Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Όταν το γυαλί ράγισε: Η κατάργηση του νόμου Glass - Steagall και η μετατροπή της παγκόσμιας οικονομίας σε επιχείρηση χρηματοπιστωτικού τζόγου


Είναι 12 Νοέμβρη του 1999 και ο Λευκός Οίκος των Ηνωμένων Πολιτειών γιορτάζει. Μαζί του πανηγυρίζουν χιλιάδες επενδυτές και τραπεζίτες στην Αμερική, αλλά και ολόκληρο τον πλανήτη. Είναι η μέρα που υπογράφεται ο νόμος για την... “Μοντερνοποίηση του Οικονομικών Υπηρεσιών”, ή αλλιώς Gramm-Leach-Bliley Act.

Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Δημοκρατικός Μπιλ Κλίντον, ο τελευταίος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών που βομβάρδισε ευρωπαϊκό έδαφος. Από τον Μάρτιο του 1999 όλα τα μέσα ενημέρωσης του πλανήτη στρέφονται στην Σερβία, το Μαυροβούνιο και το Κόσοβο, για τον πόλεμο των 77 ημερών που, όπως ανακοίνωσαν ο Μπιλ Κλίντον και ο Τόνι Μπλερ, αποτέλεσε έναν “ανθρωπιστικό πόλεμο για την προστασία αμάχων από την εθνοκάθαρση του Σέρβου Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς”.

Την ίδια στιγμή στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, σχηματιζόταν ένας κολοσσός τερατωδών διαστάσεων. Ήταν Οκτώβριος του 1998 και λίγο πριν τα ΝΑΤΟϊκά αεροσκάφη σφυροκοπήσουν το Βελιγράδι και δεκάδες ακόμη πόλεις και χωριά, σχηματιζόταν το... “too big to fail” μεγαθήριο που ακούει στο όνομα Citigroup.

Η εμπορική τράπεζα Citicorp ανακοινώνει τη συγχώνευση της με την ασφαλιστική κοινοπραξία Travelers Group και το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα: Να ακυρώσει μία από τις μεγαλύτερες συγχωνεύσεις στην ιστορία της αμερικανικής οικονομίας ή να κάνει τα στραβά μάτια.

Alan Greenspan
Το 2008 ο Άλαν Γκρίνσπαν, πρόεδρος της Αμερικανικής Ομοσπονδιακή τράπεζας από το 1987 ως το 2006 δηλώνει σε τηλεοπτική του συνέντευξηότι η “FED είναι υπεράνω του νόμου. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε ο ίδιος ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορούν να παρέμβουν στο έργο της. Όσοι την διοικούν είναι υπόλογοι μονάχα στον ίδιο τους τον εαυτό”.

10 χρόνια πριν, το 1998, ο Άλαν Γκρίνσπαν από τη θέση του προέδρου της FED λαμβάνει μία απόφαση που θα σημαδέψει την παγκόσμια οικονομία για την επόμενη δεκαπενταετία: την προσωρινή παύση του νόμου Glass - Steagall, για την διευκόλυνση της δημιουργίας του τραπεζικού κολοσσού της Citigroup.
Πίσω στο μακρινό 1932 οι ΗΠΑ, αλλά και ολόκληρος ο πλανήτης, βρίσκονται υπό την απειλή της ολοκληρωτικής διάλυσης. Η οικονομική κρίση που μαστίζει την παγκόσμια οικονομία έχει βυθίσει την Ευρώπη στη σκιά του φασισμού και του ναζισμού, την ώρα που η Αμερική βιώνει ένα πρωτοφανές και άνευ προηγουμένου χρηματοπιστωτικό κραχ. Η ανεργία ξεπερνά κάθε φαντασία και η κατάσταση μοιάζει μη αναστρέψιμη. ΕΕίχαν ήδη συμπληρωθεί τρία χρόνια από την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου της Wall Street. Ένα κενό αναπτυξιακό ράλι 9 συνεχόμενων ετών σταμάτησε στις 24 Οκτώβρη του 1929. Ήταν η “Μαύρη Πέμπτη” της αμερικανικής οικονομίας, όταν μέσα σε μία μόλις μέρα εξαφανίστηκε το 11% της συνολικής αξίας των μετοχών. Είχε προηγηθεί η κατάρρευση του βρετανικού χρηματιστηρίου, υπό το βάρος συγκλονιστικών αποκαλύψεων διαφθοράς στις τάξεις μερικών από τους μεγαλύτερους επενδυτές της εποχής.

Η εμπιστοσύνη των επενδυτών στην αμερικανική αγορά χάθηκε. Όλα τα χρηματιστήρια της Δύσης βλέπουν τις αξίες των μετοχών να εξαφανίζονται και την πραγματική τους οικονομία να μετατρέπεται σε άχρηστα χαρτιά.

Το χάος των τριών χρόνων της κρίσης, έρχονται να καλύψουν δύο νομοσχέδια σχεδιασμένα από τους Δημοκρατικούς Carter Glass και Henry Steagall. Το Τραπεζικό νομοσχέδιο του 1932 επιτρέπει στην Αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα την άμεση έκδοση χρήματος με εγγυητή το αμερικανικό κράτος και τα αποθέματα χρυσού του, αλλά και τον άμεσο δανεισμό έως και 5 εκατομμυρίων δολαρίων των συστημικών ή μικρότερων τραπεζών, κάτω από σχετικά ευνοϊκές συνθήκες.
Επειδή, όμως, το χρηματιστηριακό τζογάρισμα της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα έδωσε στην αμερικανική ηγεσία ένα πολύ καλό μάθημα διαχείρισης ακραίων καταστάσεων οικονομικής κρίσης, ο νομοθέτης παίρνει μία ακόμη πολύ σημαντική απόφαση. Να διαχωρίσει τις εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες. Καμία εμπορική τράπεζα δεν θα έχει πλέον το δικαίωμα να κερδοσκοπεί με τα λεφτά των καταθετών της.

Ο πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ
υπογράφει τον τραπεζικό νόμο. Δεξιά και
αριστερά του στέκονται οι
Carter Glass και Henry Steagall 
Είναι η αρχή του λεγόμενου New Deal, της απόφασης του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Φράνκλιν Ρούσβελτ, να προχωρήσει σε τεράστιες κρατικές επενδύσεις μετατρέποντας την, μέχρι τότε, ασταθή αμερικανική οικονομία, σε παγκόσμιο κυρίαρχο.

Κάποιοι λένε ότι νόμος Glass - Steagall κέρδισε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι Αμερικανοί οικονομικοί παράγοντες και τραπεζίτες βλέπουν να γεννιέται μπροστά τους ένα καινούριο αμερικανικό θαύμα ανίκανοι να απλώσουν τα χέρια τους μέχρι εκεί που επιθυμούν.

Το 1956 ο Τραπεζικός νόμος του 1932, σκληραίνει κι άλλο. Οι περιορισμοί επεκτείνονται και οι εταιρίες που έχουν στην κατοχή τους πάνω από δύο τράπεζες, απαγορεύεται να προχωρούν σε οποιασδήποτε άλλης φύσης επιχειρηματικές κινήσεις, ενώ τους απαγορεύεται επίσης η δυνατότητα να εξαγοράσουν τράπεζες σε άλλες πολιτείες.

Οι τραπεζίτες αλλά και οι λομπίστες του επενδυτικού κόσμου ψάχνουν τρόπους για να κερδοσκοπήσουν. Ασκούν συνεχόμενες πιέσεις και καταφέρνουν να εξασφαλίσουν στα μέσα στη δεκαετία του 1960, τη δυνατότητα τραπεζικής συναλλαγής ομολόγων των δήμων της χώρας, ενώ τη δεκαετία του 1970 τα επενδυτικά κεφάλαια ρίχνουν για πρώτη φορά στην αγορά λογαριασμούς όψεως προσφέροντας αυξανόμενα, αλλά κυμαινόμενα, επιτόκια, έκδοση επιταγών αλλά και χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες.

Τον Δεκέμβριο του 1986 το συμβούλιο της FED “επανερμηνεύει” το άρθρο 20 του νόμου Glass - Steagall περί... “απαγόρευσης κάθε τράπεζας μέλους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, είτε πρόκειται για πολιτειακή είτε για εθνική τράπεζα, από το να συνδέεται με μια εταιρία που “ασχολείται κατά κύριο λόγο” με την έκδοση, διακίνηση, εγγύηση, δημόσια πώληση ή διανομή τίτλων”.

Η FED επιτρέπει, πλέον, στις τράπεζες να κατέχουν ένα 5% ακαθάριστων εσόδων από επενδυτικές συναλλαγές. Το πρώτο ρήγμα ενός τόσο εύθραυστου νόμου επετεύχθη 50 χρόνια μετά την ψήφισή του. Κλειδί στην αλλαγή του νόμου ήταν οι λέξεις “ασχολείται κατά κύριο λόγο” του άρθρου 20, οι οποίες θεωρήθηκε πως επιτρέπουν μικρές επενδυτικές συναλλαγές των εμπορικών τραπεζών, εφόσον αυτές δεν επηρεάζουν τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα τους.

Το μικρό αυτό ρήγμα άνοιξε την όρεξη στους πανίσχυρους, αλλά δίχως τα απαραίτητα εργαλεία, τραπεζίτες. Την άνοιξη του 1987, λίγους μόλις μήνες μετά την πρώτη αλλαγή του νομοσχεδίου, το διοικητικό συμβούλιο της FED με ψήφους 3 υπέρ και 2 κατά, αποφασίζει την ελαστικοποίηση των περιορισμών του Glass - Steagall.

