Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους φαίνεται αναπόφευκτη


των Πέτερ Μίλερ, Κρίστιαν Ράιερμαν και Κρίστοφ Σουλτ    
Greek Debt Restructuring Looks Inevitable
©Der Spiegel


Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (Wolfgang Schäuble) σιχαίνεται να του χαλάνε τα Σάββατα το απόγευμα. Είναι η ώρα που ο Γερμανός υπουργός οικονομίας και φανατικός λάτρης του ποδοσφαίρου, θα κάτσει στην τηλεόραση  να δει το παιχνίδι της αγαπημένης του ομάδας, της «Μπάγερν Μονάχου».

Αλλά το Σάββατο 2 Απριλίου οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις τον ανάγκασαν να χάσει το ματς και να λάβει μέρος σε μια τηλεδιάσκεψη. Στη γραμμή τον περίμεναν οι ομόλογοί του των σημαντικών κρατών της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίδας υπουργού οικονομίαςΚριστίν Λαγκάρντ (Christine Lagarde), του επιτρόπου νομισματικών υποθέσεων της ΕΕ Όλι Ρεν(Olli Rehn) και του Ζαν-Κλοντ Τρισέ (Jean-Claude Trichet), προέδρου της «ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας» (ΕΚΤ).

Ο λόγος της ενόχλησης δεν ήταν άλλος από την κρίση -που του έχει καταστρέψει πολλά Σαββατοκύριακα τους τελευταίους μήνες (περισσότερα ακόμα και από τις κακές εφετινές εμφανίσεις της Μπάγερν). Για άλλη μια φορά, το θέμα συζήτησης ήταν η κατάσταση της «οικονομικής νομισματικής ενότητας» (ΟΝΕ) και το πώς να βοηθηθούν τα κράτη-μέλη που αντιμετώπιζανοικονομικά προβλήματα.

Μετά από μια χρονιά γεμάτη.......................
οικονομικές συμφορές, ελλείψεις ρευστότητας και παραλίγο χρεοκοπιών, η κατάσταση πολύ απέχει από το να έχει σταθεροποιηθεί. Μάλιστα τις τελευταίες εβδομάδες η κρίση του ευρώ επιδεινώνεται.

Αφού επί μήνες οι πάντες διαβεβαίωναν πως η χρεωμένη Πορτογαλία δε θα προσφύγει στο «μηχανισμό στήριξης», τελικά αυτό δεν απετράπη. Σε τηλεοπτικό του διάγγελμα την Πέμπτη 7 Απριλίου ο Πορτογάλος πρωθυπουργός Ζοζέ Σόκρατες (José Sócrates) ανακοίνωσε πως η υπηρεσιακή του κυβέρνηση δεν μπορούσε να αντέξει άλλο μόνη τις κερδοσκοπικές επιθέσεις των αγορών. Λίγο πριν, τα επιτόκια δανεισμού της χώρας του είχαν ξεπεράσει τα επίπεδα ρεκόρ του 10%.

Η αλήθεια είναι πως όσοι ήταν χρεωμένοι με την διάσωση του ευρώ στις Βρυξέλλες και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μέχρι τώρα μάλλον απέτυχαν: όλες σχεδόν οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν. Και τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο.

Αρχικά, ο κόσμος πίστεψε πως τα ποσά που διατέθηκαν για τον «ευρωπαϊκό μηχανισμό χρηματοοικονομικής σταθερότητας» (EFSF) -το προσωρινό ταμείο διάσωσης που θα αντικατασταθεί το 2013 από τον μόνιμο «ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας» ESM) in 2013- θα έφταναν και θα περίσσευαν για να καθησυχάσουν τις αγορές, και πως ούτως ή άλλως κανείς εντέλει δε θα προσέφευγε σε αυτόν. Να όμως που δύο ακόμα κράτη-μέλη, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία κατέφυγαν εκεί και κανείς δεν στοιχηματίζει πως δε θα τις ακολουθήσουν κι άλλες.

