Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Η πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου (1914 - 2014)


                                        Το σκίτσο είναι από τον ECONOMIST

Φέτος τον Αύγουστο συμπληρώνονται 100 χρόνια από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος κόστισε περίπου 18,5 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές. Στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια ανάλυσης ζητημάτων που αφορούν στους στόχους του γερμανικού κεφαλαίου παραλληλίζοντας το τότε με το σήμερα. Το κύριο συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: Οι στόχοι του γερμανικού ιμπεριαλισμού παραμένουν στην ουσία τους οι ίδιοι όπως και πριν 100 χρόνια, ενώ ήδη κάποιοι έχουν σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί.

Το άρθρο έχει κατατεθεί στη «Διάσκεψη Ρόζα Λούξεμπουργκ» η οποία λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στο Βερολίνο, διοργανώνεται από την εφημερίδα «junge Welt» και συμμετέχουν σ΄ αυτήν πολυάριθμες οργανώσεις της αριστεράς. Φέτος το κεντρικό θέμα της διάσκεψης αφορούσε στην ιμπεριαλιστική πολιτική συσχετίζοντάς την με τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.

Κάποιες μικρές περικοπές που σημειώνονται στο κείμενο με την ένδειξη (…), έχουν γίνει από την συντακτική επιτροπή της εφημερίδας λόγω χώρου.

Με την ευκαιρία σημειώνουμε ακόμη ότι κατά τη διάρκεια του έτους θα δώσουμε στη δημοσιότητα μια σειρά άρθρων που καταπιάνονται με διάφορες πλευρές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.

ΠΓ


του Jörg KronauerΕ.

Το θέμα μου είναι: «1914 – 2014: Η ευρωπαϊκή πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου τότε και τώρα». Με την πρώτη ματιά ίσως αυτή η τοποθέτηση του ζητήματος να ακούγεται κάπως παράξενα –για δυό λόγους. Αφενός 100 χρόνια από την εξέλιξη των καπιταλιστικών κοινωνιών είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Από το 1914 έχουν αλλάξει πραγματικά πολλά. Εδώ τίθεται το ερώτημα: Μπορεί να συγκρίνει κανείς λογικά την πολιτική του 1914 με εκείνη του 2014; Αφετέρου το έτος 1914 αφορά στην αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ενόσω για το 2014 δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναν πόλεμο ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Το αντίθετο: Η ΕΕ στην οποία οι δυνάμεις αυτές ενώθηκαν –όσο γελοίο κι αν είναι αυτό- πήραν το 2012 το βραβείο Νόμπελ ειρήνης, επειδή από την ίδρυσή τους δεν υπήρξαν πόλεμοι ανάμεσα στα κράτη-μέλη της. Δεν αποκλείει αυτό μια λογική σύγκριση ανάμεσα στο 1914 και το 2014; Η άποψή μου θα ήταν: όχι (…)

***

Πολεμικοί στόχοι το 1914

Δεν είναι απλά δικαιολογημένο, αλλά και λογικό, να κοιτάξουμε ακριβώς και να συγκρίνουμε μεταξύ τους το 2014 με το 1914 [σε ό,τι αφορά] στην ευρωπαϊκή πολιτική του γερμανικού κεφαλαίου τότε και σήμερα. Αυτό είναι φυσικά ένα πολύ ευρύ πεδίο με το οποίο θα μπορούσε κανείς να ασχοληθεί ημέρες και βδομάδες. Επομένως, εδώ πρέπει να επιλέξω μερικά θέματα. Κατ΄ αρχή θα ήθελα να επικεντρωθώ σε [κάποια] κεντρικά σχέδια της ευρωπαϊκής πολιτικής του έτους 1914, και εκείνων, που κρίθηκαν τόσο σημαντικά, ώστε διατυπώθηκαν ως πολεμικοί στόχοι. 