Παρά την άρνηση του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Πολ Βόλκερ, το συμβούλιο αποδέχεται τις εισηγήσεις των Citicorp, JP Morgan και Bankers Trust να επιτραπεί στις εμπορικές τράπεζες να διαχειρίζονται ασφάλιστρα, εμπορικά χρεόγραφα, ομολογιακά δημοτικά κεφάλαια και ενυπόθηκους τίτλους.

Για τον τότε αντιπρόεδρο της Citicorp, τρία βασικά πράγματα είχαν αλλάξει από το μακρινό 1933: η αποτελεσματικότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι άψογα καταρτισμένοι επενδυτές και οι... “εξαιρετικά μελετημένοι οίκοι αξιολόγησης”.

Οι ορέξεις των Αμερικανών τραπεζιτών δεν έχουν όρια. Το πουλόβερ που άρχισε να ξηλώνεται από το 1986 τούς έδειξε το δρόμο, και οι συγκυρίες είναι τέτοιες, που κάθε τους αίτημα στην όλο και περισσότερο ελεγχόμενη FED, γίνεται πανηγυρικά αποδεκτό.

Τον Μάρτιο του 1987 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ εγκρίνει το αίτημα της Chase Manhattan για εμπλοκή της στη διαχείριση ασφαλίστρων, βασιζόμενη στην ίδια ακριβώς απόφαση που ελήφθη για λογαριασμό της Bankers Trusts.

Παρά το γεγονός ότι το διοικητικό συμβούλιο της FED κρατά μία τυπικά ανήσυχη στάση απέναντι στην παραβίαση του κανονισμού για απαγόρευση της εμπλοκής εμπορικών τραπεζικών δραστηριοτήτων με επενδυτικές, στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί τη φράση του άρθρου 20 του νόμου Glass - Steagall, περί “απασχόλησης κατά κύριο λόγο”, ανοίγοντας το παράθυρο σε τραπεζικές επενδύσεις που εμπεριέχουν επενδυτικό ρίσκο.

Τα αίματα βράζουν, και οι δύο διαφορετικές κουλτούρες, μία του επενδυτικού ρίσκου και μία του αθώου τραπεζικού δανεισμού και προστασίας των καταθέσεων, πάνε περίπατο.

1987. Ο Ronald Reagan παρουσιάζει
τον νέο πρόεδρο της Fed,
Alan Greenspan (αριστερά)
Τον Αύγουστο του 1987 ο Άλαν Γκρίνσπαν, πρώην διευθυντής της JP Morgan και υπέρμαχος της τραπεζικής απελευθέρωσης, διορίζεται πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ υπό την διακυβέρνηση του Ρόναλντ Ρέιγκαν. Ο Άλαν Γκρίνσπαν θα διατηρήσει τη θέση του μέχρι το 2008, ενώ πρώτη και μεγαλύτερη προτεραιότητα του είναι ο ανταγωνισμός των αμερικανικών τραπεζών με τα ξένα τραπεζικά ιδρύματα.

Η αμερικανική κυβέρνηση ψάχνει τρόπο να απεμπλακεί από τον δεσμευτικό νόμο Glass - Steagall. Τον Ιανουάριο του 1989 το διοικητικό συμβούλιο της FED εγκρίνει ένα ακόμη αίτημα των JP Morgan, Chase Manhattan, Bankers Trust και Citicorp για περαιτέρω άνοιγμα των περιορισμών, συμπεριλαμβάνοντας στις δραστηριότητες των εμπορικών τραπεζών τους συμμετοχικούς και χρεωστικούς τίτλους στις ήδη υπάρχουσες υπηρεσίες δημοτικών και εμπορικών χρεογράφων.

Όποτε η βουλή και το Κογκρέσο βάζουν τρικλοποδιά στα σχέδια τους, οι μεγάλες συστημικές τράπεζες και η FED αποφασίζουν από μόνες τους.

Έτσι λοιπόν, το 1990, η JP Morgan, “αγαπημένη” τράπεζα του πρώην διευθυντή της και νυν προέδρου της FED Άλαν Γκρίνσπαν, γίνεται η πρώτη αμερικανική εμπορική τράπεζα που διαχειρίζεται εγγυητικούς τίτλους, με προϋπόθεση αυτοί να μην ξεπερνούν το 10% των ακαθάριστων εσόδων της.

Ένα απαρχαιωμένο νομοσχέδιο του 1933 στέκεται εμπόδιο μπροστά στην οριστική εξάπλωση των τραπεζών σε κάθε πιθανό κερδοσκοπικό τομέα. Την ώρα που οι τράπεζες λαμβάνουν από την FED τη μία αδειοδότηση μετά την άλλη, η γερουσία παίζει το δικό της παιχνίδι.

Μέσα σε πέντε μόλις χρόνια, η αμερικανική γερουσία προσπάθησε να καταργήσει το νόμο Glass - Steagall τέσσερις φορές. Το 1984 και το 1988, επί διακυβέρνησης Ρόναλντ Ρέιγκαν, προωθεί σχέδια νόμου για την άρση κάθε περιορισμού στις τραπεζικές κινήσεις, αλλά και τις δύο φορές η Βουλή τις απορρίπτει. Επόμενη προσπάθεια έγινε το 1991 υπό την διακυβέρνηση του Τζόρτζ Μπους του πρεσβυτέρου.

Όλα έδειχναν ότι οι τράπεζες θα απαλλαγούν, επιτέλους, από το βραχνά των περιορισμών, μιας και οι τραπεζικές επιτροπές στη γερουσία και τη βουλή ενέκριναν την απόφαση. Κι όμως, για μία ακόμη φορά η ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι αυτή που θα την απορρίψει.

Μία από τις τελευταίες αποτυχημένες απόπειρες κατάργησης του νόμου Glass - Steagall έγινε το 1995, επί προεδρίας του Δημοκρατικού προέδρου Μπιλ Κλίντον. Αυτή τη φορά η πρόταση δεν πρόλαβε καν να φτάσει στη βουλή για να απορριφθεί, μιας και οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν λίγο νωρίτερα.

Οι προσπάθειες ακύρωσης του νομοσχεδίου Glass - Steagall δίχασαν ασφαλιστικές εταιρίες, χρηματοπιστωτικούς οίκους, μεγάλες και μικρές τράπεζες. Τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα βρέθηκαν στο πεδίο των μαχών του Κογκρέσου, με μεγαλύτερο διακύβευμα όλων να αποτελεί το ποιος θα αναλάβει το ρόλο του κυρίαρχου τραπεζικού ρυθμιστή: Η FED, ή το υπουργείο οικονομικών;

Η απάντηση δόθηκε τον Δεκέμβρη του 1996. Η FED του Άλαν Γκρίνσπαν, ανεβάζει το όριο ακαθάριστων εσόδων μίας εμπορικής τράπεζας από διαχείριση εγγυητικών τίτλων, από το 10% στο 25%. Κανείς δεν είχε πια την υπομονή να περιμένει την πολιτική απόφαση της κατάργησης ενός νόμου που φτιάχτηκε πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ομοσπονδιακή Τράπεζα και ιδιωτικοί τραπεζικοί κολοσσοί δημιουργούν ένα σοκαριστικό δεδικασμένο.

Μόνος ουσιαστικός περιορισμός παραμένει η απαγόρευση της κατοχής χρηματιστηριακών εταιριών από τους ιδιοκτήτες εμπορικών τραπεζών. Κάτι που θα αλλάξει λίγους μόλις μήνες μετά το νέο τραπεζικό πραξικόπημα του Άλαν Γκρίνσπαν και της FED. Τον Αύγουστο του 1997 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ άρει τους περιορισμούς του άρθρου 20 του νόμου Glass - Steagall.

Η επίσημη δικαιολογία του διοικητικού της συμβουλίου είναι πως το ρίσκο των ασφαλίστρων "είναι διαχειρίσιμο". Η αγορά θα υποσχεθεί τα πάντα για να απαλλάξει από τις όποιες αντιρρήσεις τους δημόσιους λειτουργούς και, κυρίως, την παγκόσμια κοινή γνώμη που ζει ένα όνειρο συνεχούς ανάπτυξης για πάνω από 50 χρόνια.

Το 1997 η Bankers Trusts, η οποία σήμερα βρίσκεται υπό την κατοχή της Ντόιτσε Μπανκ, εξαγοράζει την επενδυτική τράπεζα Alex Brown & Co, αποτελώντας την πρώτη αμερικανική εμπορική τράπεζα που έχει υπό την κατοχή της μία επενδυτική εταιρία.

Τον Φεβρουάριο του 1998 ο Σάντυ Γουέιλ της επενδυτικής και ασφαλιστικής εταιρίας Travelers καλεί για δείπνο στο δωμάτιο του στο πολυτελές ξενοδοχείο Park Hyatt τον τότε πρόεδρο της Citicorp, Τζον Ριντ, με μία εντυπωσιακή πρόταση. Τη συγχώνευση των δύο τραπεζικών και επενδυτικών τους γιγάντων.

Το μήνυμα έχει δοθεί. Κανείς δεν κάνει πλέον ότι του λέει ο νόμος, αλλά ότι διατάζει η FED.

Sandy Weill και John Reed
Στις 6 Απριλίου του 1998 Γουέιλ και Ριντ ανακοινώνουν μία συγχώνευση 70 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μέσω ενδοχρηματιστηριακής ανταλλαγής μετοχών, δημιουργώντας τον επενδυτικό τραπεζικό κολοσσό της Citigroup. Είναι η μεγαλύτερη συγχώνευση όλων των εποχών.