Παραδοχή αποτυχίας

Αλλά εκεί που τα πράγματα πάνε ακόμα χειρότερα, είναι στην Ελλάδα. Πέρσι η «ευρωπαϊκή επιτροπή» (Κομισιόν) η ΕΚΤ και το «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ) κατόρθωσαν να βρουν ένα ειδικό «πακέτο διάσωσης» για την Ελλάδα, για να τη σώσουν από τη χρεοκοπία. Αλλά από τότε η κατάσταση της χώρας δε βελτιώθηκε και πολύ.

Μετά από ένα έτος οικονομικών διορθώσεων και μεταρρυθμίσεων, τα ελληνικά ομόλογα βρίσκονται εκεί που βρίσκονταν και όταν ξεκίνησε αυτή η προσπάθεια και τα επιτόκιά τους βρίσκονται στα ύψη. Πράγματι, η κυβέρνηση έχει τους ίδιους δείκτες αξιοπιστίας που είχε εδώ και δώδεκα μήνες.

Αυτή η εξέλιξη ισοδυναμεί με άρση της εμπιστοσύνης των επενδυτών προς τα μέτρα διάσωσης που υπέδειξε η ΕΕ. Οι παράγοντες των αγορών απλά δεν πιστεύουν πως η Ελλάδα θα κατορθώσει σύντομα να σταθεί μόνη στα πόδια της. Και εμφανίζεται πια ο κίνδυνος να γίνει πραγματικότητα αυτό που οι Ευρωπαίοι προσπαθούσαν να αποφύγουν όλη την προηγούμενη χρονιά: η υποχρεωτική αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας.

Παρά τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις, όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν πως μακροπρόθεσμα είναι αδύνατο να αποφευχθεί το λεγόμενο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους. Το «Σπίγκελ» την περασμένη εβδομάδα ανέφερε πως το ΔΝΤ πιέζει την Αθήνα να αναδιαρθρώσει το χρέος της. Αλλά φαίνεται πως δεν είναι μόνο το ΔΝΤ που πιέζει προς αυτή την κατεύθυνση: αρκετοί υπουργοί οικονομίας κρατών-μελών της ευρωζώνης θεωρούν την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ως μια ριζοσπαστική μεν, αλλά ενδεδειγμένη λύση, που θα εξανάγκαζε τους κατόχους των ελληνικών ομολόγων να αναλάβουν μέρος της ζημιάς.

Την περασμένη εβδομάδα, σε μια συνεδρίαση της Κομισιόν, ο επίτροπος Όλι Ρεν ζήτησε από τους ομολόγους του να μην αναφέρονται δημοσίως στο ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, αλλά πρόσθεσε πως αυτή αργά ή γρήγορα θα γίνει. Αν πράγματι φτάσουμε ως εκεί, αυτό θα ισοδυναμεί με παραδοχή πως η προσέγγιση της ευρωζώνης στην αντιμετώπιση της κρίσης απέτυχε, τουλάχιστο προς το παρόν.

Αυξανόμενο έλλειμμα

Αλλά το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους επανήρθε στην τηλεδιάσκεψη του Σόιμπλε. Πολλοί συνάδερφοί του συμφώνησαν μαζί του πως οι εξελίξεις στην Ελλάδα είναι ανησυχητικές και εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για το αν εντέλει θα πετύχουν τα μέτρα που εφαρμόζονται.

Οι αμφιβολίες τους είναι δικαιολογημένες. Οι τελευταίες εκτιμήσεις της Κομισιόν, του ΔΝΤ και της ΕΚΤ ως προς το αν η Ελλάδα θα μπορέσει τελικά να αναχρηματοδοτήσει μόνη της το χρέος της, σήμαναν συναγερμό. Η σχετική μελέτη έδειξε πως η οικονομία της χώρας συρρικνώνεται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από όσους φοβούνταν και πως ένας από τους κύριους λόγους της ύφεσης αυτής είναι τα εφαρμοζόμενα κυβερνητικά μέτρα λιτότητας, που υποχρεώθηκε να εφαρμόσει η Αθήνα σε αντάλλαγμα με τη λήψη εξωτερικής βοήθειας. Το αποτέλεσμα ήταν το δημόσιο χρέος της χώρας να αυξηθεί πέραν του αναμενομένου.

