πρωτομαρτιάς, οι γυναίκες πήγαιναν στα χωράφια και πλένονταν με δροσιά κριθαριού (τις σταγόνες που μάζευαν από τα πρώιμα φύλλα του), έβγαζαν στάχυα και τα πήγαιναν, νωπά ακόμα, στο σπίτι και τα κρεμούσαν στις πόρτες για να είναι δροσεροί όλο τον χρόνο οι χώροι. Στην Αθήνα, με το που ξημέρωνε, κάθε νοικοκυρά πήγαινε στο πηγάδι, έπαιρνε το «αμίλητο νερό» (δεν έπρεπε δηλαδή να μιλήσει σε κανέναν, ώσπου να ολοκληρώσει το έργο της), έβρεχε μ’ αυτό λίγο γρασίδι και ράντιζε όλους όσοι κοιμόντουσαν. Μετά, ράντιζε κι όλους τους χώρους του σπιτιού. Αφού τα τέλειωνε όλα αυτά, απάγγελλε: «Ήρθες Μάρτη; Ήρθ’ η γεια σου, / ήρθ’ η πληθομαμμουδιά σου / Μέσα Μάρτης και χαρά / και καλή νοικοκυρά». Αν η όλη τελετουργία γινόταν σωστά, η δροσιά έμπαινε στο σπίτι κι εξασφάλιζε υγεία και ευτυχία για όλα τα μέλη της οικογένειας.
Τα πράσινα κλαδιά και τα γεμάτα χυμό βλαστάρια έχουν την «Πρωτομαρτιά» τη δύναμη της θαλερότητας και της γονιμότητας. Και μπορούν να τις μεταδώσουν σ’ ανθρώπους και ζώα, αν τα βουτήξουν στη δροσιά (όπως των Θεοφανίων με το αγιασμένο νερό) και χτυπήσουν έπειτα μ’ αυτά εκείνους, στους οποίους πρέπει οι δυνάμεις αυτές να μεταδοθούν. Στην περιοχή του Πωγωνίου (το βόρειο κομμάτι του νομού Ιωαννίνων, γύρω από το Δελβινάκι), «σηκώνεται ένας το πρωί και παίρνει μια κρανιά ανθισμένη και χτυπάει όλους μέσα στο σπίτι λέγοντας: να είστε στέρεοι όλη τη χρονιά σαν την κρανιά (γερός θάμνος του δάσους)».
Στην Κρήτη, «την Πρωτομαρτιά κόβγουν μιαν ασφεντουλιά και χτυπούν μ’ αυτή τα βούγια και λένε: Μάρτης είναι σήμερο, κι άλλαξε την τριχιά σου / και βάλε πήχες το λαρδί και πιθαμές το ξύγκι». Στην Κω, χτυπούν μια γάτα. Στην Γερμανία, τα κορίτσια που έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι πλένονταν με δροσιά ή κυλιόντουσαν στο γρασίδι για να μην τους πονά η μέση το καλοκαίρι, κυρίως την εποχή του θερισμού.
Ένα πανάρχαιο έθιμο με ρίζες στις εποχές της μαγείας και συνδεμένο με θρησκευτικές δοξασίες, είναι η «περιφορά της χελιδόνας». Μεταδόθηκε και στους γερμανικούς λαούς κι απλώθηκε σ’ όλη σχεδόν την Ευρώπη, επιβιώνοντας και μετά την εξαφάνιση της μαγείας. Σήμερα, επιζεί σε περιοχές της Θράκης και δηλώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τον ερχομό της νέας χρονιάς «μαζί με τα χελιδόνια»: Την 1η του Μάρτη, ανά δυο, τα παιδιά παίρνουν ένα καλάθι, το γεμίζουν με φύλλα κισσού (σύμβολα του θεού Διονύσου και της βλάστησης, με τα οποία, εκτός των άλλων, μεταδίδεται η θαλερότητα και η γονιμότητα στα ζώα και στις κότες). Μέσα στο καλάθι περνούν ένα ραβδί, στην άκρη του οποίου προσαρμόζουν ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδονιού. Είναι η χελιδόνα, στον λαιμό της οποίας κρεμούν κουδουνάκια που ηχούν, όταν κάποιος κινεί το ραβδί.
Μ’ αυτή την κατασκευή που παίζει τον ίδιο ρόλο με το τρίγωνο στα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν: «Ήρθε, ήρθε χελιδόνα, / ήρθε κι άλλη μελιδόνα, / κάθισε και λάλησε, / και γλυκά κελάδησε: / «Μάρτη, Μάρτη μου, καλέ, / και Φλεβάρη φοβερέ, / κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις, / καλοκαίρι θα μυρίσεις. / Κι αν χιονίσεις, κι αν κακίσεις, / πάλιν άνοιξιν θ’ ανθίσεις. / Θάλασσα επέρασα / και στεριάν δεν ξέχασα, / κύματα κι αν έσχισα, / έσπειρα, ’κονόμησα. / Έφυγα κι αφήκα σύκα, / και σταυρόν και θημωνίτσα, / κ’ ήρθα τώρα κ’ ηύρα φύτρα, / κ’ ηύρα χόρτα, σπάρτα, βλίτρα, / βλίτρα, βλίτρα, φύτρα, φύτρα».
Και συνεχίζει: «Συ, καλή νοικοκυρά, / έμπα στο κελάρι σου, / φέρ’ αβγά περδικωτά, / και πουλιά σαρακοστά, / δώσε και μιαν ορνιθίτσα, / φέρε και μια κουλουρίτσα. / Μέσα δω που ’ρθαμε τώρα, / μέσα γεια, μέσα χαρά, / στον αφέντη, στην κυρά, / στα παιδιά και στους γονείς / σ’ όλους τους τούς συγγενείς. / Μέσα Μάρτης, έξω ψύλλοι, / έξ’ οχτροί, σας τρών’ οι σκύλοι. / Μέσα φίλοι, μέσα φτήνια, / και χαρές, χοροί, παιχνίδια». Η νοικοκυρά παίρνει λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι της χελιδόνας και τα βάζει στο κοτέτσι για να κάνουν οι κότες πολλά αβγά. Μετά, παίρνει ένα ή δυο αβγά και τα δίνει στα παιδιά που την επισκέφτηκαν, τα οποία συνεχίζουν παρακάτω.
Στα 200 (μ.κ.ε.) ο Αθήναιος κατέγραψε ένα ήδη αρχαίο στην εποχή του τραγούδι που τα παιδιά στην Ρόδο έψαλλαν αρχή της άνοιξης περιφέροντας από σπίτι σε σπίτι μια «χελιδόνα» και ζητώντας να τα τρατάρουν γλυκά. Λέει: «Ήλθ’ ήλθε χελιδών / καλάς ώρας άγουσα / καλούς ενιαυτούς» Και περιγράφει πώς είναι το χελιδόνι, τι καλά φέρνει με την άνοιξη, με ευχές για καλή σοδειά κ.λπ. Στο τέλος, ζητά από την νοικοκυρά ν’ ανοίξει την πόρτα στο χελιδόνι να τα φιλέψει κι αυτά καθόσον «ου γαρ γέροντες εσμέν αλλά παιδία».
@ Παύλος Διομήδης: Έλληνας εκδότης του 19ου αιώνα".