Τα επιτελεία των δύο εταιριών ψάχνουν τρόπους για να παρακάμψουν τη νομοθεσία. Οι επιλογές του νομοθέτη δεν είναι πολλές. Είτε θα παγώσει τη συμφωνία, είτε θα υποχρεώσει τις εταιρίες να απαλλαγούν από τις παράλληλες και άρα παράνομες δραστηριότητές τους, είτε θα ακυρώσει τον νόμο Glass - Steagall.

Το Κογκρέσο παραχωρεί, χαριστικά, τη δυνατότητα διατήρησης της μορφής της Citigroup για δύο, ίσως και τρία, χρόνια, με την προοπτική να απαλλάξει στο άμεσο μέλλον την αμερικανική νομοθεσία από ένα νόμο του 1933.

Σύμφωνα με την Washington Post λίγες ώρες πριν την ανακοίνωση της συγχώνευσης των εταιριών τους, οι πρόεδροι της Travelers και της Citicorp συναντώνται με τον Άλαν Γκρίνσπαν. Όπως χαρακτηριστικά γράφει η εφημερίδα, “όταν ο πρόεδρος της Fed ρωτήθηκε ποια είναι η γνώμη του για αυτήν την κίνηση, απάντησε ότι είναι “πλήρως ικανοποιημένος””.

Οι πιέσεις σε όλα τα πολιτικά και κυβερνητικά επίπεδα για την ακύρωση του νόμου Glass - Steagall, είναι αφόρητες. Στα τέλη Μαρτίου και αρχές Απριλίου του 1998, ο Σάντυ Γουέιλ της Travelers προχωρά σε διερευνητικές επαφές με τρεις ανθρώπους- κλειδιά: 1) τον Άλαν Γκρίνσπαν 2) τον Ρόμπερτ Ρούμπιν: υπουργό οικονομικών, πρώην επικεφαλής της Goldman Sachs και μετέπειτα ανώτατο στέλεχος της Citigroup και 3) τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον. Μία μέρα πριν την ανακοίνωση της συγχώνευσης ο πρόεδρος ήξερε τα πάντα.

Η FED εγκρίνει τη συγχώνευση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 και με ανακοίνωσή της γνωστοποιεί ότι η Citigroup έχει μπροστά της δύο χρόνια για να εναρμονιστεί με τους νόμους που διέπουν το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα και, κυρίως, το νόμο Glass - Steagall. Η νέα εταιρία χαίρει της έγκρισης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και απολαμβάνει τη συνεχιζόμενη σιωπή του Κογκρέσου και της αμερικανικής ηγεσίας.

Μία βδομάδα πριν τη συγχώνευση των δύο γιγάντων, το αμερικανικό Κογκρέσο βάζει για μία ακόμη φορά στο συρτάρι την πρόταση νόμου για κατάργηση του Glass - Steagall. Ο Μπιλ Κλίντον έχει την αμέριστη συμπαράσταση των Ρεπουμπλικάνων αλλά όχι της δικής του παράταξης, των Δημοκρατικών.

Οι Γουέιλ και Ριντ ξέρουν ότι δεν έχουν πολύ χρόνο. Ξεκινούν μία τεράστια καμπάνια στον τύπο και τα οικονομικά λόμπι για να πιέσουν την κατάσταση, αν και γνωρίζουν ότι μία ακόμη απόπειρα πλήρους απελευθέρωσης των τραπεζικών ιδρυμάτων πήγε χαμένη. Όσο η τελική έγκριση του νομοθέτη παραμένει θολή, η αξία των μετοχών της Citigroup πέφτει. Οι διοικητές της γνωρίζουν πως αν δεν εφαρμοστεί άμεσα η... “μοντερνοποίηση” της αμερικανικής οικονομίας, η συγχώνευση θα καταστρέψει και τους δύο.

Η κοινοβουλευτική ηγεσία των Ρεπουμπλικανών στηρίζει τη Citigroup και πιέζει την κυβέρνηση να κατεβάσει, για μία ακόμη φορά, προς ψήφιση την πρόταση κατάργησης του νόμου Glass - Steagall. Αν και ο Μπιλ Κλίντον συμφωνεί, φοβάται ότι μία τέτοια κίνηση, λίγο πριν τις προεδρικές εκλογές, θα κάνει τους Δημοκρατικούς να χάσουν την λαϊκή τους απήχηση. Μία ακύρωση νόμου ποτέ είναι αρεστή στην κοινή γνώμη. Πόσο μάλλον ενός νόμου που κέρδισε τον πόλεμο και κατέστησε τις ΗΠΑ ως τη μεγαλύτερη καπιταλιστική δύναμη του 20ου αιώνα.

Τον Μάιο του 1998 η πρόταση νόμου φτάνει στη βουλή. Με 214 υπέρ και 213 κατά, η πρόταση για πλήρη απελευθέρωση των κινήσεων των εμπορικών τραπεζών στο χώρο των χρηματιστηριακών επενδύσεων υψηλού ρίσκου, αλλά και η δυνατότητα αλόγιστης συγχώνευσης τραπεζικών ιδρυμάτων και επενδυτικών εταιριών, περνά. 

Κι όμως... Το Κογκρέσο δεν είναι ακόμη έτοιμο να εγκρίνει αυτήν την κίνηση.

Η Αμερική βρισκόταν σε προεκλογικό πυρετό από το 1997. Η αναμέτρηση του ’97-’98 μετατράπηκε σε πεδίων παραπολιτικών πιέσεων. Οι χρηματιστηριακές, ασφαλιστικές και μεσιτικές εταιρίες, γνωστές με το παρατσούκλι “FIRE”, ρίχνουν πάνω από 200 εκατ. δολάρια στην άσκηση παρασκηνιακής πολιτικής πίεσης ενώ οι πολιτικές δωρεές τους ξεπερνούν τα 150 εκατομμύρια δολάρια. Είναι δεδομένο πως αν πετύχουν τους σκοπούς τους, τα χρήματα αυτά θα είναι ψίχουλα μπροστά στα κέρδη που ονειρεύονται.

Το επιχείρημα της “μοντερνοποίησης” του νόμου Glass - Steagall, γνώρισε συνολικά 12 απόπειρες πολιτικής ακύρωσης μέσα σε 25 χρόνια, οι οποίες κόστισαν πάνω από 300 εκατ δολάρια δικαστικών και προπαγανδιστικών εξόδων.

Στις 21 Οκτωβρίου του 1999 οι προσπάθειες που κράτησαν ένα τέταρτο ενός ολόκληρου αιώνα τελειώνουν. Η μαραθώνια συνεδρίαση της βουλής των αντιπροσώπων και του αμερικανικού Κογκρέσου φτάνει σε αδιέξοδο μετά από μία σειρά ατελείωτων αντιδικιών γύρω από το κατά πόσο ο νόμος Glass - Steagall μπλοκάρει ένα άλλο νομοσχέδιο, που θέτει κανόνες δανεισμού στις φτωχές κοινότητες.

Πρόκειται για τον λεγόμενο Community Reinvestment Act, ένα νόμο που στα χαρτιά ανοίγει τις πόρτες δανεισμού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε “φτωχούς και κατατρεγμένους”. Αυτούς, που λίγα χρόνια αργότερα, θα δουν τα στεγαστικά τους δάνεια να τινάζουν την παγκόσμια οικονομία στον αέρα.

Ο Σάντυ Γουέιλ, αφεντικό της Travelers και νέο διοικητικό στέλεχος του γίγαντα Citigroup, πιέζει τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον για να μην διακόψει την, ήδη, ναυαγισμένη συνεδρίαση. Είχε προηγηθεί η προειδοποίηση του Γερουσιαστή και επικεφαλής της τραπεζικής επιτροπής του Κογκρέσου, Phil Gramm, ότι αν ο πρόεδρος και τα αφεντικά της Citigroup δεν τα βρουν, θα τερματίσει τις συζητήσεις.

Η ώρα είναι 3 παρά τέταρτο, ξημερώματα της 22ας Οκτωβρίου του 1999, όταν ανακοινώνεται η πολυπόθητη συμφωνία. Οι Γουείλ και Ριντ της Citigroup δημοσιεύουν κοινή ανακοίνωση, στην οποία συγχαίρουν το Κογκρέσο και τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον για την απόφαση τους να ακυρώσουν τον νόμο Glass - Steagall. Η τελική μορφή του νέου νομοσχεδίου ανακοινώνεται στις 4 Νοεμβρίου του 1999 και λίγο αργότερα πέφτουν οι τελευταίες υπογραφές από τα χέρια του ίδιου του Δημοκρατικού προέδρου.
Ο Μπιλ Κλίντον μόλις έχει υπογράψει
την κατάργηση του νόμου Glass - Steagal.
Οι λομπίστες πολιτικοί των ΗΠΑ
τον χειροκροτούν.
Στις 12 Νοεμβρίου του 1999 τίθεται σε εφαρμογή ο περίφημος νόμος Gramm-Leach-Bliley ή αλλιώς “νόμος μοντερνοποίησης των οικονομικών υπηρεσιών”. Το όνομά του προέρχεται από τους τρεις πρωτεργάτες και εμπνευστές του, τους Ρεπουμπλικανούς Phil Gramm, James Leach και Thomas Bliley.

Ο νόμος αυτός αποτελεί στην ουσία, αλλά και την πράξη, την ακύρωση του νόμου των Glass - Steagall του 1933, ανάβοντας το πράσινο φως στις εμπορικές τράπεζες να λειτουργούν παράλληλα ως χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να εκδίδουν και να διαχειρίζονται χρεόγραφα και εκατοντάδες ακόμη χρηματοπιστωτικά προϊόντα, να δανείζουν με χαμηλά επιτόκια και χαλαρές εγγυήσεις, να λειτουργούν ως ασφαλιστικά ιδρύματα, να επεκταθούν χωρίς κανένα περιορισμό σε ολόκληρη την αμερικανική επικράτεια και πολλά ακόμη.

