Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η ιδεολογία τού νεοφιλελευθερισμού: Αγάπη για τους πλούσιους και τους προνομιούχους, σκληρή για όλους τους άλλους.

 Γράφει ο  Chomsky Noam 
    Ο  σημαντικός αμερικανός ελευθεριακός γλωσσολόγος, Νόαμ Τσόμσκυ, ανατινάζει το δελεαστικό προσωπείο «δημοκρατικότητας» τού οικονομικού φιλελευθερισμού και εκθέτει σε κοινή θέα τον ολοκληρωτισμό, με τον οποίο εκδηλώνεται τελικά στην κοινωνία ο «φιλελευθερισμός». Η ανάλυσή του πηγαίνει πολύ πιο πέρα από τις συνήθεις απαρχαιωμένες και ανιαρές συνθηματολογίες τής -παγκόσμιας- αριστεράς. Πηγαίνει επίσης πολύ πιο πέρα από τις δήθεν «βαθυστόχαστες» αναλύσεις των διαφόρων εμμίσθων «αναλυτών» τής εφημεριδογραφίας και τηλεδημοσιογραφίας, οι οποίοι σαν μοναδικό στόχο έχουν να απομακρύνουν τον κόσμο από την κατ΄ εξοχήν πολιτική ουσία τού κοινωνικού προβληματισμού.
     Χωρίς κινδυνολογίες, συνωμοσιολογίες ή άλλα πυροτεχνήματα φτιαγμένα για να αποπροσανατολίζουν τους αδαείς, χωρίς, επίσης, ετοιματζίδικες κοινωνικές συνταγές και σωτηρολογίες από αυτές, που γαργαλούν ευχάριστα τα αυτιά των κοινωνικών ποιμνίων, αλλά και απόλυτα συνεπής προς την παράδοση τής ελευθεριακής σκέψης, όπως αυτή γεννήθηκε στις αρχαίες ελληνικές δημοκρατίες και έφθασε υπογείως μέχρι τις ημέρες μας (με πιο γνωστά παραδείγματα συγγραφείς, όπως οι Μάραιϋ Μπούκτσιν, Κορνήλιος Καστοριάδης, Γκύ Ντεμπόρ, κ.ά.), ο Τσόμσκυ επαναφέρει σταθερά το κοινωνικό ζήτημα στην πηγή του: τον αυτεξούσιο και αυτόνομο πολίτη.
     Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το  εκδοθέν στην Ελλάδα βιβλίο τού Τσόμσκυ, «Περί Αναρχισμού».


 
Πρόσφατα, οι αρχές τού Ισραήλ αρνήθηκαν την είσοδο στη χώρα στον διεθνούς φήμης καθηγητή τού Τεχνολογικού Ινστιτούτου τής Μασσαχουσέτης, Άβραμ Νόαμ Τσόμσκυ, παρά την εβραϊκή του καταγωγή. 
     Προσκεκλημένος για να δώσει διάλεξη στο παλαιστινιακό πανεπιστήμιο τού Μπιρ Ζέιτ στη Ραμάλα, ο Τσόμσκυ επιχείρησε να μπει στο Ισραήλ από την Ιορδανία. Οι ισραηλινές μεθοριακές αρχές σφράγισαν το διαβατήριό του με την ένδειξη «entry denied» και τον κράτησαν για ανάκριση επί τρίωρο πριν τον στείλουν πίσω στην Ιορδανία λέγοντάς του, ότι θα αποσταλεί σχετική έγγραφη εξήγηση στην πρεσβεία των Η.Π.Α.. Ο Τσόμσκυ έχει υπάρξει άκρως επικριτικός στην πολιτική Η.Π.Α. και Ισραήλ στο Μεσανατολικό.

