Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Ανισότητα και ανάπτυξη

 του Ραγκουράμ Ρατζάν    

Is Inequality Inhibiting Growth?

©Project Syndicate

 


 

Προκειμένου να κατανοήσουμε πώς θα πετύχουμε μια βιώσιμη ανάκαμψη από τη μεγάλη κρίση, χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε τα αίτιά της κρίσης αυτής. Και ο προσδιορισμός των αιτίων ξεκινά από τα γεγονότα. Ανάμεσά τους, δύο είναι αυτά που ξεχωρίζουν.
  • Πρώτον, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συνολική ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες είναι κατά πολύ ασθενέστερη σε σχέση με τα ανέμελα χρόνια πριν την κρίση.
  • Δεύτερον, στις ΗΠΑ τα οικονομικά κέρδη των τελευταίων ετών κατέληξαν ως επί το πλείστον στις τσέπες των πλουσίων, με τη μεσαία τάξη να ακολουθεί ασθμαίνουσα. Στην Ευρώπη η πολύ πιο διακριτική ανησυχία για τις εισοδηματικές ανισότητες, καλύπτεται από το ζήτημα των ανισοτήτων μεταξύ χωρών, καθώς η Γερμανία καλπάζει και τα περιφερειακά κράτη-μέλη του νότου καρκινοβατούν.
Μια σειρά από πειστικές ερμηνείες της κρίσης υπογραμμίζουν τη σχέση μεταξύ της σημερινής ασθμαίνουσας ζήτησης και της αύξησης των εισοδηματικών ανισοτήτωνΟι προοδευτικοί οικονομολόγοι υπογραμμίζουν πως η μείωση της επιρροής των συνδικάτων στις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με ευνοϊκές για τους πλούσιους φορολογικές πολιτικές, επιβράδυναν την εισοδηματική πρόοδο της μεσαίας τάξεως, την ώρα που περικόπτονταν τα παραδοσιακά προγράμματα αναδιανομής του εισοδήματος. Με τα εισοδήματά τους  να βαλτώνουν, τα νοικοκυριά παροτρύνθηκαν να καταφύγουν στον δανεισμό, ιδίως για την απόκτηση ακινήτων, προκειμένου να συντηρηθεί η κατανάλωση σε ανεκτά επίπεδα.

Η αύξηση της τιμής των ακινήτων έδινε στον κόσμο την ψευδαίσθηση πως η περιουσία του αυξάνει, πράγμα που ενθάρρυνε περαιτέρω τον δανεισμό. Αλλά τώρα που οι τιμές των ακινήτων κατέρρευσαν και η ρευστότητα είναι απροσπέλαστη στα νοικοκυριά που πνίγονται στα χρέη, η ζήτηση συρρικνώνεται. Κλειδί για την ανάκαμψη είναι άρα η φορολόγηση των πλούσιων, η τόνωση των πολιτικών αναδιανομής του εισοδήματος και η αποκατάσταση του εισοδήματος των εργαζομένων μέσω της αύξησης της διαπραγματευτικής ισχύος των συνδικάτων και των μισθολογικών αυξήσεων στις κατώτερες αμοιβές.

Η έμφαση σε πλουτοκρατικές, αντεργατικές πολιτικές ως αιτίων της κρίσης δεν ερμηνεύει τόσο καλά το τι συνέβη στην Ευρώπη. Πράγματι, τα ευρωπαϊκά κράτη που μεταρρύθμισαν τις εργασιακές τους σχέσεις στην κατεύθυνση της ευελιξίας και των αιτημάτων των εργοδοτών και παράλληλα δεν έσπευσαν να αυξήσουν τις αμοιβές των εργαζομένων, φαίνεται να τα βγάζουν πέρα πολύ καλύτερα από κράτη σαν την Γαλλία και την Ισπανία, στα οποία τα εργατικά δικαιώματα είναι πιο κατοχυρωμένα.

