Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Γιατί η Ευρώπη δε μετράει πια


 του Ρίτσαρντ Χάας    
©The Washington Post




Όταν ο υπουργός αμύνης των ΗΠΑ Ρόμπερτ Γκέιτς (Robert Gates) αφιέρωνε αυτό το μήνα τηντελική πολιτική του ομιλία στο κατσάδιασμα του ΝΑΤΟ και των Ευρωπαίων συμμάχων μας, συνέβαλε σε μια τιμημένη μακρόχρονη παράδοση: οι Αμερικάνοι δυσανασχετούν για την απροθυμία των Ευρωπαίων να συμβάλλουν στην ατλαντική άμυνα από τη δημιουργία κιόλας της συμμαχίας, εδώ κι 60 χρόνια.

Ο Γκέιτς ακούστηκε πραγματικά απαισιόδοξος όταν αναφερόταν στην «πραγματική προοπτική ενός θολού, αν όχι ζοφερού, μέλλοντος για την ατλαντική συμμαχία». Αλλά και πάλι, ο αρχηγός τουΠενταγώνου ίσως τελικά να μην ήταν τόσο απαισιόδοξος όσο έπρεπε: ο συνεταιρισμός ΗΠΑ-Ευρώπης, που υπήρξε τόσο κεντρικής σημασίας για τη διεξαγωγή του «ψυχρού πολέμου» και τη νικηφόρα του κατάληξη, αναπόδραστα θα παίξει πολύ μικρότερο ρόλο τα χρόνια που έρχονται. Σε κάποιο βαθμό, αυτό έχει ήδη επιτελεσθεί: αν δεν υπήρχε το ΝΑΤΟ, ποιος θα ένιωθε σήμερα πως πρέπει να τον φτιάξει; Η τίμια, πλην όμως παράδοξη απάντηση, είναι: κανένας.

Τις επερχόμενες δεκαετίες, ο ρόλος της Ευρώπης πέραν των συνόρων της θα μειωθεί απότομα, ενώ οι τύχες του 21ου αιώνα θα διαμορφωθούν και θα καθοριστούν σε άλλες περιφέρειες του κόσμου, πέραν της Ευρώπης......................
 Αναμφίβολα, η προϊούσα περιθωριοποίηση του ΝΑΤΟ οφείλεται εν πολλοίς στη συμπεριφορά των Ευρωπαίων μελών του: το πρόβλημα δεν είναι ο αριθμός των στρατευμάτων (2 εκατομμύρια στρατευμένοι), ούτε όσα δαπανούν ετησίως οι Ευρωπαίοι για την άμυνα (300 δις δολάρια ετησίως), αλλά μάλλον το πώς οργανώνονται και δαπανώνται όλα αυτά. Στο ΝΑΤΟ το σύνολο είναι μονίμως πολύ μικρότερο του αθροίσματος των μερών του. Οι κρίσιμες αποφάσεις εξακολουθούν να λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο. Πολλά από τα λόγια περί «κοινής άμυνας» παραμένουν αυτό ακριβώς: λόγια. Υπάρχει έλλειμμα εξειδίκευσης -και συντονισμού. Στον τομέα της τροφοδοσίας ή στις υποδομές λείπουν επίσης πολλά από τα απαραίτητα μέσα για στρατιωτικές επιχειρήσεις σε απομακρυσμένα μέτωπα. Η παρέμβαση της συμμαχίας στη Λιβύη -ο κακός σχεδιασμός της, η πλατιά διαδεδομένη απροθυμία ή η ανικανότητα των μελών της να συμμετέχουν σε πραγματικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, η προφανής αδυναμία της συμμαχίας να συντηρήσει έντονους ρυθμούς επιχειρήσεων- μας θυμίζουν καθημερινά όλα όσα δεν μπορεί να πετύχει η ισχυρότερη συμμαχία του πλανήτη.

Ενώ ο «ψυχρός πόλεμος» και η σοβιετική απειλή μετατρέπονται σε μακρινή ανάμνηση, σε εθνικό επίπεδο υπάρχει ελάχιστη πολιτική βούληση για αμυντικές δαπάνες (η Βρετανία και η Γαλλία, που η καθεμιά τους δαπανά περί το 2% του ΑΕΠ της ετησίως για την άμυνα, αποτελούν στον τομέα αυτό την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα). Αλλά ακόμα κι όταν υπάρχει η πολιτική βούληση για στρατιωτική επέμβαση, όπως στο Αφγανιστάν όπου επιχειρούν 35,000 Ευρωπαίοι στρατευμένοι, εμφανίζονται σοβαρά εμπόδια. Μερικές κυβερνήσεις, σαν της μεταπολεμικής Γερμανίας, ιστορικά είναι απρόθυμες να συμμετέχουν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενώ σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη η ύπαρξη στρατιωτικών απωλειών δε γίνεται πολιτιστικά αποδεκτή.