 ΕΝομίζω, ότι υπάρχει μια μυστηριώδης ομοιότητα ανάμεσα στην τρέχουσα περίοδο και στις εποχές, κατά τις οποίες διαμορφώθηκε η σύγχρονη ιδεολογία -που σήμερα αποκαλείται «νεοφιλελευθερισμός» ή «οικονομικός ρασιοναλισμός»- από τους Ρικάρντο, Μάλθους και άλλους. Αποστολή τους ήταν να δείξουν στους ανθρώπους, ότι δεν είχαν δικαιώματα, αντίθετα με όσα ανοήτως πίστευαν. Και πραγματικά, αυτό αποδείχτηκε «επιστημονικά».
     Το μεγάλο πνευματικό σφάλμα τής προκαπιταλιστικής κουλτούρας ήταν η πεποίθηση, ότι οι άνθρωποι έχουν θέση στην κοινωνία και δικαίωμα σ΄ αυτήν, εξαιρετικά δυσάρεστη ίσως θέση, αλλά τουλάχιστον έχουν κάτι. Η νέα επιστήμη έδειξε, ότι η ιδέα τού «δικαιώματος στη ζωή» ήταν απλώς μια πλάνη. Έπρεπε να εξηγηθεί υπομονετικά στον πλανημένο λαό, ότι δέν έχει άλλα δικαιώματα εκτός αττό το να προσπαθεί να βρει την τύχη του στην αγορά. Ένα άτομο, που δεν έχει δικό του πλούτο και δεν μπορεί να επιβιώσει στην αγορά εργασίας «δεν έχει δικαίωμα ούτε για την παραμικρή μερίδα τροφής και στην πραγματικότητα δεν έχει καμμία δουλειά να βρίσκεται εκεί», διακήρυξε ο Μάλθους σε ένα σημαντικό έργο του. Είναι «μεγάλο κακό» και παραβίαση τής «φυσικής ελευθερίας» να παραπλανά κανείς τους φτωχούς αφήνοντάς τους να πιστεύουν, ότι έχουν άλλα δικαιώματα, υποστήριζει ο Ρικάρντο, εξοργισμένος από την επίθεση εναντίον των αρχών τής οικονομικής επιστήμης και τού στοιχειώδους ορθολογισμού και εναντίον των εξ ίσου εξυμνουμένων ηθικών αρχών.
     

     Το μήνυμα είναι σαφές. Μπορούμε να επιλέξουμε ελεύθερα: την αγορά εργασίας, το κάτεργο τού εργοστασίου, το θάνατο, ή να πάμε κάπου άλλου -όπως δόθηκε η δυνοτότητα, όταν ελευθερώθηκαν τεράστιοι χώροι χάρη στην εξόντωση και στην εκδίωξη ιθαγενών πληθυσμών, όχι ακριβώς με την εφαρμογή των αρχών τής αγοράς.

 
     Κανείς δεν ξεπερνούσε την αφοσίωση των ιδρυτών τής επιστήμης στην «ευτυχία των ανθρώπων». Συνηγορούσαν μάλιστα υπέρ κάποιας διεύρυνσης τού δικαιώματος ψήφου γι΄ αυτό τον σκοπό: «στην πραγματικότητα, όχι καθολικά για όλους τους ανθρώπους, αλλά για εκείνο το μέρος τους, που δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την ανατροπή τού δικαιώματος τής ιδιοκτησίας», εξηγούσε ο Ρικάρντο, προσθέτοντας, ότι θα έπρεπε να επιβληθούν και άλλοι, πιο ισχυροί περιορισμοί, εάν φαινόταν, πως «περιορίζοντας το δικαίωμα τής ψήφου στα πιό στενά του όρια» θα υπήρχε εγγύηση μεγαλύτερης «ασφαλείας ως προς την ορθή επιλογή αντιπροσώπων». Υπάρχουν άφθονες καταγραφές παρόμοιων σκέψεων μέχρι τη σημερινή εποχή.
     Είναι χρήσιμο να θυμόμαστε τι συνέβη όταν διατυπώθηκαν και επιβλήθηκαν οι νόμοι τού οικονομικοί ορθολογισμού - με τον γνωστό διπλό τρόπο: πειθαρχία τής αγοράς για τους αδύναμους, αλλά παροχή βοήθειας από το κρατος - γκουβερνάντα, όποτε χρειαζόταν, για να προστατευτούν οι πλούσιοι και προνομιούχοι. Στη δεκαετία τού 1830 η νίκη τής νέας ιδεολογίας ήταν ουσιαστική και ελάχιστα χρόνια αργότερα είχε εδραιωθεί πλήρως. Ωστόσο, υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Οι άνθρωποι δέν έλεγαν να χωνέψουν, ότι δεν είχαν εγγενή δικαιώματα. Όντας ανόητοι και αδαείς δυσκολεύονταν να συλλάβουν την απλή αλήθεια, ότι δεν είχαν δικαίωμα να ζουν και αντιδρούσαν με κάθε λογής παραλογισμό. Για κάμποσο χρόνο ο βρετανικός στρατός σπαταλούσε μεγάλο μέρος τής ενεργητικότητάς του για να καταστέλλει αναταραχές. Αργότερα, τα πράγματα πήραν μια πιο δυσοίωνη τροπή. Οι άνθρωποι άρχισαν να οργανώνονται. Το κίνημα των Χαρτιστών και μετέπειτα το εργατικό κίνημα έγιναν σημαντικές δυνάμεις. Τότε οι κυρίαρχοι αρχισαν να φοβούνται λιγάκι, αναγνωρίζοντας, ότι εμείς μεν μπορεί να τους αρνούμαστε το δικαίωμα στη ζωή, αυτοί όμως, μπορούν να μας αρνηθούν το δικαίωμα να κυβερνάμε. Κάτι έπρεπε να γίνει.
     Ευτυχώς, βρέθηκε λύση. Η «επιστήμη», που είναι κατά τι πιο ευέλικτη από αυτήν τού Νεύτωνα, άρχισε να αλλάζει. Στα μέσα τού αιώνα είχε αναδιαμορφωθεί ουσιωδώς από τον Τζόν Στίουαρτ Μιλλ, καθώς επίσης και από τέτοιους σταθερούς χαρακτήρες, όπως ο (οικονομολόγος) Νασάου-Γουίλιαμ Σίνιορ, που προηγουμένως ήταν ο στυλοβάτης τής οικονομικής ορθοδοξίας. Αποδείχθηκε λοιπον, ότι οι νόμοι τής βαρύτητας περιλάμβαναν επίσης στοιχεία αυτού, που σιγά - σιγά έγινε το καπιταλιστικό κράτος πρόνοιας, με κάποιο είδος κοινωνικού συμβολαίου, το οποίο εδραιώθηκε μέσα από μακροχρόνιους και σκληρούς αγώνες, με πολλά πισωγυρίσματα, αλλά και σημαντικές επιτυχίες.
 