Η έκθεση των εμπειρογνωμόνων προσθέτει πως το πρόγραμμα που εφαρμόζει η χώρα για να βελτιώσει τα οικονομικά της, έχει φτάσει στα όριά του. Για να μπορέσει η Ελλάδα να χειριστεί μόνη το χρέος της, η οικονομία της χώρας θα έπρεπε να ανακάμψει και η κυβέρνηση θα έπρεπε να είναι εις θέση να αυξήσει τα έσοδα του κράτους. Αλλά προς το παρόν τίποτα από αυτά δε φαίνεται στον ορίζοντα. Κατά τη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης, ορισμένοι υπουργοί οικονομίας υπέδειξαν, πολύ προσεκτικά, πως τελικά ίσως θα ήταν καλύτερα η Ελλάδα να αναδιαρθρώσει το χρέος της.

«Δεν είμαι έτοιμος να αναφερθώ σε κάτι τέτοιο», κραύγασε ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ. Με δεδομένα τα ποσά που χρωστά η Ελλάδα, αν οι επενδυτές δέχονταν αίτημα μείωσης της αξίας των χρεογράφων τους, θα ήταν δυνατό να πυροδοτηθεί κρίση αξιοπιστίας προς ολόκληρη την ευρωζώνη.

Οι επιπτώσεις στην εικόνα της ΕΚΤ

Ο Τρισέ προειδοποίησε επίσης για τα πλήγματα που θα υφίσταντο σε μια τέτοια περίπτωση οι τράπεζες που κατέχουν πολλά ελληνικά χρεόγραφα. Πάντως, αυτός ο κίνδυνος δεν απέτρεψε τον ίδιο τον Τρισέ να ανακοινώσει την Πέμπτη (7/4) άνοδο του επιτοκίου της ευρωζώνης, επιδεινώνοντας έτσι τη θέση των υπερχρεωμένων κρατών.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Σόιμπλε θεωρεί υπερβολικές και αστοιχείωτες τις ανησυχίες του Τρισέ για το πώς θα αντιδράσουν οι αγορές σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Επιπλέον θεωρεί πως ο Τρισέ δε θα παραδεχτεί ποτέ δημοσίως το πραγματικό κίνητρό του: σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την Ελλάδα, η ΕΚΤ έχει αγοράσει ελληνικά χρεόγραφα ύψους πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτό καθιστά το ίδρυμά του μέλος των επενδυτών που θα πληγούν σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, με αποτέλεσμα να μειωθεί το ενεργητικό της ΕΚΤ, κάτι που ο Τρισέ θέλει να αποφύγει πάση θυσία την τελευταία χρονιά της θητείας του στην προεδρία της τράπεζας.

Η αλήθεια είναι πως ο Σόιμπλε και οι ομόλογοί του εξαγριώνονται όλο και περισσότερο με τον Τρισέ. Θεωρούν πως αν ο Τρισέ θέλει να παραμένει τόσο επίμονα αρνητής κάθε προοπτικής αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, θα πρέπει να τους εξηγήσει πώς ακριβώς πιστεύει πως θα μπορέσει η Αθήνα να αντλήσει χρήματα από τις χρηματαγορές τόσο σύντομα όσο στις αρχές του 2012, όπως προβλέπει το πρόγραμμα εξυγίανσης της οικονομίας της. Στην τηλεδιάσκεψη ο Γερμανός υπουργός οικονομίας δήλωσε πως αυτό σήμερα δεν αποτελεί παρά «ευσεβή πόθο»

Η Γερμανία είναι απρόθυμη να βοηθήσει κι άλλο την Ελλάδα

Πέραν της ελεγχόμενης πτώχευσης της Ελλάδας, μόνη εναλλακτική λύση απομένει η περαιτέρω οικονομική της ενίσχυση. Αλλά ο Σόιμπλε έχει καταστήσει σαφές στον Τρισέ πως είναι εξαιρετικά απρόθυμος να παράσχει στους Έλληνες περαιτέρω βοήθεια. Το βασικό επιχείρημα του Σόιμπλε είναι πως η «μπούντεσταγκ» (η γερμανική κάτω βουλή) ουδέποτε θα ενέκρινε συνέχιση της βοήθειας προς την Ελλάδα.

