Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Το νομισματικό δίλημμα των αδύναμων εθνικών οικονομιών

του Πολ Κένεντι 
The double dilemma facing weaker national economies
©Tribune Media Services


Πρόσφατα επέστρεψα από μια επίσκεψή μου στην Πορτογαλία, το μικρό, γοητευτικό κράτος που βρίσκεται στη νοτιοδυτική εσχατιά της ευρωπαϊκής ηπείρου κι αντικρίζει τον Ατλαντικό και πιο πέρα, τη γενέτειρα του πρίγκιπα Ερρίκου του Θαλασσοπόρου που τα ναυτικά του επιτεύγματα στις αρχές του 15ου αιώνα θεμελίωσαν την παγκόσμια κυριαρχία της Ευρώπης. Όπως πολλοί 'Αγγλοι, έχω κάποια αδυναμία στην Πορτογαλία, τους καλοσυνάτους κατοίκους της, την ιστορία και την υπέροχη αρχιτεκτονική της, την εύγευστη κουζίνα και τα ποτά της. Όπως υπέθεσε σωστά ο αναγνώστης, η πρόσφατη επίσκεψή μου εκεί δεν ήταν η πρώτη.

Αλλά εγκατέλειψα την πρωτεύουσα της χώρας, τη Λισσαβόνα, αισθανόμενος πρωτοφανή ανησυχία για το μέλλον της μικρής αυτής χώρας, την ευημερία και την κοινωνική της συνοχή. Δύο μέρες μετά την αναχώρησή μου για το Λονδίνο, η Πορτογαλία παρέλυσε από μια γενική απεργία που έκλεισε τα αεροδρόμια και έδωσε την ευκαιρία σε εργαζόμενους και φοιτητές να διαμαρτυρηθούν ενάντια στα νέα μέτρα λιτότητας.

Αυτή η κοινωνική αναταραχή οφείλεται στην εν εξελίξει κρίση της ευρωζώνης και τους κλυδωνισμούς που αυτή προκαλεί στην πιστοληπτική αξιοπιστία των ισχυρότερων εθνικών οικονομιών της αλλά και των λιγότερο ανταγωνιστικών ή «πιο αδύναμων» που γενικά βρίσκονται στην περιφέρειά της, σαν την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, ίσως ακόμα και την Ιταλία.................................
Στον πυρήνα αυτής της ιδιόμορφης κρίσης βρίσκεται το δυσάρεστο γεγονός πως το εγχείρημα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος τελικά δεν «περπατάει». Ήταν μια τολμηρή ιδέα, που σκόπευε να μετεξελιχτεί η Ευρώπη από μια κοινή αγορά σε μια οικονομική ένωση, και που την προσυπέγραψαν τα περισσότερα κράτη-μέλη της με ελάχιστες εξαιρέσεις, στις οποίες φυσικά συγκαταλέγεται το εσαεί δύσπιστο Ηνωμένο Βασίλειο. Αλλά ο στόχος αυτός είναι απραγματοποίητος οικονομικά από τη στιγμή που εξακολουθούν να υφίστανται τόσο διαφορετικές εθνικές οικονομίες στα 17 κράτη-μέλη της, τόση απόσταση στα ελλείμματά τους, τόσο άνισα δημόσια χρέη και τόσο αταίριαστες δημοσιονομικές πολιτικές. Όλα αυτά είχαν ήδη παρατηρηθεί από την προηγούμενη δεκαετία, κι όμως, ακόμα και τα κράτη που επεδείκνυαν την πλέον απερίσκεπτη δημοσιονομική πολιτική κατόρθωναν να προσελκύουν πελώριες ποσότητες ξένου κεφαλαίου που επενδύονταν στα πάντα, από τα κρατικά τους ομόλογα ως την αγορά ακινήτων, στην εποχή των χαμηλότατων επιτοκίων δανεισμού.

