Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΥΣΑ





πρεσβη.ε.τ.

Για πολλοστή φορά η εξωτερική πολιτική αποδεικνύεται η μεγάλη απούσα της προεκλογικής διαμάχης. Ενώ ερίζουν περί παντός του επιστητού, οι διεκδικητές της ψήφου μας αγνοούν τις διεθνείς σχέσεις της χώρας – όταν δεν τις αναφέρουν προσχηματικά προκειμένου να αμφισβητήσουν τον πατριωτισμό των κομματικών αντιπάλων τους.

Το έλλειμμα αυτό ουσιαστικού διαλόγου, ιδίως μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας, για τα μεγάλα εξωτερικά μας θέματα δεν εκπλήσσει. Εδώ και αρκετές δεκαετίες, κυριαρχούμενοι από το σύνδρομο του «πολιτικού κόστους», οι διαχειριζόμενοι τα συμφέροντά μας στον διεθνή χώρο έχουν αποφύγει επιμελώς να αναλάβουν αποφασιστικές, πρωτοβουλίες στα μείζονα μέτωπα της Κύπρου, του Αιγαίου και των Σκοπίων, επιλέγοντας την παραπομπή των όποιων λύσεων στο αόριστο μέλλον. Και συνεπώς η απροθυμία τους να τοποθετηθούν τώρα με σαφήνεια είναι ευεξήγητη. Συμβαίνει όμως να είναι και επιζήμια. Διότι, όπως επανειλημμένως έχει επισημανθεί από τη θέση αυτή, η επιλογή της αναβλητικότητας λειτουργεί εις βάρος μας.

Σε ό,τι αφορά στο Σκοπιανό, είναι ηλίου φαεινότερον ότι, υιοθετώντας εγκαίρως τη μικτή ονομασία που μας είχε προταθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα είχαμε απαλλαγεί από μια δεκαοκτάχρονη διεθνοπολιτική φθορά και διασπάθιση διπλωματικού κεφαλαίου. Έστω όμως και καθυστερημένα, θα ήταν ευχής έργον, αν τα δύο μεγάλα κόμματα, θέτοντας κατά μέρος τις κοκορομαχίες και συγκροτώντας ισχυρό εθνικό μέτωπο, συμφωνούσαν δημοσία για την προώθηση μιας τέτοιας λύσης – πριν εξελίξεις στον γεωπολιτικό μας περίγυρο, όπως η ήδη σημειούμενη ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου της Άγκυρας, ή και η διαφαινόμενη και πάντως μη αποκλειόμενη ρωσο-νατοϊκή προσέγγιση, δυσχεράνουν περαιτέρω την επίτευξή της. (Υπενθυμίζεται ότι το τόσο διαφημισθέν Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής θεσπίσθηκε ακριβώς για να συμβάλει στη διαμόρφωση τέτοιων κοινών εθνικών θέσεων.)

Πολύ σοβαρότερη, όμως, είναι η ανυπαρξία εθνικής στρατηγικής έναντι της Τουρκίας, με τους πολιτικούς μας ταγούς να περιορίζονται σε ανούσια και αναντίστοιχα με την πραγματικότητα ευχολόγια. Η επωδός ότι οι ενταξιακές της φιλοδοξίες θα εξαναγκάσουν τη γείτονα στην αποδοχή ικανοποιητικών για την πλευρά μας λύσεων για τα υπό ευρεία έννοια ελληνοτουρκικά είναι καταφανώς ανεδαφική. Η Τουρκία, ούτε εκάμφθη από τις σχετικές κοινοτικές πιέσεις, ούτε πρόκειται να καμφθεί – τόσο μάλλον που οι πιθανότητες να ενταχθεί ως πλήρες μέλος στην ΕΕ έχουν ουσιαστικά εξανεμισθεί. Την καθοριστικής, εν τούτοις, σημασίας διαπίστωση αυτή οι εκάστοτε ελληνικές ηγεσίες προτιμούν να την αγνοούν. Καθώς αναγνώριση των πραγματικών δεδομένων θα επέβαλλε μια πολιτικώς επώδυνη επανεξέταση της ακολουθούμενης γραμμής.

Ωστόσο, η συνέχιση της μέχρι τούδε τακτικής οδηγεί αναπόφευκτα στη χειρότερη μορφή διχοτόμησης της Κύπρου και στη συνεχή διάβρωση των θέσεών μας στο Αιγαίο, ενώ συντηρεί και τον κίνδυνο πολεμικής σύρραξης με μια Τουρκία συνεχώς ισχυροποιούμενη στρατιωτικώς και γεωπολιτικώς. Από τη θέση αυτή έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς συγκεκριμένες απόψεις για το πρακτέον. Ασφαλώς υπάρχουν και άλλες, ενδεχομένως ορθότερες, οι οποίες θα έπρεπε να ακουσθούν. Αυτό που δεν είναι ανεκτό είναι η παράταση της στρατηγικής αφασίας.

ΠΗΓΗ


<

Bookmark and Share