Αυτοί που αποκλείουν με περισσότερη έμφαση κάθε σκέψη για περαιτέρω ενίσχυση της Ελλάδας είναι οι βουλευτές του φιλικού προς τις επιχειρήσεις «κόμματος ελευθέρων δημοκρατών» (FDP) που συγκυβερνούν ως ελάσσων εταίρος στον κυβερνητικό συνασπισμό της καγκελαρίου 'Ανγκελα Μέρκελ (Angela Merkel), μαζί με την κεντροδεξιά «χριστιανική δημοκρατική ένωση» (CDU) και το «αδερφό» της κόμμα στην Βαυαρία, τη «χριστιανική κοινωνική ένωση» (CSU). «Το συμφέρον των Γερμανών φορολογουμένων επιτάσσει να μη δώσει η χώρα μας περαιτέρω οικονομική βοήθεια στους Ευρωπαίους εταίρους μας», όπως το θέτει ο Βόλκερ Βίσινγκ (Volker Wissing) ο βουλευτής του FDP που προεδρεύει της οικονομικής επιτροπής της «μπούντεσταγκ».

«Αν μπούμε στη λογική πως είσαι διαρκώς εξαναγκασμένος να παρέχεις οικονομική βοήθεια, δε θα πάψουμε ποτέ να πληρώνουμε», προσθέτει ο οικονομικός εμπειρογνώμων του FDP Φρανκ Σάφλερ (Frank Schäffler). «Αλλά κάτι τέτοιο θα καθιστούσε ευάλωτη την κοινότητά μας στον εκβιασμό -όχι από τις τράπεζες μόνο, αλλά και τις χώρες που βοηθούνται»

Όσο για την αντιπολίτευση, εκφράζει κι αυτή ανησυχίες: «στο φως των νέων δεδομένων, η Ελλάδα δε θα μπορέσει να επιβιώσει χωρίς αναδιάρθρωση του χρέους της», επισημαίνει ο Κάρστεν Σνάιντερ (Carsten Schneider) εκπρόσωπος του «γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος» (SPD) για την οικονομία, πριν προσθέσει πως «δεν είναι πλέον ανεκτό να χρησιμοποιούνται τα χρήματα των φορολογουμένων για να ανακουφίζονται οι τράπεζες κι άλλοι ιδιώτες επενδυτές και να διαιωνίζεται ο κρατικός δανεισμός της Ελλάδας».

Από τη στιγμή που πολλές από τις υπόλοιπες χώρες που είναι υποψήφιες «να βάλουν το χέρι στην τσέπη» για να βοηθήσουν την Ελλάδα είναι εξαιρετικά απρόθυμες να συνεχίσουν να το κάνουν αυτό, ο Σόιμπλε και οι ομόλογοί του έχουν πάνω-κάτω συμφωνήσει σιωπηλά ποια θα είναι η συνέχεια: αν και κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει την Αθήνα να ξεκινήσει συζητήσεις με τους δανειστές της για αναδιάρθρωση του χρέους της, κανείς δε θα την εμποδίσει να το κάνει αυτό, όποτε εκείνη το αποφασίσει.

Ο Μπαρόζο στη Λισσαβόνα, σε αναζήτηση στήριξης

Ενώ όμως στην περίπτωση της Ελλάδας οι υπουργοί οικονομίας της ΕΕ δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα, στην περίπτωση της Πορτογαλίας εξάντλησαν κάθε δυνατότητα πίεσης που διέθεταν: απέρριψαν ομόφωνα το αίτημα της Πορτογαλίας για παροχή ενός πρόσκαιρου δανείου άνευ όρων, ώστε η χώρα να μπορέσει να επιβιώσει τουλάχιστο ως τις εκλογές του Ιουνίου.