Η τελική ψηφοφορία της 4ης Νοεμβρίου του 1999 καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο συνεργάστηκαν οι δύο μεγάλες αμερικανικές παρατάξεις για ένα νομοσχέδιο που, υπό Δημοκρατική προεδρία, έφερε την υπογραφή τριών Ρεπουμπλικανών εισηγητών. Στην Γερουσία, αλλά και στην Βουλή των αντιπροσώπων, μόλις το 2% των Ρεπουμπλικανών είπε όχι, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά των Δημοκρατικών ήταν 16% και 25%.

Λίγες μέρες μετά τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης για την ακύρωση του νόμου Glass - Steagall, ο μέχρι τότε υπουργός οικονομικών, Ρόμπερτ Ρούμπιν, πρώην αντιπρόεδρος της επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs, αποδέχεται τη θέση του “υπαρχηγού” του Σάντυ Γουέιλ, αφεντικού της Citigroup.

Σύμφωνα με πηγές του Frontline, όταν ο Σάντυ Γουέιλ κάλεσε ένα χρόνο πριν το κλείσιμο της τελικής συμφωνίας τον, τότε, υπουργό οικονομικών Ρόμπερτ Ρούμπιν για να του ανακοινώσει τη συγχώνευση των δύο τραπεζικών κολοσσών, ο υπουργός τού είπε κοροϊδευτικά ότι “με αυτό που κάνεις “εξαγοράζεις” την κυβέρνηση”.

Από το Τραπεζικό νομοσχέδιο έκτακτης ανάγκης του Φράνκλιν Ρούζβελτ, κομμάτι του οποίου είναι και ο νόμος Glass - Steagall του 1933, κύλησε αμέτρητο νερό στο αυλάκι. Ο πλήρης διαχωρισμός των εμπορικών τραπεζών από τα επενδυτικά ιδρύματα, στα οποία η τότε κυβέρνηση των ΗΠΑ επέρριψε την μεγαλύτερη ευθύνη για το χρηματιστηριακό κραχ του 1929, φάνηκε από την κίνηση να παύσει προσωρινά η λειτουργία τους μέχρις ότου η κυβέρνηση βρει μία λύση που θα έβγαζε τη χώρα από το οικονομικό αδιέξοδο.

Μία λύση που, 66 χρόνια μετά, τα αφεντικά των JP Morgan, Citicorp, Bankers Trust, Chase Manhattan και Travellers, παρέα με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Κλίντον με θητείες σε εταιρίες όπως η JP Morgan και η Goldman Sachs, και πρωτεργάτη τον επί δύο δεκαετίες επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Άλαν Γκρίνσπαν, μετατρέπει την παγκόσμια οικονομία σε ένα γιγαντιαίο καζίνο.

Οι ανεξάρτητες χρηματιστηριακές εταιρίες εξαφανίζονται και οι μικρές τράπεζες που λειτουργούσαν, ως επί το πλείστον, με συνεταιριστική μορφή, απορροφούνται από τους νέους τραπεζικούς κολοσσούς.

Τότε ξεκινά αυτό που λέμε “μεγάλο πάρτι”. Την ώρα που η ανθρωπότητα γιορτάζει τον ερχομό του 21ου αιώνα, μέσα σε μια οικονομική ευθυμία άνευ προηγουμένου, ο πρόεδρος της FED, Άλαν Γκρίνσπαν, ξεκινά μία εικονικά φιλολαϊκή πολιτική χαμηλών επιτοκίων. Ρίχνει τα επιτόκια δανεισμού από το 6,5% στο 1%, με πρόφαση τη λεγόμενη φούσκα dot-com.

Πρόκειται για την χρηματιστηριακή κατάρρευση των εταιριών του Διαδικτύου, με τον δείκτη NASDAQ να χάνει από τον Μάρτιο του 2000 το 47% της αξίας του. 130 εταιρίες χρεοκόπησαν και 31.000 εργαζόμενοι των εταιριών τεχνολογίας έχασαν τη δουλειά τους εκείνη την περίοδο.

Η κίνηση του Άλαν Γκρίνσπαν απέβλεπε σε μια πολύ απλή λύση: Την μετατροπή της τεχνολογικής φούσκας σε μεσιτική. Τα στεγαστικά δάνεια εκτοξεύονται και οι επενδυτικές εταιρίες, σε συνδυασμό με τους οίκους αξιολόγησης, τζογάρουν τρισεκατομμύρια δολάρια στη μεσιτική αγορά. Όλα αυτά πάνω στις πλάτες εύθυμων πολιτών, που έβλεπαν να γίνεται πραγματικότητα το δικό τους αμερικανικό όνειρο. Από το 1996 ως το 2007 η τιμή του μέσου αμερικανικού σπιτιού αυξάνεται ως και 124%.

Το ίδιο συμβαίνει και στην Ευρώπη. Το παράδειγμα των ΗΠΑ είναι αλληλένδετο με το Ευρωπαϊκό. Μετά την νομισματική ένωση του 2001 και την επίσημη δημιουργία της ευρωζώνης, χαμηλά επιτόκια και εύκολος δανεισμός συνθέτουν μία τοξική χρηματιστηριακή ένωση γρήγορου χρήματος και τεράστιων εξαρτήσεων.

Κλειδί στο στεγαστικό τοξικό δανεισμό των ΗΠΑ υπήρξε εκείνο το σαρκαστικά φιλολαϊκό νομοσχέδιο Community Reinvestment Act, που η κυβέρνηση Κλίντον προώθησε ως τη μοναδική λύση για την εύκολη πρόσβαση των “νοικοκυραίων” σε φτηνό χρήμα. Το ίδιο νομοσχέδιο για τα μάτια του οποίου ανεστάλη η λειτουργία του νόμου Glass - Steagall.

Η νέα κατηγορία στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου δημιουργεί την περίφημη αγορά των CDO’s, ή αλλιώς Credit Default Obligations. Χρηματιστηριακά παράγωγα που τζόγαραν με την ικανότητα του δανειζόμενου να αποπληρώσει τα δάνεια του. Προϊόντα αστείρευτης κερδοσκοπίας, βασισμένα πάνω στα σπίτια φτωχών Αμερικανών.

Τι έφερε η κατάργηση του νόμου Glass - Steagall;

Την ελευθερία στις τράπεζες, να πακετάρουν τα επισφαλή στεγαστικά τους δάνεια, να εξασφαλίσουν υψηλές βαθμολογίες από τους “καθόλα ανεξάρτητους” ιδιωτικούς οίκους αξιολόγησης και να τα πουλούν σε επενδυτές σε ολόκληρο τον κόσμο εξασφαλίζοντας κι άλλο χρήμα για νέο δανεισμό. Μία τέλεια μπίζνα που άξιζε τις μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε προεκλογικές χορηγίες και παρασκηνιακές πιέσεις 25 ετών.

Το τζογάρισμα της Wall Street από το 1920 ως το 1929 κατάφερε μέσα σε μόλις εννέα χρόνια να καταστρέψει την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία, εκτοξεύοντας το φασισμό και το ναζισμό στην Ευρώπη και οδηγώντας τον πλανήτη σε έναν πόλεμο που κόστισε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.

Στη δύση του αιματηρού 20ου αιώνα και την αυγή του 21ου, το τραπεζικό τζογάρισμα κατάφερε μέσα σε 8, αυτή τη φορά χρόνια, από το 1999 ως το 2007 να κάνει και πάλι τα ίδια. Η αμέριστη εμπιστοσύνη που έδειξαν οι πρόεδροι των ισχυρότερων κρατών του κόσμου στην παγκόσμια αγορά και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κόστισε και εξακολουθεί να κοστίζει στον πλανήτη, μία εκτεταμένη λιτότητα.

Το φάντασμα του ναζισμού και του εθνικισμού πλανάται, ξανά, πάνω από την Ευρώπη. Οι ιδιωτικές τράπεζες διασώζονται από δημόσιο χρήμα μέσω μιας κούρσας ατελείωτων περικοπών και αυξημένης φορολογίας την ώρα που η αμερικανική οικονομία συμπεριφέρεται σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Το 2008 ο Δημοκρατικός, αφροαμερικανικής καταγωγής, Μπαράκ Ομπάμα, κερδίζει για πρώτη φορά τις προεδρικές εκλογές. Αντίπαλος του, τότε, ο Ρεπουμπλικάνος Τζον Μακείν. Είχαν προηγηθεί 8 χρόνια διακυβέρνησης Τζορτζ Μπους Τζούνιορ, δύο εκτεταμένοι πόλεμοι σε Ιράκ και Αφγανιστάν, η κατάρρευση του παγκόσμιου κέντρου εμπορίου μετά από τρομοκρατική επίθεση που αποδόθηκε στον Οσάμα Μπιν Λάντεν και μία οικονομία που μετά την πτώχευση της Lehman Brothers έδειχνε να κατρακυλά χωρίς τελειωμό.

Barack Obama και Robert Rubin
Ο Ομπάμα κερδίζει, αλλά κανείς δεν φαίνεται τελικά να είναι πραγματικά χαμένος. Κι αυτό για έναν πολύ απλό λόγο: Κύριος οικονομικός σύμβουλος του Μπαράκ Ομπάμα κατά τη διάρκεια της χάραξης της προεκλογικής οικονομικής του πολιτικής ήταν ο Ρόμπερτ Ρούμπιν: πρώην αντιπρόεδρος της Goldman Sachs, πρώην υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ όταν καταργήθηκε ο νόμος Glass - Steagall και ιθύνων νους του τραπεζικού κολοσσού της Citigroup.