Ο Τζον Στιούαρτ Μιλλ, 
άγγλος φιλελεύθερος στοχαστής 
τού 19ου αιώνα.
     Σε μια εποχή, όπου οι άνθρωποι ακολουθούσαν παθητικά τους κανόνες, που πίστευαν, ότι τους είχε στείλει ο θεός, ο Μιλλ υποστήριξε, ότι μοναδικό κριτήριο για να αξιολογηθεί ο ηθικός χαρακτήρας μιας πράξης είναι η αύξηση τής συλλογικής ευτυχίας και η μείωση τού συλλογικού πόνου.
     Ο καλύτερος τρόπος να μεγιστοποιηθεί η ανθρώπινη ευτυχία είναι να μεγιστοποιηθεί η ανθρώπινη ελευθερία. «Οι πράξεις είναι ορθές στο βαθμό, που τείνουν να μεγιστοποιούν την ευτυχία και εσφαλμένες στο βαθμό, που τείνουν να προκαλούν ό,τι αντίκειται σε αυτή». (Τζων Στιούαρτ Μιλλ, «Ωφελιμισμός», εκδ. Πόλις).
     Οι αρχές αυτές είναι ιδιαίτερα επίκαιρες στην εποχή μας, όπου οι κοινωνίες είναι οργανωμένες με σχεδόν αποκλειστικό στόχο την αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Ο ωφελιμιστής φιλόσοφος Ρίτσαρντ Λάγιαρντ, τιμώντας με τον δικό του τρόπο τα 200 χρόνια από τη γέννηση τού Μιλλ σημείωσε πρόσφατα, ότι παρ΄ όλο που η Βρετανία διπλασίασε τον τελευταίο μισό αιώνα τον εθνικό της πλούτο, οι Βρετανοί δεν δηλώνουν σήμερα πιο ευτυχισμένοι. Μήπως πρέπει να επιδιώξουμε τη μεγιστοποίηση τής Ακαθάριστης Εθνικής Ευτυχίας; (blog: diastaseis.)
 