Θα ήταν όμως λάθος, για να μη πούμε μάταιο, να θεωρήσουμε πως οι Ευρωπαίοι είναι οι μόνοι υπόλογοι για τις επιλογές τους αυτές. Υπάρχουν ευρύτερες ιστορικές δυνάμεις που συμβάλουν στη συνεχιζόμενη περιθωριοποίηση της Ευρώπης και τη μετατροπή της σε ασήμαντη διεθνή παρουσία.

Ειρωνικά, είναι οι εξέχουσες επιτυχίες της Ευρώπης στις οποίες εν πολλοίς οφείλεται η εξασθένηση της σημασίας των ατλαντικών δεσμών. Η τρέχουσα δημοσιονομική κρίση της ευρωζώνης δε θα πρέπει να συσκοτίζει το ιστορικό επίτευγμα της περασμένης πεντηκονταετίας, την ενοποίηση της Ευρώπης. Η «γηραιά ήπειρος» είναι σε μεγάλο βαθμό ενοποιημένη, ελεύθερη και σταθερή. Η Ευρώπη, η κατ' εξοχήν αρένα των γεωπολιτικών συγκρούσεων του 20ού αιώνα, δε θα συνεχίσει να παίζει τον ίδιο ρόλο τον 21ο αιώνα -κι αυτό είναι καλό.

Η διαφορά της με την Ασία δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο κραυγαλέα. Το κέντρο βάρους της παγκόσμιας οικονομίας μετακινείται ολοένα προς την Ασία· το πραγματικό ιστορικό ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό μπορεί να γίνει ειρηνική διαχείριση αυτού του δυναμικού. Οι σημαντικότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις -η Γερμανία, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία- έχουν πλέον συμφιλιωθεί και οι περιφερειακές διευθετήσεις διαθέτουν και πλάτος και βάθος. Αλλά στην Ασία, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Ινδία, το Βιετνάμ, οι δύο Κορέες, η Ινδονησία κ.λπ λοξοκοιτιούνται με δυσπιστία και ανησυχία. Οι όποιες περιφερειακές συμφωνίες και διευθετήσεις, ιδίως στον τομέα της πολιτικής και της ασφάλειας, είναι αδύναμες. Ο πολιτικός και οικονομικός ανταγωνισμός είναι αναπόφευκτος· η στρατιωτική σύρραξη δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Και οι Ευρωπαίοι στην καλύτερη περίπτωση ελάχιστα μπορούν να επηρεάσουν τις όποιες εξελίξεις.

Αν η Ασία μοιάζει ως προς το δυναμισμό και τους διεθνικούς της ανταγωνισμούς με την Ευρώπη εδώ κι 100 χρόνια, η Μέση Ανατολή μοιάζει με την Ευρώπη εδώ και πολλούς αιώνες: έχουμε ένα κυκεώνα αυταρχικών μοναρχιών, εσωτερικές εξεγέρσεις, ανεπίλυτες συρράξεις και εθνότητες που διασχίζουν και αμφισβητούν τα σύνορα. Και στο χώρο αυτό, η επιρροή της Ευρώπης θα περιοριστεί απότομα.

Οι πολιτικές και δημογραφικές εξελίξεις στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες συνηγορούν στην εξασθένιση της σημασίας της ατλαντικής συμμαχίας. Στην Ευρώπη, το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) εξακολουθεί να θεωρείται πολύ σημαντικό, αλλά σε ορισμένες περιοχές, όπως στη νότια Ευρώπη που αντιμετωπίζει ανυπόφορο δημοσιονομικό άχθος, τα εσωτερικά οικονομικά προβλήματα παίρνουν σταδιακά το προβάδισμα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως για τους Ευρωπαίους οι προκλήσεις που σχετίζονται με τη γεωπολιτική και την ασφάλεια είναι ψυχολογικά πολύ λιγότερο σημαντικές από τις οικονομικές δυσκολίες. Και είναι βέβαιο πως η διόγκωση των δημοσιονομικών δυσχερειών και η ανάγκη για περικοπές θα υπονομεύσει περαιτέρω την ικανότητα της Ευρώπης να επεμβαίνει στρατιωτικά πέραν των συνόρων της.