Κατ΄ αρχή θα ήθελα να ξεχωρίσω ίσως το πιο σημαντικό, το λεγόμενο Πρόγραμμα του Σεπτέμβρη τού τότε καγκελάριου του Ράιχ Τέομπαλτ φον Μπέτμαν Χόλβεκ της 9ης Σεπτεμβρίου 1914. Υπήρχαν και άλλα υπομνήματα που αφορούσαν πολεμικούς στόχους, για παράδειγμα από κύκλους της βαριάς βιομηχανίας, τα οποία έθεταν εν μέρει απαιτήσεις που πήγαιναν πολύ μακριά. Ο Μπέτμαν Χόλβεκ σαν καγκελάριος του Ράιχ είχε το καθήκον να συνδέσει μεταξύ τους τις τότε επίκαιρες απαιτήσεις, οι οποίες ασφαλώς απόκλιναν μεταξύ τους, σε ένα πρόγραμμα, το οποίο θα ήταν σε θέση να ισχύει ως συναινετικό και ρεαλιστικό. Οι πολεμικοί στόχοι του διαφέρουν επομένως για παράδειγμα από τις πιο ακραίες φαντασίες για κατακτήσεις των παγγερμανιστών. Κατά κάποιο τρόπο είναι μια προσπάθεια να βρεθεί ένας κοινός παρονομαστής των διάφορων ομάδων του γερμανικού κεφαλαίου, και προσλαμβάνουν μια σειρά από προτάσεις που έχουν ήδη συζητηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα. (…) 

Η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία ως εξαρτώμενες οικονομικά χώρες από το Γερμανικό Ράιχ, θα πρεπε να μπουν σ΄ έναν υπεράνω Σύνδεσμο με το όνομα «Κεντρική Ευρώπη». Η αντίληψη περί «Κεντρικής Ευρώπης» ήταν κάποτε ήδη για πολύ διάστημα στη συζήτηση. Ουσιαστικά επρόκειτο για την οικοδόμηση μιας πολυεθνικής οικονομικής ζώνης προς το συμφέρον της γερμανικής βιομηχανίας η οποία επεκτεινόταν. Ο Μπέτμαν Χόλβεκ στο υπόμνημα των πολεμικών του στόχων έκανε λόγο για την «ίδρυση ενός κεντροευρωπαϊκού οικονομικού Συνδέσμου μέσω κοινών συμφωνιών για τους δασμούς». Εκτός από την Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία, θα πρεπε κατά την άποψή του να ανήκουν στον Σύνδεσμο αυτόν η Αυστροουγγαρία, στην Ανατολή η Πολωνία, στο Βορρά η Δανία, ενδεχομένως η Σουηδία και η Νορβηγία, στο Νότο πιθανώς η Ιταλία. Για την επιδίωξη αυτή ο καγκελάριος του Ράιχ έγραφε: «Ο Σύνδεσμος αυτός βεβαίως χωρίς μια κοινή θεσμική κορυφή, λαμβάνοντας εξωτερικά υπόψη την ισότητα των μελών του, που όμως στην πραγματικότητα θα βρίσκεται κάτω απ΄ τη γερμανική ηγεμονία, πρέπει να σταθεροποιήσει την οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας πάνω στην Κεντρική Ευρώπη». Η διατύπωση [αυτή] στον πυρήνα της επιδρά σαν ένα προαίσθημα για την [ίδρυση της] Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο υπόμνημα των πολεμικών του στόχων ο Μπέτμαν Χόλβεκ επικεντρώθηκε στη Δύση επειδή στις αρχές Σεπτεμβρίου 1914 υπολογιζόταν μια γρήγορη νίκη πάνω στη Γαλλία. Σχετικά με την Ανατολή λεγόταν: «Οι προς επίτευξη στόχοι σχετικά με τη Ρωσία θα εξεταστούν αργότερα». Αυτό που σχεδιαζόταν μπορεί μολαταύτα να αναγνωριστεί καθαρά από ένα υπόμνημα του πολιτικού τού Κέντρου Ματίας Έρτσμπεργκερ στις 2 Σεπτεμβρίου 1914. Ο Έρτσμπεργκερ εργαζόταν τότε στην «Κεντρική Διεύθυνση της Υπηρεσίας Εξωτερικού», μιας υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών. Επιδίωξη είναι, έγραψε ο Έρτσμπεργκερ, η «απελευθέρωση των μη-ρωσικών εθνοτήτων από τον ζυγό του μοσχοβιτισμού και η δημιουργία αυτοδιοίκησης στο εσωτερικό των ξεχωριστών εθνοτήτων. Όλα αυτά κάτω από την στρατιωτική επικυριαρχία της Γερμανίας, ίσως και με τελωνειακή ένωση». Αυτό σημαίνει: Επιδίωξη να αποσπαστούν απ΄ τον τσαρισμό η Πολωνία και η Ουκρανία, αν είναι δυνατό επίσης η Γεωργία και τα βαλτικά κράτη, ώστε να τον αδυνατίσουν και να επεκταθεί η ιδία ηγεμονική σφαίρα με κατεύθυνση την Ανατολή. Στην πάλη ενάντια στην τσαρική αντίδραση το Γερμανικό Ράιχ ενίσχυσε μάλιστα με την ευκαιρία τις ενώσεις από τον σοσιαλδημοκρατικά μέχρι τον σοσιαλεπαναστατικά προσανατολισμένο «Σύνδεσμο για την Απελευθέρωση της Ουκρανίας». Για να αδυνατίσει τους αντιπάλους του το Βερολίνο χρησιμοποίησε ήδη από τότε ακόμη και προοδευτικές δυνάμεις. (…)