Η διεθνής τραπεζική κρίση του 2008 και η αφύπνιση των -ολοένα αυξανόμενων από εκεί και πέρα- ανησυχιών που αυτή προκάλεσε στους επενδυτές όσον αφορούσε την εξαιρετικά απερίσκεπτη δημοσιονομική πολιτική των ίδιων των ΗΠΑ, το κολοσσιαίο χρέος τους και την ολέθρια πολιτική τους στη δανειοδότηση της αγοράς ακινήτων, τα άλλαξε όλα αυτά. Από την άποψη αυτή ήταν πιθανότατα αναπόφευκτο η προσοχή των αγορών να διασχίσει τελικά τον Ατλαντικό και να πέσει στα έθνη εκείνα που, ενώ είχαν παρόμοια δημοσιονομικά προβλήματα με τις ΗΠΑ, απλά δεν δύναντο να τυπώνουν όλο και περισσότερα τραπεζογραμμάτια, σε αντίθεση με το άσωτο υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ.

Αλλά γιατί να μην μπορεί η Ελλάδα και τα υπόλοιπα αδύναμα κράτη-μέλη της ευρωζώνης απλά να τυπώσουν χαρτονομίσματα και να ξεπεράσουν τουλάχιστο τα άμεσα προβλήματά τους, όπως πλέον θα επιθυμούσε ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών και του λαού τους; Μα φυσικά διότι εισερχόμενα στην ευρωπαϊκή νομισματική ενότητα, είχαν απολέσει τη δυνατότητα να το κάνουν αυτό. Δεν μπορούν πια να «κόψουν» λεφτά περισσότερο από ότι το μπορεί το Βερμόντ ή η Αριζόνα. Εκχώρησαν τη νομισματική τους εθνική κυριαρχία.

Τίποτα από τα παραπάνω δε παραβλέφθηκε από τους διεθνείς επενδυτές, ιδίως εκείνους τους διεθνείς τραπεζικούς ομίλους και τα επενδυτικά κεφάλαια που σταδιακά συνειδητοποιούσαν πως πιθανότατα είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε αμφίβολης αξίας αγαθά, που έμοιαζαν σαν τα καλά μακιγιαρισμένα ψοφίμια στις ζωοπανηγύρεις της αγγλικής υπαίθρου. Κι από τη στιγμή που δεν τους ήταν δυνατό να τιμωρήσουν αυτά τα απερίσκεπτα ευρωπαϊκά έθνη επιτιθέμενα στα νομίσματά τους -οι δραχμές και τα εσκούδο και οι λιρέτες είχαν ανακηρυχθεί κι επισήμως νεκρές- η τιμωρία των αγορών εκδηλώθηκε με την απαίτηση για όλο και ψηλότερα επιτόκια προκειμένου να αναχρηματοδοτηθούν τα εθνικά τους χρέη με νέα χρεόγραφα, πόσο μάλλον για τα παλιότερα. Οι προτάσεις της «ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας» (ΕΚΤ), των Γερμανών και μιας σειράς μονεταριστών οικονομολόγων να υποστούν οι ξένες τράπεζες «κουρέματα» της τάξης του 50% ακόμα και του 25% στις απρόσεκτες παλιότερες αγορές ομολόγων τους, επέτεινε την απροθυμία τους να συνεχίσουν να δανείζουν αυτά τα κράτη, πράγμα που εν πολλοίς εξηγεί τη ζήτηση για αμερικανικά δολάρια και βρετανικές λίρες στερλίνες που παρατηρήθηκε τις τελευταίες εβδομάδες, όσο άθλια κι αν εμφανίζονται τα οικονομικά και των κρατών αυτών. Στο κάτω-κάτω, η διακινδύνευση και η μιζέρια είναι σχετικά μεγέθη.

Τι επιπτώσεις όμως έχει αυτό στις πιο αδύναμες οικονομίες και τους λαούς τους; Απλούστατα, προκειμένου να αποπληρώσουν τις οφειλές τους σε ξένο συνάλλαγμα και τα εξασφαλίζουν την αναχρηματοδότηση των χρεογράφων τους, όχι μόνο θα εξαναγκάζονται να καταβάλουν πολύ υψηλότερα επιτόκια δανεισμού που τους ζητούν οι αγορές, αλλά και να επιδεικνύουν όσο το δυνατό μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στο να περικόπτουν τα μεγάλα ελλείμματά τους: σύμφωνα με τους ειδήμονες, είναι υποχρεωμένες να αυξάνουν τη φορολογία τους και να περικόπτουν δραστικά τις κρατικές τους δαπάνες.