Στο απέναντι στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, το κατά CNN “οικονομικό μυαλό” του υποψηφίου Μακέιν, ήταν ο Phil Gramm. Ο άνθρωπος που έβαλε το όνομα του στον νόμο Gramm-Leach-Bliley για την κατάργηση του Glass-Steagall Act.

Οι επονομαζόμενες “too big to fail” τράπεζες “φύτεψαν” μέσα σε 66 χρόνια τούς δικούς τους ανθρώπους μέσα σε όλους τους κυβερνητικούς θώκους των ισχυρότερων κρατών του κόσμου.

Δημιούργησαν μία οικονομία όπου, σύμφωνα με έρευνα της Credit Suisse για το 2012, το 0,5% του πληθυσμού της γης κατέχει το 38,5% του συνολικού της πλούτου, ενώ το πλουσιότερο 10% έχει στα χέρια του το 82% του παγκόσμιου πλούτου. Τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχουν μόλις το 3,5% του πλούτου.

Το 2012, έτος καμπής της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της συνεχιζόμενης ύφεσης και λιτότητας, το σύνολο των περιουσιών των 84 πλουσιότερων ανθρώπων του πλανήτη αυξήθηκε κατά 241 δισ. δολάρια, φτάνοντας συνολικά τα 1,9 τρισεκατομμύρια.

Ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, ο “μπαμπάς” των Ζάρα και Μπέρσκα, Αμάνθιο Ορτέγα, είδε την περιουσία του να αυξάνεται κατά 22 δισεκατομμύρια δολάρια σε έναν χρόνο, την ίδια στιγμή που χιλιάδες εργάτες των εταιριών του στο Μπαγκλαντές, καταπλακώνονταν από ερειπωμένες βιοτεχνίες, δουλεύοντας πάνω από 12 ώρες την ημέρα, 7 μέρες την εβδομάδα, για 40 δολάρια το μήνα.

Ο νόμος Glass - Steagall δεν εμπόδισε την εκτόξευση του καπιταλισμού, ούτε την παγκόσμια καταπίεση των εργατών. Η κατάργησή του, όμως, πάτησε το κουμπί για την μετατροπή της παγκόσμιας οικονομίας σε μία επιχείρηση χρηματοπιστωτικού τζόγου, τα αποτελέσματα της οποίας ζούμε εμείς σήμερα.

Το πού θα καταλήξει η κατάσταση αυτή, κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι υποσχέσεις για αναβίωση του νόμου αυτού, μόνο ως ανέκδοτο μπορούν να αντιμετωπιστούν...

(Η έρευνα αυτή έγινε για τις ανάγκες του αφιερώματος της εκπομπής του Radiobubble "Χαμηλή Αυτοεκτίμηση" της 22ας Μάη 2013. Το ηχητικό της εκπομπής είναι ΕΔΩ)
ΠΗΓΕΣ: Public Broadcasting Service, FRONTLINE, Washington Post, New York Times, The Huffington Post, CNN, BBC, Der Spiegel, National Public Radio, Financial Times, Ελευθεροτυπία, Ημερησία, Wikipedia..
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Θρῆνοι τῆς Ἁλώσεως (29 Μαΐου 1453)

Ὀδυσσέας Ἐλύτης - Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (1969)

Ι
Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν  ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς
στὴ λύπη του
Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρ-
δος Παραδείσου   Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ᾿ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν
εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ - κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπρι-
ζαν παράξενα
Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώ-
πους    κι ἔβγανε ἀπ᾿ ὅλους    Ἔναν     ποὺ τοῦ χαμογελούσε    τὸν
Ἀληθινόν    ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε
Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλί-
σοῦν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια    Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ
Θεός    κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει
Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν
καὶ νὰ φεύγουν    Καὶ μιὰ νύχτα    θυμᾶται    σ᾿ ὥρα μεγάλης τρικυ-
μῖας βόγκηξε ὁ λαιμός του πόντου τόσο ποὺ θολώθη    μὰ δὲν ἔστερ-
ξὲ νὰ τοῦ σταθεῖ
Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.
II
Θεέ μου καὶ τώρα τι    Πού ῾χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει    χώρια μὲ τὴ
μοναξιά του    ποιός    αὐτὸς πού ῾ξερε μ᾿ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλά-
κερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει    τί
Ποὺ ὅλα του τά ῾χαν πάρει    Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ
τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσή-
μερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδη-
χτὸ βαρκάκι
Καὶ μία φούχτα λουίζα    ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κορι-
τσιοῦ    μεσάνυχτα    νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ
φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ᾿ τὴ
θάλασσα...)
Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα    Καὶ μήτ᾿ ἕνας πλάι του    Μονάχα οἱ λέξεις
του οἱ πιστὲς πού ῾σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ
χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς
Καὶ ἀντίκρυ    σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος    μυρμηκιὰ οἱ χυμένες
μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του
«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα - ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!»    φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό    σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε    ξεκινημένη ἀπὸ μακριά    ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.
III
Τώρα    καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγο-
ρα    οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατά-
κόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια
Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κά-
θε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας
γι᾿ ἄλλων καιρών    πιὸ μακρινῶν    τὸ εἰκόνισμα
Κόρες παρθένες    φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τοὺς ἕνα θερινὸ ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν
σταλάζοντας ἰώδιο    τὰ κλωνάρια
Τοῦ ῾φερναν    Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε    στὴ μεγάλη κά-
ταβόθρα νὰ καταποντίζονται    πλῶρες μαύρων καραβιών    τ᾿ ἀρχαῖα
καὶ καπνισμένα ξύλα    ὄθε    μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεό-
μήτορες ἐπιτιμούσανε
Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα    σωρὸς τὰ χτίσματα
μικρὰ μεγάλα    θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα
Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του    ἄσπαστη    κειτάμενος
                                                                      Αὐτὸς 
                                                        ὁ τελευταῖος Ἕλληνας! Ε
29 Μαΐου 1453 ~ Η Άλωση της Πόλης National... από KRASODAD.
.
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Ρωσικό Πρακτορείο: Η Νέα Οθωμανική Αυτοκρατορία


Μάιος 25, 2013.

Μόσχα.

 «Όταν μια μεγάλη, ισχυρή και σχετικά σταθερή χώρα, διοργανώνει σχεδόν ταυτόχρονα, διάφορες διασκέψεις για τα προβλήματα των γειτόνων της, θα πρέπει να αναρωτηθούμε για ποιον σκοπό γίνονται», σημειώνει το ρωσικό πρακτορείο.


«Σήμερα στην Τουρκία -σχεδόν ταυτόχρονα- διεξάγονται: ένα Συμπόσιο για το Ιράκ και Συνάντηση των Δυνάμεων της Αντιπολίτευσης της Συρίας, οι οποίοι δεν θα ξέρουν ποιον θα εκπροσωπούν μετά την εκκαθάριση των ομάδων στη Συρία», είπε ο Μιχαήλ Οσέροφ στο ρωσικό πρακτορείο ‘ΡΕΞ’.


Η Τουρκική Ελίτ τροφοδοτεί εδαφικές διεκδικήσεις


Είναι ενδιαφέρον, ότι η τουρκική ελίτ έχει εδαφικές διεκδικήσεις έναντι τόσο της Συρίας, όσο και στο Ιράκ.

Το ενδιαφέρον εστιάζεται στη βόρεια συριακή πόλη του Χαλεπίου και την βόρεια επαρχία του Ιράκ- το Κουρδιστάν με τις πόλεις του Κιρκούκ και της Μοσούλης.
Σε αυτές τις περιοχές υπάρχουν σημαντικά αποθέματα πετρελαίου.

Σύμφωνα με την εφημερίδα Μιλιέτ, η κάρτα που δημοσίευσε (φωτό)  ονομάζεται «Νέα Τουρκία» και σημειώνει ότι η τουρκική ελίτ έχει εδαφικές διεκδικήσεις σε όλους τις γείτονες της.

Δούρειος ίππος οι τουρκικές μειονότητες ΕΣτο βόρειο γείτονά της, στη Βουλγαρία έχει αυξήσει την επιρροή της μέσω της τουρκικής μειονότητας.

«Οι εκπρόσωποι των βουλγαρικών μυστικών υπηρεσιών έχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με το έργο της Τουρκίας προς την τουρκική μειονότητα της Βουλγαρίας, αλλά εκφράζουν τα παράπονά τους ότι οι βουλγαρικές αρχές δεν έχουν λάβει αποφασιστικά μέτρα για να περιορίσουν την προπαγανδιστική δραστηριότητα.

Η τουρκική «Εθνική Εταιρεία», που αποτελείται από ένα πολιτικό κόμμα στη Βουλή, προέβη σε εκτεταμένες ρυθμίσεις για την απόκτηση ακίνητης περιουσίας, τη χρηματοδότηση για να διαφθείρει το εμπόριο καθώς και τη διοίκηση και το προσωπικό των τοπικών δομών εξουσίας, καθώς εργάζονται για την εξάλειψη των Βουλγάρων επιχειρηματιών σε διάφορες πόλεις και περιοχές, όπου δεν υπάρχει σχεδόν κανένας τουρκικός πληθυσμός», σημειώνει ο εμπειρογνώμονας επισημαίνοντας τη στρατηγική της τουρκικής πολιτικής.

Το 2006 συστήθηκε μια νέα δομή δικτύου που οργανώνεται σε συγκεκριμένη περιοχή και περιέχει διαφορετικές υπηρεσίες:  συλλογή και διαβίβαση πληροφοριών, συγκέντρωση χρημάτων, στήριξη για τις επιχειρήσεις των τουρκικών στρατευμάτων, ενίσχυση της προπαγάνδας για την ασφάλεια και των Τούρκων στρατιωτικών καθώς και στη διάδοση φημών και τη δημιουργία εκ προθέσεως προκλήσεων, επιπρόσθετα επιδιώκεται συγκεκαλυμμένη προπαγάνδα μέσω της φιλανθρωπίας, της εξάπλωσης των θρησκευτικών ιδεών και κανόνων για το πώς θα διαμορφωθεί η θρησκευτική ζωή.

