Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Για την ιστορική σιωνιστικο–ναζιστική συνεργασία: το σύμφωνο της ΧΑΑΒΑΡΑ (haavara agreement)

Η παγκόσμια κεφαλαιοκρατική συμπαιγνία με επικεφαλείς τους σιωνιστές αρχιφασίστες εις βάρος του εβραϊκού λαού (υπό την σκιάν του αιμοδιψή σιωνιστή ''θεού''  ιεχωβά)





ΜΕΡΟΣ Α’

«ΙΛΙΑΔΑ» : Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟ ΔΕΡΑΣ
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,  με την  επίδραση της Ρατσιστικής Αντιεβραϊκής Προπαγάνδας που  κορυφώθηκε στα Πανεπιστήμια, εμφανίστηκε διόγκωση του Αντισημιτισμού στη Γερμανία. Από το 1921, η Ένωση Γερμανών Φοιτητών, «The Deutscher Hochschulring», απέκλειε τους Εβραίους από μέλη της.
 Μέχρι οι μπυραρίες να γίνουν κατ’ αποκλειστικότητα Φυλετικές, επέτρεπαν την είσοδο στους Εβραίους που είχαν προσηλυτιστεί στον Χριστιανισμό. Ο αποκλεισμός των Εβραίων από τις μπυραρίες αμφισβητήθηκε από την τότε Κυβέρνηση και η Κοινωνική Διαμάχη οδήγησε σε Δημοψήφισμα, στο οποίο το 76% των φοιτητών ψήφισαν υπέρ του αποκλεισμού … !!!!
Ταυτόχρονα οι Ναζιστικές εφημερίδες έκαναν λόγο για Μποϊκοτάζ εναντίον των εβραϊκών επιχειρήσεων,  μια πρακτική κατά των Εβραίων που εξαπλώθηκε  για να φτάσει να γίνει το σύνηθες χαρακτηριστικό της γερμανικής Πολιτικής στις Διοικητικές Περιφέρειες την δεκαετία του 1920, μέχρι του σημείου που τα Δεξιά Γερμανικά Κόμματα να αποκλείουν την συμμετοχή των Εβραίων.
Από το 1931 οι Μελανοχίτωνες τραμπούκοι των SA, που εκείνη την περίοδο ξεπερνούσαν σε μέλη τα τρία εκατομμύρια, ήταν επιφορτισμένοι να συγκρούονται στους ταραγμένους δρόμους των γερμανικών πόλεων με Κομμουνιστές, Σοσιαλδημοκράτες, Συνδικαλιστές κλπ, και απαγόρευαν την είσοδο σε εβραϊκά καταστήματα, σπάζοντας τα παράθυρα και τις πόρτες και απειλώντας συστηματικά τους Εβραίους ιδιοκτήτες καταστημάτων.
Τα Χριστούγεννα του 1932 , η κεντρική υπηρεσία του Ναζιστικού Κόμματος οργάνωσε ένα  Πανεθνικό Αντιεβραϊκό Μποϊκοτάζ.
Επιπλέον , οι γερμανικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα οι μεγάλοι οργανισμοί , όπως Τράπεζες , Ασφαλιστικές Εταιρείες και Βιομηχανικές Επιχειρήσεις όπως η Siemens πχ, αρνούνταν να προσλαμβάνουν Εβραίους .
Πολλά ξενοδοχεία , εστιατόρια και καφετέριες απαγόρευαν την είσοδο σε Εβραίους.
Σε απάντηση οι Εβραίοι κήρυξαν Μποϊκοτάζ κατά των γερμανικών προϊόντων τον Μάρτιο του 1933 τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ε
Το πρωτοσέλιδο της λονδρέζικης εφημερίδας Daily Express στις 24 Μαρτίου 1933 κυκλοφόρησε με τον τίτλο «J U D E A   D E C L A R E S   W A R   O N   G E R M A N Y», Η ΙΟΥΔΑΙΑ ΚΗΡΥΞΕ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ,  «ΕΒΡΑΙΟΙ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΝΩΘΕΙΤΕ», «ΜΠΟΫΚΟΤΑΖ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ», θέματα που αναπτύσσονταν στα κύρια άρθρα που συνεχίστηκαν και στην δεύτερη σελίδα:
Μαζικές διαδηλώσεις  σε  Λονδίνο , Νέα Υόρκη, Παρίσι , Βαρσοβία.
Οι Ισραηλίτες όλου του κόσμου ενώνονται για να δηλώσουν έναν οικονομικό και δημοσιονομικό πόλεμο ενάντια στη Γερμανία.
Δέκα τέσσερα εκατομμύρια Εβραίοι, διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο, ενώνονται μαζί σαν ένας άνθρωπος, για να κηρύξουν τον Πόλεμο στις γερμανικές διώξεις των ομοθρήσκων τους, και για να σταθούν στο πλευρό των εξακοσίων χιλιάδων Εβραίων της Γερμανίας, οι οποίοι τρομοκρατούνται από τον Χιτλερικό Αντισημιτισμό και να υποχρεώσουν την Φασιστική Γερμανία να θέσει τέρμα στην εκστρατεία βίας και καταστολής που στρέφεται κατά της Εβραϊκής Κοινότητας.
Την 1η Απριλίου του 1933, οι Ναζί πραγματοποίησαν την πρώτη Πανεθνική, Προγραμματισμένη Δράση τους εναντίον των Εβραίων : Ένα Μποϊκοτάζ με στόχο εβραϊκές επιχειρήσεις και επαγγελματίες , σε απάντηση στο εβραϊκό Μποϊκοτάζ των γερμανικών προϊόντων .