Αντ' αυτού, οι υπουργοί οικονομίας αποφάσισαν πως θα ήταν προτιμότερο η χώρα να ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία της προσφυγής στην Κομισιόν και το ευρωπαϊκό ταμείο διάσωσης. Βέβαια έτσι η υπηρεσιακή κυβέρνηση του πρωθυπουργού Σόκρατες αναγκάστηκε να αναλάβει δεσμεύσεις που θα προτιμούσε να είχε αποφύγει. Προκειμένου να πειθαναγκασθούν μάλιστα οι ατίθασοι Πορτογάλοι, οι υπουργοί οικονομίας αποφάσισαν να στείλουν στη Λισαβόνα τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο (Jose Manuel Barroso), για να πείσει τους συμπατριώτες του να δεχτούν τη λύση αυτή. Έστω και απρόθυμα, ο Μπαρόζο πήγε πράγματι στη Λισσαβόνα και συναντήθηκε με στελέχη της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης.

Την περασμένη Τρίτη (5/4) οι πρόεδροι των πέντε μεγαλυτέρων τραπεζών της Πορτογαλίας είχαν ενημερώσει τον Πορτογάλο υπουργό οικονομίας Φερνάντο Τεϊξέιρα Ντος Σάντος (Fernando Teixeira dos Santos) πως δεν ήταν πια εις θέση να συνεχίσουν να αγοράζουν κρατικά χρεόγραφα. Οι τραπεζίτες υπογράμμισαν στην κυβέρνηση πως τα πράγματα είχαν γίνει πολύ ριψοκίνδυνα για εκείνους και του θύμισαν πως ήδη είχαν στα θησαυροφυλάκιά τους πορτογαλικά κρατικά χρεόγραφα ύψους 14 δις ευρώ. Την Πέμπτη (7/4) ο Μπαρόζο ανακοίνωσε πως οι ανυπότακτοι Πορτογάλοι είχαν συνθηκολογήσει και τα πράγματα θα μπορούσαν να πάρουν το δρόμο τους.

Ασαφείς δεσμεύσεις

Δύο μέρες αργότερα, έφτανε στις Βρυξέλλες το επίσημο αίτημα της Πορτογαλία για οικονομική βοήθεια. Οι υπουργοί οικονομίας της ΕΕ, που ευρίσκοντο σε σύνοδο κοντά στη Βουδαπέστη, διαμήνυσαν στην Κομισιόν να κρίνει το αίτημα αυτό όσο γρηγορότερα γίνεται. Την Παρασκευή (9/4) οι υπουργοί οικονομίας ανακοίνωσαν από τη Βουδαπέστη πως η Πορτογαλία θα λάμβανε βοήθεια ύψους 80 δις ευρώ. Αλλά οι προϋποθέσεις ενθυλάκωσης αυτού του «πακέτου» εξακολουθούν να είναι ασαφείς. Οι Πορτογάλοι εξακολουθούν να αρνούνται την επίσκεψη μελών του ΔΝΤ στη χώρα τους. Το σχέδιο τώρα είναι να σταλεί τις επόμενες ημέρες στη Λισσαβόνα μια ομάδα «επενδυτών» (μια «αποστολή» του ΔΝΤ, της Κομισιόν και της ΕΚΤ) προκειμένου να αξιολογήσει με ακρίβεια ποια είναι η δημοσιοοικονομική κατάσταση της χώρας. Υπολογίζεται πως το σχέδιο διάσωσης των οικονομίας της Πορτογαλίας θα έχει εκπονηθεί λεπτομερώς ως τα μέσα Μαΐου. Μόνο τότε θα μπορεί να αρχίσει η εκταμίευση του δανείου.

Αν και οι υπουργοί οικονομίας μοιάζουν ευτυχείς από τις εξελίξεις αυτές, υπάρχουν άλλοι που ανησυχούν πως οι εκλογές του Ιουνίου ίσως δημιουργήσουν απόπειρες αναδιαπραγμάτευσης του σχεδίου σωτηρίας. Κάτι παρόμοιο έγινε εξάλλου πρόσφατα στην Ιρλανδία, όπου η νεοεκλεγμένη συντηρητική κυβέρνηση συνεχίζει να ευελπιστεί πως θα κατορθώσει να τροποποιήσει ορισμένους από τους όρους στους οποίους υποχρεώθηκε η χώρα τους προκειμένου να λάβει οικονομική βοήθεια.

