Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Οι Βρυξέλλες χρειάζονται ένα πολιτικό λόγο που θα απαντά στις ανησυχίες των πολιτών της


 του Ζοζέ Μποβέ  
Bruxelles doit avoir un discours politique pour répondre aux préoccupations de ses citoyens
© Libération


Το να λέγεται πως η Ευρώπη «δεν γίνεται κατανοητή» ή «παρεξηγείται» από τους λαούς της, είναι ένας ευφημισμός. Θα έπρεπε να μας εκπλήσσει αν συνέβαινε το ανάποδο. Το 1950, το ευρωπαϊκό εγχείρημα του Ζαν Μονέ (Jean Monnet) κατασκευάστηκε σε ένα θύλακα αποκλεισμένο από τους πολίτες. Αν και το φάσμα του πολέμου χρησίμεψε ως άλλοθι, οι κυβερνήσεις ασπάστηκαν το εγχείρημα αυτό όχι για να δημιουργήσουν ένα χώρο δημοκρατίας και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά επειδή επιδίωκαν μια ζώνη ελευθέρων συναλλαγών. Η κοινή αγορά οικοδομήθηκε πάνω στο χάλυβα, τον άνθρακα και αργότερα τη γεωργία. Οι λαοί δεν κλήθηκαν να συμμετάσχουν, γιατί θεωρήθηκε πως αυτά τα ζητήματα δεν αφορούν τους λαούς. Χρειάστηκε να αναμένουμε ως το1979 για να ζητηθεί η γνώμη των πολιτών και να εκλεγεί το «ευρωπαϊκό κοινοβούλιο» (ΕΚ)(προς αντικατάσταση της «ευρωπαϊκής συνέλευσης», στην οποία συμμετείχαν μέλη των εθνικών κοινοβουλίων) με περιορισμένες αρμοδιότητες. Τα κράτη, και ιδίως οι «μονάρχες» τηςγαλλικής «πέμπτης δημοκρατίας» πάντοτε πάσχιζαν να.............
περιορίσουν το ρόλο του ΕΚ.

Από τη μια συνθήκη στην επόμενη, τα φύλλα του ευρωπαϊκού «μιλφέιγ» διαπραγματεύονταν εν κρυπτώ, υπό τη σκιά των κρατών που ήθελαν να διαφυλάττουν τα προνόμιά τους. Από το Μάαστριχτ στη Λισσαβόνα, περνώντας από τη Νίκαια, το χάσμα μεταξύ του κατασκευάσματος των κυβερνήσεων και των προσδοκιών των λαών έβαινε διευρυνόμενο. Παρά την αύξηση των αρμοδιοτήτων του ΕΚ, και μετά την αποτυχία της «συνταγματικής συνθήκης», η συνθήκη της Λισσαβόνας πρόσθεσε ακόμα ένα ακατανόητο και περιττό στρώμα: αποκτήσαμε «πρόεδρο του "ευρωπαϊκού συμβουλίου"», «ύπατο εκπρόσωπο για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας», «πρόεδρο της "ευρωπαϊκής επιτροπής"» (Κομισιόν), κυλιόμενη προεδρία. Για τους λαούς της Ευρώπης, όπως και τους εταίρους μας, όλα αυτά τα περιτυλίγματα είναι ακατανόητα. Τελικά ποιος διευθύνει την Ευρώπη, ποιος την καθοδηγεί;

Σε περιόδους κρίσης όπως αυτή που διανύουμε, η στειρωμένη από εθνικούς εγωισμούς Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) είναι ανίκανη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της συγκυρίας. Οι παλινωδίες στο ζήτημα της οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα και στη συνέχεια την Ιρλανδία, υπογράμμισαν την ανικανότητα να βρεθεί μια συλλογική και αλληλέγγυα έξοδος από την κρίση. Το πρόβλημα δεν είναι πως έχουμε «πλεόνασμα Ευρώπης», αλλά έλλειμμα (πολιτικής) Ευρώπης.

Η ανεργία είναι το βασικό μέλημα των Ευρωπαίων. Κι όμως η Κομισιόν, το Συμβούλιο και το «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ) εκπονούν προγράμματα διαρθρωτικών αλλαγών για να καλυφθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα που δημιουργήθηκαν για να σωθούν οι τράπεζες! Οι Ευρωπαίοι καλούνται να «σφίξουν το ζωνάρι», να εργάζονται περισσότερο, να πληρώνονται λιγότερο, να λαμβάνουν μειωμένες συντάξεις. Αυτές οι πολιτικές δραστικής λιτότητας απειλούν να ρίξουν την ευρωπαϊκή οικονομία σε ύφεση διαρκείας. Ως πότε θα αναμένουμε να δούμε τις Βρυξέλλες της απασχόλησης, της κοινωνικής και φορολογικής εναρμόνισης, της άρσης της ενδοευρωπαϊκής φορολογικής μειοδοσίας; Αν αυξανόταν ο προϋπολογισμός της, η ΕΕ θα μπορούσε να επενδύσει στο μέλλον. Η ενίσχυση της εκπαίδευσης των νέων, η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, η ανάπτυξη των «ανανεώσιμων πηγών ενέργειας» (ΑΠΕ), ο καθορισμός μιας συνεκτικής και αποτελεσματικής πολιτικής μεταφορών σε ευρωπαϊκή κλίμακα, απαιτούν συνολικές πολιτικές.

Για να βγούμε από το σημερινό αδιέξοδο, χρειάζεται μια πολιτική αντιπαράθεση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με ξεκάθαρες επιλογές, που θα νοηματοδοτούν τη ψήφο των πολιτών.

Περισσότερο από ποτέ άλλοτε, τα έθνη-κράτη σήμερα λειτουργούν ως τροχοπέδη στο να ληφθούν υπόψη οι προσδοκίες των λαών. Μια ομόσπονδη Ευρώπη, με σημαντικό κοινοτικό προϋπολογισμό, θα μας πρόσφερε την ανάσα που χρειαζόμαστε. Μόνο αν απελευθερωθούμε από της εθνοκεντρικές παρεκβάσεις και αν επιβεβαιώσουμε τις κοινές μας αξίες και τα θεμελιώδη μας δικαιώματα, θα κατορθώσουμε επιτέλους να διαμορφώσουμε τους όρους που θα καταστήσουν δυνατή τη δημοκρατική αναβάθμιση που θα μας έβγαζε από το σημερινό μας λήθαργο.

Αν θέλουμε να ενστερνιστούν οι πολίτες το ευρωπαϊκό όραμα, το ελάχιστο είναι να διοργανωθούν ευρωεκλογές με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών και όχι εθνικών κομμάτων, από τις οποίες θα εκλέγεται ο πρόεδρος της Κομισιόν.
Ο José Bové είναι Γάλλος ευρωβουλευτής, μέλος της «ομάδας των πρασίνων / ευρωπαϊκής ελεύθερης συμμαχίας»