Έξω από το πολυκατάστημα Tietz στο Βερολίνο την 1η Απριλίου 1933.
Στο παρασκήνιο από τον Μάρτιο του 1933 ο Πολωνός Σιωνιστής Εβραίος Σαμ Κοέν εκπροσώπησε τα Σιωνιστικά Συμφέροντα σε άμεσες διαπραγματεύσεις με τους Ναζί.
Από τον Μάιο του 1933 άρχισε να λειτουργεί η Σιωνιστική επιχείρηση φύτευσης εσπεριδοειδών, Hanotea, ο πραγματικός σκοπός της οποίας ήταν η μεταφορά Γερμανο-Εβραϊκών Κεφαλαίων από την Γερμανία στην Παλαιστίνη με την ταυτόχρονη μετανάστευση των Γερμανών Εβραίων στην Παλαιστίνη, με την βοήθεια της Φασιστικής Χιτλερικής Γερμανικής Κυβέρνησης.
Η εταιρεία Hanotea έπαιρνε χρήματα από τους υποψήφιους μετανάστες με τα οποία αγόραζε γερμανικά προϊόντα τα οποία έστελνε στην Παλαιστίνη μαζί με τους μετανάστες. Στην Παλαιστίνη, οι έμποροι εισαγωγείς αγόραζαν τα γερμανικά προϊόντα από τους μετανάστες και με αυτόν τον τρόπο οι Γερμανο-Εβραίοι μετανάστες είχαν ρευστοποιημένα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν κάποτε στην Γερμανία.

Η ρύθμιση αυτή μέσω της εταιρείας Hanotea λειτούργησε με επιτυχία και άνοιξε τον δρόμο για την μετέπειτα συμφωνία μεταφοράς Haavara (Haavara Agreement).
 


Aliyah Bet ("παράνομη" μετανάστευση) το πλοίο "Parita," μετέφερε 850 Εβραίους πρόσφυγες και όταν προσάραξε σε μια αμμουδιά στα ανοικτά των ακτών του Τελ Αβίβ, οι Βρετανοί συνέλαβαν τους επιβάτες και τους έκλεισαν στο στρατόπεδο κράτησης  Atlit. Παλαιστίνη, 21 Αυγ. 1939


 Η συμφωνία Haavara – THE HAAVARA AGREEMENT

Η  «HAAVARA» ,  ήταν μια εταιρεία για τη μεταφορά της Εβραϊκής Ιδιοκτησίας από τη Ναζιστική Γερμανία στην Παλαιστίνη . Η εταιρεία «Εμπιστοσύνη και Μεταφορά, Office Haavara Ltd», ιδρύθηκε στο Τελ Αβίβ, μετά από Συμφωνία με τη Γερμανική Κυβέρνηση του Χίτλερ, στις 25  Αυγούστου του 1933, προκειμένου να διευκολυνθεί η μετανάστευση των Εβραίων στην Παλαιστίνη, επιτρέποντας τη μεταφορά των Κεφαλαίων - Περιουσιών τους με τη μορφή Γερμανικών Εξαγωγών αγαθών .
Τα ποσά που έπρεπε να μεταφερθούν πληρώθηκαν από τους υποψήφιους μετανάστες στο λογαριασμό μιας Εβραϊκής Εταιρείας για λογαριασμό τρίτων (PALTREU - Palestina Treuhandstelle zur Beratung deutscher Juden - Παλαιστίνη γραφείο εμπιστοσύνης για τη διαβούλευση των Γερμανών Εβραίων) στη Γερμανία και χρησιμοποιούνταν για την αγορά αγαθών, τα οποία η Haavara στη συνέχεια πωλούσε στην Παλαιστίνη .




Τα έσοδα καταβλήθηκαν στους μετανάστες που ζούσαν στην Παλαιστίνη σε παλαιστινιακό Νόμισμα. Η συναλλαγματική ισοτιμία ρυθμιζόταν από καιρό σε καιρό από την Haavara σύμφωνα με την επιβάρυνση εξαιτίας της επιβολής επιδότησης που χορήγησε η Haavara πριμοδοτώντας τους Παλαιστίνιους εισαγωγείς , για να αντισταθμίσει την επιδείνωση της αξίας του γερμανικού μάρκου , έτσι ώστε τα γερμανικά αγαθά να μπορούν να ανταγωνιστούν με άλλες εισαγωγές .
Κατά συνέπεια, η επακόλουθη επιβάρυνση που βάραινε τους μετανάστες , αυξήθηκε από 6 % το 1934 σε 50% το 1938 . Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της μεταφοράς, 1.000 παλαιστινιακές Λίρες (τότε 4.990 δολάρια ) το πλήρωνε κάθε Εβραίος απαραίτητα, για να εξασφαλίσει ένα Πιστοποιητικό μετανάστευσης «Κεφαλαίου», επιβαλλόμενου υποχρεωτικά από την  Βρετανική Διοίκηση.
Η μεταφορά , η οποία αποδυνάμωσε το Μποϊκοτάζ των γερμανικών προϊόντων που εκδηλώθηκε από πολλές εβραϊκές οργανώσεις σε όλο τον κόσμο, συνάντησε την έντονη αντίθεση . Η διαμάχη διευθετήθηκε στο Σιωνιστικό Συνέδριο της Λουκέρνης το 1935, το οποίο αποφάσισε με Συντριπτική Πλειοψηφία Υπέρ της μεταφοράς και τοποθέτησε την εταιρεία Haavara υπό την εποπτεία του Εβραϊκού Πρακτορείου .

Η συμφωνία Haavara έδωσε τη δυνατότητα σε κάθε Εβραίο να μεταναστεύσει από τη Γερμανία με όλα σχεδόν τα υπάρχοντα και την προσωπική του περιουσία, με την προϋπόθεση ότι οι Εβραίοι θα έπρεπε πρώτα να καταθέσουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία τους σε μία από τις δύο Εβραϊκής Ιδιοκτησίας Τράπεζες στη Ναζιστική Γερμανία, οι οποίες είχαν Υποκαταστήματα στο Τελ Αβίβ και στην Ιερουσαλήμ.
Τα γερμανικά κεφάλαια των δύο αυτών Εβραϊκών Πιστωτικών Ιδρυμάτων. ήταν εγγυημένα από την Κυβέρνηση του 3ου Ράιχ. Ακόμη και μετά τον Πόλεμο αυτά τα περιουσιακά στοιχεία ήταν στην απόλυτη διάθεση των Εβραίων ιδιοκτήτων ή των αντιπροσώπων τους.  Αν ένας Εβραίος δεν επιθυμούσε να μεταναστεύσει αμέσως θα μπορούσε παρ όλα αυτά να μεταφέρει όλα τα προσωπικά περιουσιακά του στοιχεία στη Παλαιστίνη, όπου θα διασφαλίζονταν από έναν διαχειριστή, όσο ο ίδιος παρέμενε στη Γερμανία για αόριστο χρόνο , πάντα όμως με τελικό στόχο τη μετανάστευση του. Όλο αυτό το διάστημα , η προσωπική του περιουσία ήταν ασφαλής εκτός της Γερμανίας.