Οπότε σκεφτείτε την εξής................................... 
 1εναλλακτική υπόθεση εργασίας: από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η μεγέθυνση των οικονομιών των αναπτυγμένων κρατών άρχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες. Κράτη σαν τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο τελικά απάντησαν σε αυτήν την πρόκληση απορυθμίζοντας τις οικονομίες τους. Η τόνωση του ανταγωνισμού και η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών αύξησε τη ζήτηση και τις αμοιβές των υψηλά καταρτισμένων, ταλαντούχων  και μορφωμένων στελεχών που εργάζονταν σε μη επαναληπτικές δουλειές, όπως π.χ. στην παροχή συμβουλών. Οι πιο επαναληπτικές, άλλοτε καλοπληρωμένες δουλειές των μετρίως εκπαιδευμένων εργατών αυτοματοποιήθηκαν ή μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό. Αρχικά δηλαδή η εισοδηματική ανισότητα δεν προέκυψε λόγω των πολιτικών που ευνοούσαν τους πλούσιους, αλλά διότι η φιλελευθεροποιημένη οικονομία ευνοούσε όσους ήταν κατάλληλα εξοπλισμένοι να την αξιοποιήσουν. Η κοντόθωρη πολιτική απάντηση για να διασκεδασθεί το άγχος όσων έμεναν πίσω ήταν να διευκολυνθεί η πρόσβασή τους στα δανεικά. Καθώς ήταν εν πολλοίς ανεξέλεγκτες, οι τράπεζες υπερέβαλαν στην παροχή ριψοκίνδυνων δανείων.

Συμπερασματικά, αν και η προοδευτική και η εναλλακτική αφήγηση της κρίσης διαφέρουν ως προς τις θεμελιακές της αιτίες (τουλάχιστο όσον αφορά τις ΗΠΑ) ομονοούν ως προς τις συνέπειές της.

Η εναλλακτική υπόθεση όμως έχει κι άλλα να πει: η ηπειρωτική Ευρώπη δεν απορύθμισε τόσο πολύ την οικονομία της, επιλέγοντας να αναζητήσει την οικονομική της μεγέθυνση στην προϊούσα ενοποίησή της. Το αντίτιμο όμως της προστασίας των επιχειρήσεων και των εργαζομένων ήταν η σχετικά βραδύτερη μεγέθυνσή της και η υψηλότερη ανεργία. Αν και η ανισότητα στην Ευρώπη δεν αυξήθηκε όσο στις ΗΠΑ, οι επαγγελματικές προοπτικές για τους νέους και τους ανέργους, όλους όσοι βρίσκονται εκτός των «προστατευμένων» του συστήματος, είναι πραγματικά ολέθριες.

Η έλευση του ευρώ φάνηκε αρχικά να λειτουργεί ευεργετικά, καθώς μείωσε το κόστος του δανεισμού και επέτρεψε στα κράτη-μέλη της Ευρώπης να τονώσουν την απασχόληση μέσω δραστηριοτήτων χρηματοδοτημένων από δανεικό χρήμα. Η κρίση όμως έκλεισε τις στρόφιγγες του χρήματος στο κράτος (δες Ελλάδα), τις περιφέρειες (Ισπανία), τον οικοδομικό (Ισπανία και Ιρλανδία) ή χρηματοπιστωτικό (Ιρλανδία) κλάδο. Δυστυχώς οι παρελθούσες δαπάνες είχαν «φουσκώσει» τους μισθούς χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, πράγμα που άφησε τους ανέμελους δανειολήπτες υπερχρεωμένους και εκτός ανταγωνισμού.

Η σημαντική εξαίρεση αυτού του κανόνα είναι η Γερμανία, που ήταν εξοικειωμένη με το χαμηλό κόστος δανεισμού πολύ πριν ενταχθεί στην ευρωζώνη. Όταν κλήθηκε να ενοποιηθεί με τη βαριά ασθενή πρώην κομμουνιστική Γερμανία, η Βόννη βρέθηκε να αντιμετωπίζει ιστορικά υψηλά επίπεδα ανεργίας. Στα πρώτα χρόνια του ευρώ και καθώς μοχθούσε να αυξήσει την απασχόληση, η Γερμανία δεν είχε άλλη επιλογή από το να μειώσει την προστασία της εργασίας, να συμπιέσει τις μισθολογικές αυξήσεις και να μειώσει τις συντάξεις. Αναλογικά με τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, το κόστος εργασίας της Γερμανίας μειώθηκε, επ' ωφελεία των εξαγωγών και του ΑΕΠ της χώρας.

Η εναλλακτική αφήγηση καταλήγει επίσης σε διαφορετική συνταγογράφηση για την αντιμετώπιση της κρίσηςΟι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να προσηλωθούν στο πώς να ταιριάξουν το μορφωτικό επίπεδο και τις δεξιότητες των ανθρώπων με τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Αυτό δεν είναι εύκολο, ούτε γίνεται γρήγορα, αλλά τουλάχιστο μειώσει τις ανισότητες και το χάσμα στην παροχή ευκαιριών, και απαλλάσσει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού από την εξάρτησή του από τα προγράμματα αναδιανομής του εισοδήματος. Όσο για την χρηματοδότηση των αναγκαίων δαπανών, αντί για την αύξηση της φορολογίας μονομερώς στους πλουσιότερους, μέτρο που θα μπορούσε να πλήξει την επιχειρηματικότητα, χρειάζονται πιο μελετημένες φορολογικές λύσεις, που θα αφορούν το σύνολο των διαθέσιμων εισοδημάτων.

Όσον αφορά τα μη-ανταγωνιστικά τμήματα της ευρωζώνης, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να περιμένουν άλλοΛόγω όμως της έκτασης των απαιτούμενων αναδιαρθρώσεων, δεν είναι πολιτικά εφικτό να γίνει μονομιάς ό,τι απαιτείται, σε συνδυασμό μάλιστα με την επώδυνη οικονομική δυσπραγία. Η χαλάρωση της λιτότητας, όσο κι αν δεν είναι μια βιώσιμη στρατηγική, θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο της προσαρμογής. Κι αυτό εν ολίγοις είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη: η περιφέρεια χρειάζεται χρηματοδότηση για να προσαρμοστεί, ενώ η Γερμανία, λόγω των εμπειριών της προ-ευρώ περιόδου, εκφράζει την δυσπιστία της για το αν τα κράτη της περιφέρειας θα μπουν στον κόπο να προσαρμοστούν άπαξ και χρηματοδοτηθούν.

Οι Γερμανοί επιμένουν στην ανάγκη θεσμικών αλλαγών: ζητούν πιο συγκεντρωτικό ευρωπαϊκό έλεγχο στις τράπεζες της περιφέρειας και τους κρατικούς προϋπολογισμούς, με αντάλλαγμα την αύξηση της πρόσβασης της περιφέρειας σε ρευστότητα. Αλλά οι θεσμικές αλλαγές, σε πείσμα της ευφορίας που προκάλεσε η πρόσφατη σύνοδος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), είναι χρονοβόρες, καθώς απαιτούν προσεκτική μελέτη και λαϊκή υποστήριξη.

Ίσως η Ευρώπη να τα καταφέρει καλύτερα με μέτρα άρσης του χάσματος μεταξύ των κρατών-μελών τηςΑν η αξιοπιστία της Ιταλίας ή της Ισπανίας μειωθεί εκ νέου, η ευρωζώνη μπορεί να χρειαστεί να καταφύγει στην κλασική «γέφυρα» μεταξύ χαμηλής δανειακής αξιοπιστίας και ανάγκης για άμεση ρευστότητα: τα προσωρινά προγράμματα χρηματοδότησης -στο πρότυπο εκείνων του «διεθνούς νομισματικού ταμείου» (ΔΝΤ).

Όπως αναδεικνύουν τα δεινά της Ελλάδος, τέτοια προγράμματα δεν προχωρούν με διστακτικές κυβερνήσεις. Επίσης δεν υπάρχει κυβέρνηση που να μην μισεί την απώλεια εθνικής κυριαρχίας και πολιτικού «προσώπου» που αυτά συνεπάγονται. Αλλά στο παρελθόν αποφασιστικές κυβερνήσεις, σαν εκείνες της Βραζιλίας και της Ινδίας, κατάφεραν να διαπραγματευθούν προγράμματα που τις τροχοδρόμησαν σταθερά στο δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης.

Καθώς η μεταρρυθμισμένη Ευρώπη θα αρχίσει να ανακάμπτει, μπορεί να βιώσει σε κάποιες περιοχές της αμερικανικού τύπου ανισότητες. Αλλά η ίδια η ανάπτυξη παρέχει τα μέσα αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος. Θα ήταν πολύ χειρότερα για την Ευρώπη αν επιχειρούσε να αποφύγει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις και βυθιζόταν σε μια δήθεν εξισωτική και γεμάτη αξιοπρέπεια παρακμή. Το παράδειγμα προς αποφυγή είναι η Ιαπωνία, όχι οι ΗΠΑ.

Ο Raghuram Rajan είναι οικονομολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου στο Σικάγο
 πηγη ppol2