 
     Σήμερα γίνεται προσπάθεια να αντιστραφεί η Ιστορία, να επιστρέψει στις ευτυχισμένες εποχές, κατά τις οποίες βασίλεψαν για λίγο οι αρχές τού οικονομικού ορθολογισμού δείχνοντας με τραχύτητα, ότι οι άνθρωποι δεν έχουν δικαιώματα πέραν αυτών, που μπορούν να αποκτήσουν στην αγορά εργασίας. Εφ΄ όσον μάλιστα η εντολή να «πάμε κάπου αλλού» δεν έχει αντίκρισμα σήμερα, οι επιλογές είναι πιό περιορισμένες: το κάτεργο τού εργοστασίου ή η πείνα, και μάλιστα με την ισχύ τού  φυσικού νόμου, ο οποίος δείχνει, ότι η όποια προσπάθεια να βοηθήσουμε τους φτωχούς  απλώς τους βλάπτει -τους φτωχούς, δηλαδή· οι πλούσιοι όμως, μπορούν θαυμάσια να βοηθηθούν, όπως, όταν η κρατική εξουσία παρεμβαίνει για να σώσει επενδυτές μετά την κατάρρευση τού πολυδιαφημισμένου μεξικανικού «οικονομικού θαύματος», για να σώσει χρεωκοπημένες τράπεζες και βιομηχανίες ή για να εμποδίσει τους Ιάπωνες να μπουν στην αμερικανική αγορά, ώστε να δώσει τη δυνατότητα στις εγχώριες εταιρίες να ανασυγκροτήσουν τη χαλυβουργία, την αυτοκινητοβιομηχανία και τη βιομηχανία των ηλεκτρονικών στη δεκαετία τού 1980 (όλο αυτά με τη χρήση μιας εντυπωσιακής ρητορικής περί ελεύθερων αγορών από την πιο προστατευτική κυβέρνηση τής μεταπολεμικής εποχής και τους παρατρεχάμενούς της). Και πολύ περισσότερα· αυτά είναι μόνο το κερασάκι στην τούρτα. Οι υπόλοιποι όμως, υπόκεινται στους σιδερένιους νόμους τού οικονομικού ορθολογισμού, που κάποιες φορές σήμερα αποκαλείται «σκληρή αγάπη» από εκείνους, που μοιράζουν το προνόμια.
 
     Δυστυχώς, όλα αυτά δεν είναι μια διακωμώδηση. Στην πραγματικότητα, αυτά τα πράγματα δεν επιδέχονται διακωμώδησης. Μας έρχεται στο νου το απελπισμένο σχόλιο τού Μαρκ Τουέιν στα (επί πολύ καιρό αγνοημένα) αντιιμπεριαλιστικά του δοκίμια, σχετικά με την ανικανότητά του να σατιρίσει έναν από τους θαυμασμένους ήρωες τής σφαγής των Φιλιππινέζων: «Καμμία σατιρική παρουσίαση τού Φάνστον δεν θα μπορούσε να είναι τέλεια, γιατί ο Φάνστον καταλαμβανει μόνος του αυτή την κορυφή... (είναι) η σάτιρα ενσαρκωμένη».
     Ό,τι παρουσιάζεται με ωραία λόγια στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων θα προκαλούσε το γέλιο και τον τρόμο σε μια κοινωνία με αυθεντικά ελεύθερη και δημοκρατική πνευματική κουλτούρα. Ας δούμε ένα παράδειγμα. Σκεφτείτε την οικονομική πρωτεύουσα τής πιο πλούσιας χώρας τού κόσμου: τη Νέα Υόρκη. Ο δήμαρχός της, Ράντολφ Τζουλιάνι, τελικά μίλησε ξεκάθαρα για τις δημοσιονομικές του πολιτικές, στις  οποίες, συμπεριλαμβανόταν μιά ριζική μεταβολή τής φορολογίας εις βάρος των πιό φτωχών κατοίκων: μείωση τού φόρου των πλουσίων («όλες οι φορολογικές περικοπές τού δημάρχου ευνοούν τις επιχειρήσεις», ανέφεραν στα ψιλά οι New York Times) και αύξηση των φόρων των φτωχών (που συγκαλήφθηκε ως αύξηση στα κόμιστρα, που πληρώνουν μαθητές και εργαζόμενοι, ως αύξηση των διδάκτρων στα σχολεία τής πόλης, κ.λπ.). Σε συνδυασμό με δραστικές περικοπές στα δημόσια κονδύλια, που υπηρετούν ανάγκες τού κοινού, αυτές οι πολιτικές θα έπρεπε να βοηθήσουν τους φτωχούς να πάνε κάπου αλλού, εξήγησε ο δήμαρχος. Αυτά τα μέτρα θα τούς «επέτρεπαν να μετακινούνται ελεύθερα σε όλη τη χώρα», έγραφε το καλοδουλεμένο ρεπορτάζ των Times, κάτω από τον τίτλο: Ο Τζουλιάνι θεωρεί, ότι οι περικοπές των κονδυλίων κοινωνικής πρόνοιας παρέχουν μια ευκαιρία για μετακίνηση».
     Εν ολίγοις, εκείνοι που ήταν σκλαβωμένοι από το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και τις δημόσιες υπηρεσίες επιτέλους απελευθερώνονται από τις αλυσίδες τους, όπως δηλαδή συμβούλευαν οι ιδρυτές των δογμάτων τού κλασικού φιλελευθερισμού με τα αυστηρά διατυπωμένα θεωρήματά τους. Και όλα αυτά γίνονται προς όφελος των σκλαβωμένων, αποδεικνύει η πρόσφατα ανασυγκροτημένη επιστήμη. Καθώς θαυμάζουμε το επιβλητικό οικοδόμημα τής ενσαρκωμένης ορθολογικότητας, η συμπόνια που δείχνουν για τους φτωχούς μάς φέρνει δάκρυα στα μάτια.
 