Γερμανοί Εβραίοι, που αναγκάστηκαν λόγω συνθηκών να μεταναστεύσουν, περιμένοντας στο γραφείο του Hilfsverein der Deutschen Juden (Οργανισμός ανακούφιση των Γερμανών Εβραίων). Στον τοίχο είναι ένας χάρτης της Νότιας Αμερικής και ένα σημάδι για μετανάστευση προς την Παλαιστίνη. Βερολίνο, Γερμανία, 1935.
- YIVO Ινστιτούτο για την εβραϊκή έρευνα, Νέα Υόρκη
Ακόμη και οι φτωχότεροι Εβραίοι που δε διέθεταν 1.000 λίρες Αγγλίας ήταν σε θέση να μεταναστεύσουν στην Παλαιστίνη με πιστώσεις που παρέχονταν μέσω της Haavara. Οι Βρετανικές Αρχές γενικά απαιτούσαν σαν ελάχιστο περιουσιακό στοιχείο για κάθε μετανάστη στην Παλαιστίνη το ποσό των 1.000 λιρών , στη περίπτωση που δεν διέθετε το αποκαλούμενο πιστοποιητικό του εργαζομένου.
Μόνο ένας περιορισμένος αριθμός από αυτά τα πιστοποιητικά ήταν διαθέσιμα και εκδόθηκαν μόνο για άτομα με ειδικές δεξιότητες εργασίας. Επιπλέον, οι Εβραίοι που μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη είχαν εξαιρεθεί από το λεγόμενο «φόρο πτήσης Ράιχ», τον οποίο όλοι οι Γερμανοί που μετανάστευαν έπρεπε να πληρώσουν . Παρ ΄όλα αυτά οι εβραϊκές εταιρείες οι οποίες διοργάνωναν τις μεταφορές χρέωναν τους μετανάστες με ένα σταθερό ποσοστό επί του συνόλου των περιουσιακών τους στοιχείων.



Γερμανοεβραίοι στο Βερολίνο πριν ξεκινήσει η απάνθρωπη Οδύσσεια τους. 

Η συνολική μεταφορά ανήλθε σε 8.100.000 LP ( παλαιστινιακές Λίρες, τότε 40.419.000 δολάρια ), συμπεριλαμβανομένων LP 2.600.000 (τότε $ 13.774.000 ) που παρασχέθηκαν από τη γερμανική Reichsbank σε συντονισμό με την εταιρεία Haavara.
Διαμέσου της εταιρείας Haavara μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία των Γερμανο-εβραίων, ρευστοποιημένα, αξίας πάνω από 6.000.000 λίρες Αγγλίας, τα οποία όχι μόνο σώθηκαν αλλά και αποτέλεσαν την «μαγιά» πάνω στην οποία χτίστηκε η οικονομία του Κράτους του Ισραήλ στα Παλαιστινιακά Εδάφη. 
Η Συμφωνία μεταφοράς  Haavara ήταν ένας σημαντικός παράγοντας σύμφωνα με τον οποίο κατέστη δυνατή η μετανάστευση των περίπου 60.000 Γερμανών Εβραίων στην Παλαιστίνη κατά τα έτη 1933 έως 1939 , και μαζί με τα χρήματα που επενδύονταν από τους ίδιους τους μετανάστες , στην παροχή κινήτρων για την επέκταση των γεωργικών διακανονισμών και τη γενική οικονομική ανάπτυξη . 
 Η Haavara συνέχισε να λειτουργεί μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και παρά τις προσπάθειες μερικών στελεχών του Ναζιστικού Κόμματος να σταματήσει ή να περιορίσει τις δραστηριότητές της, ο Χίτλερ συνέχισε να την υποστηρίζει μέχρι το 1939.
Μετά την εισβολή στην Πολωνία και την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το 1939, η πρακτική συνέχιση της συμφωνίας Haavara έγινε αδύνατη.
Το 1940 η ομάδα Σιωνιστών «Λεχί» συναντήθηκε με τον 
επικεφαλή του τμήματος Μέσης Ανατολής του υπουργείου Εξωτερικών , Werner Ottovon Hentig , ο οποίος  υποστήριξε  την πολιτική της συγκέντρωσης Εβραίων στην Παλαιστίνη, οι οποίοι του πρότειναν άμεση στρατιωτική συνεργασία με τους Ναζί προκειμένου να συνεχιστεί η μεταφορά των Εβραίων της Ευρώπης στην Παλαιστίνη.


 Ομάδα Εβραίων εποίκων στον Εβραϊκό οικισμό στην ανατολική πλευρά της Θάλασσας της Γαλιλαίας, Ein Gev (Ain Geb), στην Παλαιστίνη. 1934-1939.

The Transfer Agreement: The Dramatic Story of the Pact Between the Third Reich and Jewish Palestine























Σύμφωνα με τον Εβραίο συγγραφέα Edwin Black και στο βιβλίο του «Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ», ο αριθμός των Εβραίων που τελικά μεταφέρθηκαν είναι 55.οοο και το χρηματικό ποσό ανέρχεται σε 100.000.000 δολάρια ΗΠΑ.

Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου του καταλήγει με τη δήλωση ότι η συνεχιζόμενη οικονομική σχέση μεταξύ της Εβραϊκής Κοινότητας της Παλαιστίνης και της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας ήταν «ένας απαραίτητος παράγοντας για τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ ».
Σύμφωνα με άλλα στοιχεία αμέσως μετά τη  Νύχτα των κρυστάλλων , ο Χίτλερ διέταξε τη δημιουργία ενός κεντρικού φορέα για την οργάνωση της μετανάστευσης το ταχύτερο δυνατόν, των Εβραίων από τη Γερμανία . 