Επιπλέον, οι στενοί ατλαντικοί δεσμοί σφυρηλατήθηκαν σε καιρούς που στην Αμερική η πολιτική και οικονομική ισχύς βρισκόταν σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των ελίτ των βορειοανατολικών ΗΠΑ, που σε μεγάλο βαθμό διατηρούσαν οικογενειακούς και πολιτιστικούς δεσμούς με την Ευρώπη κι ενδιαφέρονταν πολύ για το τι συνέβαινε εκεί. Αλλά μετά την ανάδυση του νότου και της δύσης των ΗΠΑ και την παράλληλη αύξηση του αριθμού των Αμερικανών που κατάγονται από την Αφρική, τη λατινική Αμερική ή την Ασία, είναι προφανές πως οι ΗΠΑ έχουν αλλάξει άρδην και τα συμφέροντα των δύο ακτών του Ατλαντικού θα αποκλίνουν διαρκώς.

Τέλος, εξίσου δραματικά έχει αλλάξει η ίδια η φύση των διεθνών σχέσεων. Συμμαχίες σαν το ΝΑΤΟ της εποχής του «ψυχρού πολέμου» ή το σημερινό συνεταιρισμό ΗΠΑ-Νοτίου Κορέας, είναι χρήσιμοι κυρίως σε καταστάσεις που είναι προβλέψιμες και σταθεροποιημένες, όπου οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι είναι σαφώς προσδιορισμένοι, όπου τα τοπία των ενδεχόμενων μαχών είναι ολοφάνερα, όπου μπορεί να συγκρατηθεί η επέκταση των συγκρούσεων.

Σήμερα όμως, σχεδόν τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει. Οι απειλές είναι πολυάριθμες και διάχυτες. Οι σχέσεις είναι συγκυριακές και εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από ευμετάβλητες και απρόβλεπτες συνθήκες. Οι χώρες μπορεί να είναι σύμμαχοι ή αντίπαλοι ή και τα δύο μαζί, ανάλογα με τις... μέρες της εβδομάδας· δείτε απλά τι συμβαίνει στις σχέσεις ΗΠΑ-Πακιστάν. Η διαμόρφωση συμμαχιών προϋποθέτει κοινές εκτιμήσεις και ρητές δεσμεύσεις· είναι πολύ δυσκολότερο να συναφθούν όταν οι κοσμοθεωρίες των μεν και των δε αποκλίνουν και οι υποχρεώσεις τους είναι προαιρετικές. Αλλά αυτά ακριβώς είναι τα χαρακτηριστικά του σημερινού μας κόσμου, όπως αποδεικνύουν οι συγκρούσεις στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη.

Όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, το συμπέρασμα των παραπάνω είναι απλό.
Πρώτον, όσο κι αν φωνάζουν για όλα όσα δεν κάνουν οι Ευρωπαίοι, δεν πρόκειται να εξαναγκάσουν τους Ευρωπαίους να κάνουν ό,τι επιθυμεί η Ουάσινγκτον. Οι Ευρωπαίοι άλλαξαν· εμείς αλλάξαμε· ο κόσμος άλλαξε.
Δεύτερον, το ΝΑΤΟ συνολικά βαραίνει πολύ λιγότερο. Καλά θα έκαναν οι ΗΠΑ να συνάψουν ή να ενισχύσουν διμερείς σχέσεις με τα λίγα εκείνα ευρωπαϊκά κράτη που είναι πρόθυμα ή ικανά να παίζουν ρόλο στον κόσμο, ακόμα και με στρατιωτικά μέσα.
Τρίτον, είναι πολύ πιθανό να εμφανιστούν νέοι σύμμαχοι, πολύ σημαντικότεροι για περιοχές του κόσμου που θα είναι σπουδαιότεροι στο μέλλον. Στην Ασία, οι σύμμαχοι αυτοί μπορεί να είναι η Αυστραλία, η Ινδία, η Νότιος Κορέα, η Ιαπωνία και το Βιετνάμ, ιδίως αν οι αμερικανο-κινεζικές σχέσεις επιδεινωθούν· στην ευρύτερη Μέση Ανατολή ρόλο θα μπορούσε να παίξει και πάλι η Ινδία, μαζί με την Τουρκία, το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και άλλους.
Τίποτα από τα παραπάνω δε συνηγορεί υπέρ της διάλυσης του ΝΑΤΟ. Στη συμμαχία εξακολουθούν να συμμετέχουν κράτη-μέλη που αστυνομεύουν ορισμένες περιοχές της Ευρώπης και θα μπορούσαν να συμβάλουν στη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. Αλλά είναι εξίσου αληθές πως η εποχή κατά την οποία η Ευρώπη και οι ατλαντικές σχέσεις κυριαρχούσαν στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, πέρασε ανεπιστρεπτί. Οι Αμερικανοί δεν έχουν λόγο να θυμώνουν με τους Ευρωπαίους γι' αυτό. Απλά ας το αποδεχθούν κι ας βαδίσουν ανάλογα.
Ο Richard N. Haass είναι πρόεδρος του «συμβουλίου διεθνών σχέσεων» και συγγραφέας

ppol