   
     Που θα πάνε οι απελευθερωμένες μάζες; Ίσως στις φαβέλες των περιχώρων των πόλεων, έτσι ώστε να είναι «ελεύθερες» να επιστρέφουν, για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά για εκείνους, που έχουν δικαίωμα να χαίρονται την πιο πλούσια πόλη τού κόσμου, η οποία έχει ανισότητα μεγαλύτερη από αυτήν τής Γουατεμάλας και το 40% των παιδιών βρισκόταν κάτω από το όριο τής φτώχειας πριν ακόμα θεσμοποιηθούν αυτά τα νέα μέτρα «σκληρής αγάπης».
 
     Οι πληγωμένες καρδιές, που δεν μπορούν να καταλάβουν τις εύνοιες, που δίνονται στους φτωχούς, θα έπρεπε, τουλάχιστον, να μπορούν να δουν, ότι δέν υπάρχει εναλλακτική λύση. «Το μάθημα των ελαχίστων επόμενων ετών μπορεί να είναι, ότι η Νέα Υόρκη δεν είναι ούτε πλούσια ούτε αρκετά δυναμική οικονομικά για να αντέξει τον εκτεταμένο δημόσιο τομέα, που δημιουργήθηκε στη μετά τη Μεγάλη Ύφεση περίοδο», μαθαίνουμε από μια γνώμη ειδικού, που παρουσιάζεται στο πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ μιας άλλης έκδοσης των Times.
     Η απώλεια οικονομικής ζωτικότητας είναι αρκετά πραγματική, εν μέρει ως αποτέλεσμα των προγραμμάτων «αστικής ανάπτυξης», που αφάνισαν μια ανθούσα βιομηχανική βάση προς όφελος τού επεκτεινόμενου χρηματοπιστωτικού τομέα. Ο πλούτος τής πόλης είναι άλλο θέμα. Η γνώμη τού ειδικού, στον οποίο στράφηκαν οι Tmes είναι μια αναφορά προς τους επενδυτές τής εταιρίας J.P.Morgan, πέμπτης κατά σειρά κατάταξης εμπορικής τράπεζας στον κατάλογο των πεντακοσίων μεγαλυτέρων εταιριών, που παρουσίασε το περιοδικόFortune για το έτος 1995, η οποία πέρασε μεγάλα βάσανα: κέρδισε μόλις 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια κέρδος το 1994. Βεβαίως η χρονιά δεν ήταν σπουδαία για την εν λόγω εταιρία σε σύγκριση με την «εκπληκτική» αύξηση κέρδους, τής τάξης τού 54%, για τις πεντακόσιες εταιρίες συνολικά, οι οποίες αύξησαν τα κέρδη τους με αύξηση τής απασχόλησης μόνο κατά 2,6% και των κερδών από πωλήσεις κατά 8,2%, σε «ένα από τα πιο κερδοφόρα έτη για τις αμερικανικές επιχειρήσεις», όπως ανέφερε εκστασιασμένο το Fortune.
   