Μόνο στη Σόφια εντοπίστηκαν και αποκαλύφθηκα τέσσερις (4) τέτοιες ομάδες.
Οι Βούλγαροι πολιτικοί ηγέτες πιστεύουν  ότι η εφαρμογή της «εσωτερικής πολιτικής των Τούρκων- υπηκόων της Βουλγαρίας- καθώς και τα προβλήματα στις βουλγαρο-τουρκικές σχέσεις, θα επιδεινώσουν τις βουλγαρικές θέσεις στις ευρω-ατλαντικές δομές.

Στόχος να γίνουν δορυφόροι Ελλάδα και Βουλγαρία

«Ο κύριος στόχος της Τουρκίας είναι ο έλεγχος των Βαλκανίων και η μετατροπή της Βουλγαρίας σε χώρο δορυφόρο.
Η γεωπολιτική θέση της Βουλγαρίας είναι ζωτικής σημασίας για τις σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Ευρώπης.

Η Τουρκία επιθυμεί και επιδιώκει την ένταξη της Βουλγαρίας στον οικονομικό της χώρο και να δημιουργήσει ένα πρότυπο σχέσεων στο οποίο η Βουλγαρία μαζί με άλλα μέλη της ΕΕ, θα στηρίξουν τις προσπάθειες της Τουρκίας να ενταχθεί στην ΕΕ», σημειώνει ο Οσέροφ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Άγκυρα προσπαθεί να αυξήσει την επιρροή της, ακόμη και στην Ελλάδα, στο Αζερμπαϊτζάν και τον Καύκασο.

Ως επίρρωση αυτών των θέσεων παρουσιάζεται το συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Τουρκία στις 13 Μαΐου με θέμα «Καύκασος χωρίς τη Ρωσία», γράφει το βουλγαρικό Φόκους επικαλούμενο το ρωσικό δημοσίευμα.
.
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Bilderberg 2013>Η παραμονή της Αγγλίας στην Ευρωπαική Ενωση και η "υγεία" του ευρώ το κυρίως πιάτο!




Οι πληροφορίες για την φετινή Σύνοδο της Λέσχης Bilderberg βγαίνουν με το σταγονόμετρο. 
Με κάθε επιφύλξη λοιπόν το "Κουρδιστό Πορτοκάλι" δημοσιεύει τα στοιχεία που έχουμε συγκεντώσει ως τώρα.
Σύμφωνα με αυτά η Σύνοδος του Club Bilderberg για το 2013 θα γίνει στο πολυτελές Grove Hotel έξω από το Watford, στο Ηνωμένο Βασίλειο από τις  6  ως τις 9 Ιουνίου.
Η επιλογή της Αγγλίας δεν έγινε καθόλου τυχαία σε μια συγκυρία που αυξάνονται οι ανησυχίες για την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαική Ένωση.
Πρόσφατα μάλιστα οι επικεφαλής κάποιων εκ των κορυφαίων επιχειρήσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο, συμπεριλαμβανομένων του ιδρυτή της Virgin Group, Ρίτσαρντ Μπράνσον και του επικεφαλής της WPP Group, Μάρτιν Σόρελ, με ανοικτή επιστολή τους, προς τους Financial Times την Τετάρτη, προειδοποίησαν τον βρετανό πρωθυπουργό για τους κινδύνους που μπορεί να προκληθούν για τις επιχειρήσεις της Μεγάλης Βρετανίας, εάν ο Ντέιβιντ Κάμερον, προτίθεται να βγάλει τη χώρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην επιστολή, που υπογράφεται από 10 ακόμη κορυφαίους επιχειρηματίες αναφέρεται ότι η μεταρρύθμιση της Ε.Ε είναι επείγουσα ανάγκη, αλλά η Βρετανία πρέπει να είναι προσεκτική ώστε να μην προκαλέσει μια πιθανή επαναδιαπραγμάτευση των μελών της. Ε«Εάν καλέσετε μια τέτοια κίνηση σε αυτές τις συνθήκες θα ετίθετο σε κίνδυνο η θέση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θα δημιουργηθεί ζημιά και αβεβαιότητα για τις βρετανικές επιχειρήσεις. Αυτό είναι το τελευταίο που θα ήθελαν οι επιχειρήσεις από τον πρωθυπουργό», αναφέρεται στην επιστολή. Την ανοικτή επιστολή προς τον βρετανό πρωθυπουργό, υπογράφουν επίσης ο επικεφαλής του ομίλου ανθρακωρυχείων Rio Tinto, ο πρόεδρος της British Telekom και ο πρόεδρος του Χρηματιστηρίου του Λονδίνου.
Ο Κάμερον αψηφώντας τον ευρωσκεπτικισμό που αυξάνεται μεταξύ των βρετανών ψηφοφόρων, έχει δηλώσει ότι επιθυμεί να αναδιοργανώσει τη σχέση της Βρετανίας με τις Βρυξέλλες και αναμένεται να εκθέσει τις προθέσεις του σε μια ευρωπαϊκού περιεχομένου ομιλία του, αργότερα αυτό το μήνα. Την Τρίτη, ηΙρλανδία, η οποία έχει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους επόμενους έξι μήνες, κάλεσε τη Βρετανία να μην αντιδικήσει και να μην πιέσει για την αλλαγή στη σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για τους μυημένους η απόφαση του Κάμερον να ανακαινίσει το θέμα αντανακλά την διάθεση των ΗΠΑ να στριμώξει ακόμη περισσότερο την Γερμανία, τη Μέρκελ και κυρίως το ευρώ.
Οι Αμερικανοί δείχνουν αποφασισμένοι να ξεμπερδεύουν με το ευρώ και το παιγνίδι αγριεύει επικίνδυνα. Αν σκεφθεί κανείς ότι το Σεπτέμβριο η Μέρκελ έχει εθνικές εκλογές και κινδυνεύει να εξαναγκασθεί σε συγκυβέρνηση με τους Σοσιαλδημοκράτες τα πράγματα ζορίζουν επικίνδυνα.
Το σενάριο μάλιστα να έλθει δεύτερη και να χάσει την καγκελαρία δεν είναι απίθανο.
Σ' αυτό το φόντο με την παγκόσμια οικονομία σε κινούμενη άμμο η Σύνοδος του 2013 αποκτά τεράστιο ενδιαφέρον.
Οι διοργανωτές της Συνόδου θέλουν και τον Γιάννη Στουρνάρα ανάμεσα στους συμμετέχοντες μια και ο ρόλος της Ελλάδας είναι κομβικός σε περίπτωση που ισχύει το σενάριο του Mr Dax  για την συνομωσία των ΗΠΑ εναντίον του ευρώ. Αυτό που πολλοί αγνοούν είναι ότι η Λέσχη Μπίλντεμπεργκ ήταν ο δημιουργός της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΣΧΗΣ
Στις 29-31 Mαϊου το 1954, μια ομάδα παγκόσμιων ηγετών, πολιτικών και τραπεζιτών, συμμετείχε σε μια σύσκεψη για τη διεθνή πολιτική και την οικονομία, στο Όοστερμπηκ της Όλλανδίας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Από τότε, η διάσκεψη της Ευρώπης ή της βόρειας Αμερικής, η ισχυρή αυτή πολιτική και οικονομική ελίτ ονομάστηκε ομάδα (ή λέσχη) Μπίλντερμπεργκ, από το όνομα του ξενοδοχείου που τη φιλοξένησε για πρώτη φορά.

Τα μέλη της Μπίλντερμπεργκ είναι αποκλειστικά βασιλείς, βασίλισσες, πρίγκιπες, καγκελάριοι, πρωθυπουργοί, πρόεδροι, πρέσβεις, σημαντικοί υπουργοί, μεγαλοχρηματιστές, διεθνείς τραπεζίτες, στρατιωτικοί ηγέτες και μεγαλοβιομήχανοι. Σε κάθε συνδιάσκεψη συμμετέχουν τυπικά 120 αντιπρόσωποι – τα 2/3 από την Ευρώπη και το 1/3 από τη βόρεια Αμερική – και όλες οι συζητήσεις της ομάδας διεξάγονται με πλήρη μυστικότητα.

Για να εξασφαλιστεί αυτή η μυστικότητα, κλείνεται συνήθως ένα ολόκληρο ξενοδοχείο σε μια απομονωμένη περιοχή. Τα ξενοδοχείο αυτά και η γύρω περιοχή φυλάσσονται στη διάρκεια της διάσκεψης από οπλισμένους φρουρούς των μυστικών υπηρεσιών, σε συνεργασία με την τοπική αστυνομία. Η είσοδος απαγορεύεται ρητά στους δημοσιογράφους, εκτός από μερικούς έμπιστους διευθυντές και ρεπόρτερ που προσκαλεί η ίδια η ομάδα στις συναντήσεις της. Κατά τα άλλα, τα ΜΜΕ αγνοούν εντελώς και τις διασκέψεις αυτές και το περιεχόμενο των συζητήσεών τους. Αλλά κι από την άλλη, πολλά από τα ίδια τα μέλη της Μπίλντερμπεργκ είναι ιδιοκτήτες μεγάλων μέσων ενημέρωσης, που τηρούν ωστόσο σιγή ασυρμάτου για τα τεκταινόμενα στις συνεδριάσεις.

