Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Το «παιχνίδι» της Ρωσίας στο Άγιο Όρος πίσω από τη «θρησκεία»

Την σημασία της ουσιαστικής απουσίας της Διευθύνσεως Εκκλησιών αντιληφθήκαμε με την επίσκεψη Πούτιν στο Άγιο Όρος, όπως επίσης και την απουσία μνήμης και συνείδησης του πόσο πολύπλοκες είναι οι σχέσεις μας με το «αδελφό ορθόδοξο έθνος».
Θυμίζουμε μόνο ότι το Άγιο Όρος καταλήφθηκε από τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη το 1912 μέσα στη σπουδή να προληφθούν ύποπτες κινήσεις των Βουλγάρων.
Στην κατάληψη αυτή αντέδρασαν τότε οι Ρώσοι που ήδη από τις αρχές του 20ου αι. είχαν αυξήσει υπερβολικά την παρουσία τους στο Άγιο Όρος φθάνοντας στον αριθμό των 3000 περίπου μοναχών που από μόνοι τους υπερέβαιναν σε αριθμό τους μοναχούς όλων των άλλων 19 μονών μαζί, ενώ πλην της Μονής Αγίου Παντελεήμονος, έλεγχαν 2 σκήτες (Αγίου Ανδρέου και Προφήτου Ηλιού) έναντι 12 και 31 κελιά έναντι 204.
ΕΥπενθυμίζεται ότι από το 1838 είχε αρχίσει η προσπάθεια διεισδύσεως στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στην οποία το 1875 εξελέγη Ρώσος ηγούμενος, ενώ με τη παρέμβαση των Οθωμανών και του Άγγλου πρέσβη αποφεύχθηκε το 1860 και η επικράτηση των Ρώσων στη Μονή Κουτλουμουσίου.
Η διείσδυση των Ρώσων είχε διευκολυνθεί από την κακή οικονομική κατάσταση των μονών που τις ανάγκαζε να δέχονται τις πλούσιες προσφορές των Ρώσων, ενώ αντίστοιχη προσπάθεια διεισδύσεως επιχειρούνταν και στην Αγιοταφιτική Αδελφότητα (μήπως υπάρχει και εδώ σήμερα κάποιος κίνδυνος;).
Στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου οι Ρώσοι επρότειναν τότε την ανακήρυξη του Αγίου Όρους σε ανεξάρτητο κράτος προτεκτοράτο των 6 ορθοδόξων κρατών (Ρωσία, Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία, Ρουμανία) υπό την πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Έντονη ήταν τότε η αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και των ελληνικών μονών, ενώ σημαντικός ήταν και ο ρόλος του τότε μητροπολίτη Κιτίου (συνέχεια του σημαντικού ρόλου του στην επίλυση του Αρχιεπισκοπικού Ζητήματος στην Εκκλησία της Κύπρου) και στη συνέχεια Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Οικουμενικού Πατριάρχη και Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιου Μεταξάκη.
Και στο μεν Λονδίνο το ζήτημα έμεινε άνευ συνεχείας λόγω και της αδιαφορίας των άλλων μεγάλων δυνάμεων (οι οποίες πάντως υποψιάζονταν τους Ρώσους ότι επιθυμούσαν να μετατρέψουν το Άγιο Όρος σε ναυτικό οχυρό για να αποκτήσουν ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο), αλλά ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσχώρησε μάλλον στη ιδέα ενός διμερούς διακανονισμού με την Ρωσία, ο δε τσάρος μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (που περιέλαβε το Όρος στα εδάφη που παραχωρούνταν στην Ελλάδα) άρχισε να επιδιώκει την λύση στο πλαίσιο μιας ελληνορωσικής συγκυριαρχίας στο Άγιο Όρος.
Για τη διευκόλυνση της διαμόρφωσης συμφωνίας έπρεπε να εξαφανιστούν κάποια μικροεμπόδια, ένα από τα οποία ήταν μια θεολογική διαμάχη μεταξύ των Ρώσων μοναχών σχετικά με το εάν λέξεις όπως «Θεός» και «Χριστός» είναι άγιες από μόνες τους ή λόγω της θεϊκής πραγματικότητας που αντιπροσωπεύουν.
