Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΜΑΣ ΚΑΤΡΑΚΥΛΙΣΜΑ





π.ε.τ.

Το μπαράζ των διεθνών δημοσιευμάτων για τον εκτροχιασμό της εθνικής μας οικονομίας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και για τους πιο αδιάφορους ή ανυποψίαστους μεταξύ μας. Όλοι πλέον αντιλαμβανόμαστε ότι η Ελλάδα έχει να βιώσει μια τόσο βαθειά οικονομική κρίση από την πρώτη δεκαετία του Μεταπολέμου. Λιγότερο αντιληπτά ωστόσο είναι τα βαθύτερα αίτια της κρίσης αυτής, καθώς και οι εθνικές επιπτώσεις της, αλλά και οι αναγκαίες για την υπέρβασή της προϋποθέσεις.

Εν πρώτοις, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση των σοβαρών κοινοτικών εταίρων μας – η καθησυχαστική, υποτίθεται, σύγκριση με τους μη σοβαρούς, ούτε μας τιμά, ούτε συμβάλλει στη διόρθωση των κακώς κειμένων – η δοκιμασία μας αυτή δευτερευόντως μόνο οφείλεται στην παγκόσμια κρίση. Η τελευταία απλώς απεκάλυψε τη διαχρονική παθογένεια της οικονομίας μας – απότοκο κατά κύριο λόγο της τραγικής ανεπάρκειας του ελληνικού κράτους.

Ενώ δηλαδή στις ευνομούμενες χώρες – όπως, π.χ., στην επίσης οικονομικώς χειμαζόμενη Ιρλανδία – η ανάκαμψη είναι κυρίως υπόθεση τεχνοκρατικών χειρισμών, στην Ελλάδα αντιθέτως, πέραν των όποιων εμβαλλωματικών μέτρων, ήπιων ή μη, το ζητούμενο επί ποινή εθνικής συμφοράς είναι η ταχεία ανασυγκρότηση του διογκωμένου, διεφθαρμένου, αναξιοκρατικού και συνεπώς αναποτελεσματικού κρατικού μηχανισμού. Και άρα η αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος που τον εξέθρεψε και τον τροφοδοτεί.

Επικαλούμενοι το γνωμικό ότι «κάθε λαός έχει την κυβέρνηση που του αξίζει», ορισμένοι σηκώνουν ψηλά τα χέρια με το σκεπτικό ότι «αυτοί είμαστε». Ακριβέστερο εν τούτοις είναι ότι «έτσι μας έκαναν» οι πολιτικοί μας ταγοί. Στο σχετικά πρόσφατο ακόμη παρελθόν, ο ελληνικός λαός έδωσε λαμπρά δείγματα πατριωτισμού και διάθεσης για θυσίες. Το σημερινό μας κατάντημα – ο άκρατος ευδαιμονισμός, η αδιαφορία για το γενικό καλό, η καταπάτηση των νόμων και ο αύξων κυνισμός μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού – οφείλονται πρωτίστως στην αθλιότητα της «ιθύνουσας» πολιτικής τάξης μας. Η διαφθορά, η ανευθυνότητα, η ανομία εκπορεύονται από την κορυφή της κρατικής πυραμίδας, απ’ όπου διαχέονται προς την κοινωνική βάση της. Με δύο κυρίως τρόπους.

Κατά πρώτο λόγο, για τους ηγουμένους ο ηγέτης λειτουργεί ως παράδειγμα. Καλό ή κακό. Στη σημερινή Ελλάδα κάκιστο. Η εμπιστοσύνη του πολίτη στον «πολιτικό κόσμο» βρίσκεται στο ναδίρ. Πως επομένως είναι δυνατόν να εισακουσθούν οι εκκλήσεις για προσπάθεια και θυσίες, όταν είναι γνωστή τοις πάσιν η προσωπική διαφθορά και ανακολουθία πάρα πολλών από αυτούς που μας τις απευθύνουν; Φυσικό είναι ο μέσος πολίτης να τείνει να μιμηθεί, όχι τους λόγους, αλλά τα έργα των «ταγών» του. Τόσω μάλλον που διαπιστώνει ότι, παρά τα κραυγαλέα σκάνδαλα που συγκλονίζουν εδώ και χρόνια τον δημόσιο βίο, μέχρι στιγμής ούτε ένα πολιτικό πρόσωπο δεν έχει πάει φυλακή.

Ο έτερος παράγων κοινωνικής εξαχρείωσης είναι ο άκρατος λαϊκισμός του πολιτικού μας κόσμου. Με τα κόμματα και τα στελέχη τους να αμιλλώνται άλληλα σε ανευθυνότητα – ιδίως όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση, αλλά ασφαλώς όχι μόνο τότε – προκειμένου να εκμαυλίσουν τον ψηφοφόρο. Στο δηλητηριώδες δε αυτό κλίμα, δεν εκπλήσσει ότι οι πολιτικοί μας αναφέρονται συνεχώς στα δικαιώματα – πραγματικά ή, το συνηθέστερο, καταχρηστικά – του πολίτη, σχεδόν ποτέ όμως στο χρέος του έναντι της πολιτείας. Από την οποία, ωστόσο, αντλούμε όλοι, τόσο τα υλικά αγαθά που εξασφαλίζουν την ύπαρξή μας, όσο και τα ηθικά και πνευματικά που της δίνουν νόημα.

Προϋπόθεση επομένως για να τεθεί σε στέρεες βάσεις το οικονομικό μέλλον της χώρας είναι η ανάδυση πολιτικής ηγεσίας ικανής να επιτύχει την ανασυγκρότηση του κράτους και να συμβάλει στην αλλαγή νοοτροπίας των πολιτών του. Είναι δε προφανές ότι το επιτακτικό αυτό αίτημα αφορά, εκτός από την οικονομία, και στην παιδεία, τη υγεία, την ασφάλεια, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική – τομείς επίσης κρίσιμους και, δυστυχώς, εξ ίσου προβληματικούς.

Θα αφυπνισθούμε εγκαίρως; Η ελπίδα λένε πεθαίνει τελευταία. Τα χρονικά όμως περιθώρια για την πραγμάτωση της αναγκαίας αυτής ανασύνταξης των εθνικών μας δυνάμεων στενεύουν επικινδύνως.