***

Σημερινή στρατηγική

Οι συνθήκες σήμερα είναι φυσικά εντελώς διαφορετικές απ΄ ό,τι παλιότερα. Αν το γερμανικό κεφάλαιο το 1914 ήταν σε θέση να απαιτεί [την ίδρυση] ενός «κεντροευρωπαϊκού οικονομικού Συνδέσμου» που να περιλαμβάνει την τελωνειακή ένωση αποτελούμενο από δέκα το πολύ χώρες, σήμερα υπάρχει πλήρης ελευθερία κινήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τα συνολικά 28 κράτη-μέλη της. (…) Στο πλήρες τυποποιημένο οικονομικό περιβάλλον της ΕΕ το γερμανικό κεφάλαιο κινείται όπως το ψάρι στο νερό. Και: τα τελευταία 15 χρόνια άξιζαν τον κόπο που ήδη από το 1914 γινόταν πάλη για να κατακτηθεί η επιθυμητή θέση κυριαρχίας.

Ένα κεντρικό ρόλο έπαιξαν εδώ τα στρατηγικά μέτρα της περιόδου Σρέντερ / Φίσερ, κυρίως η «Ατζέντα 2010». Μια σύγκριση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας και εκείνης για παράδειγμα της Γαλλίας, δείχνει καθαρά αυτό που το γερμανικό κεφάλαιο οφείλει στην κοκκινο-πράσινη γερμανική κυβέρνηση και της συμμαχίας που ακολούθησε μετά από αυτήν. Η Γερμανία είναι το μοναδικό κράτος στην ΕΕ όπου οι πραγματικοί μισθοί μεταξύ 2000 και 2008 μειώθηκαν –κατά 0,8%. Σε όλα τα άλλα κράτη της ΕΕ ανέβηκαν, στην Γαλλία περίπου κατά 9,6% (…) Μ΄ αυτή την ακραία στρατηγική λιτότητας στο εσωτερικό της χώρας το Βερολίνο κατόρθωσε να δώσει στο γερμανικό κεφάλαιο ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές του. Και το γερμανικό κεφάλαιο φρόντισε πολύ καλά να εκμεταλλευτεί αυτό το πλεονέκτημα. (…) Αν η Γαλλία ήταν σε θέση για παράδειγμα ήδη το 1999 να σημειώσει ένα θετικό ισοζύγιο στο εξωτερικό της εμπόριο κατά 39 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου, τα αμέσως επόμενα χρόνια αυτό έγινε ιδιαίτερα αρνητικό –και μάλιστα όχι τελευταία εξαιτίας των γερμανικών εξαγωγών: Από το έλλειμμα στο εξωτερικό εμπόριο του έτους 2010 το οποίο ξεπέρασε τα 51 δισεκατομμύρια ευρώ, τα 30 δισεκατομμύρια πήγαν στο λογαριασμό των γερμανών προμηθευτών. Το 2012 μάλιστα οι γερμανικές εταιρίες κέρδισαν 40 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από τις πωλήσεις τους προς τη Γαλλία απ΄ ό,τι έπρεπε να ξοδέψουν για τις εισαγωγές από την γειτονική χώρα. Η γερμανική βιομηχανία μουγκρίζει, η γαλλική πηγαίνει πίσω: Το γερμανικό κεφάλαιο επικρατεί δομικά. 