Οι απλοί Ρώσοι μοναχοί υποστήριζαν την πρώτη άποψη αφού αυτό ανταποκρινόταν καλύτερα στην μυστικιστική εμπειρία που ένοιωθαν επαναλαμβάνοντας τις λέξεις αυτές πάλι και πάλι.
Η άποψη τους όμως θεωρήθηκε θεολογικά ύποπτη και καθώς στο Καθεστώς του Αγίου Όρους απαγορεύεται η εγκαταβίωση στο Όρος στους αιρετικούς, το θέμα ανέλαβε να λύσει το ρωσικό ναυτικό!
Το καλοκαίρι του 1913 (με το Άγιο Όρος υπό ελληνική κατοχή) ένας λόχος Ρώσων αποβιβάστηκε και εξανάγκασε 800 Ρώσους μοναχούς να εγκαταλείψουν το Όρος με πλοία που ακολουθούσαν τα ρωσικά πολεμικά.
Λίγο αργότερα, το Φεβρουάριο του 1914 άρχισε η διαπραγμάτευση για το θέμα ανάμεσα στον Έλληνα και τον Ρώσο πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη με τον Ρώσο πρέσβη De Giers να επιδίδει στον Έλληνα πρέσβη σημείωμα σύμφωνα με το οποίο θα αναγνωριζόταν η ελληνική κυριαρχία με την παρουσία Διοικητή, με περιορισμούς όμως, δικαίωμα της Ρωσίας για επέμβαση και προστασία των Ρώσων μοναχών και προαγωγή των δύο ρωσικών σκητών σε μονές.
Ευτυχώς το ξέσπασμα στο μεταξύ του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου άφησε το θέμα εκκρεμές εις όφελος της χώρας μας η οποία ασκούσε κυριαρχία.
Το θέμα της κυριαρχίας λύθηκε με τις συνθήκες του 1920 με τη Βουλγαρία (Neuilly) και τη Τουρκία (Σεβρών) και την συνθήκη προστασίας των μειονοτήτων του 1920 (Σεβρών), αλλά κυρίως με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), όπου η Σοβιετική Ρωσία ουδέν ενδιαφέρον πλέον εκδήλωσε για το Άγιο Όρος.
Με άλλα λόγια η κομμουνιστικοποίηση της Ρωσίας και στη συνέχεια της Ανατολικής Ευρώπης διέσωσε το Άγιο Όρος για την Ελλάδα και εμπέδωσε την ελληνική κυριαρχία.
Οι δε Σλάβοι ορθόδοξοι αδελφοί ουδέν ενδιαφέρον έδειχναν (πλην σποραδικών πρακτόρων της KGB που εγγράφονταν στα μητρώα ως μοναχοί για να εξαφανιστούν αργότερα με ελληνικό διαβατήριο προς άγνωστη κατεύθυνση).

***

Ήδη πλέον έχουμε δυναμική επιστροφή της Ρωσίας ως ορθόδοξης δύναμης τόσο στο Άγιο Όρος όσο και στο κλίμα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (όπου δίπλα στο ποίμνιο των Παλαιστινίων ορθοδόξων έχουν προστεθεί οι ορθόδοξοι συγγενείς των μεταναστών Εβραίων από την τέως Σοβιετική Ένωση).
Κατά τη προετοιμασία της επισκέψεως Πούτιν στο Άγιο Όρος το πράγμα κάπως μπερδεύτηκε.
Επιδίωξη του ΥΠΕΞ, που εκφράστηκε μέσω του Διοικητή κ. Αρίστου Κασμίρογλου, ήταν να παρευρεθεί στην λειτουργία στο Πρωτάτο δίπλα στο κ. Πούτιν και ο κ.Παυλόπουλος που ως κυρίαρχος επί του Αγίου Όρου θα έπρεπε κανονικά να καθίσει στον θρόνο του ηγεμόνα.
Επειδή όμως ο κ. Πούτιν είναι επίσης αρχηγός κράτους και επισκέπτης θα έπρεπε να στηθεί για λόγους κομψότητας (για να μην σταθεί σε μικρότερο θρόνο από το κ. Παυλόπουλο) ένας «ισουψής» θρόνος.
Ενώ αρχικά οι Αγιορείτες συναίνεσαν, στη συνέχεια άλλαξαν γνώμη, γεγονός που εξέφρασαν ως φαίνεται και με δριμύτητα στον Ειδικό Γραμματέα Θρησκευτικής και Πολιτιστικής Διπλωματίας κ. Στάθη Λιάντη.
Σημειωτέον ότι ενώ το Άγιο Όρος υπάγεται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και ο ΥΦΥΠΕΞ κ. Αμανατίδης είναι «παιδί» του Οικουμενικού Θρόνου, ο κ. Λιάντης χρεώνεται στον κ. Κοτζιά και στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Ιερώνυμο.
Ποιοι ήταν οι λόγοι που άλλαξαν γνώμη οι Αγιορείτες και ανάγκασαν τον κ. Παυλόπουλο να υποδεχτεί τον κ. Πούτιν εκτός Πρωτάτου και να μην παρακολουθήσει τη λειτουργία αποτελούν ερωτηματικό. Κάποιοι αποδίδουν την μεταβολή σε ρωσική παρέμβαση (και χρήμα, λένε οι πιο κακεντρεχείς).
Άλλοι πάντως βλέπουν εδώ τις συνέπειες της κατάρρευσης της πρόσφατης προσπάθειας διαμεσολάβησης στο θέμα των ζηλωτών της Μονής Εσφιγμένου υπό τον ηγούμενο Μεθόδιο που είχε αναλάβει πρόσφατα ο κ. Αμανατίδης.
Υπενθυμίζεται επίσης ότι δικηγόρος της κοινότητας των ζηλωτών (που μεταξύ άλλων έχουν διακόψει τη κοινωνία με το Πατριαρχείο το 1972 επί ηγουμένου Αθανασίου λόγω του ανοίγματος προς την Καθολική Εκκλησία – το ίδιο είχαν πράξει τότε και άλλες 10 μονές οι οποίες όμως στη συνέχεια αποκατέστησαν τις σχέσεις με το Πατριαρχείο) είναι η νυν πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης καθηγήτρια κα Ιφιγένεια Καμτσίδου (σύντροφος του Υπουργού Δικαιοσύνης καθηγητή κ. Νίκου Παρασκευόπουλου) που υπερασπίσθηκε τους ζηλωτές όταν -χαρακτηρισμένοι πλέον σχισματικοί– διετάχθη η απέλαση τους από το Όρος (η απόφαση δεν έχει εκτελεστεί).
Κατά έμπειρους διπλωμάτες η αποχή του κ. Παυλόπουλου (επ’ αδελφή ανεψιού, θυμίζουμε, του μακαριστού Μητροπολίτη Γαλλίας Μελέτιου Καραμπίνη) από τη λειτουργία και την επίσημη υποδοχή ήταν τελικά η καλύτερη λύση.
Οι μοναχοί ακολούθησαν το δικό τους εθιμοτυπικό (που προβλέπει την υποδοχή ενός αρχηγού κράτους), ενώ η λύση των «ισουψών» θρόνων υποδείκνυε ακριβώς την συγκυριαρχία που δεν θέλουμε να θυμόμαστε.
Ως «παρανυχίδα» στο όλο θέμα της επισκέψεως του κ. Πούτιν, επισημαίνουμε ότι κατά το σχεδιασμό του κ. Πούτιν θα ευρίσκετο στο Άγιο Όρος από ημέρες ο γνωστός σύμβουλός του Αλεξάντερ Ντούγκιν (την παλιότερη επίσκεψή του σε σεμινάριο του κ. Κοτζιά στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς την έχει πληρώσει με ουκ ολίγα δημοσιεύματα ο νυν ΥΠΕΞ).
Κατά την άφιξη όμως του κ. Ντούγκιν στη Θεσσαλονίκη του απαγορεύθηκε η είσοδος στο έδαφος της ΕΕ λόγω «ερυθρού δελτίου» που έχει εισάγει στο σύστημα Σένγκεν η Ουγγαρία.".