Όπως αναφέρει ο πρίγκιπας Μπέρνχαρντ της Ολλανδίας για την πρώτη διάσκεψη της ομάδας «δεν υπήρχε καμία απολύτως δημοσιότητα. Οι συμμετάσχοντες δεσμεύτηκαν να μην αναφέρουν δημόσια τι συζητήθηκε κατά τη σύσκεψη». Στην πραγματικότητα, η αιτία για την επιβαλλόμενη μυστικότητα δεν είναι τόσο για να διεξάγονται ελεύθερα και άφοβα οι συζητήσεις μεταξύ των μελών όσο για να αγνοεί η πλειοψηφία του κόσμου πλήρως τις σκέψεις και τις αποφάσεις τους, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την παγκόσμια πολιτική και οικονομία.

Η βρετανική εφημερίδα Τimes περιέγραψε το 1977 τη διάσκεψη της Μπίλντερμπεργκ με τα εξής λόγια: «…μια κλίκα των πλουσιότερων, των οικονομικά και πολιτικά πιο ισχυρών προσωπικοτήτων της δύσης, που συναντιούνται μυστικά για να σχεδιάσουν τα γεγονότα, τα οποία αργότερα θα παρουσιάσουν ότι συμβαίνουν δήθεν τυχαία…»
Αρκετά μέλη της Μπίλντερμπεργκ έχουν ήδη παραδεχθεί ότι οι διασκέψεις τους έχουν πράγματι παγκόσμια επίδραση σε πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά θέματα. Όταν ζητήθηκε από των πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Γερμανία Τζωρτζ Μαρκγκι να προσδιορίσει μια τέτοια επίδραση, εκείνος ανέφερε τη «συνθήκη της Ρώμης», δημιούργημα της οποίας ήταν η Ευρωπαϊκή Κοίνή Οικονομική Αγορά!

Αυτό που πολλοί αγνοούν είναι ότι η Λέσχη Μπίλντεμπεργκ ήταν ο δημιουργός της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και το σχέδιο των ενοποιήσεων -σύμφωνα με όσα κατά καιρούς διαρρέουν πάει μακρύτερα. Σε ένα σχέδιο τριών ενοποιημένων οικονομικών αξόνων. Η Ευρώπη είναι μόνο ο ένας.

Το πρόσωπο που βασικά συνετέλεσε στη δημιουργία της λέσχης Μπίλντερμπεργκ είναι ο Τζόζεφ Ρέτινγκερ. Είναι ο άνθρωπος που πίστευε στην ιδέα της οικονομικής και στρατιωτικής ένωσης της Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα ενδιαφερόταν και για την ισχυροποίηση του τάγματος των Ιησουϊτών. Ο Ρέτινγκερ πρότεινε στο γάλλο πρωθυπουργό Ζωρζ Κλεμανσώ ένα σχέδιο για την ένωση της ανατολικής Ευρώπης, το οποίο περιλάμβανε τη συγχώνευση της Αυστρίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας σε μια τριμερή μοναρχία υπό τη καθοδήγηση των Ιησουϊτών. Ο Κλεμανσώ τότε απέρριψε απερίφραστα το σχέδιο αυτό, θεωρώντας τον Ρέτινγκερ πράκτορα του Βατικανού.

Ο Ρέτινγκερ όμως δεν πτοήθηκε. Στη συνέχεια ήρθε σε επαφή με πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες, προωθώντας μια μυστική συνδιάσκεψη των ηγετών του ΝΑΤΟ, για μια «ειλικρινή συζήτηση για τα διεθνή ζητήματα κεκλεισμένων των θυρών». Γρήγορα έκανε οπαδό της ιδέας τον πρίγκιπα Μπέρνχαρντ της Ολλανδίας, σημαντική τότε προσωπικότητα της πετρελαιοβιομηχανίας, με ισχυρή θέση στη Royal Dutch Petroleum (shell oil). Ο Μπέρνχαρντ υποστήριξε πλήρων την πρόταση του Ρέτινγκερ.

Το 1952 ο Μπέρνχαρντ πλησίασε την κυβέρνηση Τρούμαν κι έκανε λόγο για τη συνδιάσκεψη. Παρά τη θετική ανταπόκριση που είχε ανταπόκριση που είχε από ορισμένους κυβερνητικούς παράγοντες, η συνδιάσκεψη κανονίστηκε τελικά επί κυβερνήσεως Αϊζενχάουερ. Τους βασικούς ρόλους στην αμερικανική ομάδα είχαν ο διευθυντής της CIA, στρατηγός Γουόλτερ Σμιθ και το μέλος του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων Ντέιβιντ Τζάκσον. Από την αρχή, η αμερικάνικη ομάδα επηρεάστηκε έντονα από την οικογένεια Ροκφέλερ, ιδιοκτήτες της Standart Oil και ανταγωνιστές της Royal Dutch Petroleum του Mπέρνχαρντ. Από τότε, η ομάδα Mπίλντερμπεργκ αντανακλά στις αποφάσεις της τα συμφέροντα των πετρελαιοβιομηχάνων.

Η πρώτη αυτή διάσκεψη της Μπίλντερμπεργκ έγινε τελικά, το Μάιο του 1954 και, σύμφωνα με ένα έγγραφο της λέσχης του 1989, «η λέσχη αναπτύχθηκε λόγω του ενδιαφέροντος πολλών ηγετικών προσωπικοτήτων και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού για μια πιο στενή συνεργασία της δυτικής Ευρώπης και της βόρειας Αμερική σε θέματα υψίστης σημασίας. Έγινε φανερό ότι οι τακτές εμπιστευτικές συζητήσεις θα βοηθούσαν στην καλύτερη κατανόηση των διαφόρων ζητημάτων κατά τη δύσκολη μεταπολεμική περίοδο».

Σύμφωνα με τον ειδήμονα στις διεθνείς ιδιωτικές ομάδες εξουσίας Στέφεν Γκιλ, καθηγητή πολιτικών επιστημών του πανεπιστημίου Γιορκ του Τορόντο, η πρώτη διάσκεψη της Μπίλντερμπεργκ χρηματοδοτήθηκε από τις Αμερικανικές Μυστικές υπηρεσίες. Στο εγχειρίδιο του μάλιστα, παραθέτει επίσημα αμερικανικά έγγραφα που το αποδυκνείουν.

Ο πρίγκιπας Μπέρνχαρντ παρέμεινε πρόεδρος της λέσχης επί 22 χρόνια. Τον διαδέχθηκε ο λόρδος Χουμ του Ηirsel, πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου που προέδρευσε στις διασκέψεις της για τέσσερα χρόνια. Στη διάσκεψη του 1980 μεταβίβασε την προεδρία στον Γουόλτερ Σήηλ, πρώην πρόεδρο της ομοσπονδιακής δημοκρατίας της Γερμανίας. Το 1985 ο Σήηλ παραιτήθηκε και τον διαδέχθηκε ο λόρδος Ρολ του Ιpsden, πρόεδρος της εταιρείας S.G. Warburg group plc.

Τέλος, στη διάσκεψη του 1989 ο λόρδος Ρολ μεταβίβασε την προεδρία στο λόρδο Κάρινγκτον, πρώην γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ. Το 2000, ορίστηκε ως νέος πρόεδρος ο Βισκάουντ Ετιέν Νταβινιόν, πρόεδρος της Societe Generale de Belgigue.
Η σημερινή διακυβέρνηση της Bilderberg σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της έχει ως εξης>

Chairman

Henri de Castries
Chairman and CEO, AXA Group

DEUAckermann, Josef
Chairman of the Board, Zurich Insurance Group Ltd
GBRAgius, MarcusFormer Chairman, Barclays plc
USAAltman, Roger C.Executive Chairman, Evercore Partners
PRTBalsemão, Francisco PintoChairman and CEO, IMPRESA
FRABaverez, NicolasPartner, Gibson, Dunn & Crutcher LLP
ITABernabè, FrancoChairman and CEO, Telecom Italia
NORBrandtzæg, Svein RichardPresident and CEO, Norsk Hydro ASA
ESPCebrián, Juan LuisExecutive Chairman, Grupo PRISA
CANClark, W. EdmundPresident and CEO, TD Bank Group
GBRClarke, KennethMember of Parliament
BELDavignon, EtienneMinister of State
DEUEnders, ThomasCEO, EADS
DNKFederspiel, UlrikExecutive Vice President, Haldor Topsøe A/S
NLDHalberstadt, VictorProfessor of Public Economics, Leiden University
USAJacobs, Kenneth M.Chairman and CEO, Lazard
USAJohnson, James A.Chairman, Johnson Capital Partners
GBRKerr, JohnIndependent Member, House of Lords
USAKleinfeld, KlausChairman and CEO, Alcoa
TURKoç, Mustafa V.Chairman, Koç Holding A.S.
USAKravis, Marie-JoséeSenior Fellow and Vice Chair, Hudson Institute
USAMathews, Jessica T.President, Carnegie Endowment for International Peace
USAMundie, Craig J.Senior Advisor to the CEO, Microsoft Corporation
FINOllila, JormaChairman, Royal Dutch Shell plc
USAPerle, Richard N.Resident Fellow, American Enterprise Institute
CANReisman, Heather M.CEO, Indigo Books & Music Inc.
AUTScholten, RudolfMember of the Board of Executive Directors, Oesterreichische Kontrollbank AG
IRLSutherland, Peter D.Chairman, Goldman Sachs International
USAThiel, Peter A.President, Thiel Capital
INTTrichet, Jean-ClaudeHonorary Governor, Banque de France; Former President, European Central Bank
GRCTsoukalis, LoukasPresident, ELIAMEP
CHEVasella, Daniel L.Honorary Chairman, Novartis AG
SWEWallenberg, JacobChairman, Investor AB
USAWarsh, KevinDistinguished Visiting Fellow, The Hoover Institution, Stanford University

Member Advisory Group

USADavid Rockefeller
.
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Mr Dax-Showdown>Η Μεγάλη Συνομωσία της Κρίσης.