Πράγμα που μας επαναφέρει στην Πορτογαλία. Η γενική απεργία από την οποία παρά τρίχα διέφυγα ήταν απολύτως προβλέψιμη· τα ίδια έχουν ήδη συμβεί (πολλάκις) στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γαλλία. Ο κόσμος διαμαρτύρεται κατά της φτωχής συγκομιδής που του εκσυγχρονισμού, της παγκοσμιοποίησης και ιδίως του εγκλεισμού του σε μια νομισματική ένωση μαζί με πολύ παραγωγικότερες οικονομίες, σαν της Γερμανίας ή της Ολλανδίας. Αλλά όσο κατανοητές κι αν είναι αυτές οι διαμαρτυρίες, θεωρώ πως είναι επίσης καταδικασμένες σε αποτυχία. Το βασικό αποτέλεσμα παρόμοιων απεργιακών κινητοποιήσεων -ή της επακόλουθης διστακτικότητας των κυβερνήσεων- είναι να ανησυχούν ακόμα περισσότερο τους επενδυτές που απλά στέλνουν αλλού τα λεφτά τους. Εντός ολίγου, ακόμα κι επιτόκια της τάξης του 8%, σαν αυτά που έφτασε πρόσφατα ο δανεισμός της Ισπανίας, παύουν να είναι ελκυστικά: αντιθέτως, προαναγγέλλουν τη χρεοκοπία της χώρας.

Εξ ου και οι κυβερνήσεις της Πορτογαλίας, της Ελλάδας, ίσως και της Ισπανίας, βρίσκονται ενώπιον ενός δυσεπίλυτου διλήμματος. Υπάρχουν πια αρκετοί επιχειρηματίες που θεωρούν πως καλά θα έκαναν να επιστρέψουν στα εθνικά τους νομίσματα. Μια επιστροφή στο εσκούδο φυσικά θα σήμαινε πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες -χειρότερη συναλλαγματική ισοτιμία, ψηλότερο πληθωρισμό, αργεντινού τύπου. Αλλά οι τιμές των πορτογαλικών εξαγωγών (κρασιού, παστών ψαριών, υφασμάτων, φρούτων) θα γίνονταν πολύ ελκυστικότερες, η τουριστική βιομηχανία θα άνθιζε, ακόμα και η αγορά ακινήτων μπορεί να ανέκαμπτε.

Οπότε, γιατί όχι; Οι απαντήσεις είναι εξίσου σαφείς: κάθε έξοδος από την ευρωζώνη θα σήμαινε πλήγμα ιστορικών διαστάσεων στην εθνική τους αξιοπιστία· το εσκούδο ή η δραχμή θα ήταν απολύτως ανυπεράσπιστες στις διεθνείς συναλλαγματικές αναταράξεις, χωρίς η ΕΚΤ να τους παρέχει την παραμικρή προστασία. Και θα υπονομευόταν σε απρόβλεπτο βαθμό το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως το αποτέλεσμα τελικά θα ήταν (επώδυνα) θετικό ή καταστροφικό. Αυτός στο κάτω-κάτω ήταν κι ο λόγος που τελικά ο 'Αμλετ απάντησε «να ζει» στο φημισμένο δίλημμα «να ζει κανείς ή να μη ζει»: το άγνωστο είναι πάντοτε πολύ πιο επίφοβο.

Πράγμα που αφήνει τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, ιδίως τη Γερμανία, αντιμέτωπες με τα δικά τους διλήμματα: θα μπορούσαν φυσικά να εξωθήσουν την Ελλάδα και την Πορτογαλία εκτός ευρωζώνης, αλλά τι κόστος θα είχε κάτι τέτοιο στις ίδιες; Οι Γερμανοί θα γλίτωναν την οικονομική αιμορραγία της βοήθειας προς τον ευρωπαϊκό νότο και θα ξεφορτώνονταν την ασωτία του, αλλά με κίνδυνο να διακόψουν το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που είναι ο πολικός αστέρας της εθνικής τους πορείας από το 1949.

«Gouverner, c'est choisir», όπως λέει το παλιό γαλλικό ρητό: «να κυβερνάς, σημαίνει να επιλέγεις». Καμιά φορά συμβαίνει οι κυβερνήσεις να επιθυμούν διακαώς να αποφύγουν την επιλογή. Αλλά φυσικά κάποια μέρα, κάποια στιγμή, αναγκαστικά θα την κάνουν.
Ο Paul Kennedy είναι διάσημος Βρετανός ιστορικός, συγγραφέας του βιβλίου «η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων»