Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Όταν ήμαστε φτωχοί και παλιά

της Αλμουδένα Γκράντες Χερνάντες    

©New York Times



Όταν ήμουν παιδί, τα κρύα χειμωνιάτικα πρωινά στη Μαδρίτη οι υπηρέτριες δεν περπατούσαν ποτέ. Τις θυμάμαι πάντοτε να τρέχουν, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, προσπαθώντας να παραμείνουν ζεστές μέσα στις λεπτές μάλλινες ζακέτες τους.

Θυμάμαι ακόμα σκουρόχρωμους άνδρες να περπατούν αργά, με σηκωμένους τους γιακάδες τους, κουβαλώντας βαλίτσες από χαρτόνι. Θυμάμαι πως τους κοιτούσα και θαύμαζα την ανθεκτικότητά τους, κι αναρωτιόμουν αν κρύωναν κι εκείνοι. Φυσικά κρατούσα τις απορίες αυτές για τον εαυτό μου.

Στην Ισπανία της δεκαετίας του '60, η περιέργεια των παιδιών θεωρούνταν κακή συνήθεια. Μας περιτριγύριζαν ένα σωρό φωτογραφίες νεαρών χαμογελαστών προσώπων που δεν είχαμε συναντήσει ποτέ -καμιά φορά ήταν κορνιζαρισμένες, άλλοτε παραχωμένες στον πάτο συρταριών, κάτω από στοίβες ρούχα. Κι αυτός ποιος είναι; Ήταν θείοι, ξαδέλφια, συγγενείς, φίλοι που είχαν πια πεθάνει.

Πώς πέθανανΠαλιά, πολύ παλιά. Ναι, αλλά πώς, γιατί, τι συνέβη; Στον πόλεμο ή μετά από αυτόν. Αλλά η ιστορία τους ήταν τόσο λυπητερή, τόσο τρομερή που εμείς τα παιδιά καλύτερα να μην ασχολούμαστε με τόσο δυσάρεστες υποθέσεις.
 ΕΓια μας τα παιδιά ο πόλεμος ήταν μια μυστηριώδης σύγκρουση για την οποία κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει, αν και οι αναμνήσεις της ήταν φανερό πως στοίχειωναν το βλέμμα των μεγάλων, σαν μια ανοικτή πληγή μολυσμένη από φόβο ή ενοχές. Αλλά κάθε αναφορά στον πόλεμο τέλειωνε απότοματη συζήτηση.

Κι έτσι εμείς τα παιδιά μάθαμε να μη ρωτάμε, πολύ πριν διαβάσουμε τους φοβερούς και δηκτικούς στίχους του Ζεμ Ζιλ Ντε Μπιέντμα (Jaime Gil de Biedma): «από όλες της περιπτώσεις της ιστορίας, η πιο θλιβερή είναι αναμφίβολα η Ισπανία, γιατί δεν έχει ευτυχές τέλος».

Ακόμα και σήμερα, οι Ισπανοί δεν θέλουν να θυμούνται.

Ζούσαμε σε μια φτωχή χώρα, αλλά αυτό το είχαμε συνηθίσει. Ήμαστε ανέκαθεν φτωχοί, ακόμα και την εποχή που οι βασιλείς της Ισπανίας ήταν οι κυρίαρχοι της οικουμένης και ο χρυσός από τις αμερικανικές μας κτήσεις εισέρρεε στην ιβηρική χερσόνησο, αφήνοντας πίσω του μόνο την σκόνη από τα κάρα που τον μετέφεραν στη Φλάνδρα για να ξεπληρώσει τα χρέη του στέμματος. Στη Μαδρίτη των παιδικών μου χρόνων, όπου ένα ζεστό παλτό ήταν άφταστο όνειρο για τις υπηρέτριες κι όπου οι εργάτες περίμεναν στο σιδηροδρομικό σταθμό τα τρένα που θα τους πήγαιναν στους αμπελώνες της Γαλλίας και στα γερμανικά εργοστάσια, η φτώχεια ήταν η κοινή μας μοίρα, το μόνο που οι περισσότεροι γονείς μπορούσαν να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους.Αλλά υπήρχε και κάτι ακόμα που μας κληροδοτούσαν, κάτι πολύτιμο, που οι σημερινοί Ισπανοί το έχουμε χάσει.

Θυμάμαι και μπορώ να ανακαλέσω μερικές εικόνες στο μυαλό μου: το κρύο, οι ζητιάνοι, η σιωπή. Η ανησυχία των μεγάλων όποτε έβλεπαν αστυνομικό, μια παλιά συνήθεια που ήταν τόσο δύσκολο να αποτινάξουμε. Εκείνες τις μέρες, αν μας έπεφτε κάτω ένα κομμάτι ψωμί, μας έβαζαν να το μαζέψουμε και να το φιλήσουμε πριν το ξαναβάλουμε στο τραπέζι. Τόση ήταν η πείνα που είχαν γνωρίσει τα σπίτια μας την εποχή που είχαν πεθάνει εκείνοι οι αγαπημένοι για τους οποίους κανείς δε μιλούσε. Όσο σκληρά όμως κι αν προσπαθήσω, δεν μπορώ να θυμηθώ ίχνος θλίψης.

Υπήρχε οργή, ναι, και σφιγμένα σαγόνια ανδρών και γυναικών που είχαν υποφέρει τα πάνδεινα κι όμως συνέχιζαν να αγωνίζονται. Εδώ και τριάντα μόλις χρόνια, στην Ισπανία τα παιδιά κληρονομούσαν από τους γονείς τους φτώχεια, αλλά και αξιοπρέπεια· έναν τρόπο να είσαι φτωχός, χωρίς να είσαι ποτέ αναξιοπρεπής. Ποτέ δεν παύαμε να αγωνιζόμαστε για ένα καλύτερο μέλλον, ποτέ δεν τα παρατούσαμε. Ούτε καν ο Φράνκο (Franco), στα 36 χρόνια της δικτατορίας του που γεννήθηκε από εκείνο τον άθλιο πόλεμο δεν κατάφερε να εμποδίσει τους αντιπάλους του από το να προκόψουν, να ερωτευτούν, να κάνουν οικογένεια, να είναι ευτυχισμένοι. Στην Ισπανία των παιδικών μου χρόνων, η ευτυχία ήταν ένας τρόπος να αντιστεκόμαστε.

Αργότερα μας είπαν να ξεχάσουμε. Μας είπαν πως για να φτιάξουμε τη δημοκρατία μας ήταν σημαντικό να κοιτάμε μόνο εμπρός. Καλά θα κάναμε να παριστάνουμε πως δεν είχε συμβεί τίποτα.Αλλά ξεχνώντας το κακόσβήσαμε το καλόΠράγμα που δεν έμοιαζε να έχει σημασία, γιατί άξαφνα ήμασταν ελκυστικοί, μοντέρνοι, της μόδας. Ποιος νοιαζόταν τώρα για τον πόλεμο, την πείνα, τη μιζέρια και τους εκατοντάδες χιλιάδες πεθαμένους;

Γυρνώντας όμως την πλάτη μας στις υπηρέτριες με τις λεπτές ζακέτες, στους άνδρες με τις βαλίτσες από χαρτόνι, στη συνήθεια να φιλάμε το ψωμί, αποκοπήκαμε από την παράδοσή μας και από εκείνες τις αξίες που θα μας βοηθούσαν να αντεπεξέρθουμε στην επιστροφή της φτώχειας.Αυτό το νέο κύμα στέρησης εξαπολύθηκε εναντίον μας από την καρδιά της ίδιας εκείνης Ευρώπης που υποτίθεται πως θα μας έκανε όλους πλούσιους, αφού πριν μας είχε κλέψει ένα θησαυρό που δεν μπορεί να αγοράσει όλο το χρυσάφι του κόσμου. Σήμερα οι Ισπανοί δεν είμαστε μόνο αδέκαροι· είμαστε χαμένοι, ζαλισμένοι, σε σύγχυση, αποπροσανατολισμένοι σαν παραχαϊδεμένα παιδιά που τους πήραν όλα τους τα παιχνίδια. Παιδιά που δεν ξέρουν πώς να κάνουν να ακουστεί η φωνή τους, πώς να διεκδικήσουν ό,τι είναι δικό τους, πώς να καταγγείλουν την κλοπή ή να σταματήσουν τους κλέφτες.

Αν μας έβλεπαν οι παππούδες μας θα έσκαγαν στα γέλια πριν πεθάνουν από ντροπή. Για αυτούς, τα σημερινά μας οικονομικά προβλήματα θα ήταν μια μικρή αναποδιά, όχι μια κρίση. Γιατί εμείς οι Ισπανοί ξέραμε επί αιώνες πώς να είμαστε φτωχοί αλλά αξιοπρεπείς, χωρίς ποτέ να είμαστε πειθήνιοι.

Ποτέ, ως τώρα.

Η Almudena Grandes Hernández είναι μυθιστοριογράφος.