Ο Göring δημιούργησε τη Κεντρική Υπηρεσία  του Ράιχ  για την Εβραϊκή Μετανάστευση ("Reichszentrale fuer die juedische Auswanderung") με υπεύθυνο το Reinhard Heydrich . Η υπηρεσία αυτή συντόνισε τα  διάφορα Κυβερνητικά Τμήματα που είχαν εμπλακεί με την εβραϊκή μετανάστευση.
Απλοποίησε τις  επίσημες διαδικασίες για την εβραϊκή μετανάστευση, αλλά η εργασία της συναντούσε εμπόδια από την  απροθυμία όλων σχεδόν των χωρών να δεχτούν Εβραίους. Η μόνη χώρα στην οποία οι Εβραίοι θα μπορούσαν  να μεταναστεύσουν ακόμα εύκολα ήταν η Παλαιστίνη, υπό την προϋπόθεση, ότι ο καθένας  από αυτούς διέθετε  χίλιες λίρες στερλίνες  , σύμφωνα με τις εκεί απαιτήσεις των   βρετανικών  αρχών . Παρά τους ευνοϊκούς όρους της συμφωνίας Haavara ή της Σύμβασης Μεταβίβασης, μόνο λίγοι Γερμανοεβραίοι εξέφρασαν επιθυμία να μεταναστεύσουν στην Παλαιστίνη.

Εκείνες τις ημέρες η Παλαιστίνη βρισκόταν στην αρχή της ανάπτυξής της. Ήταν ακόμα μια αγροτική χώρα με πολύ μικρή βιομηχανία.
Μόνο μετά την άφιξη χιλιάδων Γερμανών Εβραίων με τα κεφάλαια και την πείρα τους άρχισε πραγματικά εκεί η βιομηχανική ανάπτυξη . Κατά κανόνα οι Εβραίοι της Γερμανίας γενικά απασχολούνταν με το εμπόριο, τη βιομηχανία ή τα ελεύθερα επαγγέλματα. Γι αυτούς οι ευκαιρίες στην Παλαιστίνη ήταν ελάχιστες ή μηδαμινές. Για παράδειγμα, την δεκαετία του 1930 δεν υπήρχε ουσιαστικά, καμία οικονομική δομή στην Παλαιστίνη.
Δεν υπήρχε η αγορά χρήματος, ούτε  χρηματιστήριο, ούτε επενδυτική πίστη. Πώς θα μπορούσαν οι επιχειρηματίες να λειτουργούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον; Επειδή ήταν τόσο λίγοι οι Εβραίοι που ήθελαν να μεταναστεύσουν στην Παλαιστίνη, έγιναν ιδιαίτερες προσπάθειες  για να ανοίξουν οι  πόρτες άλλων χωρών, αλλά αυτό αποδείχθηκε πολύ δύσκολο.
Τα Έθνη που ευημερούσαν  δεν ήθελαν  Εβραίους  μετανάστες  και οι  φτωχές χώρες δεν προσέλκυαν το ενδιαφέρον τους.  Το καλοκαίρι του 1938 συστάθηκε μια Διακυβερνητική Επιτροπή Προσφύγων  από τον  αμερικανικό δικηγόρο George Rublee που έγινε και πρόεδρος σ’ αυτήν. Τον Ιανουάριο του 1939 (δηλαδή, μετά τη Νύχτα των κρυστάλλων ),  ο Rublee και η γερμανική κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία με την οποία όλοι  οι Γερμανοεβραίοι    θα μπορούσαν  να μεταναστεύουν στη χώρα της επιλογής τους. Το ενδιαφέρον είναι, ότι  ο πατέρας ενός μελλοντικού Αμερικανού προέδρου και ο πατέρας ενός μελλοντικού Γερμανού Προέδρου ήταν αυτοί που σχεδόν τορπίλισαν  αυτή τη συμφωνία: ο Josäph Kennedy, ο Πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Βρετανία, και ο Ernst von Weizsaecker, ο Υφυπουργός του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών και  πατέρας ενός από τους προέδρους της μετα ναζιστικής Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. 
Ο Αδόλφος Χίτλερ παρενέβη προσωπικά στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων και για να σωθεί η συμφωνία  ανέθεσε στον Πρόεδρο της Reichsbank Hjalmar Schacht να μεταβεί στο  Λονδίνο και να  διαπραγματευτεί με τον Rublee.

Ο Rublee αργότερα  την αποκάλεσε  «συγκλονιστική συμφωνία» και ήταν πράγματι συγκλονιστική «στα χαρτιά».
Ειδικές ρυθμίσεις μεταξύ της Διακυβερνητικής Επιτροπής και των Κυβερνήσεων των διαφόρων χωρών θα εγγυόντουσαν   την οικονομική ασφάλεια των  Εβραίων μεταναστών .
Στρατόπεδα κατάρτισης  θα δημιουργούνταν  για να προετοιμάσουν τους μετανάστες Εβραίους πάνω στις  νέες θέσεις εργασίας στις μελλοντικές  πατρίδες τους.
Οι Εβραίοι που είχαν ηλικία μεγαλύτερη από τα 45 χρόνια  θα μπορούσαν  είτε να μεταναστεύσουν είτε να παραμείνουν στη Γερμανία.
Εάν αποφάσιζαν  να παραμείνουν , θα απαλλάσσονταν από διακρίσεις και περιορισμούς.
Θα ήταν σε θέση να ζουν και να εργάζονται οπουδήποτε θέλουν.
Η κοινωνική τους ασφάλιση θα ήταν εγγυημένη από την κυβέρνηση του Ράιχ, στο βαθμό που ίσχυε και για κάθε Γερμανό πολίτη.
Όπως αργότερα επεσήμανε ο  Rublee δεν υπήρξαν ουσιαστικά επεισόδια εναντίον των Εβραίων κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της υπογραφής της συμφωνίας και το ξέσπασμα του πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1939.
Η Κεντρική Υπηρεσία του Ράιχ για την εβραϊκή μετανάστευση, η οποία διοργανώθηκε λίγο μετά τη Νύχτα των κρυστάλλων, βασίστηκε στις διατάξεις του σχεδίου Rublee. Παράλληλα ιδρύθηκε μια  εβραϊκή οργάνωση , η Ένωση των Εβραίων του Ράιχ στη Γερμανία ("Reichsvereinigung der Juden in Deutschland"). Έργο της ήταν να συμβουλεύει τους Εβραίους για όλα τα ζητήματα της μετανάστευσης και να ενεργεί  για λογαριασμό των Εβραίων με το Κεντρικό Γραφείο του Ράιχ. Οι δύο οργανισμοί συνεργάστηκαν στενά για τη διευκόλυνση της μετανάστευσης των Εβραίων όσο το δυνατόν περισσότερο. Επιπλέον, τα SS και ορισμένες άλλες Εθνικοσοσιαλιστικές οργανώσεις συνεργάστηκαν  με Σιωνιστικές οργανώσεις για τη διευκόλυνση της μετανάστευσης των Εβραίων. 
Οι Εβραϊκές ομάδες εκτίμησαν πολύ τη συνεργασία των SS. Για παράδειγμα, τα SS δημιούργησαν κέντρα κατάρτισης όπου οι μελλοντικοί 
μετανάστες Εβραίοι διδάχτηκαν  νέες δεξιότητες και επαγγέλματα  που θα τους προετοίμαζαν να αντιμετωπίσουν  τις  νέες ζωές τους. Με τη βοήθεια της συμφωνίας μεταφοράς Haavara και του  σχεδίου Rublee, εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι μετανάστευσαν από την Ευρώπη προς την Παλαιστίνη. Τον Σεπτέμβριο του 1940 το εβραϊκό πρακτορείο ειδήσεων στην Παλαιστίνη, "Palcor," ανέφερε ότι 500.000 Eβραίοι   μετανάστες είχαν ήδη φθάσει από το γερμανικό Ράιχ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Αυστρίας, της Σουδητίας, Βοημίας, Μοραβίας και Πολωνοκρατούμενης Γερμανίας.