Είναι καθαρό: Όταν τραβά κανείς με διαρκώς υπερβολικά εξαγωγικά πλεονάσματα τα χρήματα από την τσέπη άλλων χωρών, τότε τις ωθεί στη χρεοκοπία. Εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικές αιτίες της ευρω-κρίσης. Το Βερολίνο κατάφερε πραγματικά να βγει έξω από αυτή με πλεονεκτήματα για το γερμανικό κεφάλαιο. Για το σκοπό αυτό πάλεψε αμείλικτα και επιτυχημένα ενάντια στην οικονομικά χτυπημένη Γαλλία. Τελικά κατόρθωσε να επιβάλλει μέσα στην κρίση σε όλη την ΕΕ την γερμανική πολιτική λιτότητας. Οι συνέπειες είναι κτηνώδεις [και] μπορεί να τις δει κανείς πιο έντονα στη Νότια Ευρώπη, όπου εδώ και καιρό η εξαθλίωση έχει μάλιστα οδηγήσει τον αριθμό των αυτοκτονιών στα ύψη. Η βασική ιδέα της γερμανικής επιβολής της λιτότητας είναι αρκετά απλή: Επειδή το γερμανικό κεφάλαιο θέλει να εξάγει παραπέρα επεκτατικά, τα κράτη της ΕΕ οφείλουν αγοράζοντας τα γερμανικά εμπορεύματα να καταλήξουν σε αρνητικό [ισοζύγιο] συμπιέζοντας τους δικούς τους μισθούς και τα πρόσθετα έξοδά τους για τόσο χρονικό διάστημα, έως ότου βρουν αγοραστές για τα προϊόντα τους εκτός ΕΕ. Με τον τρόπο αυτό μπορεί η ΕΕ, όπου είναι δυνατό, να ανταγωνιστεί με επιτυχία, μάλιστα και την ίδια την Κίνα. Η γαλλική οικονομική εφημερίδα Les Echos το αντιλήφθηκε ήδη την άνοιξη του 2010. Έγραφε τότε: «”Η Ευρώπη φτωχαίνει; Ε, και;” ακούει κανείς πέραν του Ρήνου». Για την Γερμανία πρόκειται, συνέχισε η εφημερίδα, για το ότι μπορεί να ανταγωνιστεί κράτη όπως η Ινδία ή η Κίνα. Οι κοινωνικές καταστροφές στις ευρωπαϊκές γειτονικές χώρες τής είναι προφανώς αδιάφορες. (…)

***

Όργανα της ΕΕ

Στο μεταξύ τα όργανα της εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής της ΕΕ έχουν αυξηθεί σημαντικά. Υπάρχει για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία των Εξωτερικών η οποία σε μερικούς τομείς αναπτύσσει όλο και πιο έντονες δραστηριότητες –και αυτή είναι διαρκώς εκτεθειμένη στην εθνική επιρροή. Στα συμφέροντα του Βερολίνου τού έρχεται γάντι, ότι ένα από τα πιο σημαντικά αξιώματα το κατέχει μια Γερμανίδα: η Χέλγκα Σμιτ, παλιότερα πολιτική σύμβουλος του υπουργού Εξωτερικών Κλάους Κίνκελ και αργότερα διευθύντρια του Γραφείου του υπουργού Εξωτερικών Γιόζεφ Φίσερ, είναι σήμερα αναπληρωματική Γενική Γραμματέας για πολιτικά ζητήματα στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία των Εξωτερικών. Από αυτή την θέση συμμετείχε έντονα στις συνομιλίες για τα πυρηνικά όπλα με το Ιράν, συναντήθηκε κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών στην Ουκρανία με τα στελέχη τής εκεί αντιπολίτευσης ή διαπραγματεύθηκε με υψηλόβαθμους κυβερνητικούς εκπροσώπους στην Κίνα. Όλα αυτά δεν είναι ασήμαντα. Στο στρατιωτικό επίπεδο η ΕΕ ίδρυσε στο μεταξύ τα λεγόμενα Battlegroups, διατηρεί μια κοινή Ευρωπαϊκή Διοίκηση Εναέριων Μεταφορών, η οποία εδώ και πολύ καιρό ξεκίνησε τις πρώτες της στρατιωτικές επεμβάσεις, επομένως έχει ένα τεράστιο δυναμικό εξουσίας. Μολαταύτα απ΄ τη σκοπιά του γερμανικού κεφαλαίου προκύπτουν εδώ ιδιαίτερες δυσκολίες. Αυτές σχετίζονται με τον όλο και πιο δύσκολο ανταγωνισμό με το γαλλικό κεφάλαιο.

Ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός. Το γαλλικό κεφάλαιο από παλιότερα είχε σημαντικά συμφέροντα στις άλλοτε αφρικανικές αποικίες. Τα γαλλόφωνα κράτη της Αφρικής ισχύουν μέχρι σήμερα ως παραδοσιακή «Pré carré», ως η «πίσω αυλή» της Γαλλίας. Εδώ δεν πρόκειται μόνο για χώρες της Μεσογείου όπως η Αλγερία και η Τυνησία, αλλά και για κράτη νότια της Σαχάρας. Πολλά από αυτά διαθέτουν σημαντικές πρώτες ύλες για τη βιομηχανία. Διαφορετική είναι η κατάσταση για το γερμανικό κεφάλαιο: Αυτό για ιστορικούς λόγους στρεφόταν όλο και περισσότερο προς την Ανατολή, προμηθευόταν πρώτες ύλες από την Ρωσία και αναζητούσε αγορές εναπόθεσης στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη. Τα συμφέροντα του γερμανικού και του γαλλικού κεφαλαίου σε πολλές περιπτώσεις δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους.

Οι συνέπειες φαίνονται αρκετά καθαρά από τη δεκαετία του 1990 στην προκύπτουσα κοινή στρατιωτική πολιτική της ΕΕ. Όταν φτάσαμε στις πρώτες επεμβάσεις των ευρωπαίων στρατιωτών στη Γιουγκοσλαβία –ναι μεν όχι ακόμη στα πλαίσια της ΕΕ, όμως σε παραδοσιακά γερμανικό έδαφος επεκτατισμού-, το Παρίσι σκέφτηκε, ότι οι επεμβάσεις της ΕΕ δεν θα πρεπε να λαμβάνουν χώρα υπολογίζοντας πάντα μόνο το γερμανικό συμφέρον, αλλά θα μπορούσαν να διεξαχθούν επίσης και στα γαλλόφωνα κράτη της Αφρικής. Η Βόννη το αρνήθηκε αμέσως. Ο τότε [γερμανός] υπουργός Άμυνας Φόλκερ Ρύε δήλωσε σε μια συνέντευξη: «Το Σώμα Στρατού της Ευρώπης δεν είναι Σώμα της Αφρικής». Όντως, οι προσπάθειες της Γαλλίας για επεμβάσεις στις παλιές της αποικίες με στόχο την επιβολή των συμφερόντων της, παρεμποδίστηκαν συστηματικά από την Γερμανία. Οι δυό επεμβάσεις στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό το 2003 και το 2006 δεν μπόρεσαν να παρεμποδιστούν ολοκληρωτικά, περιορίστηκαν όμως χρονικά αυστηρά. Η επέμβαση της ΕΕ στο Τσαντ το 2008/2009 σαμποταρίστηκε από την Γερμανία με επιτυχία. Αντιθέτως, η επέμβαση της ΕΕ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία άρχισε το 2004, διαρκεί μέχρι σήμερα, όπως επίσης η επέμβαση του πολεμικού ναυτικού της ΕΕ που ξεκίνησε το 2008 στο Κέρας της Αφρικής, διότι προστατεύει τις θαλάσσιες οδούς για το εμπόριο των ευρωπαϊκών κρατών με την Κίνα. Η Γερμανία είναι ο πιο σημαντικός ευρωπαίος εταίρος της Λαϊκής Δημοκρατίας [Κίνας] και επομένως έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την επέμβαση.

***

Αντιπαλότητα με τη Γαλλία

Στη προσπάθεια του Βερολίνου να κατευθύνει την στρατιωτική πολιτική της ΕΕ σε μεγάλο βαθμό πάνω στο παραδοσιακό έδαφος επεκτατισμού του γερμανικού κεφαλαίου, υπάρχουν εδώ και μερικά χρόνια αντιστάσεις. Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζύ, μετά την αποτυχία της επέμβασης στο Τσαντ το 2009, οικοδόμησε ιδιαίτερα την στρατιωτική συνεργασία της Γαλλίας με την Μεγάλη Βρετανία. Το Νοέμβριο του 2010 τα δυό κράτη αποφάσισαν τα «Traités de Londres», τις «Συμβάσεις του Λονδίνου», όπως ονομάστηκαν στο Παρίσι: Συμφωνίες για μια ευρεία στρατιωτική και εξοπλιστική-οικονομική συνεργασία. Μεταξύ των άλλων προβλέπουν μια συνεργασία για αεροπλανοφόρα και για πυρηνικά όπλα καθώς και τη δημιουργία μιας μάχιμης κοινής ομάδας επέμβασης 6000 στρατιωτών. Το πιο σημαντικό: Η στρατιωτική συνεργασία ήδη έχει τεθεί σε εφαρμογή –αυτό έδειξε ο πόλεμος στη Λιβύη. Όπως όλους τους διεκδικητικούς από την Γαλλία πολέμους στην Αφρική, η γερμανική κυβέρνηση ήθελε ουσιαστικά να τον σαμποτάρει και αυτόν, όμως απέτυχε. Στο μεταξύ η γαλλο-βρετανική στρατιωτική συμμαχία παίρνεται στο Βερολίνο πολύ σοβαρά. Σύμβουλοι της κυβέρνησης μάλιστα κάνουν λόγο για μια νέα Αντάντ. Αυτό δείχνει για άλλη μια φορά πόσο κοντά βρίσκεται η σύγκριση των ετών 2014 και 1914: Η ίδρυση της Αντάντ αποφασίστηκε το 1904 από το Λονδίνο και το Παρίσι –σαν αντίβαρο ενάντια στην όλο και πιο φανερή γερμανική επιδίωξη για εξουσία, η οποία τελικά κατέληξε στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.

Με το βλέμμα στραμμένο στη γαλλο-βρετανική στρατιωτική συνεργασία, η κυβέρνηση της Γερμανίας τροποποίησε στο μεταξύ την πορεία της κατά τις επεμβάσεις της ΕΕ: Κατά την επέμβαση στο Μάλι συνεισφέρει σ΄ ένα βαθμό και αυτή, ώστε να μην αφήσει εντελώς [ελεύθερο] το πεδίο στο Παρίσι και το Λονδίνο. Ταυτόχρονα συνδέει τη συμμετοχή της στην επέμβαση προσπαθώντας να πατήσει και η ίδια γερά πόδι στο Μάλι και σε μερικές άλλες δυτικοαφρικανικές γαλλόφωνες χώρες. Όταν τον Δεκέμβριο επισκέφτηκε το Βερολίνο ο πρόεδρος του Μάλι Ιμπραχίμ Μποουμπακάρ Κέιτα, συμφώνησε να στείλει αυτή την άνοιξη συνεργάτες διάφορων υπουργείων από το Μάλι στη Γερμανία. Σκοπός ήταν να αποφασιστεί η χρήση γερμανικής χρηματικής βοήθειας στο ύψος των 100 εκατομμυρίων ευρώ. Έτσι θα μπορούσε για παράδειγμα να προμηθευτούν όπλα από γερμανικές επιχειρήσεις στο στρατό του Μάλι. Ο πρόεδρος Κέιτα πληροφόρησε ότι η Γερμανία απολαμβάνει «στο Μάλι τον διπλωματικό κώδικα 001». Αυτό σημαίνει «στη γλώσσα της διπλωματίας μας, ότι η Γερμανία αποτελεί σε διεθνές επίπεδο την πιο σημαντική χώρα-συνεταίρο». Μέχρι τώρα ήταν η Γαλλία. Η αντιπαλότητα ανάμεσα στο Βερολίνο και στο Παρίσι μεταφέρεται επομένως και στο αφρικανικό έδαφος.

Το 2014 στο «Πρόγραμμα του Σεπτέμβρη» του Μπέτμαν Χόλβεκ λεγόταν ότι η Γαλλία θα πρεπε «να αδυνατίσει τόσο, που να μην μπορεί να εγερθεί ξανά ως μεγάλη δύναμη». Στρατιωτικά λείπει ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι, οικονομικά όμως το Βερολίνο βρίσκεται στον καλύτερο δρόμο να επιτύχει αυτό τον στόχο. (…)

Ο αγώνας για δύναμη ενάντια στη Γαλλία δεν είναι φυσικά στην Ευρώπη ο μοναδικός τον οποίο διεξάγει σήμερα το γερμανικό κεφάλαιο. Σημαντικοί αγώνες υπάρχουν επίσης στην Ανατολή, κυρίως ενάντια στη Ρωσία, η οποία παρεμπιπτόντως με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν εξαλείφτηκε απλά ως συστημικός αντίπαλος, αλλά έχασε και όλα εκείνα τα εδάφη που ο πολιτικός του Κέντρου Έρτσμπεργκερ ήθελε να της πάρει ήδη το 1914. Η ρωσική επιρροή εξαφανίστηκε εντελώς το 1991 στα νεοδημιουργηθέντα κράτη της Βαλτικής μέχρι και την Κεντρική Ασία, μολαταύτα αυτή είναι διαφορετικού βαθμού –στα βαλτικά κράτη αδύναμη, στη Λευκορωσία ισχυρή. Πάλη γίνεται σήμερα κυρίως για την Ουκρανία. Όταν το 2005 μετά τη λεγόμενη πορτοκαλί επανάσταση ήρθε στο τιμόνι της εξουσίας μια φιλοδυτική κυβέρνηση, το γερμανικό κεφάλαιο μπόρεσε στην αρχή να αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις του. Με την αλλαγή στη σημερινή, περισσότερο φιλορωσική κυβέρνηση, οι ρωσικές επιχειρήσεις ενίσχυσαν πάλι την επιρροή τους [ΠΓ: σημειώνουμε εδώ ότι το άρθρο έχει γραφεί στα τέλη Ιανουαρίου, επομένως ο συγγραφέας αναφέρεται στην κατάσταση που υπήρχε λίγο πριν το νεοφασιστικό κυβερνητικό πραξικόπημα]. Από το τελευταίο έτος η κατάσταση για την πάλη ηγεμονίας οξύνεται δραματικά επειδή και οι δυό πλευρές αναζητούν να επιβάλλουν μια τελειωτική απόφαση: Το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες θέλουν να δέσουν το Κίεβο με μια Σύμβαση στην ΕΕ, η Μόσχα αντιθέτως θέλει να την ενσωματώσει στην Ευρασιατική Ένωση [ΠΓ: στο μεταξύ η νέα πραξικοπηματική κυβέρνηση έχει ήδη υπογράψει τη Συμφωνία με την ΕΕ]. Και τα δυό σχέδια αποβλέπουν στη μεγάλη χρονική διάρκεια ενώ αλληλοαποκλείονται. (…) Για ποιο λόγο όλα αυτά; Τελικά έχουν τον ίδιο στόχο, αυτόν που επεδίωκε ήδη το 1914 ο Έρτσμπεργκερ: για να επεκταθεί η σφαίρα ηγεμονίας του Βερολίνου προς την Ανατολή. Ο επεκτατισμός οφείλεται ακριβώς στη βασική δομή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που σκοπό έχει να απελευθερώσει το δρόμο για το κεφάλαιό τους. Εδώ η Γερμανία προσκρούει διαρκώς σε άλλες δυνάμεις, ανεξάρτητα απ΄ το αν πρόκειται για τη Ρωσία στην Ανατολή ή τη Γαλλία στη Δύση. Το να αδυνατίσουν οικονομικά οι δυνάμεις αυτές ή να παρθούν οι ζώνες επιρροής τους, αυτές είναι πολιτικές που χρησιμοποιούνται κάτω από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες. Μέχρι αυτού του σημείου μπορεί κανείς πραγματικά να βγάλει διδάγματα για την πολιτική στην Ευρώπη συγκρίνοντας το έτος 1914 με το 2014, διδάγματα που κάνουν πιο εύκολη μια εκτίμηση για το τελευταίο.

Πηγή: «junge Welt», 29/01/2014

Ο Jörg Kronauer είναι δημοσιογράφος έχοντας ως κέντρο βάρος δουλειάς του το νεοφασισμό και τη γερμανική εξωτερική πολιτική.".