Επιβεβαίωση των φόβων

Αυτό όμως που ανησυχεί περισσότερο τους Ευρωπαίους, είναι η πιθανότητα να ζητήσουν βοήθεια κι άλλες χώρες πέραν της Πορτογαλίας. Το Βέλγιο και η Ισπανία βρίσκονται επίσης σε δεινή θέση.

Τα καλά νέα είναι πως η υπουργός οικονομίας της Ισπανίας Έλενα Σαλγκάδο (Elena Salgado) υπογράμμισε πως τα επιτόκια των ισπανικών ομολόγων μειώθηκαν κατά 30% από την αρχή του έτους. Ακόμα και την Πέμπτη, την ημέρα που η Πορτογαλία προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης, τα ισπανικά επιτόκια μειώθηκαν.

Ακόμα κι έτσι να είναι όμως, πολλοί εκτιμούν πως η Ισπανία εξακολουθεί να κινδυνεύει να βρεθεί σε δημοσιονομικό αδιέξοδο. Η απαισιοδοξία εξάλλου, έχει λόγους να επιμένει: ως τώρα, στην κρίση του ευρώ, όλοι οι εκπεφρασμένοι φόβοι έχουν επιβεβαιωθεί.

Αλλά αν το Βέλγιο ή η Ισπανία αντιμετωπίσουν πράγματι οικονομικό αδιέξοδο, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ευρωζώνης θα βρεθούν εμπρός σε προκλήσεις εντελώς διαφορετικής κλίμακας. Το αργότερο ως τότε, οι υπουργοί οικονομίας της ΕΕ θα πρέπει να έχουν συμφωνήσει να ενισχύσουν το ταμείο διάσωσης. Προς το παρόν, προτιμούν να αναβάλουν την εξέταση αυτού του προβλήματος.

Καθίζοντας το ταμείο διάσωσης στο εδώλιο του κατηγορουμένου

Από τη Δευτέρα όμως (11/4) το ζήτημα της οικονομικής βοήθειας στην Πορτογαλία δε θα απασχολεί μόνο τους υπουργούς οικονομίας της ΕΕ, αλλά και το εδρεύον στην Καρλσρούη γερμανικό ανώτατο δικαστήριο, το «ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο». Ο νομικός και οικονομολόγος Μάρκους Κέρμπερ (Markus Kerber), ζητά από το δικαστήριο να εκδώσει προσωρινή δικαστική απαγόρευση κατά της απόφασης της κυβέρνησης να ενισχύσει οικονομικά την Πορτογαλία.

Στην 37 σελίδων αγωγή του, ο Κέρμπερ ισχυρίζεται πως αν το δικαστήριο δεν αποδεχθεί το αίτημά του, θα υπάρξει κίνδυνος «μετά την ενίσχυση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας από τον "ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας" και το σχετικό αίτημα της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας, να υπάρξουν και άλλα παρόμοια αιτήματα, από τις κυβερνήσεις κρατών σαν την Ισπανία, το Βέλγιο και την Ιταλία».

Πέρσι, ο Κέρμπερ και άλλοι 50 οπαδοί του, είχαν καταθέσει αίτημα αντισυνταγματικότητας του ευρωπαϊκού ταμείου διάσωσης. Θεωρεί πως η εξέταση του αιτήματός του θα καταστεί εκ των πραγμάτων περιττή, αν η μια χώρα μετά την άλλη προσφεύγουν στο μηχανισμό αυτό. «Τι νόημα θα έχει η απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου, αν ήδη έχουμε καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων μας;», αναρωτιέται ο Κέρμπερ.

Οι Peter Müller, Christian Reiermann και Christoph Schult είναι συντάκτες του «Σπίγκελ»
πηγη pool