    Hebrew Technical Institute. Apprentices working in the workshops. HaifaPalestine. 1920-1933. Εβραϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Οι μαθητευόμενοι εργάζονται στα εργαστήρια. Χάιφα, Παλαιστίνη. 1920-1933. 
Ο Kurt Tuhler, ένας από τους ηγέτες της γερμανικής Σιωνιστικής Ομοσπονδίας , έπεισε τον Baron von Leopold Mildenstein των SS για να γράψει φιλοσιωνιστικό άρθρο σε εβραϊκή εφημερίδα. Ο Baron vonLeopold Mildenstein συμφώνησε με την προϋπόθεση ότι πρώτα θα επισκεφθεί την Παλαιστίνη. Δύο μήνες μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία 30 Ιανουαρίου 1933, οι δύο άντρες πήγαν στην Παλαιστίνη.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από το βρετανικό περιοδικό Historytoday No. 1, 1980. Στη δημοσίευσή του συγκεκριμένα λέει :
«Το 1933 ένας αξιωματικός SS  ο Baron von Leopold Mildenstein και ένας εκπρόσωπος της Σιωνιστικής Ομοσπονδίας της Γερμανίας Kurt Tuhlerέκαναν ένα κοινό ταξίδι έξι μηνών στην Παλαιστίνη για να μελετήσουν «την σιωνιστική ανάπτυξη επί τόπου».  Ο Baron von Leopold Mildensteinέμεινε στην Παλαιστίνη για έξι μήνες.
Μετά την επιστροφή από το ταξίδι του , ο Baron von Leopold Mildensteinέγραψε ένα άρθρο – Ύμνο υπέρ του Σιωνιστικού εποικισμού της Παλαιστίνης. Μέχρι που έπεισε και τον Goebbels  να βάλλει μια λεπτομερή έκθεση σχετικά με την σιωνιστική αποικία.
Συνολικά ο Mildenstein  έγραψε μια σειρά από δώδεκα άρθρα, στην DerAngriff, την εφημερίδα του Goebbels, που ήταν το κύριο όργανο της ναζιστικής προπαγάνδας, με τον τίτλο «The Nazi goes to Palestine».

Στη μνήμη αυτής της αποστολής  ο Goebbels έφτιαξε ένα μετάλλιο, στη μία πλευρά του οποίου ήταν ο αγκυλωτός σταυρός και από την άλλη το Σιωνιστικό Αστέρι και η επιγραφή : «The Nazi goes to Palestine».



Ο ίδιος εξέφρασε τον ειλικρινή θαυμασμό του για το « πρωτοποριακό πνεύμα και τα επιτεύγματα των Εβραίων εποίκων ».
Σύμφωνα με τον ίδιο, " είναι απαραίτητο να υποστηριχθεί  πλήρως ο Σιωνισμός , για να βοηθηθεί τόσο ο Εβραϊκός λαός όσο και όλος ο Κόσμος . "
Προφανώς , προκειμένου να διαιωνίσουν τη μνήμη ενός κοινού ταξιδιού, ενός Ναζί μαζί με ένα Σιωνιστή ,  το 
Der Angriff που ήταν το κύριο όργανο της ναζιστικής προπαγάνδας,  κυκλοφόρησε  αυτό το μετάλλιο, στο οποίο όπως βλέπουμε Συμβάλλονται επαμφοτερίζοντα  η Σβάστικα με το Αστέρι του Δαβίδ.»"