     Ο επιχειρηματικός Τύπος χαιρέτισε άλλο ένα «θαυμάσιο έτος για τα εταιρικά κέρδη στις ΗΠΑ», ενώ «ο πλούτος των αμερικανικών νοικοκυριών σημείωσε πραγματική πτώση» σ΄ αυτό το τέταρτο συνεχές έτος διψήφιας αύξησης των κερδών και δέκατο τέταρτο συνεχές έτος μείωσης των πραγματικών μισθών. Οι πεντακόσιες εταιρίες τού Fortune έφτασαν σε νέα ύψη «οικονομικής ισχύος», με έσοδα που προσέγγιζαν τα δύο τρίτα τού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, λίγο περισσότερο από το ΑΕΠ τής Γερμανίας ή τής Βρετανίας, για να μην αναφερθούμε στην ισχύ που ασκούν στο σύνολο τής παγκόσμιας οικονομίας - μια εντυπωσιακή συγκέντρωση ισχύος σε ανεξέλεγκτες ιδιωτικές τυραννίες και άλλο ένα ευπρόσδεκτο πλήγμα κατά τής δημοκρατίας και των αγορών.
 
     Ζούμε σε «εποχές λιτότητας και μιζέριας» και όλοι πρέπει να σφίξουν το ζωνάρια τους - αυτό μας λένε συνεχώς. Στην πραγματικότητα η χώρα είναι πλημμυρισμένη από κεφάλαια, με «εκπληκτικά κέρδη», τα οποία «ξεχειλίζουν από τα χρηματοκιβώτια τής εταιρικής Αμερικής», όπως αγαλλίαζε το Business Week πριν ακόμα έρθουν στη δημοσιότητα τα σπουδαία νέα τού ρεκόρ κερδών κατά το τελευταίο τετράμηνο τού 1994, με μια «πρωτοφανή αύξηση, τής τάξης τού 71%», για τις εννιακόσιες επιχειρήσεις τού Corporate Scoreboard (Πίνακα Βαθμολογίας Εταιριών) τού περιοδικού. Εφ΄ όσον λοιπόν οι καιροί είναι τόσο δύσκολοι παντού, ποιά άλλη επιλογή υπάρχει, παρά να «δώσουν μια ευκαιρία για μετακίνηση» στις απελευθερωμένες πλέον από τη σκλαβιά τής κοινωνικής προστασίας μάζες;
     Η «σκληρή αγάπη» είναι η σωστή έκφραση: αγάπη για τους πλούσιους και τους προνομιούχους, σκληρή για όλους τους άλλους.
     Η εκστρατεία πισωγυρίσματος στο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό μέτωπο εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες, που δίνουν οι σημαντικές μεταβολές τής ισχύος των περασμένων είκοσι ετών προς όφελος των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων. Το πνευματικό επίπεδο τού τρέχοντος δημοσίου διαλόγου είναι αξιοκαταφρόνητο και το ηθικό επίπεδο αποκρουστικό. Η εκτίμηση όμως των προοπτικών, που βρίσκονται πίσω τους, δεν είναι εκτός πραγματικότητας. Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η κατάσταση, στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, καθώς εξετάζουμε τους στόχους και τα οράματα.
     Όπως συνέβαινε πάντα στο παρελθόν, μπορεί κανείς να επιλέξει να είναι δημοκράτης ή αριστοκράτης, με την έννοια που έδινε στις λέξεις αυτές ο Τζέφερσον. Ο δεύτερος δρόμος προσφέρει πλούσιες ανταμοιβές, με δεδομένη τη συγκέντρωση πλούτου, προνομίων και εξουσίας, και των σκοπών, που αυτή φυσιολογικά επιδιώκει. Ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος τού αγώνα, συχνά πυκνά τής ήττας, αλλά και ανταμοιβών, που δεν μπορούν ούτε να τις φανταστούν εκείνοι, που υποκύπτουν στο «Νέο Πνεύμα τής  Εποχής: Κέρδισε Πλούτο, ξέχνα όλους τους άλλους εκτός από τον Εαυτό σου».
*     *     *
     Ο σημερινός κόσμος απέχει πολύ από τον κόσμο τού Τόμας Τζέφερσον ή των εργατών των μέσων τού 19ου αιώνα. Κι όμως, οι επιλογές που προσφέρει δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά. πηγή Ελεύθερη ερεύνα
  .