Το βιβλίο του Γερμανού αναλυτή που κόβει την ανάσα.




Το ευρώ έχει εξελιχθεί σε εχθρό της Ευρώπης», υποστηρίζει ο Dirk Müller και προτείνει την διατήρησή του, αλλά και τηνπαράλληλη κυκλοφορία των εθνικών νομισμάτων, η αξία των οποίων θα διαμορφώνεται ελεύθερα έναντι του ευρώ, μαζί με τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Υποδομών, το οποίο θα συμμετέχει σε όλα τα ενεργειακά σχέδια των μεγάλων εταιρειών, με στόχο τις επενδύσεις και την ενεργειακή αλλαγή.
Το βιβλίο του Γερμανού βάζει φωτιά στις σχέσεις με τις ΗΠΑ καθώς υποστηρίζει ότι οι τελευταίες προκάλεσαν την κρίση στην Ευρώπη, προκειμένου να ανακόψουν την αύξηση της επιρροής του ευρώ έναντι του δολαρίου. 

**Το υψηλό χρέος δεν είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η συνολική υπερχρέωση της Ευρώπης είναι μικρότερη από αυτή των ΗΠΑ ή της Ιαπωνίας. 


**Η μεγάλη αναμέτρηση, η οποία εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια, σχετίζεται με την κυριαρχία στο πλανήτη για τις επόμενες δεκαετίες.


**Η Ευρώπη δεν λαμβάνεται πλέον υπόψιν και το παιχνίδι κινείται μεταξύ Αμερικής και Ασίας, δηλαδή της Κίνας, ενώ οι Ρώσοι θα ήθελαν να αναμιχθούν κι αυτοί λίγο. 


**Από το 2008 οι επιθέσεις εναντίον της Ευρώπης εξελίσσονται στοχευμένα και συντονισμένα.


**Τα προβλήματα της Ευρώπης δεν οφείλονται μόνο σε εξωτερικούς παράγοντες, αλλά και σε εσωτερικές αιτίες. Ε**Στο ελληνικό υπέδαφος βρίσκονται τα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη.

** Η Ελλάδα θα ήταν καλύτερα αν είχε το δικό της νόμισμα ή αν αξιοποιούσε τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της. 


**Σκοπός του ΔΝΤ είναι να καταστρέψει την ελληνική οικονομία ώστε τα ελληνικά κοιτάσματα να πωληθούν φθηνά σε πολυεθνικές.


**Ακριβώς στην φάση της ισχύος του ευρώ συμβαίνουν τα γεγονότα γύρω από τον Κ. Καραμανλή, η ανάληψη της εξουσίας από τον Γ. Παπανδρέου και η αιφνιδιαστική ακούσια καταγγελία στις Βρυξέλλες της παραποίησης των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων.


** Ο Παπανδρέου και οι άνθρωποί του έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να στρέψουν την Ευρώπη και τη Γερμανία εναντίον τους. Καμία συμφωνία δεν τηρήθηκε, ο λαός και η οικονομία της χώρας οδηγούνταν στον κατήφορο. Το ένα σκάνδαλο διαδεχόταν το άλλο. 


**Μια χωρίς προηγούμενο εσωτερική ευρωπαϊκή καμπάνια μίσους εναντίον των «τεμπέληδων Ελλήνων», των «ναζί Γερμανών», των «διεφθαρμένων Ιταλών» και των «υπερχρεωμένων Ισπανών με τα πολλά ακίνητα» ξεκίνησε. 


**Η Ευρώπη άρχισε να αυτοσπαράσσεται, θέαμα που στο εξωτερικό το παρακολουθούσαν με ικανοποίηση. 


** Εναντίον της Ευρώπης δεν στέλνει κανείς τον έκτο στόλο, αλλά την Γουόλ Στριτ, τις τράπεζές της,  τους οίκους αξιολόγησης και τα όπλα της μυστικής διπλωματίας. 


**Τα χτυπήματα εναντίον του ευρώ και των χωρών της Ευρωζώνης ήρθαν με στρατιωτική ακρίβεια και προκαλούνταν πάντα από μελέτες μεγάλων τραπεζών της Γουόλ Στριτ ή των αμερικανικών οίκων αξιολόγησης. 


**Τα βασικά όμως προβλήματα της Ευρωζώνης ήταν εσωτερικής φύσης. Το να επιβάλλεται σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους κράτη ένα κοινό νόμισμα οδηγεί εξαρχής σε σημαντικά προβλήματα.


**Αυτή η αχίλλειος πτέρνα (το κοινό νόμισμα) οφείλεται στους ίδιους τους Ευρωπαίους, αλλά τα βέλη εναντίον της ήρθαν στοχευμένα και με τους ψυχρούς υπολογισμούς από την άλλη άκρη του Ατλαντικού.


**Η Ελλάδα δεν έχει στο υπέδαφός της μόνο μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και μιας σειράς σημαντικών ορυκτών. Μπορεί κάνεις δικαιολογημένα να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα σε πρώτες ύλες στην Ευρώπη.


** Τι παιχνίδι παίζεται εδώ; Αφήνουμε την ελληνική οικονομία να εξαντληθεί μέσω δρακόντειων πακέτων λιτότητας και την χρηματοδοτούμε με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ προκειμένου να μην πληγούν οι παλαιοί δανειστές της.


**Χάνονται δισεκατομμύρια ευρώ σε χρήματα φορολογουμένων για συμφωνίες χωρίς επιστροφή και για την αναδιάρθρωση του χρέους, όταν η Ελλάδα διαθέτει κοιτάσματα πολλαπλάσια του όγκου του χρέους της.


** Ο Γιώργος Παπανδρέου φαίνεται σαν να ήταν εκτελεστική μαριονέτα των ΗΠΑ, και αποστολή του ήταν να επιφέρει με κάθε τρόπο τη ρήξη στις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη.


** Ο Γ. Παπανδρέου το 2009 δήλωνε, "δεν έχουμε πετρέλαιο ή τουλάχιστον δεν έχουμε βρει ακόμη" και ο υφυπουργός Γιάννης Μανιάτης τόνιζε, "δεν είμαστε ούτε Σαουδική Αραβία ούτε Νορβηγία".


**Τώρα μια έκθεση της Deutsche Bank στο Λονδίνο κάνει λόγο για πιθανά έσοδα από τους υδρογονάνθρακες, τα οποία, μόνο στην περιοχή νοτίως της Κρήτης, θα μπορούσαν να ανέλθουν σε λίγα χρόνια σε 427 δισεκατομμύρια ευρώ.


**Ερωτώμενος από το "Focus" γιατί θεωρεί ότι η Ευρώπη δεν ασχολείται με τα κοιτάσματα της Ελλάδας και της Κύπρου, ο κ. Μιούλερ αναφέρει ότι όταν οι Κύπριοι πρότειναν στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να παραχωρήσουν στην Ευρώπη ή να υποθηκεύσουν το 30% των μελλοντικών εσόδων από το φυσικό αέριο, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών δήλωσε ότι αυτό δεν αποτελεί θέμα συζήτησης και διερωτάται για ποιον λόγο.


**Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο κ. Μιούλερ υποστηρίζει ότι ο κ. Σόιμπλε δεν ήθελε τη συμμετοχή του στα ευρωπαϊκά προγράμματα διάσωσης, φοβούμενος ότι έτσι θα αυξανόταν η επιρροή των ΗΠΑ στην Ευρώπη, αλλά επικράτησε η άποψη του οικονομικού συμβούλου της Αγγέλα Μέρκελ, Ότμαρ Ίσινγκ, ο οποίος, επισημαίνει ο συγγραφέας, είναι και σύμβουλος της Goldman Sachs. 


**«Ο ρόλος του ΔΝΤ είναι να επιφέρει την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, να κατηγορήσει την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν εφάρμοσε ακριβώς το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας και να την εξαναγκάσει να παραδώσει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της σε πολυεθνικές εταιρείες έναντι πενιχρού τιμήματος», επισημαίνει ο Dirk Müller. 


**«Τα προγράμματα λιτότητας είναι μια παράνοια» υποστηρίζει, και συμπληρώνει ότι το αποτέλεσμα είναι μια εξέλιξη της οικονομίας όπως αυτή με τον Καγκελάριο Μπρούνινγκ.


**Ο Γερμανός ειδικός εκτιμά ακόμη ότι τα προγράμματα εξυγίανσης που εφαρμόζονται στις χώρες που αντιμετωπίζουν κρίση είναι αναποτελεσματικά.  «Τα κράτη εξαντλούνται και η ελληνική οικονομία βυθίζεται στο απύθμενο. Η φτώχεια των απλών ανθρώπων είναι δραματική και όχι αντάξια μιας χώρας στον πυρήνα της πλούσιας Ευρώπης...» 


**«Το ευρώ έχει εξελιχθεί σε εχθρό της Ευρώπης», καταλήγει ο Dirk Müller και προτείνει την διατήρησή του, αλλά και την παράλληλη κυκλοφορία των εθνικών νομισμάτων, η αξία των οποίων θα διαμορφώνεται ελεύθερα έναντι του ευρώ, μαζί με τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Υποδομών, το οποίο θα συμμετέχει σε όλα τα ενεργειακά σχέδια των μεγάλων εταιρειών, με στόχο τις επενδύσεις και την ενεργειακή αλλαγή.
.
Συνεχίστε το διάβασμα ΕΔΩ........