Σε συνέντευξη που έδωσε μετά τον πόλεμο , ο πρώην επικεφαλής της Σιωνιστικής Ομοσπονδίας της Γερμανίας Hans Fridental είπε :
" Η Γκεστάπο έκανε τα πάντα σε εκείνες τις ημέρες για να εξασφαλιστεί η μετανάστευση , ιδιαίτερα στην Παλαιστίνη . Συχνά λαμβάναμε τη βοήθειά τους όταν χρειαζόμασταν κάτι από τις άλλες εξουσίες που σχετίζονται με τη μετανάστευση ».
Ο Joseph Burg στο The Toronto Star ( 31 του Μάρτη 1988 ) έγραψε :
" Ο Σιωνισμός ήθελε να θυσιάσει όλους τους Εβραίους της Ευρώπης στο Σιωνιστικό Κράτος. Όλα έγιναν για τη δημιουργία του Κράτους του Ισραήλ, και αυτό ήταν δυνατό μόνο με τη βοήθεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου . Η Wall Street και μεγάλοι Εβραίοι τραπεζίτες  βοήθησαν την Πολεμική προσπάθεια και από τις Δύο Πλευρές . "
Τον Φεβρουάριο του 1950 , ο Robert Williams, αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του στρατού των Η.Π.Α κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δημοσίευσε ένα άρθρο στην εφημερίδα TheWilliams Intelligence Summary για «την Συνωμοσία του Jace Warburgεναντίον του χριστιανικού κόσμου».  Ανέφερε ότι η χήρα του στρατηγού Λούντεντορφ αφηγήθηκε τους λόγους για τους οποίους ο σύζυγός της απομακρύνθηκε από τον Χίτλερ .
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στις αρχές του καλοκαιριού του 1929 οJames Warburg έκανε μια συμφωνία με την Οικονομική Κοινότητα της Αμερικής ,  με την επιδίωξη να επιτύχουν τον αποκλειστικό έλεγχο επί της Γερμανίας πυροδοτώντας την έναρξη της  «Εθνικοσοσιαλιστικής επανάστασης» εκεί .
Το έργο του Warburg ήταν να βρει  έναν κατάλληλο άνθρωπο στη Γερμανία , και ήρθε σε επαφή με τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος αργότερα, μέχρι τις 30 του Ιανουαρίου 1932, έλαβε από αυτόν ποσό ύψους 27 εκατομμυρίων δολαρίων και στη συνέχεια ένα άλλο 7.000.000 δολαρίων, τα οποία του έδωσαν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την κίνηση του.
Στο βιβλίο τους οι  Webster Tarpley και Anton Chaitkin «Τζορτζ Μπους : μη εξουσιοδοτημένη βιογραφία», στο δεύτερο κεφάλαιο που ονομάζεται «Project Χίτλερ» αναφέρουν ότι ο Εβραίος  τραπεζίτης Max Warburg, στις 27 Μαρτίου 1933 έγραψε στους Αμερικανούς  χορηγούς του ότι «η κυβέρνηση του Χίτλερ ωφελεί  την Γερμανία».
Έτσι, ο ίδιος, μεταξύ άλλων, αναφέρει :
"Κατά τους τελευταίους μήνες, τα πράγματα πηγαίνουν πολύ καλύτερα από ό,τι περιμέναμε ...
Αλλά υποφέρουμε εξαιτίας της προπαγάνδας κατά της Γερμανίας, που προκαλείται από ορισμένες δυσάρεστες συνθήκες . Αυτά τα περιστατικά αποτελούν φυσική συνέπεια της προεκλογικής εκστρατείας υψηλής έντασης, για τα οποία υπερέβαλαν πάρα πολύ στον ξένο Τύπο .
Η κυβέρνηση είναι σταθερά προσηλωμένη στην εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και της τάξης στη Γερμανία και είμαι απόλυτα βέβαιος ότι από αυτή την άποψη δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε".
Αυτή ήταν μια σφραγίδα της έγκρισης για τον Χίτλερ, που δίνεται από έναν από τους πιο διάσημους Εβραίους .
Στις 29 Μαρτίου του 1933, δηλαδή , δύο ημέρες μετά την επιστολή αυτή , ο γιος του Max Warburg , Erich , έστειλε ένα τηλεγράφημα στον ξάδελφό του, Frederick Warburg, ο οποίος ήταν ο διευθυντής της σιδηροδρομικής εταιρείας Gariman . Ζήτησε από τον Frederick να «χρησιμοποιήσει την επιρροή του» για να σταματήσει η Αντί - Ναζιστική δραστηριότητα στην Αμερική, συμπεριλαμβανομένων των «τρομακτικών»  ειδήσεων ​​και της εχθρικής προπαγάνδας στον ξένο τύπο, μαζικές συγκεντρώσεις , κλπ.
Ο 
Frederick έσπευσε να απαντήσει και σε τηλεγράφημα προς τον Erichείπε :
«Δεν είναι Αρμόδιες Ομάδες εδώ που απαιτούν ένα Μποϊκοτάρισμα των γερμανικών προϊόντων , αλλά μόνο Συγκεκριμένα Άτομα.»
Στις 31 Μαρτίου 1933, η Αμερικανική Εβραϊκή Επιτροπή, που ελεγχόταν από τον Warburg και η μασονική στοά B'nai B'rith, που σε μεγάλο βαθμό επηρεαζόταν από το περιβάλλον του Εβραίου επιχειρηματία και εκδότη της εφημερίδας The New York Times, Arthur Ochs Sulzberger, δημοσίευσαν στην The New York Times μια επίσημη κοινή δήλωση των δύο οργανισμών, η οποία συνέστηνε «να μην ενθαρρύνεται κανένα μποϊκοτάζ κατά της Γερμανίας » , και έδινε επίσης συμβουλές για να «μην υποστηρίζουν παρόμοιες κινητοποιήσεις και να μην προβαίνουν σε άλλες παρόμοιες μορφές προπαγάνδας».
Η Αμερικανική Εβραϊκή Επιτροπή και η B'nai B'rith συνέχισαν αυτήν την σκληρή γραμμή καταστολής ενάντια σε όλες τις επιθέσεις κατά του Χίτλερ σε όλη τη δεκαετία του '30, εθελοτυφλώντας για τον αγώνα που ξεκίνησε από πολλούς Εβραίους και Αντιφασίστες .
Οι Σιωνιστές τραπεζίτες Ρότσιλντ και Warburg παρεμπόδιζαν, όχι μόνο την εμφάνιση οποιασδήποτε πληροφορίας σχετικά με το πώς ο Χίτλερ, χρησιμοποιώντας στο στρατό του Φασίστες  Κακοποιούς, τρομοκρατούσε τους Γερμανούς, που ήθελαν να εμποδίσουν την εκλογή του το 1933, αλλά ήταν και οι Κύριοι Χρηματοδότες και υποστηρικτές της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία .


 Το περιοδικό Time Magazine στο τεύχος του την 2α Ιανουαρίου 1939 ανακήρυξε τον Αδόλφο Χίτλερ «Άνθρωπο της Χρονιάς» για το έτος 1938.
Η Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία ελέγχεται μέχρι και σήμερα από τουςRothschilds, αντάμειψε τον Χίτλερ για τη εισβολή  στην Πράγα, παρέχοντάς του τα τσέχικα αποθέματα χρυσού που είχαν αποθηκευτεί στο Λονδίνο .
Στις 28 Αυγούστου 1937 ένας από του τελευταίους Καγκελάριους της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο Heinrich Bruening , απέστειλε την ακόλουθη επιστολή προς τον Winston Churchill :
«Δεν μου αρέσει και δεν θέλω, για προφανείς λόγους , να αποκαλυφθεί η πληροφορία ότι τον Οκτώβριο του 1928 οι Μεγαλύτεροι και πιο Τακτικοί Χρηματοδότες για το Ναζιστικό Κόμμα ήταν τα Κύρια Στελέχη των Δύο Μεγαλύτερων Τραπεζών του Βερολίνου, και οι δύο Εβραίοι, ένας από τους οποίους είναι ο γνωστός Σιωνιστής Ηγέτης της Εβραϊκής Θρησκείας  στη Γερμανία».
Τα έγγραφα του Bruening αποθηκεύονται τώρα στο Syracuse University(ΗΠΑ , New York ), συμπεριλαμβανομένου και αυτού, με τον Τσώρτσιλ , το οποίο αντιγράφηκε διά χειρός από τον Βρετανό συγγραφέα DavidIrving, ο οποίος εργάστηκε για την βιογραφία του Βρετανού πολιτικού,Winston Churchill .
Στην επιστολή του προς τον Daniel Longwell στις 7 Φεβρουαρίου 1948 οBruening έγραψε ότι τα τάγματα  SA και τα SS, πριν από το 1933, ήταν κυρίως εξοπλισμένα με περίστροφα και πολυβόλα που κατασκευάζονται στις ΗΠΑ . Και αυτή η επιστολή έχει τώρα αποθηκευτεί, στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστήμιου της Κολούμπια .
Από τα Πρακτικά Δικών της Νυρεμβέργης, τόμος 1, κεφάλαιο VIII, προκύπτει ότι μία σειρά από τραπεζίτες, βιομηχάνους, εφοπλιστές, πράκτορες μυστικών υπηρεσιών και πολυεθνικές χρηματοδότησαν-προώθησαν-συνεργάστηκαν με τον Αδόλφο Χίτλερ!
Τραπεζίτες:
1. H Union Banking Corp. – UBC της γνωστής οικογένειας των Thyssen και Harriman ξέπλενε χρήματα των Ναζί. Για την δημιουργία της συμμετείχαν η Τράπεζα του Αugust Thyssen με αρχηγείο στο Βερολίνο, και η Τράπεζα Βορ Χάντελ (Ολλανδία) που ανήκε στην Harriman & Co. Η Harriman & Co δημιουργήθηκε από τον αυτοκράτορα των σιδηροδρόμων William Averell Harriman και τον Prescott Bush ορίζοντας ως πρόεδρο τον τραπεζίτη Max Warburg. Οι Χάριμαν –Τίσεν, με την UBC, ήταν από τους μεγαλύτερους χρηματοδότες του ναζιστικού καθεστώτος. Πρόεδρος της UBC ήταν ο Πρέσκοτ Μπους. O τέως πρόεδρος των ΗΠΑ, όπως και ο πατέρας του (πρώην διευθυντής της CIA, αντιπρόεδρος, και πρόεδρος) έφτασαν στα υψηλότερα πολιτικά αξιώματα των ΗΠΑ χάρη στην συμβολή του πρόγονού τους Πρέσκοτ Μπους. Μαζί του συνεργάστηκε και η οικογένεια Ντάλες όπου του παρείχαν νομική υποστήριξη αλλά και διαπλοκή. Διαπλοκή μέσω της Wall Street με την συμμετοχή της οικογένειας Βάρμπουργκ και του μεγιστάνα πρόεδρου της Γερμανικής Κοινοπραξίας Χάλυβα, Κλαρενς Ντίλον. Διαπλοκή μέσω των μυστικών υπηρεσιών αφού ήταν οι ιδρυτές της CIA. Η Οικογένεια Thyssen επισήμως εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα το 1931, ενώ επί ιδρύσεως του κόμματος «δώρισε» 25.000 USD. Η UBC έγινε το μυστικό κανάλι που προστάτευε το Ναζιστικό κεφάλαιο που διέφευγε από την Γερμανία προς τις ΗΠΑ διαμέσου της Ολλανδίας.
2. Η αμερικανική τράπεζα Kuhn, Loeb&Co., επικεφαλής της οποίας, ήταν ο αδελφός του Max Warburg, Felix Warburg
3. Μέσα από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Αποθεματικής Τράπεζας των ΗΠΑ πάνω από 30 εκατ USD κατευθύνθηκαν προς το «Ταμείο του Χίτλερ». Ο Paul Warburg θεωρείται ο εμπνευστής της (ιδιωτικής) Ομοσπονδιακής Αποθεματικής Τράπεζας των ΗΠΑ!!!
4. H γνωστή προσφάτως και σκανδαλωδώς πτωχευμένη τράπεζα των αδελφών Lehman είχε κάνει τεράστιες επενδύσεις μέσω δανείων στην Ναζιστική Γερμανία.
5. Η ελβετική «Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών» που χρηματοδότησε τον Χίτλερ.
6. Η Deutsche Bank που χρηματοδότησε τη δημιουργία και λειτουργία των ναζιστικών φούρνων του Άουσβιτς αλλά και τον προσηλυτισμό των νέων στο ναζισμό.
7. Η τράπεζα Chase Manhattan την οποία εκπροσωπούσε ο John McCloy (ταυτόχρονα ήταν και νομικός εκπρόσωπος εταιρειών συμφερόντων Ροκφέλερ). Ο McCloy ως Ύπατος Αρμοστής των ΗΠΑ στη Γερμανία μετά τον πόλεμο, φρόντισε να παραγραφούν τα αδικήματα των στελεχών των εταιρειών δυτικών συμφερόντων και δεν τιμωρήθηκε ούτε ο ίδιος, όπως ήταν φυσικό, για τις σχέσεις του με τον ναζισμό. O McCloy ήταν από το 1947 ο πρόεδρος και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Βιομήχανοι:
1. Στις 26 Γενάρη 1934, σε ομιλία του, ο Κρουπ, επικεφαλής της γνωστής πολυεθνικής και των Γερμανών βιομηχάνων είπε: «Ο εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (σ.σ. του κομμουνιστικού δόγματος) που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφο μας (σ.σ. σύντροφο των βιομηχάνων)»! Ο ίδιος κύριος, ο κύριος Κρουπ, ένα χρόνο νωρίτερα, στη μυστική σύσκεψη της 20ής Φλεβάρη 1933, ήταν ένας εκ των παρευρισκομένων βιομηχάνων, τραπεζιτών κτλ. που έδωσαν στους παριστάμενους Χίτλερ και Γκέρινγκ την τελική τους έγκριση για την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί. Ο «κύριος» Κρουπ το 1940 παρέλαβε από τα χέρια του Χίτλερ το χρυσό παράσημο του ναζιστικού κράτους. Η σημερινή Κρουπ είναι αυτή στην οποία οι κυβερνήσεις της Ελλάδας έχουν ξεπουλήσει τα ναυπηγεία της χώρας. Μόνο από ένα εργοστάσιο της «Κρουπ», της σημερινής «Κρουπ» με τις 670 θυγατρικές σε όλο τον κόσμο, από το εργοστάσιο που ξέχασαν να βομβαρδίσουν οι Αμερικάνοι στο Έσσεν, οι ναζί χρηματοδοτήθηκαν μέχρι το 1945 με το ασύλληπτο για την εποχή ποσό των 4.738.446 μάρκων.
2. Η εταιρεία I.G. Farben (Interessen – Gemeinschaft Farbenindustrie Aktiengesellschaft), το τεραστίων διαστάσεων βιομηχανικό συγκρότημα της οποίας κατασκευάστηκε από κρατούμενους του Άουσβιτς. Περισσότεροι από 25.000 άνθρωποι πέθαναν στη διάρκεια της κατασκευής του. Στη Φάρμπεν δούλευαν 85.000 κρατούμενοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η Φάρμπεν κατασκεύασε το Κυκλώνιο Β. Ήταν το αέριο που χρησιμοποιήθηκε για την εξόντωση χιλιάδων ανθρώπων στα κρεματόρια. Δείτε την κοινοπραξία του βασικού πυλώνα χρηματοδότησης του Χίτλερ: AGFA (Aktien-Gesellschaft für Anilin-Fabrikation), με έδρα το Βερολίνο, Cassella (Leopold Cassella & Co.) με έδρα τη Φρανκφούρτη, BASF (Badische Anilin und Soda Fabrik), με έδρα το Λούντβιχσχάφεν, Bayer, με έδρα το Λεβερκούζεν (η γνωστή φαρμακοβιομηχανία), Farbwerke Hoechst (σήμερα γνωστή ως Sanofi-Aventis, μετά την κατάργηση του εμπορικού ονόματος Hoechst ), με έδρα τη Φρανκφούρτη-Χέξτ (Frankfurt-Höchst), Chemische Werke Hüls, με έδρα το Μαρλ (Marl) (Προσχώρησε το 1938, μετά την ίδρυσή της), Chemische Fabrik Kalle, με έδρα το Βισμπάντεν-Μπίμπριχ (Wiesbaden-Biebrich).
3. Οι εταιρείες Kuhlmann (Γαλλία), Imperial Chemical Industries(γνωστότερης σαν ICI) της Βρετανίας, Standard Oil (NJ), DuPont και Dow Chemical των ΗΠΑ συνεργάζονται ΑΜΕΣΑ με την Φάρμπεν! Το 1928, ο Herry Ford (General Motors) και η American Standart Oil Company (Rockfellers) συγχωνεύτηκαν με την IG FARBEN.Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, υπήρχαν πάνω από 100 αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες είχαν θυγατρικές και συνεργάζονταν με τη ναζιστική Γερμανία.
4. Η General Motors στα εργοστάσια της οποίας κατασκευάστηκαν χιλιάδες θωρακισμένα αυτοκίνητα, φορτηγά και τανκς για τον γερμανικό στρατό. «Ό,τι συμφέρει την General Motors συμφέρει την Αμερική», έλεγε ο Αϊζενχάουερ. Το αμερικανικό κράτος αποζημίωσε με 33 εκατ. δολάρια την General Motors για τις ζημιές που υπέστησαν τα εργοστάσια της σε Γερμανία και Αυστρία στον πόλεμο.
5. Το 1/3 των φορτηγών της Βέρμαχτ το κατασκεύασε η αμερικανική πολυεθνική «Ford». Οι μισοί «εργαζόμενοι» της εταιρείας ήταν σκλάβοι από στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο πρόεδρος της «Ford», ο «κύριος» Ford, το 1938 γιόρτασε τα 75α γενέθλιά του παραλαμβάνοντας από τους Γερμανούς πρόξενους στο Ντιτρόιτ το μετάλλιο του Μεγάλου Σταυρού της Γερμανικής Τάξης του Αετού.
6. Οι 25 από τους μεγαλύτερους βιομηχάνους της Γερμανίας το 1933 τροφοδότησαν το αποκαλούμενο και «Ταμείο του Χίτλερ» με το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 3 εκατ. μάρκων. Ήταν στις εκλογές του '33 που οι Ναζί πήραν το 44% των ψήφων. Στα εργοστάσια αυτών καταδικάστηκαν σε υποχρεωτική εργασία οι κρατούμενοι από το Μαουτχάουζεν.
7. Η Standard Oil (η σημερινή Exxon-Mobil), συμφερόντων Ροκφέλερ, στη διάρκεια του πολέμου, προμήθευε με καύσιμα και τον Άξονα… Τα Γερμανικά αεροπλάνα δεν μπορούσαν να πετάξουν αν δεν τους προμήθευε ο Rockefeler μέσω της Standard Oil ένα ειδικό πρόσθετο στο καύσιμο… Ο μεγάλος βομβαρδισμός του Λονδίνου δεν θα είχε επιτευχθεί αν η Standard Oil δεν πουλούσε αυτό το πρόσθετο έναντι 20 εκατ. USD.
8. Η ΙΒΜ, ο πρόεδρος της οποίας, Τ. Γουώτσον, τιμήθηκε προσωπικά από τον Αδόλφο Χίτλερ, για τις «υπηρεσίες» του στο Γ' Ράιχ με το μετάλλιο του Μεγάλου Σταυρού της Γερμανικής Τάξης του Αετού το 1937.
9. Η Siemens που με πρόταση και χρηματοδότηση του επικεφαλής της στην Αθήνα, συγκροτήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας το 1943.
10. Η ΙΤΤ (η σημερινή ΑΤ&Τ) και η General Electric, για την μηχανοργάνωση των στρατοπέδων συγκέντρωσης.
ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟ Β' ΜΕΡΟΣ
ΓΡΑΦΕΙ Η 

Θεοδοσία Μπατάλα

 ".